Ιωάννης Βελισσαρίου

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιωάννης Βελισσαρίου ή «Βελισσάρης» όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι αλλά και οι συνάδελφοι του, Έλληνας ανώτερος αξιωματικός, [αριθμός μητρώου 3651], με το βαθμό του Ταγματάρχη, μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της Στρατιωτικής Ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας, γνωστός και με το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλλάρης» επειδή ίππευε ένα επιβλητικό μαύρο άλογο, γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1861 στο Πλοέστι της Ρουμανίας ή στην Αθήνα ή σύμφωνα με νεότερη πηγή στην Κύμη της Εύβοιας [1], και σκοτώθηκε στις 13 Ιουλίου 1913, στην Κρέσνα, στην περιοχή της Άνω Τζουμαγιάς στο ύψωμα 1.378, στη διάρκεια της ομώνυμης μάχης. Τάφηκε την επομένη ημέρα από το θάνατο του, στην περιοχή του Ογνιάρ Μαχαλά 15 χιλιόμετρα ανατολικά της Άνω Τζουμαγιάς, το σημερινό Μπλαγκόεβαρντ της Βουλγαρίας, και κοντά στο ορεινό χειρουργείο όπου νοσηλεύθηκε, μαζί με 700 περίπου τσολιάδες, που έχασαν τη ζωή τους στη διάρκεια της ίδιας φονικής μάχης.

Ήταν παντρεμένος με τη Χαρίκλεια Βελισσαρίου, την οποία γνώρισε και νυμφεύθηκε στη διάρκεια της υπηρεσίας του ως Δημαστυνόμος στη Σκόπελο. Από το γάμο τους απέκτησαν έναν γιο, ο οποίος πέθανε σε ηλικία δύο χρόνων, λόγος για τον οποίο ο Βελισσαρίου το 1912-1913 φέρει πένθιμη κορδέλα. Συγγαμβρός του ήταν ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Παπακυριαζής.

Ιωάννης Βελισσαρίου
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 26 Νοεμβρίου 1861
Τόπος: Πλοέστι (Ρουμανία) ή Αθήνα (Ελλάδα)
ή Κύμη Εύβοιας (Ελλάδα) ή Κάρυστος (Ελλάδα)
Θάνατος: 13 Ιουλίου 1913
Τόπος: Ύψωμα 1378, Άνω Τζουμαγιά, (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Αξιωματικός.

Βιογραφία

Ο Ιωάννης κατάγονταν από εύπορη οικογένεια κτηματιών από την κωμόπολη της Κύμης στο νησί της Εύβοιας. Ο πατέρας του, ο Βασίλειος Βελισσαρίου, είχε μεταναστεύσει στη Ρουμανία όπου αύξησε την περιουσία του και ο Ιωάννης έζησε άνετα παιδικά χρόνια. Παρακολούθησε τα μαθήματα της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως στη γενέτειρα του και ήταν επιμελής μαθητής με ιδιαίτερη κλίση προς την ιστορία και τη φιλολογία. Το 1887, ο Ιωάννης προσπάθησε να καταταγεί ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό, όμως δεν έγινε δεκτός λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Αίγυπτο, όπου ήταν εγκατεστειμένη η αδελφή της μητέρας του και εκεί παρακολούθησε για μια τριετία, μαθήματα στο Γαλλικό κολέγιο. Επέστρεψε στην Ελλάδα, παρακολούθησε μαθήματα και αποφοίτησε από Γυμνάσιο των Αθηνών.

Στρατιωτική δράση

Στις 11 Μαρτίου 1881 κατατάχθηκε στις τάξεις του Ελληνικού στρατού ως κληρωτός, προκειμένου να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Έγινε δεκτός στο Τάγμα Πεζικού Μαυρομιχάλη, το οποίο αποτελούσαν ορεσίβιοι εύσωμοι και σκληραγωγημένοι νέοι, επιλεγμένοι προσεκτικά από τον διοικητή τους, του οποίου ο Βελισσαρίου ανέλαβε δάσκαλος Γαλλικών. Στη διάρκεια της θητείας του προήχθη, ως εθελοντής, στον βαθμό του δεκανέα και το 1884 είχε ήδη προαχθεί στον βαθμό του του επιλοχία.

Το μορφωτικό του επίπεδο και η προθυμία του, ήταν οι λόγοι για τους οποίους οι στρατιωτικοί του προϊστάμενοι τον επέλεξαν, όταν συμπλήρωσε τον απαραίτητο χρόνο υπηρεσίας, να φοιτήσει στη «Στρατιωτική Σχολή Υπαξιωματικών», [«Σ.Σ.Υ.»], του Ελληνικού Στρατού. Ο Ιωάννης, κατόπιν εξετάσεων, κατατάχθηκε στη δεύτερη εκπαιδευτική σειρά της Σχολής, από την οποία αποφοιτούσαν οι αξιωματικοί για το Πεζικό και το Ιππικό, που είχε αρχίσει τη λειτουργία της από το 1883, από την οποία αποφοίτησε στις 7 Οκτωβρίου 1887, μεταξύ των πρώτων, με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πεζικού. Το 1890 μια ομάδα Γερμανών αξιωματικών επισκέφθηκε την Αθήνα και ο Βελισσαρίου που μιλούσε γερμανικά, ανέλαβε να τους ξεναγήσει στους αρχαιολογικούς χώρους και τους κατέπληξε με την ευρυμάθεια του, σε βαθμό που οι Γερμανοί αξιωματικοί να νομίσουν ότι ήταν καθηγητής της Αρχαιολογίας. Ο Βελισσαρίου από τις 25 Φεβρουαρίου 1894 έως τις 24 Φεβρουαρίου 1897 εκτέλεσε Δημαστυνομικά καθήκοντα στη Σκόπελο.

Πόλεμος του 1897

Ο Βελισσαρίου την περίοδο πριν την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, υποστήριξε με σθένος την υιοθέτηση δραστικών λύσεων, ενώ με την κήρυξη του και την έναρξη των εχθροπραξιών υπηρετούσε ως διμοιρίτης στον 4ο Λόχο του ΙΙΙ/5ου Τάγματος Πεζικού, που υπαγόταν στη 2η Ταξιαρχία Πεζικού η οποία αποτελείτο από 12 λόχους πεζικού και δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες. Το πρωί της 6ης Απριλίου 1897, ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες και η 4η Τουρκική Μεραρχία, μαζί με δύο τάγματα της 3ης Μεραρχίας, έχοντας την υποστήριξη τριών μεραρχιακών πυροβολαρχιών επιτέθηκαν στη διάβαση της Μελούνας, την οποία υπεράσπιζε η 2η Ελληνική Ταξιαρχία Πεζικού. Στις 13.00 το μεσημέρι προστέθηκαν νέες Τουρκικές δυνάμεις από την Ελασσόνα και τη Λεύκη, οι οποίες επιτέθηκαν στην ευρύτερη περιοχή, καθιστώντας δυσχερή την Ελληνική αμυντική θέση.

Η επίθεση των Τουρκικών δυνάμεων ανέτρεψε την Ελληνική αμυντική γραμμή και η αρχική θέση συμπτύξεως, μετατράπηκε σε άτακτη φυγή, μετά τις 17:00 το απόγευμα της ίδιας μέρας. Απέμειναν να αμύνονται ελάχιστοι άνδρες, μόνο 15-20 με τον διοικητή του ΙΙΙ/5ου Τάγματος που διατηρούσαν τις θέσεις τους, όπως και η διμοιρία που διοικούσε ο ανθυπολοχαγός Βελισσαρίου, που βρισκόταν στο κέντρο του πυρός καθώς κατείχε το ύψωμα «Ανώνυμο», όμως δεν υπέκυψε στην Τουρκική πίεση και δεν εγκατέλειψε τη θέση της. Τελικά η διμοιρία του Ανθυπολοχαγού Βελισσαρίου συμπτύχθηκε περί τις 23.00 πριν τα μεσάνυκτα της ίδιας μέρας και αφού έλαβε εντολή από τον διοικητή του. Έτσι είναι ο μόνος αξιωματικός που «...δεν θέλησε να υποχωρήσει χωρίς διαταγή και παρέμεινε στο Ανώνυμο οχύρωμα της Μελούνας, που κατείχε μέχρι τις 11 τη νύχτα, οπότε και έλαβε σχετική διαταγή υποχωρήσεως» [2]. Στη μάχη της Δερβέν-Φούρκας στις 7 Μαΐου 1897, με τη δύναμη του 3ου Λόχου του 5ου Συντάγματος ο Βελισσααρίου κάλυψε την υποχώρηση των ελληνικών τμημάτων. Γι΄ αυτό ο αρχιστράτηγος τότε Διάδοχος Κωνσταντίνος Α', στην έκθεση του, αυτόν αναφέρει μεταξύ όλων των αξιωματικών.

Μεσοπόλεμος

Στις 5 Μαρτίου του 1898 ο Βελισσαρίου προήχθη στο βαθμό του Υπολοχαγού. Το 1906, όταν συγκροτήθηκε ο «Εθνικός Πολιτικός Σύνδεσμος», που διοικούνταν από πενταμελή επιτροπή κι είχε ως σκοπό μελλοντικό στρατιωτικό κίνημα προκειμένου να επιτύχει την ριζική μεταρρύθμιση των δημοσίων πραγμάτων, ο Βελισασαρίου εντάχθηκε σ' αυτόν με κίνδυνο να χαρακτηριστεί ως στασιαστής. Ήταν υποψήφιος βουλευτής στις εκλογές του 1908 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κύμη, με σκοπό και στόχο να πολεμήσει τη φαυλοκρατία. Στους προεκλογικούς λόγους του δεν υποσχόταν, αντίθετα διακήρυσσε την πιστή εφαρμογή του Νόμου, υπόχονταν κοινωνική δικαιοσύνη και ισοπολιτεία, με αποτέλεσμα να καταψηφισθεί.

Στις 14 Απριλίου του 1904 προήχθη στο βαθμό του Λοχαγού Β' Τάξεως και υπηρέτησε στο Τμήμα Προσωπίκού του Υπουργείου Στρατιωτικών, ενώ στις 26 Απριλίου του 1906 αποσπάστηκε στο Β' Στρατοδικείο Αθηνών ως Αντεπίτροπος. Στις 20 Ιουνίου του 1907 προήχθη στο ναθμό του Λοχαγού Α' Τάξεως και τον ίδιο χρόνο διορίστηκε Δημαστυνόμος στη Σκόπελο, θέση την οποία έπαιρναν αξιωματικοί του Στρατού λόγω ελλείψεως αξιωματικών της Χωροφυλακής. Ήταν φρούραρχος του Στρατοπέδου στου Γουδή στη διάρκεια του κινήματος υπό το Συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά και συνέβαλε στην αναίμακτη επικράτηση του κινήματος, καθώς ήταν αντίθετος με τις ακραίες συμπεριφορές και τις εξτρεμιστικές πράξεις των μελών του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Στις 7 Ιουλίου του 1910 ο Βελισσαρίου προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχη.

Βαλκανικοί Πόλεμοι

Προετοιμασίες

Η δράση του Βελισσαρίου στον πόλεμο του 1897 αποτέλεσε φωτεινό σημείο αναφοράς και στρατιωτικό παράδειγμα σε βαθμό που ο ίδιος ως διοικητής Τάγματος του 4ου Συντάγματος της 2ης Μεραρχίας, το οποίο κάλυπτε τα σύνορα στην περιοχή του Τυρνάβου, έλεγε στους άνδρες του: «...Το 1897 ο Βελισσαρίου αμύνθηκε όπως έπρεπε εδώ στα σύνορα. Από τη διμοιρία μου μόνο πέντε άνδρες γύρισαν πίσω. Και αν τότε έγιναν αυτά με μια διμοιρία, φανταστείτε τι μπορούμε να κάνουμε τώρα, εγώ με χίλιους λεβέντες σαν κι εσάς».

Στις 4 Οκτωβρίου 1912 ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος Α', αρχηγός του Στρατού της Θεσσαλίας, εξέδωσε διαταγή, σύμφωνα με την οποία το πρωί της επομένης ημέρας ο Ελληνικός Στρατός θα άρχιζε την προέλαση του πέρα από τα προσωρινά Ελληνικά σύνορα. Τα ξημερώματα της 5ης Οκτωβρίου, ο Βελισσαρίου συγκέντρωσε ολόκληρο του τάγμα του και το παρέταξε κατά διμοιρίες. Μιλώντας στους στρατιώτες του τους είπε: «..Παιδιά το τουφέκι ανοίγει σήμερα. Ο Θεός βοηθός. Πάνε δεκαπέντε χρόνια τώρα που κάναμε έναν άλλο πόλεμο και χάσαμε. Μια ντροπή κάθισε από τότε στην ψυχή μας και μια μουντζούρα στο πρόσωπό μας. Αυτή τη ντροπή πρέπει να τη βγάλουμε από πάνω μας. Και αυτό από εσάς το περιμένει η πατρίδα. Εμπρός λοιπόν, παιδιά, στο όνομα του Θεού και της πατρίδας. Θα τους κυνηγήσουμε τους Τούρκους ως την Πόλη. Ζήτω λοιπόν η πατρίδα, ζήτω ο βασιλέας, ζήτω ο διάδοχος, ζήτω ο Ελληνικός Στρατός».

1ος Βαλκανικός πόλεμος

Πριν τη μάχη στο Σαραντάπορο ο Βελισσαρίου ήλθε σε έντονη αντιπαράθεση με τον διοικητή του Συνταγματάρχη Ιωάννη Παπακυριαζή, με τον οποίο είχε συγγενική σχέση και είχαν παντρευτεί δύο αδελφές. Συγκεκριμένα στην ανάλυση της μάχης ο Συνταγματάρχης Παπακυριαζής δεν καθόρισε σημείο κατευθύνσεως. Ο Βελισσαρίου τον ρώτησε: «Κύριε Συνταγματάρχα, σημείον κατευθύνσεως;». Ο Παπακυριαζής του απαντά χαριτολογώντας: «Η Κωνσταντινούπολις». Ο Βελισσαρίου στράφηκε προς τους λοχαγούς του και επανέλαβε τη φράση: «Κύριοι λοχαγοί, σημείον κατευθύνσεως η Κωνσταντινούπολις». Αυτό θεωρήθηκε ειρωνεία από τον Παπακυριαζή, ο οποίος ξεστόμισε βαριές φράσεις εναντίον του Βελισσαρίου, που αντέδρασε με οξύτητα. Τότε ο Παπακυριαζής ξιφούλκησε, για να του επιτεθεί. Ατάραχος, όμως, ο Βελισσαρίου του είπε: «Σε ατενίζω ως ο Ζευς από του Ολύμπου». Ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου στις 9 Οκτωβρίου 1912, συμμετείχε στην μάχη του Σαρανταπόρου, όπου προωθήθηκε χωρίς υποστήριξη πυροβολικού και όρμησε κατά των Τουρκικών δυνάμεων, γεγονός που ανάγκασε τον αρχιστράτηγο τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο Α' να τον αποκαλέσει «τρελό» και να του αφαιρέσει για λίγο την διοίκηση του τάγματος του, όμως η παράτολμη ενέργεια του συνέβαλε στην υποχώρηση του εχθρού. Μετά τη μάχη και το συμβάν με τον Συνταγματάρχη Παπακυριαζή, ο Βελισσαρίου ζήτησε μετάθεση σε άλλη μάχιμη μονάδα. Το αίτημα του έγινε δεκτό από τον επιτελάρχη Βίκτωρα Δούσμανη και ο Βελισσαρίου τοποθετήθηκε διοικητής του 9ου Τάγματος του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων της 6ης Μεραρχίας Πεζικού.

Κατάληψη των Ιωαννίνων

Στις 7 Ιανουαρίου 1913 ο Ελληνικός στρατός επιτέθηκε στο Μπιζάνι και ο Βελισσαρίου προέλασε με το Τάγμα του κι αφού υπερκέρασε το Μπιζάνι βρέθηκε να απειλεί τα Ιωάννινα, όταν μια σφαίρα τον πέτυχε στο πόδι και τον τραυμάτισε. Ο Βελισσαρίου συνέχισε να μάχεται όμως η αιμορραγία από την πληγή τον κατέβαλε. Ζήτησε από το γιατρό να του επιδέσει το τραύμα του και προκειμένου να μη χάσει στιγμή της μάχης, παρέμεινε έφιππος σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, όμως στη συνέχεια νοσηλεύτηκε για μικρό διάστημα σε πρόχειρο νοσοκομείο στο μέτωπο. Το Φεβρουάριο του 1913, συμμετείχε στην δεύτερη πολιορκία των Ιωαννίνων. Εκεί ακούστηκε για πρώτη φορά το σύνθημα «αέρα», αντικαθιστώντας το στρατιωτικό παράγγελμα «εμπρός διά της λόγχης». Ο Ελληνικός στρατός αρχικά πολιόρκησε το φρούριο του Μπιζανίου, που αν έπεφτε άνοιγε ο δρόμος για τα Ιωάννινα και την απελευθέρωση της Ηπείρου. Επιδεικνύοντας γενναιότητα ο Βελισσαρίου προωθήθηκε και στις 19 Φεβρουαρίου μαζί με το Τάγμα Ευζώων του Ταγματάρχη Γεωργίου Ιατρίδη διείσδυσαν γρήγορα από τα βόρεια και κατόρθωσαν να αποκόψουν τη μοναδική οδό διαφυγής και να καταλάβουν το χωρίο Άγιος Ιωάννης, μεταξύ Μπιζανίου και Ιωαννίνων. Έτσι η Τουρκική διοίκηση των Ιωαννίνων δεν μπορούσε να επικοινωνεί με τους ταμπουρωμένους στα οχυρά του Μπιζανίου μαχητές.

Σύμφωνα με την περιγραφή του πολεμιστή Αθανασίου Καζανά Αντισυνταγματάρχου ε.α., τότε Διοικητή Λόχου του Τάγματος Βελισσαρίου, «...Περί την 10ην νυκτερινήν παρατήρησα φώτα κινούμενα εντός της πόλεως τα οποία μετά έλαβαν κατεύθυνση προς τα δικά μας τμήματα και θέσεις. Διέταξα τον ανθυπασπιστή Δαλιανούδα να τεθεί επί κεφαλής περιπόλου και να εξέλθει εμπρός από την γραμμή και αν αντιληφθεί ότι πρόκειται περί εχθρικής δυνάμεως. ...{...}... Μετά από λίγο αφού επλησίασαν τα φώτα, στη θέση στην οποία ευρίσκετο ο ανθυπασπιστής, διέκρινε μια άμαξα που κατευθυνόταν προς αυτόν. Η άμαξα εσύρετο από τρείς ίππους και επί των ίππων επέβαινον στρατιώτες κρατούντες ο καθένας από ένα φανάρι. Άλλοι στρατιώτες βρισκόταν πίσω από την άμαξα έφιπποι και κρατούσαν και αυτοί φανούς. ...{...}... εδήλωσαν την ταυτότητά τους και είπαν ότι φέρνουν μαζί τους τον φάκελο της παραδόσεως της πόλεως. Για να βεβαιωθεί περισσότερο ο αξιωματικός είπε στον Πρωτοσύγκελο που βρισκόταν στην άμαξα: «Τι Ευαγγέλιον έχομεν σήμερον;» Εκείνος δε απάντησε το ωρισμένο Ευαγγέλιο της ημέρας, το οποίον εγνώριζε ο ανθυπασπιστής και ο οποίος πείστηκε ...{...}... ο ένας τούρκος αξιωματικός μου είπε: «Κύριε Λοχαγέ έχομεν διαταγήν παρά του αρχηγού μας να παρουσιασθώμεν ενώπιον του Γενικού Αρχηγού σας και να αναφέρωμεν ότι τα φρούρια Μπιζάνι, Καστρίτσης και Ιωαννίνων παραδίνονται άνευ όρων μετά του στρατού ανερχομένου εις 33 χιλιάδας περίπου ανδρών. Τον φάκελλον εγχειρίσαμε εις τον αξιωματικό σας». Επί της αμάξης επέβαινον δύο αξιωματικοί του Στρατηγείου του Εσάτ εκ των οποίων ο ένας, αν δεν απατώμαι, ήτο ανεψιός του και ο Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως. Η άμαξα έφερεν λευκήν σημαίαν. Αμέσως μετά μαζί με την επιτροπή επέστρεψα στον Λόχο. ...{...}... Μετά από αυτό διέταξα τον ανθυπασπιστή να παρουσιάσει την επιτροπή στον Δ/τη του Τάγματος ταγματάρχη Βελισσαρίου που βρισκόταν στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου. Ο ταγματάρχης Βελισσαρίου για να δείξει στους Τούρκους αξιωματικούς πως ήδη ο ελληνικός στρατός έφθασε προ των πυλών των Ιωαννίνων διέταξε τον Λοχαγόν Κωστούλην: «Κύριε Λοχαγέ να διατάξεις να ανοίξει στην πεδιάδα η γραμμή μας ίνα διέλθωμε μετά της επιτροπής της παραδόσεως των Ιωαννίνων». Ο Λοχαγός, οξυδερκής, αντελήφθη τον υπαινιγμό του Δ/του του Τάγματος και ετοιμόλογα απάντησε: «Διέταξα ήδη κύριε Διοικητά να ανοίξωσιν όλαι αι γραμμαί»! Έδωσε την απάντηση αυτή μολονότι εγνώριζε πως ουδείς Έλληνας στρατιώτης ευρίσκετο στην πεδιάδα των Ιωαννίνων. Μετά τον διάλογο αυτόν ο ταγματάρχης Βελισσαρίου ανεχώρησε για Εμίν–Αγά, προς συνάντηση του Γενικού Αρχηγού, του Διαδόχου Κωνσταντίνου. Μόλις έφθασε εκεί παρουσιάστηκε στον Αρχιστράτηγο Διάδοχο και ανέφερε τα συμβάντα παρουσιάσας την επιτροπήν παραδόσεως. Ο Κωνσταντίνος χαιρετίζοντας τον Βελισσαρίου είπε: «Καλώς τον Γιάννη». Και κατόπιν χαμηλοφώνως πρόσθεσε: «Θέλεις φίλημα, αλλά θέλεις και δέσιμο». Υπαινίσσετο με την φράση αυτή την επιτυχία αφ’ ενός και το παράτολμο του εγχειρήματος του Βελισσαρίου. Όλα αυτά έλαβαν χώραν κατά την νύκτα της 20ης προς την 21η Φεβρουαρίου 1913.

Στις 3 το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου του 1913, ο Βελισσαρίου οδήγησε ο ίδιος την επιτροπή του Εσσάτ στο Γενικό Στρατηγείο. Ο Κωνσταντίνος μόλις τον είδε απόρησε. Οργισμένος του λέει: «-τι θέλεις τέτοια ώρα εδώ; Πού άφησες το τάγμα σου»; Απαντά: «Να σας φέρω τα Γιάννενα». Κι ο Κωνσταντίνος του είπε ειρωνικά, νομίζοντας πως παραφρόνησε: «Με τις μαούνες της λίμνης;». «Όχι, με τα φτερά των ευζώνων μου», απάντησε ο Βελισσαρίου. Ο διάδοχος βλέποντας την επιτροπή των Τούρκων, κατάλαβε τι είχε συμβεί. «Αλήθεια Βελισσαρίου θέλεις ράπισμα, αλλά θέλεις και φίλημα, αγαπημένε τρελέ», θα του πει συγκινημένος [3]. H νίκη στο Μπιζάνι καταγράφηκε στη λαϊκή μνήμη ως κατόρθωμα του Βελισσαρίου καθώς, λόγω της ανδρείας και της μαχητικότητας του, αιχμαλώτισε 37 Τούρκους αξιωματικούς και 935 οπλίτες. Ο Τούρκος Στρατηγός Εσσάτ, πρότεινε το σπαθί του στον Βελισσαρίου, ως πράξη υποταγής όμως αυτός του είπε να το κρατήσει διότι υπήρξε άξιος.

2ος Βαλκανικός Πόλεμος

Κατά την έκρηξη του πολέμου κατά των Βουλγάρων, το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων ή 38ο Σύνταγμα Πεζικού, εξ ου και το 1/38, με διοικητή το Συνταγματάρχη Διονύσιο Παπαδόπουλο, τον Ταγματάρχη Ιατρίδη, Διοικητή του 8ου Τάγματος Ευζώνων, τον Ταγματάρχη Βελισσαρίου, Διοικητή του 9ου Τάγματος Ευζώνων και τον Ταγματάρχη Γεώργιο Κολοκοτρώνη, Διοικητή του Τάγματος Κρητών, στάθμευε στο Ασβεστοχώρι έξω από την Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με όσα γράφει στα «Απομνημονεύματα» του ο Στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος: «... Ενθυμούμαι την στιγμήν εκείνην συγκινητική σκηνήν εξ εκείνων που δεν λησμονούνται ποτέ κατά την ζωήν του ανθρώπου. Ευρισκόμεθα εις το Ασβεστοχώρι και διήρχετο εκ της κωμοπόλεως βαδίζων προς Γκιουβέζναν το ηρωϊκόν 1/38 Σύνταγμα του Παπαδοπούλου. Η σύζυγος του αειμνήστου Ταγματάρχου Βελισσαρίου (στενού φίλου μου) ευρίσκετο παραπλεύρως μου, εφόσον είχε έλθη να επισκευθή διά τινας ημέρας τον σύζυγόν της, επωφεληθείσα της ειρηνικής περιόδου. 'Οταν ο διοικητής του 9ου Τάγματος έφθασεν έφιππος μέχρις ημών, η σύζυγός του εζήτησε να σταματήση προς στιγμήν όπως τον αποχαιρετήση και ο Εθνικός εκείνος ήρως, σταματήσας προς στιγμήν, της είπε εκτός εαυτού εξ οργής και δεικνύων δια της χειρός του την πυρκαϊάν της καιομένης Μπέροβας :" Δεν έχομε καιρό για ασπασμούς, έχομε να εκδικηθούμε τ' αδέλφια μας που σφάζει ο Βούλγαρος. Καλήν αντάμωσιν". Και στρεφόμενος προς εμέ ο ήρως πρόσθεσε :"Σε παρακαλώ Θόδωρε, φρόντισε άμα καθαρίση η Θεσσαλονίκη να διευκολύνης την αναχώρησίν της δι' Αθήνας". Η ατυχής κυρία είχε κακήν προαίσθησιν την στιγμήν εκείνην διότι μου είπε : "Προαισθάνομαι πως δεν θα τον ξαναϊδώ τον Γιάννη". Και όντως δεν τον επανείδε, διότι ο ηρωϊκός σύζυγός της έπεσε και ετάφη, εις τα παλαιά Βουλγαρικά σύνορα, κατά την τελευταίαν αιματηράν μάχην του πολέμου εις το ύψωμα 1378...».

Μάχη Κιλκίς-Λαχανά

Ο Συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόπουλος ανέθεσε στο 9ο Τάγμα Ευζώνων, την έναρξη της επιθέσεως στη μάχη του Λαχανά, για τις τρεις το μεσημέρι της 21ης Ιουνίου 1913 στον «Πράσινο Λόφο». Εκείνη την ώρα ο Βελισσαρίου, φοβούμενος μήπως η έφοδος είχε ανασταλεί δίνει το σύνθημα «Εμπρός» και τότε με σάλπιγγες, ιαχές και πυρά ένθεν κακείθεν όρμησαν οι εύζωνοι και μέσα σε 20 λεπτά ο Πράσινος Λόφος είχε καταληφηφθεί. Μετά από δεκάλεπτη προπαρασκευή πυροβολικού, οι έξι Λόχοι του Βελισσαρίου έφθασαν σε απόσταση εφόδου από την πρώτη γραμμή των Βουλγαρικών ορυγμάτων. Εκεί ο Βελισσαρίου άρπαξε από τον γιακά τον περίφημο Βλάχο, τον σαλπιγκτή του, και τον κράτησε ορθό, μπροστά στους Βούλγαρους να σαλπίζει επί πέντε λεπτά το σάλπισμα «εμπρός δια της λόγχης». Σύμφωνα με τις οδηγίες του Βελισσαρίου οι Εύζωνοι έβαλαν αιφνιδίως ταχύτατο ολιγόλεπτο πυρ εναντίον του εχθρού, μετά το οποίο όρμησαν ακάθεκτοι και με βροντώδεις αλαλαγμούς εναντίον των βουλγαρικών χαρακωμάτων. Την ίδια μέρα ο εθνικιστής Λογαχός Γεώργιος Ζήρας υπηρετούσε ως διοικητής στον 1ο λόχο του 4ου Συντάγματος Πεζικού, το οποίο είχε διοικητή τον Συνταγματάρχη Παπακυριαζή, μπατζανάκη του Ταγματάρχη Βελισσαρίου. Ο Γεώργιος Ζήρας μαζί με τον Ταγματάρχη Βελισσαρίου, εισήλθαν στην πόλη του Λαχανά και καταδίωξαν τα Βουλγαρικά στρατεύματα, χωρίς να τους δώσουν χρόνο για να ανασυνταχθούν και να εγκατασταθούν αμυντικά στα γύρω υψώματα [4]. Ο Βελισσαρίου πολέμησε στην πολύνεκρη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά όπου κατέλαβε ένα κρίσιμο ύψωμα για την έκβαση της μάχης, όμως συνέχισε την καταδίωξη των Βουλγάρων, φτάνοντας 20 χιλιόμετρα έξω από την Σόφια.

Σύμφωνα με όσα γράφει [5] ο Σπυρίδων Μελάς, «...Ο αγώνας ήταν τόσο λυσσασμένος και συχνά σώμα με σώμα, ώστε πολλοί από τη μια μεριά και από την άλλη πέφτανε τρυπημένοι με τη λόγχη, αρκετοί Βούλγαροι σκοτώθηκαν με πέτρες στο κεφάλι. ..{..}.. γιατί, κάποια στιγμή, τα πυρομαχικά λείψανε από τους ευζώνους και τότε ο Βελισσαρίου που ήτανε όπως πάντα στη γραμμή της φωτιάς τους φώναξε:
-Χτυπάτε τους με τις πέτρες μωρέ! Κι αυτές σκοτώνουν.....»
.

Ο Βελισσαρίου προχώρησε με το Τάγμα του προς το Ουράνοβο στις 5 το πρωί της 12ης Ιουλίου και στις 11:00 έφτασε στο Πόρογκος-Μαχαλά, όπου βρίσκονται καλά οχυρωμένοι οι Βούλγαροι. Το Τάγμα του στις 14.30 η ώρα διέβη τον ποταμό Οσένοβα και άρχισε να ανεβαίνει στις απέναντι πλαγιές. Η καταδίωξη γίνονταν υπό ραγδαία βροχή και ομίχλη, η οποία διαλύθηκε στις 15.30 και το βουλγαρικό πυροβολικό άρχισε δραστική βολή κατά των ανδρών του Βελισσαρίου και του Ελληνικού πυροβολικού.

Το τέλος του

Το Τάγμα του Βελισσαρίου, το 9ο Τάγμα Ευζώνων, αποδεκατίστηκε στην τελευταία μάχη του Ελληνοβουλγαρικού πολέμου, του Β' Βαλκανικού πολέμου, που διεξήχθη στα στενά της Κρέσνας και στην Άνω Τζουμαγιά. Από τους χίλιους άνδρες του Συνάγματος έμειναν ζωντανοί μόνο 275 και ένας αξιωματικός [6] και από αυτούς οι 200 τραυματίες, ενώ από το 9ο Τάγμα Ευζώνων επέζησαν ενας Υπολοχαγός και 75 Εύζωνοι-οπλίτες [7]. Την ίδια τύχη είχαν το 8ο Τάγμα του Ιατρίδη και το Τάγμα Κρητών πολεμιστών του Ταγματάρχου Γεωργίου Κολοκοτρώνη, εγγονού του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εκεί σκοτώθηκε ο υπερασπιστής των Ιωαννίνων, υπολοχαγός και κατάσκοπος του Ηπειρωτικού Κομιτάτου Κωνσταντίνος Τσιριγώτης, γνωστός ως «Άραχθος».

Στην μάχη για το ύψωμα 1378 του Ανατολικού Ορβήλου [8] ο Βελισσαρίου τραυματίστηκε [9] και το τραύμα του προκάλεσε ακατάσχετη αιμορραγία. Μεταφέρθηκε στα μετόπισθεν, στο Α11 ορεινό χειρουργείο, από τον Κωνσταντίνο Μπούκουρα, το γιατρό του 9ου Τάγματος Ευζώνων και το φορείο του τοποθετήθηκε σε μία από τις σκηνές. Το τραύμα του στο στήθος, στο δεξιό ημιθωράκιο, ήταν βαρύ κι είχε προκληθεί μάλλον από τη βολίδα κάποιου φορητού όπλου ή από θραύσμα οβίδας. Ο Βελισσαρίου άρχισε να λέει ότι υπέφερε και ότι ήθελε να τον αφήσουν να ξαπλώσει κάτω, όπως είχε συνηθίσει να κοιμάται επί τόσα χρόνια, έχοντας ως στρώμα του τη γη και ως προσκέφαλο τους βράχους. Οι γιατροί είπαν πως δεν έπρεπε να ξαπλώσει στο υγρό χώμα, εκείνος όμως επέμενε, έτσι έστρωσαν χορτάρι στο έδαφος και ικανοποίησαν την απαίτησή του. Λίγο αργότερα ο Βελισσαρίου άφησε την τελευταία του πνοή, έχοντας στα χείλη του το όνομα της συζύγου του και την φράση «Στη Σόφια».

Προσωπικότητα

Είναι ο ένας εκ των δύο ιστορικών φυσιογνωμιών με καταγωγή από την Κύμη, μαζί με τον παγκοσμίου φήμης γυναικολόγο, Γεώργιο Παπανικολάου. Ο Βελισσαρίου ήταν μάλλον ψηλός και εύσωμος, ευθυτενής με ζωηρό βλέμμα, πλούσια μαλλιά, πυκνά φρύδια και με εκφραστικά γαλανά μάτια. Διατηρούσε υπογένειο, κρατούσε μαστίγιο, φορούσε «υποδήματα εφίππου» με σπιρούνια και ήταν άριστος ιππέας. Στους Βαλκανικούς Πολέμους είχε ένα μαύρο άλογο και γι αυτό το λόγο ονομάστηκε «Μαύρος Καβαλάρης». Διέθετε γενναιότητα, αψηφούσε το θάνατο, διοικούσε άριστα, με ψυχικό σθένος και ηγετική φυσιογνωμία. Ως χαρακτήρας ήταν ευθύς, άκακος, διαχυτικός και εγκάρδιος, ενώ τον χαρακτήριζε η σχεδόν παιδική αφέλεια του. Διακρίνονταν για τη στρατιωτική και τη γενικότερη ακαδημαϊκή μόρφωση του. Υπήρξε αυτοδίδακτος, με έμφυτη κλίση στη γλωσσομάθεια και γνώριζε καλά Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Ρωσικά, Τουρκικά και όλες τις βαλκανικές γλώσσες, είχε έφεση στη μηχανολογία, μελετούσε με πάθος την Ιστορία και είχε πάντα διάθεση για ατελείωτες συζητήσεις σχετικές με τα εθνικά θέματα.

Διακρίσεις

Ο τότε Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος Α', αντί συλλυπητηρίων τηλεγράφησε στην οικογένεια του Ταγματάρχου Βελισσαρίου την παρακάτω φράση: «Χαιρετίζω τον ήρωα των ηρώων». Προς τιμήν του ένα Τάγμα Ευελπίδων έχει πάρει το όνομα του, όπως και το στρατόπεδο καθώς κι ένας λόφος των Ιωαννίνων ενώ, επίσης, και το στρατόπεδο που φιλοξενεί την Σχολή Πεζικού στην Χαλκίδα έχει ονομαστεί σε «Ταγματάρχη Πεζικού Βελισσαρίου Ιωάννη». Ο ανδιάντας του Βελισσαρίου κοσμεί τον λόφο της μάχης του Κιλκίς, ενώ άλλη έχει στηθεί στο λόφο του προφήτη Ηλία στην Κύμη, και διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του Μνημείου η οποία έγινε το 1963, είχε αναλΆβει ο εθνικιστής Δημήτρης Πικιώνης. Το όνομα του Βελισσαρίου φέρει ο αθλητικός σύλλογος «Α.Ο. Βελισσαρίου» που έχει έδρα την περιοχή των Σεισμοπλήκτων στο Νομό Ιωαννίνων. Η προτομή του είναι τοποθετημένη σε πάρκο της πόλεως των Ιωαννίνων. Είναι κατασκευασμένη από ορείχαλκο και δημιουργήθηκε το 1979 από τον γλύπτη Πέτρο Μωραΐτη. Σ' αυτήν ο Βελισσαρίου αναπαρίσταται με στρατιωτική στολή, μουστάκι και πυκνά, κοντά μαλλιά. Στην πρόσοψη του βάθρου της αναγράφονται τα λόγια: ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ. Πάνω στην προτομή υπάρχει εγχάρακτη την υπογραφή του γλύπτη [10].

Η αυθεντική χακί Στολή εκστρατείας, τα ξίφη και τα παράσημα του Βελισσαρίου φυλάσσονται και εκτίθενται στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα. Μαζί τους εκτίθεται και το σπαθί του Τούρκου στρατηγού Εσσάτ, που ήταν αυτός ο οποίος παρέδωσε τα Ιωάννινα στους Έλληνες, που όταν αποστρατεύτηκε έστειλε το σπαθί του στον Βελισσαρίου, ο οποίος είχε είδη σκοτωθεί. Το σπαθί παρέλαβε ο Στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, η οικογένεια του οποίου το παρέδωσε στο Πολεμικό Μουσείο, μαζί με την σχετική αλληλογραφία. Το 2012, οι Ελληνικές στρατιωτικές αρχές, ζήτησαν από τις αρχές της Βουλγαρίας να επιστραφούν στην Ελλάδα τα οστά του Ταγματάρχου Βελισσαρίου. Επίσης, έχει σταλεί και κλιμάκιο Ελλήνων αξιωματικών μαζί με τον τελευταίο απόγονο της οικογενείας, το Σμήναρχο ε.α. Ξενοφώντα Καράπα, για την αναγνώριση και εντοπισμό του σημείου που βρίσκονται τα οστά του στη σημερινή Μπλαγκοεβαρντ, την Άνω Τζουμαγιά, της Βουλγαρίας.

Συγγραφικό έργο

Μετέφρασε από τη ρωσική και δημοσίευσε έργο Ρώσου στρατηγού, ενώ μετέφρασε από την γερμανική γλώσσα τα έργα

  • «Περί πολέμου» του Carl Von Clausewitz,
  • «Περί πρωτοβουλίας των υποτεταγμένων αρχηγών» του Πρώσου στρατηγού Colman Von der Goltz , αρχή την οποίαν εφήρμοσε στην πράξη ο Βελισσαρίου για την άλωση των Ιωαννίνων.

Mετέφρασε από την γαλλική γλώσσα, το σύγγραμμα

  • «Περί των αρχών του πολέμου» το 1910, του Γάλλου στρατάρχη Φερδινάρδου Φος, [Ferdinand Foch], του οποίου ήταν προσωπικός φίλος.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγές

  • «Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου. Ο ήρωας των ηρώων», Θεόδωρος Δημόπουλος, Περιοδικό «Στρατιωτική Ιστορία», τεύχος 120ο, σελίδες 6η-14η.

Παραπομπές

  1. [Στο βιογραφικό του Ιωάννη Βελισσάριου στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ αναφέρεται ότι γεννήθηκε στην Αθήνα. Σύμφωνα με τη «Μεγάλη Στρατιωτική & Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια» γεννήθηκε στην Κάρυστο, ενώ ο συμπολεμιστής του στρατηγός Ιωάννης Αλεξάκης αναφέρει ότι γεννήθηκε στο Πλοέστι της Ρουμανίας. Τέλος, ο Πέτρος Δημητριάδης σε βιβλίο του για τον Βελισσάριο, τον οποίο γνώριζε προσωπικά, που εκδόθηκε το 1915, αναφέρει ως τόπο γεννήσεως του την κωμόπολη της Κύμης στο νομό Εύβοιας.]
  2. [«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος ΙΔ’, σελίδα 128.]
  3. [....Λίγο πριν από τον δεύτερο Βαλκανικό, θα συναντήσει ο Βελισσαρίου τον αιχμάλωτο Τούρκο φρούραρχο των Ιωαννίνων Βεχήπ μπέη σε μία έπαυλη στην Κηφισιά. «Μου έκαμε μεγάλη εντύπωση η γενναιότητά σας», είπε ο Τούρκος στρατηγός σε άψογα ελληνικά. «Θα μπορούσε όμως να είχατε φονευθεί ή και να αιχμαλωτιστεί με το παράτολμο εκείνο εγχείρημά σας, να εισχωρήσετε πίσω από τις γραμμές του τουρκικού στρατού». Απαντά ο ανδρείος αξιωματικός: «Να φονευθώ ναι, αλλά να αιχμαλωτισθώ, αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ...».] Ιστορικό περιοδικό «ΤΟΤΕ», τεύχος 60ο.
  4. [Στο αναμνηστικό λεύκωμα για τα 50χρονα της μάχης του Κικλίς, το οποίο εκδόθηκε το 1964 στη Θεσσαλονίκη, αναφέρεται ο παρακάτω διάλογος μεταξύ των Ιωάννη Βελισσαρίου και Γεωργίου Ζήρα.
    Βελισσαρίου: Βρε Ζήρα, πού είναι ο Διοικητής σου να δει;
    Ζήρας: Σκοτώθηκε.
    Είχε πέσει προ ολίγου μόλις, μαχόμενος με τον ίδιον απαράμιλλον τρόπον. Και τότε το πρόσωπο του Βελισσαρίου εμαύρισεν από το πένθος. Έβγαλε το πηλήκιόν του, έκαμε τον σταυρό του, εδάκρυσεν και ετράβηξεν μπροστά με περισσοτέραν ορμήν. Εκεί παρακάτω στη Τζουμαγιά, στο ύψωμα 1378, τον περίμενε κι αυτόν ο Χάρος...».]
  5. [«Οι πόλεμοι 1912 -13», σελίδες 511η-512η, Σπυρίδων Μελάς.]
  6. [Ο μοναδικός Έλληνας αξιωματικός που επέζησε στη μάχη του υψώματος 1378 ήταν ο τότε Υπολοχαγός και μετέπειτα Στρατηγός Ιωάννης Αλεξάκης που με τη διμοιρία του, την εμπροσθοφυλακή του Ανεξαρτήτου Τάγματος Κρητών, μπήκε πρώτος στη Θεσσαλονίκη το ξημέρωμα της 26ης Οκτωβρίου 1912, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου. Ο Αλεξάκης, γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Έξω Ποτάμοι Οροπεδίου Λασιθίου, που σήμερα υπάγεται στο Δήμο Αγίου Νικολάου, διασώθηκε τραυματισμένος με διαμπερές τραύμα στο στήθος, από μια σφαίρα που έγλυψε την καρδιά του.]
  7. [ Ο διοικητής του Συντάγματος Διονύσιος Παπαδόπουλος στις 14 Ιουλίου 1913 και ώρα 8.30 μ.μ αναφέρει: «...παρούσα δύναμις 9ου τάγματος είς υπολοχαγός και 75 οπλίται...»]
  8. Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών.
  9. [Σύμφωνα με όσα γράφει ο Σπυρίδων Μελάς, «... Αλλά μια οβίδα έσκασε κοντά τους, ένα μεγάλο θραύσμα τον βρήκε κατάστηθα και ο εθνικός ήρωας, ο πορθητής του Μπιζανίου, απόμεινε στον τόπο. Στην επική αυτή σύγκρουση έπεσε σε λίγο, και ο ταγματάρχης Κολοκοτρώνης, άξιο βλαστάρι της δοξασμένης γενιάς του Γέρου του Μοριά, κοντά σ’ αυτή χάθηκαν και ένα σωρό αξιωματικοί και άντρες του ηρωικού συντάγματος. Οι πλαγιές κι οι ρεματιές είχανε γεμίσει πτώματα Ελλήνων και Βουλγάρων ανακατωμένα...»] «Οι πόλεμοι 1912 -13», σελίδες 511η-512η.
  10. Ιωάννης Βελισσάριος-Ψηφιακή γλυπτοθήκη