Σπυρίδων Μελάς

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Σπύρος Μελάς, Έλληνας εθνικιστής, δημοσιογράφος, λογοτέχνης, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, ακαδημαϊκός και πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1882 [1] στη Ναύπακτο του Νομού Αιτωλοακαρνανίας στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και πέθανε [2] στις 4:15 τα ξημερώματα του Σαββάτου 2 Απριλίου 1966 στην Αθήνα, στο νοσοκομείο «Τίμιος Σταυρός», από εγκεφαλική συμφόρηση. Η κηδεία του έγινε την Κυριακή 3 Απριλίου στο Μητροπολιτικό ναό Αθηνών στις 11:30 το πρωί με δημόσια δαπάνη και τάφηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών. Τον επικήδειο εκφώνησε ο μεγάλος Έλληνας εθνικιστής, αρχαιολόγος και Ακαδημαϊκός Σπύρος Μαρινάτος.

Είχε συνάψει τρεις γάμους, ο πρώτος με την γιατρό Άννα Κατσίγρα από το 1908 έως το 1914, ο δεύτερος με την ηθοποιό Μαρία, αγνώστου επιθέτου που πέθανε στη διάρκεια της Κατοχής από το τέλος της δεκαετίας του 1910 έως το τέλος της δεκαετίας του 1920 και ο τρίτος γάμος με την Αγγελική [Κική] Τσόχα, την οποία παντρεύτηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1930 και έζησαν μαζί ως το θάνατο της το Φθινόπωρο του 1965, λίγους μήνες πριν το δικό του θάνατο. Από κανένα γάμο του δεν απέκτησε απογόνους

Σπύρος Μελάς

Βιογραφία

Γονείς του ήταν ο δικαστικός Ιωάννης Μελάς από το Μεσολόγγι, που υπηρετούσε ως πταισματοδίκης στη Ναύπακτο, και η Πηγή Παναγοπούλου από τη Ζάκυνθο. Είχε τρεις αδελφές, την Αφροδίτη σύζυγο Κωνσταντίνου Δαρδάνου, την Ελένη σύζυγο Διονυσίου Κλάδη και τη Μαριγώ σύζυγο Πολυδωρόπουλου, καθώς και δύο αδελφούς, το Νικόλαο και το Γεράσιμο Μελά. Ο Σπύρος έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Ναύπακτο, την Πάτρα και την Άνδρο, ενώ μετά η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά όπου πέθανε ο πατέρας του, όταν ο Σπύρος ήταν μαθητής της δευτέρας Γυμνασίου και με στερήσεις αλλά και με υποτροφία του Δήμου Πειραιώς, ολοκλήρωσε τα γυμνασιακά του μαθήματα, στην Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή [3], δημιούργημα και προσφορά του Κωνσταντίνου Ιωνίδη. Κατατάχθηκε και υπηρέτησε για τρία χρόνια ως Λοχίας του Πυροβολικού με σκοπό να ακολουθήσει καριέρα στρατιωτικού. Παρακολούθησε μαθήματα στην Ιππευτική Σχολή και μετατέθηκε στην Κέρκυρα, όμως επιστρέφοντας στην Αθήνα για να συμμετάσχει στις εξετάσεις της Σχολής Υπαξιωματικών, υπέβαλλε την παραίτηση του από το Στρατό κι εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου εργάστηκε για ένα διάστημα ως σερβιτόρος και φορτοεκφορτωτής.

Δημοσιογραφική καριέρα

Ξεκίνησε τη διαδρομή του στη δημοσιογραφία, από τις εφημερίδες «Φωνή του Πειραιώς» και «Χρονογράφος», ενώ στις 24 Οκτωβρίου 1905 γράφηκε στη Νομική Σχολή, όμως δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, καθώς δόθηκε ολοκληρωτικά στη δημοσιογραφία από τα είκοσι χρόνια του, αρχίζοντας τη συνεργασία του με τις εφημερίδες, «Άστυ» του Ζαχαρία Παπαντωνίου το 1901 και «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη, ξεκινώντας με το οικονομικό ρεπορτάζ, ενώ την ίδια εποχή δημοσίευσε τα μυθιστορήματα «Οι μαύροι άνθρωποι» και τα «Μυστήρια του Πειραιώς». Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους με την 4η Μεραρχία, ως Λοχίας του πυροβολικού, όπου συνυπηρετούσε με τον Ανδρέα Καρκαβίτσα, και παράλληλα δημοσίευε ανταποκρίσεις στην εφημερίδα «Νέα Ημέρα» –εν είδει αντιπολεμικών και φιλειρηνικών μανιφέστων.

Μέχρι τη συνταξιοδότηση του θήτευσε σε περισσότερες από 15 εφημερίδες και διατέλεσε αρχισυντάκτης των εφημερίδων «Χρόνος», «Νέα Ημέρα», «Πατρίς» του Σπύρου Σίμου που αρχικά εκδίδονταν στο Βουκουρέστι και κατόπιν στην Αθήνα, το 1924 διευθυντής της εφημερίδας «Δημοκρατία» και συνεργάτης των εφημερίδων «Εμπρός», «Η Καθημερινή», «Ελευθερία», «Εστία», «Το Βήμα» και άλλες, συχνά δε, χρησιμοποιούσε τα ψευδώνυμα «Φορτούνιο», «Ξένος» και «Δον Κιχώτης». Ως δημοσιογράφος ασχολήθηκε με το ρεπορτάζ, ενώ έγραψε κύριο άρθρο, σχόλιο και χρονογράφημα. Εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, στο μέτωπο της Μικράς Ασίας και το 1940 στα βουνά της Αλβανίας, κατά τον Ιταλοελληνικό πόλεμο. Επίσης, εργάστηκε ως ανταποκριτής Ελληνικών εφημερίδων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Αίγυπτο. Ήταν ένα από τα πρώτα μέλη στην «Ένωσι Συντακτών», στο συνδικαλιστικό σωματείο των δημοσιογράφων, της οποίας διατέλεσε δεύτερος πρόεδρος [4], διαδέχθηκε τον Ιωάννη Κονδυλάκη και παρέδωσε στον Άριστο Καμπάνη, σωματείο που το 1947 μετονομάστηκε σε «Ένωση Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών» [5], ενώ ήταν ο ιδρυτής της Σχολής Δημοσιογραφίας «Όμηρος», ενώ η συνολική του άποψη για την καταλυτική επιρροή της δημοσιογραφίας στο κοινό συνοψίστηκε στη φράση, «ειδήσεις με αίμα, σπέρμα και στέμμα» που παραφρασμένη ή αυτούσια, χρησιμοποιείται έκτοτε.

Πολιτική δράση

Συμμετείχε στη «Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωση» στην οποία ήταν μέλος και ο Δημήτριος Χατζόπουλος, κι εκείνη την εποχή πίστευε στις αναρχοσυνδικαλιστικές ιδέες. Υποστήριζε ότι οι συνδικαλιστές είναι «...μια μειοψηφία εκλεκτών, οι οποίοι άλλο δεν περιμένουν παρά την ευκαιρίαν ν’ ανατρέψουν από τα θεμέλια, μ’ έναν βίαιον τιναγμόν, μ’ ένα ηρωικόν κίνημα το σάπιον οικοδόμημα της παλαιάς κοινωνίας...», ότι οι σοσιαλιστές βουλευτές «...δεν είναι κατά βάθος παρά μεταμφιεμένοι αστοί, εκμεταλλευταί του εργάτου πολύ χειρότεροι..». Αργότερα εντάχθηκε στους σοσιαλιστές, όμως στη συνέχεια στήριξε και αφού διαφώνησε, στράφηκε εναντίον της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου και φυλακίστηκε. Στήριξε τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, όμως ήδη από το 1924, μετέβαλε σταδιακά τις πολιτικές του θέσεις και ασπάστηκε τις εθνικιστικές ιδέες, όπως το σηματοδότησε με την κυκλοφορία του θεατρικού του «Μια νύχτα μια ζωή», ενώ από νωρίς, στις εφημερίδες με τις οποίες συνεργάζονταν δημοσίευσε επαινετικές κριτικές για τον Περικλή Γιαννόπουλο και έμεινε. ως το τέλος της ζωής του, προσηλωμένος στην εθνική πίστη και στη μοίρα του Ελληνισμού.

Τον Ιανουάριο του 1933, εξέδωσε για ένα περίπου χρόνο μαζί με τους Γεώργιο Θεοτοκά και Γιάννη Οικονομίδη, το εθνικιστικών τάσεων, περιοδικό «Ιδέα» [6], με το οποίο φιλoδόξησε να παρέμβει στην κoινωνική κρίση και στις αισθητικές διχογνωμίες. Ο εθνικισμός του βασιζόταν στην προσδοκία ότι ο νέος ελληνισμός μπορεί και πάλι να βρεθεί στο προσκήνιο και μάλιστα καθοδηγώντας πνευματικά την Ευρώπη, άποψη που έφερνε τους φιλελεύθερους διανοούμενους πιο κοντά στην εθνικιστική ιδεολογία. Συντάχθηκε με το εθνικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά και μαζί με τον Άριστο Καμπάνη, αποτέλεσε τον κύριο και βασικό εκπρόσωπο της διανοήσεως αυτής της περιόδου. Ο Άγγελος Τερζάκης τον θεωρεί εκπρόσωπο του «συνειδητοποιημένου εθνικισμού», ενώ για το Γεώργιο Θεοτοκά θεωρεί, ότι βρίσκεται κοντά στο όραμα του «εθνικοσοσιαλισμού».

Ήταν απεσταλμένος της εφημερίδας «Η Καθημερινή» στην Ισπανία και κάλυπτε τα έργα και τις ημέρες του στρατηγού Φράνκο, ενώ στηλίτευε τον «κομμουνιστικό όχλο». Στις 7 Μαΐου 1939 έγραφε, «...Ένα πρωί στην επαναστατημένη Μαδρίτη -παρουσιάστηκε ξαφνικά ένας τύπος απίθανος: πίσω από ένα ρούσσικο τανκς ένα κεφάλι εβραιοασιάτου, εβραιομογγόλου. Ήταν σαν άλλος Διόνυσος των Ερυθρών- μέγας επιστημών της σαδιστικής ηδονής, επάνω στο σύγχρονο άρμα του ολέθρου. Και πίσω του ακολουθούσαν συμπλέγματα Μαινάδων και Σατύρων οι ερυθρές μιντινέτες, ξεφρενιασμένες, διψασμένες για αίμα, τραγουδώντας την Διεθνή…», ενώ για το Φράνκο έγραφε, «...ο στρατηγός είναι λυτρωτής και οικοδόμος. Ήρωας, δημιουργός Ιστορίας. Ο Φράνκο είναι μια θρησκεία μια πίστις...». Στις 5 Μαΐου 1939 δημοσιεύθηκε στις στήλες της εφημερίδος, αποκλειστική συνέντευξη του στρατηγού Φράνκο στον Σπύρο Μελά, ο οποίος χαρακτήρισε τον Ισπανό εθνικιστή ηγέτη, «..δημιουργό της ιστορίας».

Προσυπέγραψε τη διαμαρτυρία η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» της 10ης Νοεμβρίου 1940 [7], την οποία υπέγραψαν πολλοί Έλληνες διανοούμενοι και άνθρωποι των γραμμάτων, εναντίον της Ιταλικής επιθέσεως σε βάρος της Ελλάδος, μεταξύ τους οι Άριστος Καμπάνης, Άγγελος Σικελιανός, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Κωστής Παλαμάς, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος και Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς. Την περίοδο της επιθέσεως των δυνάμεων του Άξονα κατά της Ελλάδος, αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», στην οποία δημοσίευσε επαινετικό άρθρο για το Γεώργιο Τσολάκογλου [8], ενώ όταν ο στρατηγός όρκισε την κυβέρνηση του, ο Μελάς βρέθηκε ανάμεσα σε αυτούς που παρουσιάστηκαν στο πρωθυπουργικό γραφείο να τον συγχαρούν. Ανάλογη ήταν η στάση του και κατά τη Γερμανική επίθεση στην Κρήτη, καθώς προέτρεψε τους κατοίκους της να καλωσορίσουν τους Γερμανούς και γενικά με τα χρονογραφήματα του κατέκρινε τις επιλογές της έως τότε πολιτικής ηγεσίας [9].

Το 1943, από κοινού με τους Άγγελο Σικελιανό, Στράτη Μυριβήλη, Γιώργο Θεοτοκά, Ιωάννη Κακριδή, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και το Μανόλη Τριανταφυλλίδη, υπέγραψαν επιστολή έκκληση προς τη γερμανική Kommandatur πνευματικών προσώπων, για την απελευθέρωση του συγγραφέα Ηλία Βενέζη, ο οποίος ήταν κρατούμενος στις φυλακές Αβέρωφ, εμπειρία που τον ενέπνευσε για τη συγγραφή του θεατρικού του έργου «Μπλοκ C». Στη διάρκεια της Κατοχής επιβίωσε χάρις στα ποσοστά που αναλογούσαν στις εισπράξεις κάποιων από τα θεατρικά έργα που είχε γράψει και παρουσιάστηκαν από θιάσους της εποχής, όμως μεταπολεμικά κατηγορήθηκε για δοσιλογική συμπεριφορά και διαγράφηκε από την «Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών», με πρωτοβουλία λογοτεχνών που ανήκαν στο χώρο της Αριστεράς. Το 1948 κυκλοφόρησε το δεκαπενθήμερο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία» [10] το οποίο εκδιδόταν έως το 1954, εκδόθηκαν συνολικά 153 τεύχη, με πολυσέλιδα αφιερώματα σε μεγάλες μορφές των αρχαίων και νέων ελληνικών γραμμάτων καθώς και σε ιστορικά γεγονότα ή τόπους.

Θεατρική & Κοινωνική δράση

Ήταν από τους πρώτους που από τις στήλες της εφημερίδας «Χρόνος» υπερασπίστηκε τα εργατικά δικαιώματα. Στις 10 Ιανουαρίου 1925, το «Θέατρο Ελληνικού Ωδείου» υπό τη δική του καλλιτεχνική διεύθυνση, παρουσίασε στο Εθνικό θέατρο, το έργο «Πειρασμός» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, στο οποίο πρωτοεμφανίστηκε η Ελένη Παπαδάκη, που δολοφονήθηκε από κομμουνιστές πολιτοφύλακες της «Οργανώσεως Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών», [Ο.Π.Λ.Α.]. Στις 24 Ιουνίου 1925, ο Μελάς συμμετείχε ως ηθοποιός στο έργο «Επτά πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Λουίτζι Πιραντέλλο, ο οποίος ήταν προσωπικός του φίλος. Εργάστηκε ακόμη, ως σκηνοθέτης, πρώτη του προσπάθεια ήταν το έργο «Φαίδρα» του Αριστομένη Προβελέγγιου, που παρουσιάστηκε στην Επαγγελματική Σχολή θεάτρου, καθηγητής δραματικής σχολής και το Φθινόπωρο του 1925, έγινε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Θεάτρου Τέχνης», το οποίο στεγάστηκε στο κτίριο του Βασιλικού Θεάτρου και προέκυψε από τη συνένωση των δραματικών Σχολών του Ωδείου Αθηνών και του Ελληνικού Ωδείου. Το «Θέατρο Τέχνης» ήταν καλλιτεχνικός οργανισμός με έναν συγγραφέα-σκηνοθέτη ως εμπνευστή και γενικό διευθυντή με φιλοδοξίες για την ανανέωση του δραματολογίου, τη διδασκαλία των ηθοποιών και τις παραστάσεις συνόλου, με διάρκεια ζωής μόλις πέντε μηνών. Στο εγχείρημα του τον ακολούθησαν η Ελένη Παπαδάκη, που αποφάσισε να συνεργαστεί μαζί του και στις 13 Απριλίου 1925, κρυφά από τους οικείους της, υπέγραψε το πρώτο επαγγελματικό της συμβόλαιο, αλλά και η Λένα Μεταξά-Κροντηρά, που έγινε ιδιαίτερη γνωστή από τις ραδιοφωνικές της εκπομπές, με το ψευδώνυμο «θεία Λένα».

Ίδρυσε, διηύθυνε για πολλά χρόνια και δίδασκε Δραματολογία, στη «Δραματική Σχολή Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων». Φοίτησε σε σκηνοθετικά εργαστήρια, όπως της Σχολής Ζεμιέ, στο Παρίσι όπου βρέθηκε ως απεσταλμένος της εφημερίδος «Έθνος», από το 1925 έως το 1928, ενώ το Μάρτιο του 1929 μαζί με την Μαρίκα Κοτοπούλη και τον Δημήτρη Μυράτ, πατέρα του επίσης ηθοποιού Δημητρίου Μυράτ, υπέγραψαν μονοετές συμβόλαιο και μια διακήρυξη αρχών, το «μανιφέστο» με το οποίο ίδρυσαν την «Ελεύθερη Σκηνή». Το 1923 γράφοντας για τη δημιουργία Εθνικού Θεάτρου, θεωρεί ότι ο σκηνοθέτης-διευθυντής του θα πρέπει να βαδίσει στα πρότυπα του Χρηστομάνου και «...να έχει μιαν αντίληψη άλλου θεάτρου, άλλου παιξίματος, άλλου διακόσμου, άλλου ρεπερτορίου πραγματικώς ανωτέρου από αυτά του καιρού του...» και το 1930 πρωτοστάτησε στην ίδρυση του «Εθνικού Θεάτρου», ενώ μετά την έναρξη της λειτουργίας του αρνήθηκε την πρόσκληση για συνεργασία που του απηύθυναν οι αρμόδιοι. Στις 29 Ιουνίου 1934, ήταν μεταξύ των μελών της Επιτροπής, που διενέργησε τον έλεγχον των προσόντων των ιδρυτών της «Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών», της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος.

Το 1935 ανέλαβε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο θίασο «Καινούριο Θέατρο» της κυρίας Αλίκης και του Κώστα Μουσούρη. Τον ίδιο χρόνο εκλέχθηκε μέλος [11] της Ακαδημίας Αθηνών, στην Τάξη Γραμμάτων και Τεχνών, και το 1959 διατέλεσε πρόεδρος [12] του Ιδρύματος της Ακαδημίας, ενώ το 1936 πρωταγωνίστησε στην ίδρυση του οργανισμού «Ελεύθερο Θέατρο». Πολλές φορές πήρε μέρος και σε διπλωματικές αποστολές, καλυπτόμενος κάτω από τη δημοσιογραφική του ιδιότητα. Θεωρείται καθοριστική η αρνητική συμμετοχή του [13] στην προσπάθεια της απονομής του Βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας στον Νίκο Καζαντζάκη, την οποία προσπάθησε να ματαιώσει σε συνεργασία με τον Πίνδαρο Ανδρουλή, τότε Έλληνα πρέσβη στη Στοκχόλμη. Ανάλογη κριτική για φερόμενη παρέμβαση του, του προκειμένου να απορριφθεί υποψηφιότητα, είχε δεχθεί και για τον Άγγελο Σικελιανό, την οποία διέψευσε με επιστολή του επιστρέφοντας από ταξίδι στη Σουηδία το Μάρτιο του 1951, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος». Για πολλά χρόνια ήταν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Διακρίσεις

Του απονεμήθηκαν

  • Πολεμικός Σταυρός για τις υπηρεσίες του στους Βαλκανικούς πολέμους και τη Μικρασιατική εκστρατεία,
  • Αριστείο των Γραμμάτων το Δεκέμβριο του 1923,
  • Αριστείο του Δήμου Πειραιώς το 1931,
  • Χρυσή Δάφνη της Πολωνικής Ακαδημίας, το 1938,
  • Χρυσό Σήμα των Συνεργατών του Εθνικού Ιδρύματος το 1951,
  • Χρυσό μετάλλιο της πόλεως των Αθηνών, στις 7 Μαρτίου 1962,
  • Ανώτερος Ταξιάρχης του Τάγματος Γεωργίου, το 1962.

Εργογραφία

Διέθετε πληθωρικό λογοτεχνικό ταλέντο και είναι ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες συγγραφείς και άφησε πνευματική κληρονομιά έναν τεράστιο όγκο συγγραφικής εργασίας. Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και καλλιέργησε σχεδόν, όλα τα είδη της, όπως ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, βιογραφική μυθιστορία, κριτική, δοκίμιο, οδοιπορικό και θέατρο. Στα κείμενα του υπάρχει μια πετυχημένη εναλλαγή επικής αφήγησης και λυρικού συναισθηματικού. Τα θεατρικά του έργα παρουσιάζουν φυσική και αβίαστη πλοκή, ικανότητα ψυχογραφική των ηρώων και συναρπαστικό διάλογο. Εκεί όμως που διακρίθηκε περισσότερο είναι οι βιογραφικές μυθιστορίες του για τις οποίες ο Δ. Αθανασόπουλος έγραψε «...Οι βιογραφίες του Μελά θα μείνουν ως μνημεία και επιτεύξεις του νεοελληνικού λόγου, κλασικά υποδείγματα δυνατών έργων..».

Ορισμένα από τα έργα του,

  • «Αγνή», το 1904, πεζογράφημα,
  • «Μαύροι Άνθρωποι», το 1905, μυθιστόρημα με σοσιαλιστικό περιεχόμενο,
  • «Γεροντοκόρη», το 1906, πεζογράφημα,
  • «Μυστήρια του Πειραιώς», πεζογράφημα.

Θεατρικά

  • «Ο γιος του ίσκιου», το 1907, με επιρροές από τον Ίψεν και τους Ρώσους αναρχικούς,
  • «Το κόκκινο πουκάμισο», το 1908,
  • «Το χαλασμένο σπίτι», το 1909,
  • «Το άσπρο και το μαύρο», το 1913,
  • «Μια νύχτα μια ζωή», το 1924, το έργο αναφέρεται στις συγκρούσεις της παλιάς οικογενειακής παραδόσεως με τις καινούριες συνθήκες ζωής της εργαζόμενης γυναίκας.
  • «Ιούδας», το 1935,
  • «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται», το 1939,
  • «Αργυροί γάμοι», το 1942,
  • «Έρωτα μαστροχαλαστή», το 1943,
  • «Η μέθοδος των τριών», το 1943,
  • «Αργυροί γάμοι», το 1943,
  • «Βουβές αγάπες»,
  • «Ο βασιλιάς κι ο Σκύλος», το 1960
  • «Ρήγας Βελεστινλής», το 1962.

Ιστορικές μυθιστορίες

  • «Το Εικοσιένα και η Κρήτη», το 1930,
  • «Ο Γέρος του Μοριά», το 1931, δίτομο έργο,
  • «Ο Ναύαρχος Μιαούλης», το 1932,
  • «Τα ματωμένα ράσα», το 1933, έργο που αναφέρεται στον Γρηγόριο τον Ε΄, στον Παπαφλέσσα, στον Παλαιό Πατρών Γερμανό και στον Αθανάσιο Διάκο.
  • «Φλογισμένα πέλαγα», το 1947,
  • «Το Λιοντάρι της Ηπείρου»,
  • «Ο Γιος του Ψηλορείτη»,
  • «Μαντώ Μαυρογένους»,
  • «Παπαφλέσσας»,
  • «Η επανάσταση του 1909» το 1957,
  • «Οι Πόλεμοι 1912-1913»
  • «Η δόξα του '40 στα βουνά και στα πέλαγα».

Χρονογραφήματα

  • «Σφυρίγματα» το 1913 και
  • «Κουβέντες του Φορτούνιο» το 1936.

Δοκίμια

  • «Τέχνη και Ζωή» το 1944,
  • «Για ένα καινούριο θέατρο», το 1956,
  • «50 χρόνια θέατρο», το 1960,
  • «Πεγιότλ», το 1961, από τις εκδόσεις «Φέξης» με πρόλογο του Άρη Δικταίου,
  • «Νεοελληνική λογοτεχνία», το 1963,
  • «Ελληνική γενική ανθολογία», το 1964.

Ποιητικές συλλογές

  • «Τα τραγούδια του ανθρώπου»,
  • «Τα κρυφομιλήματα της ζωής» το 1907.

Ταξιδιωτικές εντυπώσεις

  • «Από τα ταξίδια μου» το 1916, εντυπώσεις από την Ιταλία, που ήταν και η πρώτη του αποστολή στο εξωτερικό, τη Σερβία και τη Ρουμανία,
  • «Αμερική» το 1951,
  • «Πολεμικές σελίδες».

Δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε περιοδικά και εφημερίδες, ενώ το 1972 κυκλοφόρησαν τα «Άπαντα» του σε δώδεκα τόμους.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Η ημερομηνία και ο χρόνος της γεννήσεως του βασίζονται σε γραπτή μαρτυρία του Σπύρου Μελά, ο οποίος το 1962 εόρτασε τα 80 χρόνια του.] «Ελεύθερα εικοσιτετράωρα, Ογδοντάχρονα», Εφημερίδα «Ελευθερία», 23 Ιανουαρίου 1962
  2. Ο Σπύρος Μελάς δεν υπάρχει πλέον Εφημερίδα «Ελευθερία», Κυριακή 3 Απριλίου 1966
  3. Ιωνίδειος Σχολή Πειραιά. Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο-Λύκειο
  4. Εκατό χρόνια–30 πρόεδροι Διοικητικό Συμβούλιο ΕΣΗΕΑ
  5. Ομιλία Μανώλη Μαθιουδάκη Προέδρου ΕΣΗΕΑ κατά την εκδήλωση για την παρουσίαση αναμνηστικού γραμματοσήμου από τα ΕΛΤΑ για τα 90 χρόνια της ΕΣΗΕΑ, Αθήνα 5 Απριλίου 2005
  6. [O Θεοτοκάς στην προσωπική του αλληλογραφία με τον Γιώργο Σεφέρη, τόνιζε ότι σκοπός του περιοδικού ήταν η αναχαίτιση των κομμουνιστικών και διεθνιστικών ιδεών στην Ελλάδα.]
  7. [«..Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ' αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος..»] Εφημερίδα «Νέα Ελλάς», 10 Νοεμβρίου 1940
  8. [«...Οι Έλληνες, όλοι ανεξαιρέτως, έχομεν καθήκον να τον συντρέξωμεν, ο καθένας από της πλευράς του, να εκπλήρωση την αποστολήν του. Ενωμένοι γύρω του, πειθαρχημένοι, ας εργασθούμε, στην κατεύθυνσι που επιβάλλουν οι πραγματικές καταστάσεις, για να διευκολύνουμε, όσο μπορούμε, την προσπάθεια του...».] Σπύρος Μελάς, «Ο Στρατηγός», Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 30 Απριλίου 1941
  9. [«...Οι Έλληνες είμαστε λαός περίεργος. Είχαμε κράτος ολοκληρωτικό και πολεμούσαμε με την σημαία των Δημοκρατιών… Τέτοιου είδους αντίφασις μετάγινε ποτέ στην πολιτική ιστορία;… Φανταζόμουνα για μια στιγμή νίκη της σημαίας με την οποία πολεμούσαμε. Και γελούσα μέχρι δακρύων. Τι θα εσήμαινε η νίκη αυτή;… Πολιτική αυτοκτονία του νικητού. Τι θα γινότανε την επαύριον το ολοκληρωτικό καθεστώς μας; Στάχτη και καπνός. Αι αντιφάσεις όμως τελειώνουν εδώ; Τι γυρεύουν σήμερα μερικοί, ελάχιστοι ευτυχώς πια; Νοσταλγούν μετά την νίκη του ολοκληρωτικού καθεστώτος, την φιλελεύθερη οικονομία και την φιλελεύθερη φλυαρία των πλουτοκρατικών Δημοκρατιών. Ορίστε να συνεννοηθήτε..»] Απόσπασμα από το χρονογράφημα, Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 8 Μαΐου 1941
  10. Αποδελτίωση των τευχών του περιοδικού «Ελληνική Δημιουργία»
  11. Σπύρος Μελάς Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  12. Σπύρος Μελάς Πρόεδροι της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυση της
  13. [«...Ο Καζαντζάκης το Νόμπελ θα το έπαιρνε... Η Ακαδημία των Ελλήνων έστειλε τον εταίρο της, τον Σπύρο Μελά, που κάθισε δύο μήνες στη Σουηδία να πείσει τους ακαδημαϊκούς να μη δώσουν το Νόμπελ στον Καζαντζάκη...»] Απόσπασμα από συνέντευξη του συγγραφέα Γιάννη Μαγκλή, φίλου του Νίκου Καζαντζάκη, Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» 7 Ιουλίου 2007, ένθετο «Βιβλιοθήκη»