Ιωσήφ Βαλέστ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Ιωσήφ Βαλέστ (Joseph Baleste ή Βαλέστρας ή Μπαλέστρας [Joseph Balestra]) Ελληνικής καταγωγής -από την μητρική του πλευρά- Γάλλος συνταγματάρχης, φιλέλληνας «ή μάλλον ειπείν Έλλην» κατά τον Ιωάννη Φιλήμονα, αγωνιστής της Ελληνικής Εθνεγερσίας του 1821, ο πρώτος εκπαιδευτής και διοικητής Ελλήνων τακτικών στρατιωτικών, έντιμος και άδολος επαναστάτης που τον αγνοεί παντελώς η Ελληνική ιστορία, γεννήθηκε το 1790 στην πόλη των Χανίων στην τότε Επαρχίας Κυδωνίας στην Κρήτη και σκοτώθηκε στις 14 Απριλίου 1822, μαχόμενος για την απελευθέρωση της Ελλάδος, στη μάχη για την κατάληψη του Ρεθύμνου.

Joseph Baleste [1]
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1790
Τόπος: Χανιά, Κρήτη (Οθωμανική Αυτοκρατορία)
Σύζυγος: Άγαμος
Τέκνα: Άτεκνος
Θάνατος: 14 Απριλίου 1822
Τόπος: Ρέθυμνο (Κρήτη) (Οθωμανική Αυτοκρατορία)
Υπηκοότητα: Γαλλική
Ασχολία: Συνταγματάρχης, Εθνικός αγωνιστής

Ο Βαλέστ ήταν άγαμος και δεν άφησε απογόνους.

Βιογραφία

Ο Ιωσήφ Βαλέστ κατάγονταν από οικογένεια εμπόρων της Μασσαλίας, καταγεγραμμένη στο Εμπορικό Επιμελητήριο της πόλεως. Η οικογένεια Baleste συγκαταλέγεται ανάμεσα στις οικογένειες Γάλλων της Μασσαλίας που, για εμπορικούς λόγους, είχαν μετοικήσει και εγκατασταθεί στην Κρήτη, ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση κάτι που προκύπτει τα αρχεία του Γαλλικού Προξενείου στα Χανιά. Μέλη της Γαλλικής κοινότητος των Χανίων ανέπτυξαν δεσμούς αίματος με την τοπική κοινωνία και την Ελλάδα, καθώς πολλοί νυμφεύθηκαν Ελληνίδες.

Οικογένεια Jean-François Baleste

Πατέρας του Joseph Baleste ήταν ο έμπορος Jean-François Baleste [2] ενώ μητέρα του ήταν η Κατερίνα Βενολοπούλου, η οποία απεβίωσε στα Χανιά στις 8 Απριλίου 1797, την ημέρα που έφερε στη ζωή την κόρη της, την μικρότερη αδελφή του Joseph, την Μαρία-Θηρεσία [Marie-Thérèse], όπως προκύπτει από τη ληξιαρχική πράξη γάμου της Μαρίας-Θηρεσίας, η οποία διασώζεται στο ληξιαρχείο της Μασσαλίας [3]. Η γέννησή του Ιωσήφ στα Χανιά και η Γαλλική του υπηκοότητα επιβεβαιώνονται από τον Henry Fornèsy, τον Γάλλο βιογράφο των Φιλελλήνων, και από τον Παναγή Κουμάντο, τον Έλληνα ιστοριογράφο [4] της ζωής του Baleste. Ο Ιωσήφ, η οικογένεια του οποίου διατηρούσε εμπορικό οίκο που παρασκεύαζε σαπούνια, έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στα Χανιά, όπου έμαθε άριστα την Ελληνική γλώσσα και την ιστορία του νησιού της Κρήτης.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Ο Ιωσήφ, που επίλεξε την υπηκοότητα του πατέρα του και πολιτογραφήθηκε Γάλλος υπήκοος, σπούδασε σε στρατιωτικές σχολές της Γαλλίας καθώς και στη Γαλλική Σχολή Πολέμου. Το 1808 κατατάχθηκε ως εθελοντής στο Α' Σύνταγμα Πεζικού της Γραμμής στη στρατιά του Μεγάλου Ναπολέοντα και υπηρέτησε αρχικά ως ανθυπολοχαγός των γρεναδιέρων και στη συνέχεια ως λοχαγός από τον Νοέμβριο του 1813 φτάνοντας στο βαθμό του ταγματάρχη έως τον Σεπτέμβριο του 1814 και τον περιορισμό του Αυτοκράτορα στην Έλβα, οπότε αποχώρησε από το Γαλλικό στράτευμα. Σύμφωνα με τον Παναγή Κουμάντο ο Βαλέστ υπηρέτησε και στην προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα, χωρίς εντούτοις, όπως παραδέχεται ο Κουμάντος, να καταφέρει να διασταυρώσει την πληροφορία. Το 1814 ο Βαλέστ επέστρεψε στην Κρήτη, για να συνεργαστεί με τον κορσικανικής καταγωγής πατέρα του, όπου και εγκαταστάθηκε για τα επόμενα έξι χρόνια, καθώς κατείχε απόλυτα την Ελληνική γλώσσα σε βαθμό που οι Κρήτες των Χανίων τον αντιμετώπιζαν ως συμπατριώτη τους.

Τεργέστη & επιστροφή στην Ελλάδα

Στις αρχές του 1820 ο Ιωσήφ εγκατέλειψε την Κρήτη και μετέβη στην Τεργέστη. Εκεί, στις 26 Μαΐου του 1821, συνάντησε και στη συνέχεια ακολούθησε τον Δημήτριο Υψηλάντη συνεπαρμένος από το όραμα για την απελευθέρωση της Ελλάδος. Η ομάδα των Ελλήνων επαναστατών πρόλαβε να εγκαταλείψει το έδαφος της Αυστρίας και να αποφύγει τη σύλληψη καθώς Μολδαβός αξιωματικός αναγνώρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη στη διαδρομή μέχρι να φτάσουν στην Τεργέστη από το Ερμανστάντ και μετέφερε την πληροφορία στις αρχές της Βιέννης. Ευτυχώς η διαταγή της συλλήψεως του Υψηλάντη και των ακολούθων του έφτασε στην Τεργέστη λίγο μετά τον απόπλου των πλοίων, το μπριγαντίνι «Fidelissimo», ιδιοκτησίας του φιλικού Μιχαήλ Παξιμάδη με καπετάνιο τον Παύλο Στοϊκόβιτς, στο οποίο επέβαινε ο Υψηλάντης κι είχε προορισμό την Ύδρα όπου έφτασε στις 8 Ιουνίου 1821, φέρνοντας μαζί του το ποσό των 300.000 γροσίων, προσφορά της οικογενείας του, και ένα τυπογραφείο, στο οποίο θα τυπωνόταν στην Καλαμάτα η πρώτη εφημερίδα του Αγώνα, η «Σάλπιγξ Ελληνική». Το άλλο πλοίο, ιδιοκτησίας του Νικολάου Στρατή, μέλους της τριμελούς Εφορίας -Αντώνιος Αντωνόπουλος, Νικόλαος Στρατής, Μιχαήλ Παξιμάδης- που διόρισε ο Δημήτριος Υψηλάντης μεταξύ των Φιλικών της Τεργέστης, ήταν αυτό που μετέφερε τον Ιωσήφ Βαλέστ στην Ελλάδα [5]. Ο Βαλέστας συνταξίδεψε με τον Γεώργιο Ψύλλα, με καπετάνιο τον Φωκά, από Τεργέστη προς Κεφαλονιά, όπου έφτασε μετά από 10 ημέρες ταξίδι, σύμφωνα με γράμμα που έστειλε ο Βαλέστ στον φίλο του Σεβαλιέ. Στην Κεφαλλονιά, σύμφωνα με την επιστολή του Βαλέστ, οι Άγγλοι τους φυλάκισαν και τους αποφυλάκισε ο στρατηγός Frend Adam που διάβασε την αίτηση Βαλέστ και έδωσε διαταγή ώστε να επιτραπεί η αναχώρηση από το νησί. Έτσι με ναύλο άλλου πλοίου ο Βαλέστ έφτασε στην Καλαμάτα σε 30 ώρες. Στη συνέχεια ύστερα από 6 ημέρες πορεία με άλογο μέσα από τα βουνά της Πελοποννήσου έφτασε στο Ναύπλιο με προορισμό την Ύδρα. Την ίδια περίοδο ο Jean-Francois Baleste, ο πατέρας του Ιωσήφ, με εντολή και αμοιβή του πασά Λατίφ των Χανίων μετέβη στα Κύθηρα προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για την επανάσταση στην Πελοπόννησο και το Αιγαίο [6]. Ο Jean-François Baleste επέστρεψε στις 9 Ιουνίου στην Κρήτη και ενημέρωσε τους Τούρκους για την κατάσταση στο Μοριά και την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Συμμετοχή στην Ελληνική Εθνεγερσία

Ο Υψηλάντης, και η συνοδεία του, έφτασε στα Βέρβενα [7] τον Ιούλιο του 1821 όπου επιδόθηκε στη στρατολόγηση οπλιτών με σκοπό την οργάνωση τακτικού στρατού, υπό την εποπτεία του Παρασκευά Παναγιώτη, αναθέτοντας ρόλο εκπαιδευτή, αλλά και διοικητή των στρατολογούμενων οπλιτών στον Baleste, τον οποίο προήγαγε στον βαθμό του Συνταγματάρχη. Ο Βαλέστ χρησιμοποίησε Ιταλούς και Γάλλους αξιωματικούς για να συνδράμουν στην προσπάθεια του [8]. Αυτό το πρώτο τακτικό σώμα από 248 άνδρες, οπλισμένοι με γαλλικά όπλα από χρήματα που διέθεσε ο Υψηλάντης, ο Βαλέστ το εκπαίδευσε κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα της εποχής προκειμένου στη συνέχεια ν' αποτελέσει τον πυρήνα του Ελληνικού Στρατού. Οι άνδρες έφεραν ομοιόμορφο ιματισμό «εν ιματίδιον μια αναξηρίς πάνινη και μια σκούφια μ’ εθνόσημον τρίχρωον ο δε οπλισμός και η αποσκευή εν λογχοφόρον τουφέκιον και μια πυριτοθήκη». «Έτσι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του σώματος τούτου έφεραν την στολήν των ιερολοχιτών». Ο ιστοριογράφος του τακτικού στρατού, Χρήστος Βυζάντιος [9], Θρακιώτης εθελοντής στον τακτικό στρατό, γράφει [10]: «Ὁ δὲ Παλέσσας, ἅμα τὴ ἀφίξει, περὶ τὰ τέλη Ἰουνίου εἰς Καλαμάς, τοῦ προειρημένου πλοίου καὶ ἀποβιβάσει τὰ ἐν αὐτῷ εἰς τὴν πόλιν ταύτην, ἤρχισεν, ὡς παρηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Ὑψηλάντου, να διοργανίζη τακτικὸν σῶμα, κατατάττων ἐθελοντάς, ἐνδύων αὐτοὺς μὲ ἱματίδιον τζόχινον, πανταλόνιον πάνινον καὶ πῖλον, ἐν εἴδει σκούφιας, μετὰ ἐθνοσήμου τριχρώου, καὶ ὁπλίζων μὲ λογχοφόρον τουφέκιον καὶ τὴν ἀναγκαίαν ἀποσκευήν, ἁπάντων ἐκ μελανοῦ χρώματος· ἑπομένως διὰ τῶν μετ’ αὐτοῦ ἐλθόντων Φιλελλήνων ἐξήσκει αὐτοὺς εἰς τὰ γαλλικὰ πεζικὰ γυμνάσια [...]. Πρὸς δέ, κατὰ πρότασιν τοῦ Παλέσσα ὠνόμασεν ὁ Ὑψηλάντης τοὺς εἰς τοὺς λόχους ἀναγκαίους ἀξιωματικούς, ἤτοι λοχαγούς, ὑπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπολοχαγοὺς.»

Ποιοι σχημάτισαν το σώμα αυτό μας το αναφέρει ξανά ο Χρήστος Βυζάντιος ο οποίος γράφει: «...Ούτοι κατήγοντο ώς έπί τό πλεΐστον έκ τών κατεστραμμένων ύπό τών Τούρκων επαρχιών καί πόλεων τής Θράκης, Μακεδονίας, Μικράς Άσίας, τών περί αύταίς νήσων καί λοιπών μερών, πρό πάντων δέ έκ νέων καλώς ανατεθραμμένων καί τινών ευπαιδεύτων εχόντων καθαρόν αίσθημα πατριωτισμού. Ούτοι ήλθον είς τήν Ελλάδα ίνα υπηρετήσωσι τήν πατρίδα. Μή έχοντες δέ ενταύθα ούτε οικείους, ούτε γνωρίμους εύρον καταφύγιον έντιμον είς τό τακτικόν σώμα. Ένώ ό Στερεολλαδίτης καί ό Πελοπονήσιος είχον τόν καπετάνιον τού Χωρίου των καί ύπό αυτόν υπηρέτουν οσάκις ήτο ανάγκη άλλως έπανήρχοντο είς τήν εστίαν των». Σταδιακά η δύναμη του στρατεύματος ανήλθε στους 500 άνδρες που διαιρέθηκαν σε τρεις λόχους οι οποίοι μετεγκαταστάθηκαν στην Καλαμάτα. Πριν ο Υψηλάντης αναχωρήσει ώστε να αναλάβει την διεύθυνση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς παρέδωσε στον Βαλέστ τη σημαία του σώματος με τον αναγεννώμενο φοίνικα και την επιγραφή «Εν τούτο Νίκα και Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», καθώς και οδηγίες για τον τρόπο συγκροτήσεως, οργανώσεως και λειτουργίας του τακτικού στρατού στην νέα του έδρα.

Το εγχείρημα του Υψηλάντη και του Βαλέστ απέτυχε καθώς οι Έλληνες προύχοντες της περιοχής αρνήθηκαν να διαθέσουν τα τρόφιμα και τα λοιπά απαραίτητα για τη συντήρηση των οπλιτών καθώς οι οπλαρχηγοί -αντίπαλοι του Υψηλάντη- εναντιώθηκαν στη σύσταση τακτικού στρατού και παρουσίαζαν τον τακτικό στρατό ως κάτι αντιπαθές. Ο Βαλέστ συνάντησε εξ αρχής την απροθυμία να αξιοποιηθεί ή να χρηματοδοτηθεί από τους τοπικούς πολιτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς η δημιουργία τακτικών στρατιωτικών μονάδων καθώς η συμμετοχή τους σε επιχειρήσεις απελευθερώσεως πόλεων συνεπάγονταν και μερίδιο στα λάφυρα από τα οποία οι ντόπιοι οπλαρχηγοί ήθελαν να αποκλεισθούν οι ξένοι, τους οποίος περιφρονούσαν επειδή τους θεωρούσουν απειροπόλεμους και γενικά απροετοίμαστους για τις ανάγκες του αγώνα της Ελληνικής ανεξαρτησίας [11] λόγοι για τους οποίους το τακτικό σώμα του Βαλέστ δεν αξιοποιήθηκε στο Ναβαρίνο και στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο ίδιος ο Βαλέστ σε γράμμα του προς τον φίλο του, γραμματέα του Γαλλικού προξενείου της Τεργέστης, Chevalier από την Καλαμάτα, στις 21 Ιουλίου 1821, γράφει: «Πολλά φρούρια πρόκειται να παραδοθούν. Θα είχαν μάλιστα παραδοθεί από καιρό εάν επικρατούσε μεταξύ των Ελλήνων έστω και λίγη τάξη. Αλλά δυστυχώς όλα βρίσκονται σε τέτοια αταξία και κακομοιριά, ώστε μόνο ένα ανώτερο ον μπορεί να τη γιατρέψει [...] Οι Τούρκοι δεν είναι τίποτα. Κλεισμένοι μέσα στα φρούριά τους, δεν τολμούν να ξεμυτίσουν. Εάν είχα μόνο 2 τάγματα από το παλιό μου σύνταγμα, η Τριπολιτσά θα έπεφτε σε μισή μέρα. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από απειθάρχητα μπουλούκια και από αρχηγούς που ενδιαφέρονται να συνεχίζεται η αταξία; Ο πρίγκιψ Υψηλάντης μού έδωκε την εντολή να παρατήσω το στρατόπεδο (της Τρίπολης) και να έρθω εδώ (στην Καλαμάτα) για να οργανώσω ένα σύνταγμα από όλους τούς ξένους που πλεονάζουν στον Μοριά...» [12].

Πολεμικές επιχειρήσεις

Γράφει ο Γκόρντον: «Η εμφάνιση του Οθωμανικού στόλου τρομοκράτησε τους απόλεμους Μεσσηνίους κι όταν, το απόγευμα της 26/7ης Σεπτεμβρίου δώδεκα καράβια, βοηθούμενα από ούριο άνεμο, μπήκαν στον κόλπο της Καλαμάτας, ο κόσμος έφυγε, ο στρατιωτικός αρχηγός έσπευσε να κρυφτεί στα βουνά..». Την επόμενη ημέρα ο Baleste, επικεφαλής των οπλιτών του Τακτικού Στρατού που ο ίδιος εκπαίδευε και διοικούσε, απέτρεψε την αποβίβαση στρατού του Καρά-Αλή από τα πλοία του Τουρκικού στόλου στην παραλία της απελευθερωμένης Καλαμάτας. Ο Τούρκος ναύαρχος προσπάθησε να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στους Έλληνες που πολιορκούσαν την Τρίπολη, όμως ο Βαλέστ παρέταξε τους λιγοστούς άντρες του -επιπλέον διέθετε την υποστήριξη 100 Μανιωτών υπό τον Παναγιώτη Τρουπάκη, με τρόπο που ο Καρα-Αλής πίστεψε πως είχε ν' αντιμετωπίσει σημαντική δύναμη και απέφυγε να προσεγγίσει την ακτή. Γράφει [13] σχετικά ο Χρίστος Βυζάντιος: «Ο Δημήτριος Υψηλάντης επρομηθεύθη ιδία δαπάνη διά τών ομογενών τής Τεργέστης τά περί μικρού τακτικού σώματος αναγκαιούντα, οίον όπλα, λογχοφόρα, αποσκευήν, πολεμοφόδια καί διά 300 άνδρας ενδύματα, υπόδυσιν καί τροφάς. Κατά προηγούμενην συνεννόησιν συνήντησας εκεί τόν εν τώ στρατώ τού Ναπολέοντος χρηματίσαντα ταγματάρχην Παλέσσαν (Joseph Balestra) μετά τινων άλλων ομογενών καί φιλελλήνων, επιθυμούντων ν' αγωνισθώσιν εν τή επαναστατημένη Ελλάδι. Ο δέ Παλέσσας (Βάλεστ), άμα τή αφίξει, περί τά τέλη Ιουνίου 1821 εις Καλάμας, ήρχισεν ως παρηγγέλθη υπό τού Υψηλάντου, νά διοργανίζη τακτικόν σώμα, κατατάττων εθελοντάς, ενδύων αυτούς μέ ιματίδιον τζόχινον, πανταλόνιον πάνινον καί πίλον, εν είδει σκούφιας, μετά εθνοσήμου τριχρώου καί οπλίζων μέ λογχοφόρον τουφέκιον καί τήν αναγκαίαν αποσκευήν, απάντων εκ μελανού χρώματος, επομένως διά τών μετ' αυτού ελθόντων φιλελλήνων εξήσκει αυτούς εις τά γαλλικά πεζικά γυμνάσια. Ότε δέ κατά τήν 23η τού προσεχούς Αυγούστου παρέπλεε τά παράλια τής Μεσσηνίας ο οθωμανικός στόλος, απειλών ν' αποβιβάση στρατόν εις Καλάμας πρός βοήθειαν τών εν Τριπόλει αποκλεισθέντων Τούρκων, οι δέ εκεί πολίται ολίγοι όντες κατετρόμαξαν, τό αρτίως οργανωθέν τακτικόν σώμα, συγκείμενον εκ 300 ανδρών, ετάχθη παρά τού συνταγματάρχου Παλέσσα εις τήν παραλίαν εφ' ενός ζυγού, έτοιμον ν' αντικρούση πάσαν απόπειραν αποβιβάσεως τού τουρκικού στόλου. Οι εν τοίς πλοίοις γενίτσαροι, ίδοντες παρατεταγμένον τακτικό στράτευμα, ηχούντων τών σαλπίγκων καί τυμπάνων αυτού καί αγνοούντες τά διατρέχοντα, ήτοι οποίος στρατός ήτο ούτος, κατελήφθησαν υπό φόβου, μή θέλοντες νά αποβώσιν, ως εκ τούτο ο εχθρικός στόλος διήλθεν εκείθεν εν απραξία. Η μικρά αύτη πράξις τού τακτικού σώματος επροξένησε χαράν καί προθυμίαν εις τούς άνδρας αυτού, συνέτεινε δέ πολύ καί εις τήν υπόληψιν αυτών παρά τοίς πολίταις, κατατασσόμενοις εις αυτό, όπερ καί εκάλουν σώμα τών Μαυροφόρων, ένεκα τής μελανής ενδυμασίας του».

Πρόταση δολοφονίας Θ. Κολοκοτρώνη

Στη συνέχεια ο Βαλέστ αρχικά πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, όμως οι διαφωνίες του με τους οπλαρχηγούς της Επαναστάσεως ανάγκασαν αυτόν και τον Δημήτριο Υψηλάντη ν' αποχωρήσουν. Μετά την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς αλλά και όσα ακολούθησαν, ο Βαλέστ κλήθηκε στην Τρίπολη για να επιβάλει τάξη στα στρατεύματα Ελλήνων ατάκτων που λεηλατούσαν την πόλη και να κάψει τα πτώματα που άφησαν πίσω τους οι μάχες. Από όσα συνέβησαν την περίοδο που προηγήθηκε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Βαλέστ ήταν υποστηρικτής της στρατιωτικής τακτικής και πειθαρχίας, χρονολογείται η απολύτως αρνητική άποψη που είχε σχηματίσει για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο θεωρούσε ως έναν αχρείο και άπληστα φιλοχρήματο ενώ ήταν ο κύριος οπλαρχηγός των ατάκτων. Σε έργο το οποίο εξέδωσε ο Ιταλός αξιωματικός Brengeri ο οποίος ήταν άμεσος συνεργάτης του Βαλέστ, αναφέρει πως όταν ο Υψηλάντης τρομαγμένος από την έκταση των λεηλασιών και της βίας μετά την απελευθέρωση της Τριπόλεως επέστρεψε εκεί από τις ακτές του Κορινθιακού κόλπου ο Βαλέστ ζήτησε να συναντηθεί κατ' ιδίαν με τον Πρίγκιπα. Ο Βαλέστ, σύμφωνα με όσα μετέφερε μετά την συνάντηση στον Brengeri, είπε στον Υψηλάντη πως ο Κολοκοτρώνης «...μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, {...} μάζεψε τόσα χρήματα, όσα χρειάζονται για να απελευθερώσει όλη την Ελλάδα. Τώρα είναι η ευκαιρία, δώστε μου μονάχα την έγκρισή σας και αύριο, πριν το πρωί, ο Κολοκοτρώνης και οι ακόλουθοί του δεν θα υπάρχουν πια. Θα πάρετε στην κατοχή σας τα πλούτη του Κολοκοτρώνη· θα απαλλάξετε τον κόσμο από έναν αχρείο και θα έχετε τη δύναμη να φτιάξτε στρατό και να εξασφαλίσετε την ανεξαρτησία της πατρίδας σας.», ζητώντας την άδεια του Υψηλάντη να δολοφονήσει τον Κολοκοτρώνη, όμως εκείνος αρνήθηκε να συναινέσει. Την καταγραμμένη άποψη του Brengeri μεταφράζει και μεταφέρει ο Κυριάκος Σιμόπουλος [14] που γράφει ότι ο Baleste στην απελπισία του για τις στερήσεις που υπέμενε το σώμα και απογοητευμένος από την συστηματική πρακτική των ατάκτων να επιδίδονται σε ασύστολη λαφυραγωγία, στερώντας το εθνικό ταμείο από ζωτικούς πόρους αναγκαίους για την ομαλή λειτουργία του στρατεύματος, είχε προτείνει τη δολοφονία του Κολοκοτρώνη.

Διάλυση Τάγματος Βαλέστ

Το διάστημα μετά την απελευθέρωση της Τριπολιτσιάς οι στρατιώτες του Βαλέστ που, λόγω της γενικευμένης αδιαφορίας, υπέφεραν από πείνα, άρχισαν να λιποτακτούν, ενώ οι εκκλήσεις του ίδιου προς την Κυβέρνηση για παροχή βοήθειας και υποστηρίξεως αποδείχθηκαν άκαρπες. Στις 4 Νοεμβρίου 1821, στη διάρκεια της αποτυχημένης πολιορκίας του Ναυπλίου, μεγάλος αριθμός των οπλιτών αλλά και Γερμανών Φιλελλήνων αποδεκατίστηκε από τους Τούρκους. Στις 14 Ιανουαρίου του 1822, στην επιτυχημένη πολιορκία της Ακροκορίνθου, όπου παρέλαβε το φρούριο, μετά τη συμφωνία με τους Τούρκους, το Σώμα των οπλιτών του Βαλέστ, δίχως τον Υψηλάντη ο οποίος ήταν βαριά άρρωστος και αποκαμωμένος από τις στερήσεις, διαλύθηκε. Ο Βαλέστ έτρεφε μεγάλη εκτίμηση προς τον Υψηλάντη και γράφει γι’ αυτόν: «Τίποτα δεν τρομάζει τον Υψηλάντη. Το μόνο που τον βασανίζει είναι η αναρχία που βλέπει και που δεν μπορεί να την γιατρέψει. … Ο πρίγκιψ δεν διαφέρει εις τίποτα από έναν απλούν στρατιώτην. Κακοκοιμάται εις πέτρας, κακονυκτά, κακοτρώγει. Κανένας μας δεν ημπορεί να παραπονεθεί δια κακοπέρασιν έχων αυτόν ως παράδειγμα» [15].

Ο Βαλέστ στην Κρήτη

Ο Baleste προσκλήθηκε από τους Κρήτες της Πελοποννήσου να συνεχίσει τον πόλεμο στην Κρήτη, καθώς ήδη από τον Δεκέμβριο του 1821, οι Κρήτες πληρεξούσιοι ζητούσαν από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο ως αρχηγό τους «τὸν ἑλληνομαθῆ Γάλλον λοχαγὸν Βαλέστ(ρ)αν» [16]. Στις 20 Μαρτίου του 1822, με τα δύο τρίτα των οπλιτών του, ο Βαλέστ αποβιβάστηκε στο Λουτρό Σφακίων όπου, σύμφωνα με τον Κυριάκο Κριτοβουλίδη [17], ιστοριογράφο των κρητικών επαναστάσεων, τον υποδέχτηκαν με χαρά, καθώς τον θεωρούσαν «αξιωματικό έμπειρο στις πολεμικές επιχειρήσεις» και ως εκ τούτου απαραίτητο για τον Κρητικό Αγώνα. Στο νησί ο Βαλέστ συναντήθηκε με τον Γενικό Έπαρχο του νησιού, Μιχαήλ Κομνηνό Αφεντούλιεφ, Ρώσο αξιωματικό Ελληνικής καταγωγής, στο χωριό Άγιος Γεώργιος, Ρεθύμνου, ενημερώνοντάς τον για τον σκοπό της αφίξεως του και διαβεβαιώνοντάς τον για την επιθυμία του να τον συνδράμει στρατιωτικά μαχόμενος με ζήλο για το κοινό συμφέρον και ακολούθως μετέβη στο Ρέθυμνο. Εκεί επικεφαλής 700 ανδρών, συγκρούστηκε με πολλαπλάσιες δυνάμεις Τούρκων του οποίους έτρεψε σε φυγή κι αμέσως έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του να καταλάβει το φρούριο του Ρεθύμνου, καθώς από την εμπειρία του στην Πελοπόννησο γνώριζε πως διαφορετικά ήταν αδύνατο να επικρατήσει η Επανάσταση στην Κρήτη και συγκέντρωσε στρατό τριών χιλιάδων ενόπλων προκειμένου να καταλάβει το Ρέθυμνο και να αλώσει το κάστρο της Φορτέτζας. Όπως γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης -ατελεσφόρητα θα ήταν τα κατορθώματα των Κρητών, ενόσω δεν κατείχαν μίαν οχυρή πόλη, «διότι και η Αρχή του τόπου επλανάτο τήδε κακείσε και κέντρον πολεμικόν ήτο το απόκεντρον Λουτρόν και καταφύγιον δεν είχε ο αγών εν καιρώ ανάγκης». Σύμφωνα με τον François Pouqueville (Πουκεβίλ), γιατρό, περιηγητή, διπλωμάτη, ιστορικό συγγραφέα, ακαδημαϊκό και πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα, εκείνη την περίοδο, ο Βαλέστ ήταν αδύναμος, καθώς είχε μόλις αναρρώσει από πυρετούς και ήταν δύσκολο να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας ενώ και οι διαφωνίες μεταξύ των οπλαρχηγών της περιοχής εμπόδισαν την πλήρη εφαρμογή του πολεμικού του σχεδίου. Στη μάχη που ακολούθησε οι στρατιώτες του αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Περίπου ογδόντα σκοτώθηκαν κι ακόμη περισσότεροι αιχμαλωτίστηκαν πολλοί, μεταξύ αυτών και ο Κόκκινος, ο Χιώτης υπασπιστής του, που τον τον συνόδευε στην Ελλάδα από την Τεργέστη. Ο Baleste, αποκαμωμένος από τον δρόμο, κουβαλήθηκε στους ώμους ενός Σφακιανού πολεμιστή του Δεληγιαννάκη που τον έκρυψε σε έναν πυκνό θάμνο, όμως οι Τούρκοι τον εντόπισαν και αφού αρχικά τον ακρωτηρίασαν, του έκοψαν το δεξιό του χέρι, στη συνέχεια τον αποκεφάλισαν.

Δημοσίευμα κρητικής εφημερίδος [18] περιγράφει συνοπτικά την άφιξη στην Κρήτη και το άδοξο τέλος της μάχης που επέφερε τον θάνατο του Βαλέστ: «Όντως κατά Μάρτιον του 1822 ήλθε και παρουσιάσθη ενώπιον του Αφεντούλιεφ που για κακή μας μοίρα ήτο, αρμοστής τότε. Ο Βαλέστρας εξήτασε την γενικήν κατάστασιν από στρατιωτικής απόψεως και αντελήφθη πόσον ήτο ακμαίον το ηθικόν τον ανδρών, ώστε υπεστήριξε ότι είναι δυνατή και ευχερής η κατάληψις του Φρουρίου της Ρεθύμνης. Μια δε τοιούτη επιτυχία, θα είχε κολοσιαίαν σημασίαν ίδια την εξυπηρέτησιν του όλου Αγώνος, εξηπηρετουμένου έως τότε, αλλα και κατόπιν δια του λουτρού Σφακίων, ευρισκόμενου εις απομεμακρυσμένον και απόκεντρον σημείον. Ολοι οι Αρχηγοί και οι καπετάνιοι, ευρέθησαν σύμφωνοι. Το σχέδιον ετέθη υπ’ όψη και του Αφεντούλιεφ, όστις ενέκρινε μεν, ελλόχευε δε. Οι δικοί μας, που έλαβαν μέρος ανήρχοντο εις τρεις χιλιάδες άνδρας, κατά δεν τον «φίλον» μας Σπυρίδωνα Τρικούπην, εις τέσσαρας. Κατέλαβον το «Πέταλον» του Βρύσινα έως δεξιόν της παρατάξεως-Το Κέντρον ήτο το χωριό Κάστελλος και το αριστερό, το Βαρσαμόνερο. Πάνω και Κάτω. Κατά το σχέδιον, θα έπρεπε το Κέντρον να προκαλέσει τον εχθρό και κατόπιν να υποχωρή για να τον παρασύρουν έξω και να τον θέσουν μεταξύ τριών πυρών. Ο Βαλέστρας, ευρισκόμενος στο Βαρσαμόνερο, θα επήρχετο κατά της πόλεως. Τόσο δε βέβαιος ήτο περί της επιτυχίας ώστε το άλογο του το είχεν αφήσει στον άγιον Κωνσταντίνον, για να είναι ευκίνητος. Χαίρων δεν και αγαλλόμενος ετραγουδούσεν εψυχώνων τους άνδρας και λέγων ότι θα εισέλθη στο Φρούριον ξιφήρης. Κατά κακήν όμως τύχην, την προετοιμασία της ορισμένης ημέρας, οι Τούρκοι εβάδισαν προς Κάστελλον είτε προς ανίχνευσιν, είτε προς λαφυραγωγίον, οι δι’ εκεί ευρισκόμενοι, εφόνευσαν δεκατέσσαρας εξ’ αυτών. Περί του οπλισμού των και των λοιπών λαφύρων ηγέρθησαν έριδες -ως συνήθως- παρ’ ατάκτοις. Έτσι οι Τούρκοι αντελήφθησαν τας σκέψεις των δικών μας, και δεν επρόκειτο να αιφνιδιασθούν πλέον. Την επομένην εξήλθον του Φρουρίου παν στρατιά οι δικοί μας εκάμφθησαν. Πάρα τούτα ο είμνηστος Βαλέστρας επετέθει γενναίως κατά των πολεμίων τραυματισθείς όμως εκινδύνευε, να συλληφθεί ζων. Τότε ο γιγαντόσωμος Ανδρέας Βούρβαρχης, εκ των ανδρών του ήρωος Στρατηγού Δεληγιαννάκη, τον ήρπασε στους ώμους του, και επροσπαθούσε να τον απομακρύνει. Επειδή εκινδύνευαν να συλληφθούν αμφότεροι, τον απέκρυψε, σ’ ένα πυκνόν βάτον. Οι Τούρκοι όμως τον βρήκαν, του απέκοψαν την Κεφαλήν και την δεξιάν χείρα και τας έφεραν στο Ρέθυμνον, σαν τρόπαιον. Μαζί μ’ αυτόν, έπεσαν και ογδοήκοντα άλλοι, εκ των δικών μας. Αυτά έγιναν, κατά την 12 και 13 Απριλίου 1822.» [19]

Το τέλος του Baleste

Ο θάνατος του Baleste προκάλεσε έντονα συναισθήματα στους στρατιώτες και τους φιλέλληνες αξιωματικούς, ώστε έγινε Γαλλικό μοιρολόι. Σύμφωνα με τον Φιλικό Νικόλαο Σπηλιάδη, οι Τούρκοι το δεξί χέρι με το οποίο ο Βαλέστ κρατούσε το σπαθί και αφού του έκοψαν το κεφάλι, τα πέρασαν σε ένα παλούκι και τα περιέφεραν ζητωκραυγάζοντας και πυροβολώντας πανηγυρικά, ενώ όπως αναφέρεται σε Ιταλικό ενημερωτικό σύγγραμμα του 1844 επ' ευκαιρία του θανάτου του Ιωσήφ Βαλέστ όλος ο Τουρκικός στόλος επιδόθηκε σε πανηγυρισμούς. Τα κομμένα μέλη του Ιωσή Βαλέστ στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, κρεμασμένα στην τουρκική ναυαρχίδα, ως δώρο στον πασά Καρά Αλή, μαζί με εκατοντάδες άλλα κεφάλια Ελλήνων αγωνιστών. Αυτή τη ναυαρχίδα ανατίναξαν λίγους μήνες αργότερα ο Κωνσταντίνος Κανάρης και ο Γεώργιος Πιπίνος εκδικούμενοι τη γενοκτονία του πληθυσμού της Χίου και τον θάνατο του Baleste.

Ο Κυριάκος Κριτοβουλίδης αποδίδει τον θάνατο του σε ραδιουργία του Αφεντούλιεφ και αναφέρει: «Ούτως απωλέσθη ο Βαλέστρας, γενόμενος θύμα, ως λέγεται, αλόγου ραδιουργίας του Αφεντούλη, υπέθεσεν ούτος ότι ο Βαλέστρας ελθών εις Κρήτην ενήργει να καταλάβη την πολιτικήν θέσιν του, πράγμα το οποίον ουδόλως εκείνος εφαντάσθη και έκτοτε επεχείρησε να συστήση περί εαυτόν κόμμα ανθρώπων εκ των τότε ισχυρών, υποβλέπων τουναντίον ανθρώπους, τους οποίους κακώς υπέθετεν ότι τον αντεπολιτεύοντο. [...] Τούτο δε μόνον προσθέτομεν εν πεποιθήσει, ότι ο αγών της Κρήτης έχασε πολύ εις την απώλειαν του τακτικού Βαλέστρα διότι οι Κρήτες Τούρκοι και Έλληνες δεν ημπορεί τις ν’ αρνηθή ότι έχουσι φυσικήν και ηρωϊκήν ανδρίαν, αλλ’ η τέχνη, ως λέγουσι πάλιν κοινώς εν Κρήτη, νικά και την ανδρίαν διό ήθελε φανή μάλλον χρήσιμος εις τους Έλληνας ο Βαλέστρας...» [20].

Μνήμη Ιωσήφ Βαλέστ

Τον αποκαλούν άλλοτε «Βαλέστα» ή «Βαλέστο», «Balesto», «Balesta, «Βαλέ» ή «Παλέσσα», ακόμα και «Παλέστα» ή «Παλέστρα», ενώ σύμφωνα με άλλη πηγή το πραγματικό του επίθετο ήταν «Bareste». Ο Ιωσήφ, όπως δείχνει μια εκπληκτική λιθογραφία του 1825 με την προσωπογραφία και την υπογραφή του επιβεβαιώνει την ελληνικότατη υπογραφή και το ασκημένο χέρι στα Ελληνικά ως μητρική του γλώσσα. Το πορτρέτο είναι φιλοτεχνημένο εκ του φυσικού από το Δανό Adam Friedel και υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον αγωνιστή. Ορισμένοι συγγραφείς, όπως ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός και οι Γάλλοι φιλέλληνες Olivier Voutier και Maxime Raybaud, συμπολεμιστές του, αλλά και ο Pouqueville παρουσιάζουν τον Baleste γεννημένο στη Μασσαλία, ενώ άλλοι νεότεροι μελετητές, όπως ο Βαγιακάκος, αναφέρουν ότι είχε γεννηθεί στην Κορσική, ενώ ο ο Δημήτριος Φωτιάδης είναι ο μόνος που δηλώνει ότι είχε γεννηθεί στην Κρήτη. Με έγγραφο που έστειλε ο Αφεντούλιεφ στις 18 Ιουλίου 1822 προς τον Ιωάννη Πολάκη, φροντιστή της οικονομίας στην Κρήτη, αναφέρει ανάμεσα στις μεγάλες θυσίες του Baleste, πως έστειλε «πολλάς βοηθείας» προς τους Κρήτες, μεταξύ αυτών 60 τουφέκια, αλλά κι ότι έχασε αρκετά πράγματα στο Λουτρό, ενώ είχε φέρει μαζί του και ένα τηλεσκόπιο το οποίο αποτιμήθηκε σε 14 τάλληρα. Ο Αφεντούλιεφ αναγνωρίζει ότι ο «δυστυχής» Baleste θυσίασε και την ίδια του τη ζωή για την πατρίδα και επομένως «διά χάριν της ανθρωπότητος», αλλά και για να μη φανούν «πάντη αχάριστοι» εισηγείται την καταβολή της αποζημιώσεως, που την αποτελούσαν 1500 οκάδες λάδι και 144 τάλληρα, προς τον πάσχοντα πατέρα του.

Δήμος Ηρακλείου (Κρήτη), οδός .... Βαλέστρας

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλήμονα, ιστορικό της Ελληνικής Επαναστάσεως ο Βαλέστ ήταν Γάλλος αξιωματικός, φιλέλληνας «ή μάλλον ειπείν Έλλην». Ο Σπυρίδων Τρικούπης υποστηρίζει πως ο Βαλέστ υπήρξε «πολυωφελής και πλήρης ευγενικών αισθημάτων» ενώ σύμφωνα με τον Jean Raybaud, αγωνιστή Φιλέλληνα και συγγραφέα, ο Βαλέστ μπορεί να διεκδικήσει την τιμή ότι πάτησε πρώτος το έδαφος της Ελλάδας με τη γενναία σκέψη να χύσει το αίμα του γι’ αυτήν. Παρά τον εξαιρετικά σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε στον Εθνικό Ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα, ο Βαλέστ παραμένει άγνωστος ως τις μέρες μας και στα ιστορικά κείμενα αναφέρεται με πολλούς και διαφορετικούς τόπους γεννήσεως αλλά και ονόματα. Ο Ιωσήφ Βαλέστ τον οποίο ο Φιλικός Νικόλαος Σπηλιάδης αποκαλεί «ο Έλλην Βαλέστας», είχε εξαιρετική παιδεία και αγωγή, απεχθανόταν τους κόλακες, ήταν γενναίος, ταπεινός, γενναιόδωρος, αφιλοκερδής, διέθετε καλούς τρόπους συμπεριφοράς και διακρίνονταν για την ακεραιότητα του χαρακτήρος του, την ειλικρίνεια και την μετριοπάθεια του, πιθανοί λόγοι για τους οποίους αγνοήθηκε επιδεικτικά από τα τζάκια της Ελληνικής Επαναστάσεως. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Βαλέστ ήταν το ευγενικό πρόσωπο, η κομψότητα και το επιβλητικό παράστημα, όπως απεικονίζονται στο πορτρέτο του που φιλοτέχνησε ο Adamde Friedel και εξέδωσε το 1830. Ο Ιωσήφ Βαλέστ υπήρξε γενναίος και θαρραλέος αξιωματικός, σύμφωνα με τις μαρτυρίες ικανού αριθμού συναδέλφων του. Ο Maurice Persat, έμπειρος μαχητής επαναστάσεων, εκθειάζει τον Βαλέστ για τον οποίο αναφέρει ότι «...ήταν, αναντίρρητα, ο πιο γενναίος από όλους τους Φιλέλληνες και ο πιο γενναιόδωρος. Είχε ξεχωριστές αρετές. Αποδοκίμαζε υπέρτατα τους κόλακες, και δεν συμπαθούσε αυτούς που έτρεχαν γύρω από τη διοίκηση, τους οποίους αποκαλούσε παράσιτα του στρατού. Ο Baleste διέθετε μια ταπεινότητα της οποίας η ανάμνηση έκανε να κοκκινίζουν από ντροπή οι Φιλέλληνες [...] Οι δυστυχείς, δεν διέθεταν καμία από τις αρετές του Baleste, ούτε καν το κουράγιο του!» [21].

Η Ελληνική πολιτεία δεν ασχολήθηκε ποτέ με την προσφορά του Ιωσήφ Βαλέστ στην Επανάσταση του 1821. Ελάχιστοι δρόμοι φέρουν το όνομα του σε όλη την Ελλάδα, ακόμη και στην Κρήτη που είχε την ύψιστη εύνοια να είναι ο τόπος που γεννήθηκε ο ήρωας αλλά και ο τόπος για χάρη του οποίου θυσίασε την ζωή του ενώ είναι και ο μοναδικός φιλέλληνας που σκοτώθηκε στην Μεγαλόνησο. Στο Ηράκλειο υπάρχει οδός προς τιμήν του, στα Παλιά Τείχη της πόλεως. Σύμφωνα με τον παλαίμαχο Κρητικό δημοσιογράφο Δημήτριο Δασκαλάκη, ολόκληρες δεκαετίες, ο Δήμος Ηρακλείου δεν αντικαθιστά τις οδωνυμικές πινακίδες, υπάρχουν περίπου επτά κατά μήκος αυτής της οδού, εντός των τειχών του Ηρακλείου, από τις οποίες το κοινό ενημερώνεται λανθασμένα ότι ο Βαλέστρας ήταν Άγγλος. Το ακόμη χειρότερο, η αναγραφή του ονόματος του ηρωικού και συνάμα τραγικού φιλέλληνα ήρωα είναι πως το όνομα του αναγράφεται με τρόπο που παραπέμπει σε τοπωνύμιο κι όχι σε επίθετο, καθώς στις οδωνυμικές πινακίδες αναγράφεται: Οδός Βαλέστρας Άγγλος φιλέλληνας. Οδοί που φέρουν το όνομα του Ιωσήφ Βαλέστ υπάρχουν στους Δήμους Χανίων και Ρεθύμνου στην Κρήτη, στον Δήμο Καλλιθέας στην Αττική καθώς και στον Άγιο Δομέτιο στην Κύπρο. Το 2005 το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Γάλλου Ρεθύμνου «Ο Γαλλιανός» αφιέρωσε το ημερολόγιο του Συλλόγου εκείνου του έτους στον φιλέλληνα Βαλέστ ενώ με απόφαση του προέτρεψε τις αρμόδιες κρατικές αρχές να τιμήσουν τον ήρωα με την ανέγερση ενός μνημείου στη μνήμη του στο χώρο του Πανεπιστημίου στο Ρέθυμνο, όπου και θυσιάστηκε [22].

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγή

  • [«Όψεις της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη», Επιμέλεια Νίκος Ανδριώτης-Ηλίας Κολοβός, Κοινωφελές Ίδρυμα Αγία Σοφία, Δήμος Αποκορώνου, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου]
  • [«Στα βήματα του Ιωσήφ Βαλέστ», Παναγής Χ. Κουμάντος, Καλαμάτα 2013, Β' έκδοση 2021.]

Ο συγγραφέας που χρημάτισε και δήμαρχος Καλαμάτας επισημαίνει: «...Δυστυχώς το ελληνικό κράτος κάποτε έλαβε μια περίεργη απόφαση, υστερόβουλη κατά την κρίση μου, και εκποίησε το σύνολο των αρχείων σε διαγωνισμό ως άχρηστο χαρτί! Αντιλαμβάνεστε περί ποίου εγκλήματος συζητάμε. Δηλαδή με αυτόν τον πραγματικά εγκληματικό τρόπο, ορισμένα πρόσωπα στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας, πήγαν να εξασφαλίσουν τα νώτα τους. Τραγικά πράγματα. Και ο Βαλέστ παρέμεινε άγνωστος και παραμένει».

Παραπομπές

  1. [Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, έργο του Adam Friedel, 1829.]
  2. [Το όνομα του Jean-François Baleste επιβεβαιώνεται από τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αλλά και από έγγραφο που δημοσιεύεται στα Κρητικά Ιστορικά Έγγραφα του Νικόλαου Τωμαδάκη και Ανθούλας Παπαδάκη.]
  3. [Η Μαρία Θηρεσία παντρεύτηκε τον Ιούνιο του 1822 στη Μασσαλία τον Joseph Dominique Floquin, ο πατέρας του οποίου ήταν έμπορος στα Χανιά και είχε νυμφευθεί Ελληνίδα γυναίκα. (P. Echinard, Grecs et Philhellènes à Marseille: de la Révolution Française à l’Indépendance de la Grèce, Institut Historique de Provence, 1973, σ. xvii.)]
  4. [Παναγής Κουμάντος, «Στα βήματα του Ιωσήφ Βαλέστ», Καλαμάτα 2013.]
  5. [Τα πρώτα Τυπογραφεία του Αγώνα το 1821 στο Κισνόβι και την Καλαμάτα eleftheriaonline.gr]
  6. Ιστορία της Κρητικής επαναστάσεως Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελίδα 299η.]
  7. [Τα Βέρβαινα είναι οικισμός στις απολήξεις του Πάρνωνα Ν.Α. της Τρίπολης διαμέρισμα βόρια της Κυνουρίας.]
  8. [Λουκία Δρούλια, «Ο φιλελληνισμός από το 1821 ως το 1823», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΒ' (1975), σελίδα 315η.]
  9. [Ο Χρήστος Βυζάντιος, o ιστοριογράφος του Τακτικού Σώματος, είναι ο αξιωματικός που πρώτος συγκέντρωσε τη γαλλική στρατιωτική νομοθεσία που εφαρμόζονταν τότε στον Ελληνικό Στρατό και την εξέδωσε σε μια συλλογή υπό τον τίτλο: «Συλλογή Στρατιωτικών Νόμων και Διατάξεων. Από το 1821 μέχρι του 1853», Αθήνα, 1853.]
  10. [Χρ. Σ. Βυζάντιος, «Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833», Αθήνα 1874, σελίδα 21η.]
  11. [Αριστέα Παπανικολάου Κρίστενσεν, «Το Φιλελληνικό κίνημα στην Δανία», έκδοσις «Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος», Αθήνα, 2010, σελίδα 32η, υποσημείωση 35η.]
  12. [Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, «Επίλεκτες Βασικές πηγές της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκδόσεις «Βάνιας», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος Α', σελίδα 235η.]
  13. [Χρ. Σ. Βυζάντιος, «Ιστορία των κατά την Ελλην. Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων, ων συμμετέσχεν ο Τακτικός Στρατός, από του 1821 μέχρι του 1833», Αθήνα 1874.]
  14. [«Ο συνταγματάρχης Balestra, του γαλλικού τάγματος, ένας γενναίος αξιωματικός που γνώριζε από επαναστάσεις, κατευθύνθηκε αμέσως στον πρίγκιπα και ζήτησε ακρόαση. Μόλις έμειναν μόνοι, του μίλησε με τα εξής λόγια, τα οποία μου εμπιστεύθηκε ο ίδιος, μια εβδομάδα αργότερα: [...]. Σας αγαπά όλος ο λαός. Όλοι οι Ευρωπαίοι είναι με το μέρος σας. Βλέπετε πώς σας φέρεται ο Κολοκοτρώνης, ιδιαίτερα μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, όπου μάζεψε τόσα χρήματα, όσα χρειάζονται για να απελευθερώσει όλη την Ελλάδα. Τώρα είναι η ευκαιρία, δώστε μου μονάχα την έγκρισή σας και αύριο, πριν το πρωί, ο Κολοκοτρώνης και οι ακόλουθοί του δεν θα υπάρχουν πια. Θα πάρετε στην κατοχή σας τα πλούτη του Κολοκοτρώνη· θα απαλλάξετε τον κόσμο από έναν αχρείο και θα έχετε τη δύναμη να φτιάξτε στρατό και να εξασφαλίσετε την ανεξαρτησία της πατρίδας σας.». (Κυριάκος Σιμόπουλος, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του '21», τόμος 1ος, 1821-1822, Αθήνα 1990, σελίδες 66η & 360η, βασισμένος στον Brengeri, Ιταλό αξιωματικό που υπηρέτησε υπό τις διαταγές του Baleste, «Adventures of a foreigner in Greece», London Magazine, τεύχος 6ο, Λονδίνο 1826, σελίδα 41η.]
  15. [Η άλωση της Τριπολιτσάς. Η σφαγή, τα αλισβερίσια, το πλιάτσικο, η επιδημία atticavoice.gr/istoria]
  16. [Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, «Τα εν Κρήτη Πολιτεύματα 1821-1824», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, 15ο (1961), σελίδα 18η.]
  17. [Κυριάκος Κριτοβουλίδης, «Απομνημονεύματα», σελίδες 89η-90η.]
  18. [Βαλέστρας politistiko-rethymno.org]
  19. [Σταύρος Κελαϊδής, δικηγόρος-ιστορικός, εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρηση» Ρεθύμνου, Μάιος 1952.]
  20. [Κυριάκος Κριτοβουλίδης, «Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών», 1859]
  21. [Maurice Persat, Mémoires du Commandant Persat, 1806 à 1844, Παρίσι 1910, σελίδα 85η, υποσημείωση 2η.]
  22. [Βαλέστρας-Πετροπουλάκης rethymniates.blogspot.com]



[[Κατηγορία: ]]