Κνουτ Χάμσουν

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κνουτ Χάμσουν, [Knut Hamsun], όνομα με το οποίο έγινε γνωστός ο Κνουτ Πέντερσεν, [Knut Pederson], Νορβηγός εθνικοσοσιαλιστής συγγραφέας, ο μεγαλύτερος Νορβηγός μετά τον Ίψεν, ποιητής και δραματουργός βραβευμένος με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, που θεωρείται πατέρας της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας, γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου 1859 στο Γκάρμοστραετ που βρίσκεται κοντά στο χωριό Λομ στην κοιλάδα Gudbrandsdal της ομώνυμης επαρχίας στα μεσονότια της Νορβηγίας και πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου 1952 στο Νέρχελμ, κοντά στο Γκρίμσταντ.

Παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο το 1898 με την Bergljot Goepfert, η οποία τον ενέπνευσε να γράψει κάποια έργα μεταξύ των οποίων το «Βικτώρια», εμπνευσμένο από το όνομα της κόρης που απέκτησαν. Ο πρώτος γάμος του ήταν ανεπιτυχής και το 1906 χώρισαν με τη σύζυγο του. Το 1909 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο με την ηθοποιό Μαρί Άντερσον [Marie Andersson], με την οποία τον συνέδεε μία θυελλώδης σχέση και η Μαρί τον στήριζε σθεναρά σε όλες τις επιλογές του, και από το γάμο τους απέκτησε τέσσερα παιδιά, το 1912 τον Τούρε, μετέπειτα ζωγράφο, το 1914 τον Άριλντ γεωργό και δημοσιογράφο ο οποίος πολέμησε με τους Γερμανούς στο ανατολικό μέτωπο, το 1915 την Έλλινουρ και το 1917 τη Σεσίλια.

Κνουτ Χάμσουν
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 4 Αυγούστου 1859
Τόπος: Γκάρμοστραετ, (Νορβηγία)
Θάνατος: 19 Φεβρουαρίου 1952
Τόπος: Νέρχελμ, Γκρίμσταντ (Νορβηγία)
Υπηκοότητα: Νορβηγική
Ασχολία: Ποιητής, Δραματουργός
Νόμπελ Λογοτεχνίας

Βιογραφία

Ο Κνουτ ήταν μέλος πολύτεκνης οικογένειας που είχε επτά παιδιά. Συγκεκριμένα ήταν ο τέταρτος στη σειρά, γιος του ράφτη Peder Pedersen και της Tora Olsdatter. Όταν ο Κνουτ ήταν τριών ετών, η οικογένεια του μετακόμισε στο Hamsund, του Hamarøy στη Βόρεια Νορβηγία, όπου ένας θείος τους κάλεσε να καλλιεργήσουν τη γη του έναντι μικρής αμοιβής. Στην ηλικία των εννέα ετών, ο Κνουτ αποχωρίστηκε από την οικογένειά του για να εργαστεί με το θείο του, Hans Olsen, που χρειαζόταν βοήθεια για το ταχυδρομείο που χειριζόταν. Ο Olsen συμπεριφέρονταν άσχημα στον ανιψιό του, χτυπώντας τον και αφήνοντάς τον νηστικό, και κάποια χρόνια μετά, ο Χάμσουν δήλωσε ότι όλες χρόνιες νευρικές δυσκολίες του και εκδηλώσεις, οφείλονταν στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν από το θείο του. Το 1874 ο Κνουτ έφυγε από τον θείο του και πήγε στην Λομ να βρει την οικογένεια του. Την ίδια χρονιά διέκοψε το σχολείο και για τα επόμενα χρόνια, εργάστηκε ως βοηθός παντοπώλη, πραματευτή, παπουτσή, ως αστυνομικός υπάλληλος και τέλος ως δάσκαλος. Στα δεκαεφτά του, έγινε μαθητευόμενος σε μια βιοτεχνία κατασκευής σχοινιών, αρχίζοντας παράλληλα να γράφει. Την ίδια εποχή ζήτησε και έλαβε οικονομική ενίσχυση από τον επιχειρηματία Erasmus Zahl. Στη συνέχεια μετακόμισε στη Χριστιάνα, το Όσλο, την Νορβηγική πρωτεύουσα όπου εργάστηκε ως εργάτης οδικών έργων, ενώ παράλληλα έδινε διαλέξεις για την αστική λογοτεχνία, έχοντας ως θέμα τον Ερρίκο Ίψεν.

Εξαντλημένος από την πείνα και γεμάτος απογοήτευση ταξίδεψε το 1882, ως μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος σε παντοπωλείο, εργάτης αλλά και ως γραμματέας ενός νορβηγοαμερικάνου παπά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όπως φαίνεται περνούσε καλά και απολάμβανε την καθημερινότητα ενώ παράλληλα μελετούσε Φρειδερίκο Νίτσε και το έργο του Μαρκ Τουαίην. Το 1884 διαγνώστηκε με βρογχίτιδα και οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι του έμεναν τρεις μήνες ακόμη για να ζήσει και ο Χάμσουν επέλεξε να επιστρέψει στη Νορβηγία, όμως καθώς ο χρόνος περνούσε έδειχνε καλύτερα και δεν φαινόταν κανένα σημάδι ότι θα πέθαινε. Το 1885 εργάστηκε ως υπάλληλος σε ταχυδρομείο στην κεντρική Νορβηγία, ενώ δημοσιεύει άρθρα σε διάφορα περιοδικά, ως Κνουτ Χάμσουντ, το οποίο από τυπογραφικό λάθος, μετατρέπεται σε Χάμσουν, όνομα με το οποίο το 1886, ταξιδεύει ξανά στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Εκεί γνώρισε τον Μαρκ Τουέιν ο οποίος άσκησε πάνω του σημαντική επιρροή, και ειδικά στον τομέα του χιούμορ. Στις ΗΠΑ εργάστηκε από το 1886 έως το 1888 ως εισπράκτορας σε τραμ, εργάτης γης, δημοσιογράφος και έδωσε διαλέξεις για Νορβηγούς μετανάστες, όμως απογοητευμένος επέστρεψε στην Ευρώπη και εγκαταστάθηκε στην Κοπεγχάγη.

Το 1896 αναχώρησε για γαμήλιο ταξίδι, στη διάρκεια του οποίου επισκέφθηκε τη Φιλανδία, τη Ρωσία, τη Γεωργία, τον Καύκασο, την Τουρκία και στα μέσα του 1900 επέστρεψε στη Νορβηγία.

Κνουτ Χάμσουν

Το 1914, με την κήρυξη του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, έδειξε ολοκάθαρα τις ιδεολογικές του απόψεις, αυτές που αργότερα θα του στοιχίσουν δίκες, εξορία και εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική, και με μαχητικά άρθρα τάχθηκε με το μέρος της Γερμανίας. Την ίδια χρονιά, μετακόμισε από την πρωτεύουσα και εργάστηκε ως αγρότης. Το 1918 αγόρασε το κτήμα του στο Νόρχολμ, στη νότια Νορβηγία, 600 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης κι άλλων τόσων, με δάσος, λιμνούλες και βραχότοπους. Με τα χρήματα του Νόμπελ το 1920, αγόρασε τα υπόλοιπα, ανακαίνισε τα οικήματα και έχτισε αυτό που ονομάζει «ζώσπιτο» ή «το σπίτι του συγγραφέα» με τη βιβλιοθήκη του, όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του. Το 1926 είναι ήδη βαρύκοος και κουρασμένος από την ασθένεια καταλήγει σε κρίση νεύρων, που θα τον ταλαιπωρήσει μισό χρόνο.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Με την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου το 1939, ο Χάμσουν τάχθηκε ξανά στο πλευρό της Γερμανίας και όταν στις 9 Απριλίου 1940, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Νορβηγία, στήριξε την κυβέρνηση του Βίντκουν Κουίσλινγκ και κάλεσε τους συμπατριώτες του να μην αντισταθούν, γράφοντας «Νορβηγοί ρίξ­τε τα όπλα σας και πηγαίνετε σπίτι. Οι Γερμανοί πο­λεμούν για όλους εμάς και γκρεμίζουν την τυραννία της Αγγλίας που στέκεται από πάνω μας».

Συνάντηση με τον Αδόλφο Χίτλερ

Στις 26 Ιουνίου 1943 ο Χάνσουν επισκέφθηκε τη Γερμανία προσκεκλημένος του Αδόλφου Χίτλερ, ο οποίος τον δέχθηκε στο σπίτι του στο Μπέργκοφ. Ο Ίνγκαρ Σλέτεν Κόλεν, ο πλέον σημαντικός βιογράφος του Χάμσουν, περιγράφει τη σκηνή:
- «Νιώθω, αν όχι εντελώς δεμένος μαζί σου, ότι η ζωή μου μοιάζει με τη δική σου σε πολλά» άνοιξε τη συζήτηση ο Χίτλερ, εννοώντας ότι και οι δύο είχαν ζήσει στα νιάτα τους πολύ μίζερη ζωή, ο Χίτλερ στη Βιέννη και ο Χάμσουν περιφερόμενος στη Νορβηγία και στις ΗΠΑ και ζώντας σε συνθήκες έσχατης ένδειας.
Ο Χάμσουν άλλαξε αμέσως θέμα και άρχισε να παραπονιέται στον Χίτλερ πως ο επικεφαλής των κατοχικών δυνάμεων στη Νορβηγία επίτροπος Γιόζεφ Τερμπόφεν προέβαινε σε πράξεις που αμαύρωναν το όνομα του Χίτλερ. Ο τελευταίος προσπάθησε να κόψει τη συζήτηση.
- «Πρέπει να τον αντικαταστήσετε» συνέχισε απτόητος ο Χάμσουν. «Ο επίτροπος του Ράιχ σε πολλές περιπτώσεις έχει πει ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχει τόπος που να λέγεται Νορβηγία».
- «Σε αντίθεση με άλλες κατειλημμένες χώρες η Νορβηγία έχει τη δική της κυβέρνηση» είπε ο Χίτλερ.
- «Ότι συμβαίνει στη Νορβηγία αποφασίζεται από τον επίτροπο του Τρίτου Ράιχ» επέμεινε ο Χάμσουν, που διέκοψε τον Χίτλερ. «Δεν αντέχουμε τον πρωσικό του χαρακτήρα.Είναι και οι εκτελέσεις. Τις έχουμε κι αυτές» συνέχισε.
Ο Χίτλερ κάτι πήγε να πει, αλλά ο Χάμσουν τον διέκοψε ξανά. Έτσι συνεχίστηκε η συζήτηση για λίγη ώρα. Ο εκνευρισμός του Χίτλερ γινόταν όλο και πιο έντονος ώσπου ξέσπασε οργισμένος:
- «Βούλωστο! Δεν καταλαβαίνεις τίποτε» και βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πει αντίο. Μετά την αποχώρηση του Χάμσουν φώναξε τους βοηθούς του και διέταξε: «Δεν θέλω να ξαναδώ κανέναν τύπο σαν και αυτόν από εδώ και πέρα». Ο Χίτλερ αποχώρησε από αυτή τη συνάντηση οργισμένος και ο Χάμσουν δακρυσμένος.

Δικαστήριο δοσιλόγων

Τον Νοέμβριο του 1944, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιωσήφ Στάλιν Σβέβολοντ Μολότοφ συζητούσε την «υπόθεση Χάμσουν» με τον υπουργό Δικαιοσύνης Τέργε Βολντ και τον υπουργό Εξωτερικών Τρίγβε Λι της εξόριστης νορβηγικής κυβερνήσεως. Ο Μολότοφ είπε πως έναν σπουδαίο συγγραφέα -και μάλιστα σε τέτοια ηλικία- θα έπρεπε να τον άφηναν να πεθάνει από φυσικά αίτια.
- «Είστε πολύ επιεικής,κύριε Μολότοφ» σχολίασε ο Βολντ.
Στις 7 Μαΐου 1945 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στη Νορβηγία παραδόθηκαν και στις 8 Μαΐου στην πρώτη σελίδα της εφημερίδος «Άφτεν-πόστεν» [«Αfterposten»] με τη μεγαλύτερη σε κυκλοφορία στη χώρα, δημοσιεύθηκε δίστηλη φωτογραφία του Αδόλφου Χίτλερ, που τη συνοδεύει νεκρολογία, με την υπογραφή του Χάμσουν. «Δεν είμαι άξιος να εγκωμιάσω δυνατά τον Αδόλφο Χίτλερ, μα ούτε, εξάλλου ταιριάζουν συναισθηματισμοί για τη ζωή και το έργο Του. Ήταν ένας μαχητής, ένας μαχητής για την Ανθρωπότητα κι ένας Απόστολος του Ευαγγελίου για τα Δικαιώματα όλων των Λαών. Ήταν πολεμιστής. Ένας πολεμιστής του ανθρώπινου γένους και προφήτης της δικαιοσύνης για όλα τα έθνη. Ήταν μια ανακαινιστική μορφή υψηλότατου επίπεδου, μα η ιστορική Του μοίρα ήταν πως έδρασε σε μια εποχή ωμότητας χωρίς προηγούμενο, που τελικά Τον συνέτριψε. Έτσι ατενίζει ο κοινός Δυτικοευρωπαίος τον Αδόλφο Χίτλερ. Εμείς δε, οι στενοί οπαδοί Του, σκύβουμε το κεφάλι μπρος στη σορό Του» Λίγες ημέρες αργότερα ο Χάμσουν βρίσκεται στη δίνη της ήττας των Γερμανών. Κατηγορήθηκε για προδοσία, η περιουσία του δημεύτηκε και τα βιβλία του κάηκαν από το νέο νορβηγικό δημοκρατικό καθεστώς, όμως οι κατηγορίες αποσύρθηκαν με το τεράστιο για την εποχή ποσόν προστίμου που του επιδικάστηκε 325.000 κορόνες.

Αρχικά, στις 26 Μαΐου 1945, στον Χάμσουν επιβλήθηκε «κατ' οίκον περιορισμός 30 ημερών», τον οποίο ειρωνεύθηκε λέγοντας ότι ελπίζει να μην είναι απόλυτος, καθώς γύρω από το σπίτι υπάρχουν κτήματα, τα οποία χρειάζονται την επίβλεψή του. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις 14 Ιουνίου, στο νοσοκομείο της πόλης Γκρίμσταντ, δύο ημέρες νωρίτερα η δεύτερη σύζυγος του μεταφέρθηκε στις φυλακές του Άρενταλ, στις 2 Σεπτεμβρίου, στο γηροκομείο του Landvik και τελικά στις 15 Οκτωβρίου, στην ψυχιατρική κλινική του Όσλο. Ο Χάμσουν παρέμεινε έγκλειστος στη νευρολογική κλινική για μεγάλο χρονικό διάστημα, ως διαταραγμένη προσωπικότητα. Στις 16 Δεκεμβρίου 1947 εισήχθη σε δίκη με απόφαση του υπουργείου Αστυνομίας και Δικαιοσύνης, στην οποία καταδικάστηκε αυθημερόν, με ψήφους 2 κατά έναντι 1 υπέρ καθώς μειοψήφησε ο τακτικός δικαστής, σε πρόστιμο 425.000 κορονών. Στις 23 Ιουνίου 1948 απορρίφθηκε από το Εφετείο η αίτηση αναιρέσεως και παρέμεινε η ποινή της δημεύσεως της περιουσίας του. Τα γεγονότα αυτής της περιόδου, τα περιγράφει στην αυτοβιογραφία του, η οποία κυκλοφόρησε το 1949 με τίτλο

  • «Σε χορταριασμένα μονοπάτια».

Ως το τέλος της ζωής του ο Χάμσουν έζησε αποτραβηγμένος στο εναπομείναν τμήμα του κτήματος του, σχεδόν κουφός, άκουγε ελάχιστα, και τυφλός, τόσο πολύ που δεν έβλεπε «παρά μόνο σκιές».

Βραβεύσεις

  • Το Νοέμβριο του 1920 του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας [1], «γιατί με το συγγραφικό του έργο και ιδιαίτερα «Ο καρπός της Γης», το Ευαγγέλιο της Γεωργίας, αγγίζει τις προαιώνιες αξίες του Ανθρώπου...». Ο Χάμσουν επιστρέφοντας στη Νορβηγία, μετά τη συνάντηση του με τον Αδόλφο Χίτλερ, χάρισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας που είχε κερδίσει, στο Γιόζεφ Γκαίμπελς, ως «δώρο τιμής» στον «πρόμαχο των ανθρώπινων δικαιωμάτων».
  • Το 1934 του απονέμεται το βραβείο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, όμως αρνήθηκε το χρηματικό ποσό που το συνόδευε, ως κίνηση συμπαραστάσεως στην οικονομική ανόρθωση της Γερμανίας.

Το έργο του

Ο Χάμσουν εμφανίστηκε στα γράμματα με το πρώτο του βιβλίο, το οποίο υπέγραψε ως Κνουτ Πέτερσεν, όμως το 1879 προσέθεσε στο όνομά του και το μητρικό του επώνυμο και πλέον είναι ο Κνουτ Πέτερσεν Χάμσουντ. Έγραψε στην εντελώς νέα εποχή του ψυχρού νεορομαντισμού όπου οι περισσότεροι συγγραφείς έβγαλαν στην επιφάνεια μερικά ενδιαφέροντα ψυχολογικά έργα, ήταν συγγραφέας μπροστά από την εποχή του και αυτό δημιούργησε προβλήματα από τους άλλους, που θεωρούσαν ότι ήταν πολύ ευθύς και ωμός. Χαρακτηρίστηκε ως ηγετική φυσιογνωμία της νεορομαντικής εξεγέρσεως και θεμελιωτής της σύγχρονης λογοτεχνίας. Απέρριψε τον νατουραλισμό κάτω από την επίδραση του Γιάκομπσεν, του Αύγουστου Στρίνμπεργκ, του Φρειδερίκου Νίτσε και του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι. Συγγραφείς όπως ο Μαξίμ Γκόρκι και ο Τόμας Μαν και ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, τον αναγνώρισαν ως έναν από τους μεγαλύτερους του 20ου αιώνα και τον θεωρούσαν μεγάλο δάσκαλο τους. Η επίδραση του Χάμσουν στην παγκόσμια λογοτεχνία, ευρωπαϊκή και αμερικανική κυρίως, είναι απίστευτη, ανυπολόγιστη και τεράστια. Η λίστα των συγγραφέων που επηρεάστηκαν από το έργο του είναι μακροσκελής και περιλαμβάνει γνωστά ονόματα: Έρνεστ Χεμινγουέι, Χέρμαν Έσσε, Φραντς Κάφκα, Χένρυ Μίλλερ, Στέφαν Τσβάιχ και πολλοί άλλοι. Ο Χάμσουν κατάφερε να επηρεάσει τόσο διαφορετικούς συγγραφείς. Από τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, που περισσότερο διψούσε, τον Χουάν Ρούλφο, που ζούσε στο Μεξικό και λαχταρούσε μια πιο κρύα χώρα, μέχρι και τον Τόμας Μπέρνχαρντ που, όντας πνευμονοπαθής, αγωνιούσε για την επόμενη ανάσα του. Σε όλα τα έργα του, ο Χάμσουν επανέρχεται στην ίδια ηθική και μηνύματα, που παραπέμπουν στο γεγονός ότι μπορεί ο άνθρωπος να είναι καλά και χωρίς την αφθονία των υλικών αγαθών.

Η επίδραση του Χάμσουν στην πνευματική ζωή της Ελλάδος την περίοδο του Μεσοπολέμου ήταν καταλυτική καθώς όλοι προσπαθούσαν να μιμηθούν το στυλ της γραφής του. Ο Κοσμάς Πολίτης, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Ιάκωβος Καμπανέλης, ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο εθνικιστής Λέων Κουκούλας, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος [2], ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Θέμος Κορνάρος, ο Λουκής Ακρίτας, ο Στρατής Δούκας, είναι κάποια ονόματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βασίλη (Βάσος) Δασκαλάκη, ο οποίος έμαθε νορβηγικά και ήρθε σε προσωπική επικοινωνία με τον Χάμσουν για να μεταφράσει τα έργα του στα Ελληνικά κι έκτοτε παρέμεινε ο κύριος και βασικός μεταφραστής του για δεκαετίες, μεταφράζοντας σχεδόν το σύνολο του έργου του Νορβηγού συγγραφέα.

Συγγραφικό έργο [3]

Ο Χάμσουν έγραψε και δημοσίευσε περισσότερα από είκοσι μυθιστορήματα, μια ποιητική συλλογή, μερικά διηγήματα και θεατρικά έργα, ένα οδοιπορικό και μερικά δοκίμια. Μεταξύ τους περιλαμβάνονται τα έργα:

  • «Ο μυστηριώδης», [ως Κνουτ Πέντερσεν] το 1877, ρομαντικό νεανικό μυθιστόρημα. Ο Ρολφ Άντερσεν είναι στην πραγματικότητα γιος του αριστοκράτη Σόνεφιελ, που ζει στην πόλη και το πραγματικό του όνομα είναι Κνουτ, ερωτεύεται μια κόρη αριστοκράτη, φανερώνεται η αλήθεια και όλα τελειώνουν καλά.
  • «Το ξαναντάμωμα» επικό ποίημα,[ως Κνουντ Πέτερσεν],
  • «Ο Μπιόργκερ» το 1878, μυθιστόρημα στο οποίο περιγράφει την ιστορία ενός χωριατόπαιδου με ποιητική φλέβα και ασυνήθιστη εξυπνάδα, που η ωραία κόρη του πλούσιου χωριάτη της περιοχής τον αποδιώχνει, γιατί είναι φτωχός.
  • «Πείνα» [4] το 1890, «μια σειρά από ανάλυσες της ψυχής», τα πρώτα ανώνυμα κεφάλαια του βιβλίου δημοσιεύθηκαν από το Νοέμβριο του 1888 στο δανέζικο περιοδικό «Νέα Γη»,
  • «Μυστήρια το 1892, ψυχολογικό μυθιστόρημα γραμμένο με χέρι ανατόμου, ανάλυση στον ίδιο τον εαυτό του,
  • «Ο συντάκτης Λύνγκε», μια χοντροκομμένη σάτιρα του αστικού τύπου και των δημοσιογράφων,
  • «Νέα Γη» το 1893, μυθιστορήματα.
  • «Ο Παν», το 1894, «ποτήρι πιωμένο στην υγειά ανθρώπων κι' αγριμιών σ' ερημική νύχτα μεσ' στο δάσος...» [5]

Από το 1895 έως το 1897 κυκλοφορούν σε βιβλίο, ένα κάθε χρόνο, τα Θεατρικά της τριλογίας

  • «Το παιχνίδι της Ζωής»,
- «Μπρος στην Πόλη» το 1895, Α' μέρος,
- «Το παιχνίδι της Ζωής» το 1896, Β' μέρος,
- «Η δύση» το 1897, Γ' μέρος.

Η τριλογία παρουσιάζει τον Ίβαρ Καρένο, ένα νιτσεϊκό πολιτικό στα 29, 39 και 49 του χρόνια, και τη μάχη του να μην κάνει συμβιβασμούς. Ο Στανισλάβσκι το ανέβασε στο Θέατρο Τέχνης στη Μόσχα στα 1907 και το θεωρούσε σαν ένα από τα καλύτερα έργα γραμμένα για θέατρο.

  • «Σιέστα» το 1897, συλλογή από τα διηγήματα,
  • «Βικτώρια» το 1898,
  • «Ο καλόγερος Βεντ» το 1902, ποιητικό δράμα με οκτώ πράξεις και δεκαεννιά σκηνές.
  • «Στη χώρα των παραμυθιών», ταξιδιωτικές εντυπώσεις,
  • «Το δάσος με τις λόχμες» συλλογή διηγημάτων,
  • «Βασίλισσα Ταμάρα», θεατρικό ερωτικό δράμα από τους μύθους της Γεωργίας .
  • «Η ατίθαση χορωδία» (58 ποιήματα) η πρώτη και μοναδική ποιητική του συλλογή,
  • «Εραστές», μια εύθυμη παρωδία του «Πάνα», το 1904,
  • «Μια ζωή στη μάχη», το 1905 η τρίτη συλλογή διηγημάτων του,
  • «Κάτω από τ' άστρο του φθινοπώρου», το 1907, Α' μέρος από την «Τριλογία της περιπλάνησης» με ήρωα τον Κνουτ Πέντερσεν, έναν κουρασμένο ποιητή, που περιπλανιέται στα μέρη των παιδικών του χρόνων
  • «Μπενόνι», το φτωχόπαιδο, γραφιάς στο ταχυδρομείο,
  • «Ρόζα», το 1908 κοινωνικά μυθιστορήματα που διαδραματίζονται στη βόρεια Νορβηγία,
  • «Ένας (αλήτης) περιπλανητής παίζει με σουρντίνα» το 1909, Β' μέρος από την «Τριλογία της περιπλάνησης»,
  • «Η ορμή της Ζωής» το 1910, θεατρικό δράμα που παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο της Χριστιάνας (Όσλο). Η «βασίλισσα» Τζουλιάνα, αστέρι του ελαφρού Θεάτρου, παντρεμένη, καταλήγει σ' ένα νέγρο,
  • «Η τελευταία χαρά» το 1912, Γ' μέρος από την «Τριλογία της περιπλάνησης», το τελευταίο του βιβλίο με ένα μόνο κεντρικό ήρωα, γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο,
  • «Παιδιά του καιρού» το 1913, κοινωνική σάτιρα,
  • «Η πόλη του Σέγκελφος» το 1915,
  • «Ο καρπός της Γης» το 1917, το Ευαγγέλιο της Γεωργίας, βιβλίο που θα του αποφέρει το Νόμπελ Λογοτεχνίας,
  • «Οι γυναίκες στη βρύση» το 1918, κοινωνικό μυθιστόρημα γύρω από ένα ευνούχο μεγαλομανή, έργο για το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας,
  • «Το τελευταίο κεφάλαιο» το 1923,
  • «Οι αγύρτες» το 1927, Α' μέρος της τριλογίας για τον Αύγουστο, τον «αφύσικο ψευταρά σαν την ίδια την εποχή του».
  • «Ο Αύγουστος», Β' μέρος της τριλογίας για τον Αύγουστο, στις 4 Αυγούστου 1929, τη μέρα που γιορτάζει τα εβδομήντα χρόνια του,
  • «Μα ζει η ζωή» το 1933, Γ' μέρος της τριλογίας για τον Αύγουστο, που ξεφυτρώνει στην πόλη του Σέγκελφορς,
  • «Έκλεισε ο κύκλος» το 1936, μυθιστόρημα με ήρωα τον Άμπελ Μπρούντερσεν, τελευταίο εκπρόσωπο των περιπλανητών-αγυρτών. Ο ίδιος έγραψε ότι «σαν φαντασία και σαν σκέψη είναι το καλύτερο που έχω δημιουργήσει».
  • «Σε χορταριασμένα μονοπάτια» το 1949, αυτοβιογραφικό.

Μνήμη Χάμσουν

Ο Χάμσουν είναι ο συγγραφέας με τις μεγαλύτερες πωλήσεις βιβλίων στη Νορβηγία, περισσότερα από 5.000.000 αντίτυπα, ο πλέον εμπορικός συγγραφέας του 20ου αιώνα στη χώρα του και ένας από τους σημαντικότερους στην Ευρώπη. Η αποστροφή του για τον «βρετανικό ιμπεριαλισμό», τον ώθησε να υποστηρίξει τον φασισμό και να στραφεί στη γερμανική κουλτούρα. Απέρριπτε τον υλισμό που έβρισκε ότι υπάρχει τόσο στην Δημοκρατία, όσο και στον κομμουνισμό, το φυλετικό χάος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και πίστευε στην επαναπατρισμό των μαύρων στην Αφρική και των Εβραίων εκτός Ευρώ­πης. Αν και κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι εθνικιστικές του απόψεις οφειλόταν στην κατά πολύ νεότερη δεύτερη σύζυγο του, η οποία υπήρξε από μικρή οπαδός του εθνικοσοσιαλισμού, είναι φανερό στα έργα του ήδη πριν το 1900, ότι ο Χάμσουν είχε δώσει ξεκάθαρα δείγματα ριζοσπαστικού αριστοκρατισμού, με φανερή την επίδραση του Φρειδερίκου Νίτσε. Στην «Τριλογία του Kareno», ο πρωταγωνιστής της, φιλόσοφος Ivar Kareno, μιλά με πάθος για την αναγκαιότητα του «Μεγάλου Εκλεκτού», του «φυσικού ηγέτη και γεννημένου Δεσπότη, του Καίσαρα», που «θα αποτελέσει την ζωντανή ουσία της ανθρώπινης δυνάμεως» και που θα αλλάξει την πορεία της ανθρωπότητος. Στην «Ευλογία της Γης», θα υμνήσει τον προσκολλημένο στη γη αγρότη, που βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς προστασίας από την εκμετάλλευση της σύγχρονης εποχής του χρήματος, παραθέτοντας απόψεις, κοντινές με τις θεωρίες του «Αίματος και της Γης». Ο Χάμσουν έμεινε επίσης γνωστός ως καλός ελεύθερος σκοπευτής και ακόμα ως λάτρης της ζωής.

Στο βιβλίο του «Paa gjengrodde stier», «Σε Χορταριασμένα Μονοπάτια», ο Χάμσουν αναφέρεται στην προσωπική του στάση ζωής: «...Θα μπορούσα να περάσω απέναντι στην Αγγλία, όπως το έκαναν αρκετοί, που σήμερα γυρίζουν σαν ήρωες γιατί εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, γιατί το 'σκασαν απ' τα χώματά τους. Δεν το έκανα. Δεν ήταν του χαρακτήρα μου ποτέ. Θεώρησα πως υπηρετούσα την πατρίδα μου καλύτερα εκεί που βρισκόμουνα, να ασχολούμαι με τη γη ανάλογα με τις δυνάμεις μου σ΄αυτούς τους δύσκολους καιρούς, που το έθνος μας είχε έλλειψη από κάθε τι. Κι ακόμα χρησιμοποιώ την πένα μου για τη Νορβηγία, που τώρα θα έβρισκε τη θέση της ψηλά-ψηλά ανάμεσα στις γερμανικές χώρες της Ευρώπης. Η σκέψη αυτή μίλησε στην καρδιά μου από την αρχή ακόμα. Ακόμα περισσότερο: με ενθουσίασε, με κατάκτησε. [...] Σήμερα ακόμα νομίζω πως είναι, πως ήταν μια μεγάλη κι ωραία ιδέα για τη Νορβηγία, που άξιζε να πολεμήσει κανείς και να δουλέψει σκληρά γι' αυτή. Νορβηγία: μια αυτάρκης και αυτόφωτη χώρα στην άκρη της Ευρώπης! [...] Όταν καθόμουν κι έγραφα και τηλεγραφούσα νύχτα και μέρα, πρόδιδα, λένε, την πατρίδα μου. Ήμουνα προδότης, λένε. Ας πάει κι αυτό. Μα δεν αισθανόμουν εγώ έτσι, ποτέ μου, ούτε και σήμερα αισθάνομαι έτσι. Έχω την καλύτερη ειρήνη με τον εαυτό μου, την καλύτερη συνείδηση. Εκτιμώ σε μεγάλο βαθμό την κοινή γνώμη. Εκτιμώ ακόμα περισσότερο τη νορβηγική δικαιοσύνη, μα όχι τόσο πολύ ώστε να υποτιμώ τη δική μου κρίση για το τι είναι καλό ή κακό, δίκαιο ή άδικο. Είμαι αρκετά μεγάλος πια, για να 'χω το δικαίωμα να 'χω ένα δικό μου κώδικα˙ κι αυτός είναι δικός μου.»

Η εθνικίστρια Σίτσα Καραϊσκάκη έγραψε μελέτη για το έργο του Χάμσουν στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει: «...Το να γυρίζει κανείς τον κόσμο και να χάνεται παντού και να εκπλήττεται και να θαυμάζει την ποικιλία της ζωής με τα πάθη της, είναι καλό. Όμως το να γυρίζει κανείς σπίτι του, σπρωγμένος και φλογισμένος από τη φωτιά της νοσταλγίας και να πάγει στο δάσος να κόψει δέντρα, να σκάψει το πατρικό του χώμα, να φτιάσει σιτάρι και καλύβι, είναι ακόμα καλύτερο. {...} Το πιο υψηλό και το πιο καλό απ’ όλα είναι η εργασία. Τίποτα δε μπορεί να παραβληθεί με την ησυχάζουσα και ευλογημένη της δύναμη. Ο Κνουτ Χάμσουν το λέγει σε κάθε γραμμή του μεγάλου της ζωής του έργου...» [6]. O Έρνεστ Χεμινγουέι [Ernest Hemingway] είπε γι’ αυτόν: «Ο Hamsun με δίδαξε να γράφω» και ο Αμερικανοεβραίος Isaac Bashevis Singer (1902-1991), κάτοχος του βραβείου Νομπέλ του 1978, απεκάλεσε τον Χάμσουν, πατέρα της σύγχρονης σχολής της λογοτεχνίας από κάθε άποψη, τον υποκειμενισμό του, την αποσπασματικότητα του, τη χρήση αναδρομών από το παρελθόν και τον λυρισμό του, και ότι ολάκαιρη η σύγχρονη σχολή της φαντασίας του εικοστού αιώνα, προέρχεται από τον Χάμσουν.

Ο Νορβηγός συγγραφέας Τόρ Ρεμ, στο βιβλίο του «Knut Hamsun:Reisen til Hitler» [« Χάμσουν: Το ταξίδι στον Χίτλερ»], ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η συνάντηση του Χάμσουν με τον Χίτλερ και η προσκόλληση του στον ναζισμό αποτέλεσαν «ένα από τα πιο διεστραμμένα γεγονότα της σύγχρονης νορβηγικής ιστορίας. Ο μεγαλύτερος συγγραφέας ενός μικρού έθνους συνάντησε τον μεγαλύτερο τύραννο του κόσμου». Το 2009, έτος που στη Νορβηγία ανακηρύχθηκε «Έτος Κνουτ Χάμσουν» ο συγγραφέας Ingar Sletten Kolloen ανέφερε: «..Δεν γίνεται να μην τον αγαπάμε, αν και τον μισούσαμε όλα αυτά τα χρόνια ...{...}... είναι το δικό μας τραύμα. Είναι ένα φάντασμα που δεν λέει να μείνει στον τάφο του». Ο Τζο Μπένκοβ, ο πρώην πρόεδρος της Νορβηγικής Βουλής, είπε για τον συγγραφέα: «...Ο Χάμσουν έγραψε εξαιρετικές νουβέλες, αλλά επισκιάστηκαν ολοκληρωτικά από τη συμπεριφορά του ως «λακές» του Χίτλερ. Τουλάχιστον για τη δική μου γενιά, είναι εξωφρενικό να τον τιμούμε παραπάνω. Κέρδισε ένα Νόμπελ το 1920. Αυτό είναι αρκετό».

Το 2009 η Εθνική Βιβλιοθήκη της Νορβηγίας αποφάσισε να τιμήσει τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Χάμσουν. Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα ο Σκούλε Βάκσβικ άρχισε να φιλοτεχνεί το άγαλμα του συγγραφέα, ελπίζοντας πως οι Αρχές ή οι συμπατριώτες του θα ενδιαφέρονταν για αυτό.
- «Δεν το ήθελε κανείς» δήλωσε πρόσφατα ο γλύπτης. «Έτσι, το πέταξα».
Το 2009 στη Νορβηγία ανακηρύχθηκε έτος Χάμσουν και o Βάκσβικ φιλοτέχνησε ένα νέο άγαλμα του Χάμσουν από μπρούντζο, το οποίο έχει ύψος 2,1 μέτρα, παραγγελία της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Οι σχετικές εκδηλώσεις άρχισαν μια εβδομάδα νωρίτερα και κορυφώθηκαν την 4η Αυγούστου, ημέρα θανάτου του συγγραφέα με τέσσερις εκδηλώσεις στη Νορβηγία. Στο Τροντχάιμ της Κεντρικής Νορβηγίας ο Ότο Χόμλουνγκ, διευθυντής του θεάτρου Τρόντελαγκ της πόλεως, όρισε τη σκηνή του θεάτρου του «ελεύθερη Χάμσουν».

Πολυμέσα

  • Η κινηματογραφική προσαρμογή του βιβλίου «Η Πείνα», γυρίστηκε το 1966 σε ταινία. Ο ηθοποιός που υποδύεται τον κεντρικό ήρωα, ο Per Oscarsson, είχε τιμηθεί με το βραβείο καλύτερου ηθοποιού Χρυσού Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών, για την ερμηνεία του, ενώ η ταινία είχε δεχθεί υποψηφιότητα για το βραβείο Χρυσού Φοίνικα.
  • Το βιβλίο του «Μυστήρια» [7] ήταν η βάση για την ταινία του 1978, που σκηνοθέτησε ο Πάουλ ντε Λούσσανετ [Paul de Lussanet] και πρωταγωνιστούν οι Σύλβια Κρίστελ [Sylvia Kristel], Ρούτγκερ Χάουερ [Rutger Hauer], Αντρέα Φέρρεολ [Andrea Ferreol] και Ρίτα Τούσινγκχαμ [Rita Tushingham].
  • Η ταινία «Hamsun» [8] γυρίστηκε το 1996. Στον ρόλο του συγγραφέα ο Μαξ φον Σίντοφ.

Εξωτερικές συνδέσεις

Βιβλιογραφία

  • «Σε χορταριασμένα μονοπάτια», [Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1987]

Παραπομπές

  1. The Nobel Prize in Literature, 1920
  2. Ένας θάνατος-Απόψεις του έργο του Χάμσουν Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 592ο, σελίδα 322η κ.ε.
  3. Έργα του Κνουτ Χάμσουν (στα Ελληνικά)
  4. Sult-Hunger (1966 film)-Based on Knut Hamsun's novel
  5. Pan (1995) Ταινία «Ο Παν»
  6. [ Σίτσα Καραϊσκάκη, «Κνουτ Χάμσουν, ο ποιητής του ύμνου της ζωής», Περιοδικό «Πνευματική Ζωή», τόμος Γ', τεύχος 57o, 25 Νοεμβρίου 1939, σελίδες 296η-297η.]
  7. Mysteries (Naar de roman van Knut Hamsun) 1978
  8. «Hamsun» Ταινία «Hamsun»
  9. [«Σκλάβοι της Αγάπης» (Διήγηση μιας σκλάβας). Τυπικό νεορομαντικό διήγημα του Νορβηγού συγγραφέα, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, σε μετάφραση του Βάσου Δασκαλάκη, από τις εκδόσεις της εφημερίδας του διανοούμενου και μετέπειτα στελέχους της 4ης Αυγούστου, Κωστή Μπαστιά, «Ηχώ της Ελλάδας» (Αθήνα, 1935).]