Λέων Κουκούλας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Λέοντας Κουκούλας, Ελληνας, καθολικός στο θρήσκευμα, εθνικιστής πεζογράφος, ποιητής, κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1894 στην Ερμούπολη της Σύρου και πέθανε [1] το πρωί της 17ης Οκτωβρίου 1967 στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε στις 4 το απόγευμα της 18ης Οκτωβρίου από το Ναό του Αγίου Διονυσίου των Καθολικών επί της Λεωφόρου Πανεπιστημίου.

Ήταν παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών.

Λέοντας Κουκούλας

Βιογραφία

Η οικογένεια του ανήκε στην κοινότητα των Φραγκισκανών Καπουκίνων της μικρής ελληνοκαθολικής κοινότητας της Σύρου. Ο Λέοντας Κουκούλας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε νεαρή ηλικία και εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος, κατείχε υψηλή θέση στους Σ.Ε.Κ., ενώ ταυτόχρονα άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά. Πραγματοποίησε θεατρικές και φιλοσοφικές σπουδές, αλλά και σπουδές καλών τεχνών, θεάτρου κι αισθητικής στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου, της Λειψίας, του Μονάχου και του Παρισιού. Πρωτοεμφανίστηκε στα νεοελληνικά γράμματα το 1912 στο περιοδικό «Καλλιτέχνης» του Βώκου, ενώ από τα 1913 ήταν συνεργάτης του περιοδικού «Νουμάς», ενώ συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Μούσα», «Νέα Εστία», «Ηγησώ», «Ελληνικά γράμματα» και άλλα με δοκίμια, κριτικές, διηγήματα, μεταφράσεις και ποιήματα.

Υπηρέτησε ως υπαξιωματικός του Ελληνικού στρατού στη διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου και περιλαμβάνονταν μεταξύ των 6.500 Ελλήνων στρατιωτών, υπαξιωματικών και αξιωματικών του Δ' Σώματος του Ελληνικού Στρατού, που είχε έδρα την Καβάλα, οι οποίοι το Σεπτέμβριο του 1916, μεταφέρθηκαν με τραίνα από τη Δράμα στην πόλη Γκαίρλιτς [Gorlitz], στη Σιλεσία της πρώην Ανατολικής Γερμανίας [2], όπου παρέμειναν για δυόμισι χρόνια ως υπό περιορισμό κι ενώ είχε προηγηθεί η κατάκτηση της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, με τη συγκατάθεση της γερμανικής ηγεσίας. Εκεί στις 3 Νοεμβρίου 1916, κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της καθημερινής εφημερίδας «Νέα του Γκαίρλιτς», που αποτελούσε την ελληνόφωνη έκδοση της ομότιτλης τοπικής εφημερίδας «Γκέρλιτσερ Νάχριχτεν», με πρωταγωνιστές της τον Κουκούλα και το Βασίλη Ρώτα, ποιητή και άνθρωπο του θεάτρου, τότε αξιωματικό με τον βαθμό του υπολοχαγού [3].

Εργάστηκε ως θεατρικός κριτικός δημοσιεύοντας στις στήλες της εφημερίδας «Αθηναϊκή». Υπήρξε ο ιδρυτής [4] του Θεάτρου Βορείου Ελλάδος στο οποίο διατέλεσε για ένα χρόνο διευθυντής και παραιτήθηκε το 1944, λίγες ημέρες πριν την απελευθέρωση. Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Θεάτρου ήταν και ο εθνικιστής καθηγητής Στίλπων Κυριακίδης. Στις 5 Μαρτίου 1945, συνυπέγραψε μαζί με άλλους Έλληνες λογοτέχνες το ιδρυτικό καταστατικό του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου. Ο Κουκούλας δίδαξε δραματολογία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου διετέλεσε και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο 1937-1946, αλλά και σε άλλες δραματικές σχολές. Από το 1938 έως το 1940, την περίοδο του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά, ήταν μέλος της επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων, υπό την προεδρία του Αρίστου Καμπάνη. Διετέλεσε πρόεδρος της «Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών».

Εργογραφία

Έγραψε ποιητικές συλλογές, όμως έγινε γνωστός στο λογοτεχνικό χώρο κυρίως για το μεταφραστικό έργο του, κυρίως θεατρικό, καθώς μετέφρασε έργα των Ερρίκου Ίψεν [Henrik Ibsen], 16 θεατρικά έργα σε 31 βιβλιογραφικές μονάδες, συνοδεύοντας τις μεταφράσεις τους με αναλύσεις και εμπεριστατωμένους προλόγους σε κάθε έκδοση, όπως

  • «Κυρά της θάλασσας»,
  • «Βρικόλακες»,
  • «Γιάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν»,
  • «Νόρα, Το σπίτι της κούκλας»,
  • «Έντα Γκάμπλερ».

O Κουκούλας με αφορμή τα πενήντα χρόνια από το θάνατο του Ερρίκου Άινε, δημοσίευσε μια διεξοδική μελέτη στο περιοδικό «Νέα Εστία» στις 15 Μαρτίου 1956, για το Γερμανό ποιητή, στο οποίο παρουσίασε την προσωπικότητα και την ζωή του, ενώ σχολίασε λεπτομερώς το έργο του.

Μετάφρασε το έργο

  • «Το βιβλίο του μικρού αδελφού» του Γκεγιερστάμ,

καθώς και έργα των Στρίντμπεργκ, Σίλλερ, Μολιέρου, Φλωμπέρ, Σούντερμαν και άλλων σημαντικών συγγραφέων, ενώ δημοσίευσε κριτικά δοκίμια και άρθρα σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες. Αθησαύριστος παραμένει μεγάλος αριθμός μονογραφιών του για μορφές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Στον Κουκούλα οφείλεται η πρώτη εμφάνιση του Στέφαν Τσβάιχ στα ελληνικά γράμματα το 1922 στο φιλολογικό περιοδικό «Μούσα», όταν μετέφρασε το ποίημα «Bruges», το μοναδικό ποίημα του Τσβάιχ που έχει μεταφραστεί στη γλώσσα µας.

Ποιητικό έργο

Η ποίησή του είναι εμπνευσμένη από τα κλασσικά γράμματα και φέρνει την αντανάκλαση του κλασσικού πνεύματος, χωρίς να παύει να είναι ποίηση προσωπική, μεσογειακή, με λυρική δόνηση και με μια μουσική ισορροπία που υποβάλλει την ψυχική συγκίνηση μέσα σ' ένα κλίμα ευγενικού αισθηματισμού. Ο Κλέων Παράσχος, έγραφε για τον Κουκούλα, «....η ποίησή του έχει μια ενότητα, ένα ύφος, ένα ήθος, υπακούει σ' ένα σύστημα από κανόνες οργανικούς, σταθερούς, φαντάζει σαν δαμασμός ύλης ύστερα από μόχτο και γνώση και πείρα....».

Στις ποιητικές του συλλογές περιλαμβάνονται,

  • «Της ζωής και του θανάτου» το 1915,
  • «Ένα πρωί» το 1939,
  • «Γνώριμοι δρόμοι» το 1940,
  • «Τρίγλυφο» το 1944.

Έγραψε τη νουβέλα

  • «Απόστρατος» και το διήγημα
  • «Ένας ένας» το 1923, συλλογή διηγημάτων.

Δημοσίευσε το

  • «Σχεδίασμα εισαγωγής στην ιστορία του θεάτρου».

Όπως έγραψε ο Γιάννης Κορδάτος το 1961, «....σαν τεχνοκρίτης ο Κουκούλας βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Αντικειμενικός και με γερή κατάρτιση, στις κριτικές του είναι παρατηρητικός και διεισδυτικός. Γι’ αυτό τις γνώμες του τις σέβονται και κείνοι που διαφωνούν μαζί του. […] Η κριτική του ικανότητα παρουσιάζεται κυρίως στην ανάλυση και αισθητική θεώρηση των θεατρικών έργων. Κατέχει καλά όχι μόνο την ιστορία της λογοτεχνίας μας αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνία...».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Απεβίωσεν ο λογοτέχνης Κλέων Κουκούλας Εφημερίδα «Μακεδονία», 18 Οκτωβρίου 1967, σελίδα 7.
  2. [Η πόλη Γκαίρλιτς [Gorlitz], στη Σιλεσία της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, έχει γεωγραφικό μήκος πάνω στον 15ο μεσημβρινό και μία ώρα διαφορά από το Γκρίνουιτς. Η μεταφορά του Δ' Σώματος Στρατού, με επικεφαλής το συνταγματάρχη Ιωάννη Χατζόπουλο, πραγματοποιήθηκε με τραίνα μέσω Βουλγαρίας τον Σεπτέμβριο του 1916 και διήρκεσε δώδεκα μέρες. Μετακινήθηκαν συνολικά 6.100 στρατιώτες, 430 αξιωματικοί, δυνάμεις της Χωροφυλακής από την Ανατολική Μακεδονία, στρατιωτικοί υπάλληλοι, 93 γυναίκες αξιωματικών και 5 παιδιά. Παρέμειναν σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων και όλοι ήταν εκεί με τη θέλησή τους. Τους υποδέχθηκε ο ο πρώτος υπασπιστής του Κάιζερ, Ludwig von Estorff, με φόντο ένα μεγάλο πανό που έφερε την επιγραφή «ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ-ΧΑΙΡΕΤΕ». Στις 22 Σεπτεμβρίου 1916, ο Γερμανός επιτελάρχης Erich Ludendorff επισήμανε ότι παρέχεται στη χώρα του «..μοναδική ευκαιρία να διαδώσουμε στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για τη γερμανική υπόθεση, τη γερμανική εργασία και το γερμανικό μεγαλείο. Οι Έλληνες δεν πρέπει να αισθάνονται πως είναι αιχμάλωτοι. Οι συναλλαγές τους με την τοπική κοινωνία καθώς και η επαφή τους με την πατρίδα τους επιβάλλεται να τελούν υπό παρακολούθηση, χωρίς όμως ακρότητες...» Το στρατόπεδο του Γκέρλιτς είχε ετεροδικαιικό στάτους, δικές του περιπόλους και ελευθερία κινήσεων των στρατιωτικών. Τον Νοέμβριο του 1916, με τη βοήθεια του τοπικού εκδότη Emil Glauber, τυπωνόταν καθημερινά, εκτός Κυριακής, η τετρασέλιδη Ελληνόγλωσση εφημερίδα τα «Νέα του Gorlitz», με αρχισυντάκτη τον αξιωματικό Διονύσιο Αγαπητό. Το 1918 η έδρα της εφημερίδος μετακόμισε στο Βερολίνο, ενώ το όνομά της άλλαξε σε «Ελληνικά Φύλλα». Σε έκτακτη έκδοση της εφημερίδας δημοσιεύθηκε «Ο Αλιβάνιστος», η πρώτη μετάφραση διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στα γερμανικά. Αργότερα ο Λέων Κουκούλας, εξέδωσε το έργο του «Γράμματα από τη Γερμανία», που αναφέρεται σ' αυτή την περίοδο.]
  3. Η άγνωστη ελληνογερμανική «περιπέτεια» του Α' Π.Π. Εφημερίδα «Real News», Κυριακή 3 Ιουλίου 2014
  4. [Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943, ως αντίδραση στην πρόθεση των Βουλγάρων κατακτητών να εγκαταστήσουν στην πόλη κλιμάκιο του εθνικού θεάτρου της Βουλγαρίας και της όπερας της Σόφιας. Η προσπάθεια τους προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Κατοχικής Ελληνικής κυβερνήσεως που επιστράτευσε το γερμανομαθή Λέοντα Κουκούλα, το σκηνογράφο Γιώργο Βακαλό και το νέο συνθέτη Κωστή Μιχαηλίδη, που αποτέλεσαν τα πρώτα στελέχη του νεοσύστατου θεάτρου. Το «Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης» εγκαταστάθηκε στο κτίριο του Λευκού Πύργου και βασικοί πρωταγωνιστές του ήταν οι Μάνος Κατράκης, Ντόρα Βολανάκη, Έλλη Ξανθάκη και Γιάννης Αυλωνίδης. Παρουσίασε τα έργα η «Τρισεύγενη» του Κωστή Παλαμά, «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου και «Λουίζα Μίλερ» του Σίλλερ, ενώ η τελευταία παράσταση του δόθηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση με το έργο του Βασίλη Ρώτα «Ρήγας Βελενστινλής» με το Μάνο Κατράκη. Το «Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος» επανασυστάθηκε το 1961 και στις 19 Αυγούστου έδωσε στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων, την πρώτη παράστασή του με τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή, σε μετάφραση του Φώτου Πολίτη.]