Λάζαρος Σώχος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Λάζαρος Σώχος Έλληνας γλύπτης, γεννήθηκε το 1862 στο χωριό Υστέρνια [1] της Τήνου και πέθανε το Φεβρουάριο του 1911 από μηνιγγίτιδα, στην Αθήνα.

Λάζαρος Σώχος

Βιογραφία

Ήταν ορφανός από πατέρα και κατάγονταν από φτωχή αγροτική οικογένεια. Σε ηλικία εννέα ετών εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου εργάσθηκε στο εργαστήριο μαρμαρογλυπτικής του θείου του, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα στην καλλιτεχνική σχολή του Γάλλου Guillement, όπου γνωρίστηκε με τη Θηρεσία Γ. Ζαρίφη, μέλος της οικογένειας του τραπεζίτη Γεωργίου Ζαρίφη. Το 1876, μετά το θάνατο του Guillement, με μια συστατική επιστολή, σπούδασε στην Αθήνα στο Σχολείο των Tεχνών, με δασκάλους στη γλυπτική, το Λεωνίδα Δρόση, Αθηναίο νεοκλασικιστή και στη ζωγραφική, τον Nικηφόρο Λύτρα, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν στο εργαστήριο του Δρόση και εξασφάλιζε τα απαραίτητα για την επιβίωσή του. Προκειμένου να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο, εξασφάλισε υποτροφία στα τέλη της δεκαετίας του 1870, από το «Ιερό Ίδρυμα της Ευαγγελιστρίας της Τήνου», ύψους τριάντα περίπου δραχμών μηνιαίως. Όταν ήταν ακόμη μαθητής φιλοτέχνησε δύο αγάλματα που κοσμούν τα ανάκτορα, τον

  • «Περσέα φέροντα την κεφαλή της Μέδουσας» και τον
  • «Οδυσσέα αναγνωριζόμενο υπό του Άργους».

Το 1881 με την οικονομική υποστήριξη της Θηρεσίας Zαρίφη–Bλαστού καθώς και του «Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας της Τήνου» πήγε στο Παρίσι, και έγινε ο πρώτος Έλληνας εικαστικός που σπούδασε στο εξωτερικό, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του αρχικά στην «École des Arts Décoratifs» και μετά στην «École des Beaux Arts», με δασκάλους τον H.M. Chapu, τον Fr. Auguste Bartholdi και τον Antonin Mercie, ενώ μετά το τέλος των σπουδών του ίδρυσε στο Παρίσι εργαστήριο µαρµαρογλυπτικής και το 1888 εξέθεσε έργα του στα Ολύμπια. Τον Ιανουάριο του 1885 βραβεύτηκε με το «Θωμαΐδειον» βραβείο, για τον «Περσέα φέροντα την κεφαλή της Μέδουσας», το οποίο δόθηκε τότε για πρώτη φορά, στους αποφοίτους του Πολυτεχνείου, το Λάζαρο Σώχο και τον αρχιτέκτονα Γεώργιο Πιρπυρή.

Συμμετείχε στον καλλιτεχνικό διαγωνισμό που προκηρύχθηκε το 1882 στο Ναύπλιο, για την ανέγερση έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που βρίσκεται στην Αθήνα, έξω από την παλιά Βουλή, και στο Ναύπλιο. Τα προπλάσματα των έργων εκτέθηκαν στη Βίλα Τζούλια στη Ρώμη και τον ίδιο χρόνο ανατέθηκε στο Σώχο η δημιουργία του μνημείου. Το γύψινο πρόπλασμα εκτέθηκε σε διεθνή έκθεση στο Παρίσι και πήρε το πρώτο βραβείο. Το γλυπτό κατασκευάστηκε στο Παρίσι, στο εργαστήριο που παραχώρησε στον Σώχο ο Antoine Mercie, Γάλλος καθηγητής του στη Σχολή Kαλών Tεχνών στο Boulevard Saint–Michel, όπου έγινε και η χύτευση, ολοκληρώθηκε το 1895 και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα.

Ήταν ιδεαλιστής και υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας. Το 1897 διοργάνωσε το «Νέο Ιερό Λόχο» και παρά τις αντίθετες παραινέσεις του καθηγητή Μερσιέ, πρύτανη της Ακαδημίας των Τεχνών στο Παρίσι, και μέσω Ιταλίας, όπου ενώθηκαν μαζί τους Ιταλοί φιλέλληνες και οι προσωπικοί του φίλοι Κυπριάνι και Φράτι, επέστρεψε στην Ελλάδα. Πήρε μέρος, μαζί με Ευρωπαίους φιλέλληνες, στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και πήρε μέρος στη μάχη του Δομοκού. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο Φτάτι στην προσπάθειά του να προστατεύσει τον Λάζαρο Σώχο και τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι ο Κυπριάνι.

Συμμετείχε το 1905 ως ιδρυτικό μέλος στη σύσταση της «Εταιρείας των Γραμμάτων και Τεχνών», μαζί με τους Γεώργιο Ιακωβίδη, Βικέντιο Μποκατσιάμπη, Νικόλαο Αλεκτορίδη, Δημήτριο Γερανιώτη, Λοΐζο Λάντσα, Σοφία Λασκαρίδου, Παύλο Μαθιόπουλο, Οδυσσέα Φωκά, Βασίλειο Χατζή, Θωμά Θωμόπουλο, Γεώργιο Μπονάνο, Ιωάννη Καρακατσάνη και Δημήτριο Φιλιππότη [2], και το διάστημα 1907-1910 συμμετείχε στις εκθέσεις της. Τον ίδιο χρόνο επισκέφθηκε τον Γιαννούλη Χαλεπά, που ζούσε στο πατρικό του σπίτι στους Πύργους της Τήνου, τον οποίο βρήκε να βόσκει τα πρόβατά του, ζώντας με μόνη συντροφιά τη μητέρα του και σε συνθήκες απόλυτης ανέχειας, καθώς το 1888 είχε εισαχθεί στο φρενοκομείο της Κέρκυρας, όπου παρέμεινε έως το 1902. Το Σεπτέμβριο του 1908, διορίστηκε και δίδαξε ως καθηγητής της Πλαστικής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας [3], έως το Φεβρουάριο του 1911, οπότε και αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω προσβολής του από μηνιγγίτιδα, που τον οδήγησε στο θάνατο. Σύμφωνα με τον ανιψιό του Ονούφριο Σώχο [4], κατέλαβε τη θέση του καθηγητή της Πλαστικής αμέσως μετά το τερματισμό των εργασιών της αποκαταστάσεως του Λέοντα της Χαιρωνείας και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση το 1907 για πολιτικός λόγους. Τότε αποσύρθηκε στο εργαστήριο του περίπου απέναντι από το Πολυτεχνείο στην οδό Ηπείρου, στη συμβολή της με την 3ης Σεπτεμβρίου και πέθανε από μαρασμό. Στη θέση του καθηγητή τον διαδέχθηκε ο Γεώργιος Μπονάνος.

Ο Λέων της Χαιρωνείας

Tο 1901 αποδέχθηκε την πρόσκληση της Aρχαιολογικής Eταιρείας, επέστρεψε στην Aθήνα, και ανέλαβε τη συγκόλληση γλυπτών στην αρχαία Oλυμπία, ενώ το 1902 του ανατέθηκε η αναστήλωση του Λέοντα της Xαιρωνείας, έργο στο οποίο διαδέχθηκε τον Γεώργιο Βρούτο. Ήδη από το 1901 το Συμβούλιο της Αρχαιολογικής Εταιρείας με πρόεδρο τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο, είχε αποφασίσει να τον μετακαλέσει από το Παρίσι, προκειμένου να αναλάβει το έργο της επί τόπου συντήρησης του αγάλματος, που θα πραγματοποιούνταν με βάση τη μελέτη που είχε συντάξει δίχως αμοιβή και με δική του πρωτοβουλία, ο μηχανικός Γεωργιάδης, που βρισκόταν στην περιοχή για τις ανάγκες διάνοιξης της σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Λαμίας. Το Υπουργείο Παιδείας με έγγραφό του στις 24 Ιουνίου 1902, ενέκρινε την έναρξη των εργασιών και το ίδιο καλοκαίρι οι εργασίες αναστηλώσεως του βάθρου του μνημείου. Το 1903 η αναστήλωση προχώρησε με γοργούς ρυθμούς και ο Σώχος μαζί µε το Λάζαρο Φυτάλη, κατασκεύασε και συνάρμοσε τα γύψινα εκμαγεία των μελών που είχαν καταστραφεί, με το κυρίως άγαλμα, τα οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν με μέλη από μάρμαρο.

Εργογραφία

Είναι από τους δημιουργικότερους Έλληνες καλλιτέχνες και τα έργα του διακρίνονται για την αρχαιοπρεπή εμφάνιση, τη γαλήνη και τη πλαστικότητά τους, που οφείλονται τόσο στη λεπτή καλλιτεχνική έμπνευση όσο και στην άρτια τεχνική εκτέλεση. Τα έργα που φιλοτέχνησε είναι εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία και τη φύση, ενώ επηρεάστηκε από την τέχνη του Ροντέν και διακρίθηκε για το ρομαντισμό του. Είναι ένας από τους πλέον βραβευμένους εικαστικούς καλλιτέχνες, καθώς βραβεύθηκε συνολικά 17 φορές.

Αρχείο:Κολοκοτρώνης.jpg
Ανδριάντας Θεοδ. Κοκοκοτρώνη

Ο Κολοκοτρώνης έφιππος

  • «Ο Κολοκοτρώνης έφιππος», σε ηρωική έξαρση, είναι το καλύτερο έργο του, που βραβεύτηκε στην έκθεση γλυπτικής του Παρισιού με χρυσό μετάλλιο.

O Henri Jouin, γραμματέας της Σχολής Kαλών Tεχνών του Παρισιού εξέδωσε σε ειδικό φυλλάδιο λόγο που του ενέπνευσε το έργο αυτό και ο οποίος δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Eστία». Ύστερα από διαγωνισμό που είχε προκηρύξει το 1891, ο τότε Δήμαρχος Ναυπλίου Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος του ανατέθηκε η κατασκευή ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το έργο αποπερατώθηκε το 1894 στο χυτήριο Τιεμπώ στο Παρίσι και το 1895 μεταφέρθηκε στην Ελλάδα. Στήθηκε στις 23 Απριλίου 1901 στο Nαύπλιο, στον «Βοτανικό Κήπο» ή «Πάρκο Κολοκοτρώνη», όπου βρίσκεται έως σήμερα, μετά από παραμονή πέντε χρόνων στις αποθήκες του Οπλοστασίου. Το βάθρο είναι δωρεά του εφέτη Νικολάου Κωτσάκη, σχεδιάστηκε από τους Γάλλους αδελφούς Τιερό και κατασκευάστηκε το 1901 στην Αθήνα στο μαρμαρογλυφείο του Ιωάννη Χαλδούπη [5], ενώ στην κατασκευή του μεταξύ των ετών 1879-1888 ο δήμος Αθηναίων εισέφερε το ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων δραχμών.

Μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο να αγοραστεί από Γάλλο πολίτη το πρόπλασμα του ανδριάντα, το Δημοτικό Συμβούλιο Αθηνών αποφάσισε αρχικά να εγκρίνει το 1900 ποσό πέντε χιλιάδων δραχμών για την αγορά του προπλάσματος και επιπλέον τη σύσταση ερανικής επιτροπής για την κάλυψη του συνολικού ποσού αγοράς και χύτευσής του, ύψους 16.000 φράγκων. Ο ανδριάντας στήθηκε στην Αθήνα το 1904 έξω από το κτίριο της Παλιάς Bουλής, με τη μεσολάβηση του δικηγόρου Ξενοφώντα Σώχου, μετά από απόφαση του Λάζαρου Σώχου ότι το προσφέρει δωρεάν στην πόλη των Αθηνών.

Ο Σπύρος Μερκούρης, τότε δήμαρχος Αθηναίων αποφάσισε να διαθέσει τις πέντε χιλιάδες δραχμές από δημοτικούς πόρους, ενώ μια επιτροπή με πρόεδρο τον αντιεισαγγελέα του Aρείου Πάγου Kωνσταντίνο Mανιάκη και γραμματέα το δικηγόρο Iωάννη Mακρόπουλο, συγκέντρωσε τα υπόλοιπα χρήματα, μέσω πανελλήνιων εράνων. Η Νομαρχία ενέκρινε την πλατεία Κολοκοτρώνη, όπως ήταν και η γνώμη του καλλιτέχνη, που προτίμησε τη θέση και απέρριψε το Ζάππειο, καθώς θεώρησε ανάρμοστη την προβολή του γλυπτού στον Παρθενώνα. Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε τελικά στην πλατεία Κολοκοτρώνη, αφού απορρίφθηκε έφεση του Δήμου κατά της απόφασης της Νομαρχίας. Η επιγραφή στη βάση του αγάλματος, που έχει συνολικό ύψος 4 μέτρα, γράφει, «Έφιππος χώρει, γενναίε Στρατηγέ, διδάσκων τους λαούς ανά τους αιώνας πως οι δούλοι γίνωνται ελεύθεροι» [6]. Το άγαλμα είναι από ορείχαλκο, [κράμα χαλκού]. To 2002 στη διάρκεια εργασιών καθαρισμού και συντηρήσεως στο μνημείο του Κολοκοτρώνη στην οδό Σταδίου στην Αθήνα, οι συντηρητές ανακάλυψαν χαραγμένη σημείωση [7], στο εσωτερικό της χαίτης και της περικεφαλαίας, με την οποία ο Σώχος εκφράζει την αντίθεσή του στην τοποθέτηση της περικεφαλαίας που πρόσθεσε στο άγαλμα.

Άλλα έργα του

Άλλο γλυπτό του είναι

  • «Η Μούσα επιστρέφουσα εις την Ακρόπολιν», που το 1890 πήρε το πρώτο βραβείο σε έκθεση του Παρισιού.

Έργο του είναι επίσης ο ανδριάντας του Δημητρίου Βαφιαδάκη, μεγάλου ευεργέτη της Σύρου, ενώ το 1902 φιλοτέχνησε προτομή του Γιάννη Ψυχάρη.

Συμμετοχές-Βραβεύσεις

Πήρε μέρος

  • στην έκθεση του Καλλιτεχνικού Τμήματος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» το 1885,
  • στα Δ' Ολύμπια το 1888, όπου και απέσπασε αργυρό μετάλλιο,
  • στη Διεθνή των Παρισίων το 1900, στην οποία βραβεύτηκε με το χρυσό μετάλλιο,
  • στις Καλλιτεχνικές εκθέσεις της Εταιρείας των Φιλοτέχνων το 1900 και το 1901,
  • στις Καλλιτεχνικές Εκθέσεις του Ζαππείου το 1901 και το 1902,
  • στο Salon της γαλλικής πρωτεύουσας το 1903,
  • στην πρώτη και την τρίτη έκθεση της Ελληνικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας το 1907 και το 1909.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Υστέρνια Τήνου
  2. Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα Ίδρυση της «Εταιρείας των Γραμμάτων και Τεχνών», σελ. 269
  3. Σώχος Λάζαρος Καθηγητές-Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών
  4. Λάζαρος Σώχος Ονούφριος Σώχος, Εφημερίδα Άλφα Ένα, Σάββατο 28 Μαΐου 2011, σελ. 25
  5. Πάρκο Κολοκοτρώνη Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο
  6. Γλύπτες του περασμένου αιώνα Ευθυμία Μαυρομιχάλη, εφημερίδα «Καθημερινή», ένθετο «7 ημέρες», Κυριακή 25 Οκτωβρίου 1998, σελ. 6 & 8
  7. [«Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909.»]