Νίκος Καββαδίας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νίκος Καββαδίας, Έλληνας ποιητής γνωστός με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο «Μαραμπού» [1], για τους φίλους του «Κόλιας» και για τους οικείους του ο «Μαυρής», γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο παραποτάμιο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη στην περιοχή Χαρμπίν της Μαντζουρίας, στην Κίνα, και πέθανε στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι» στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 1975 από εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο είχε υποστεί στο σπίτι της αδελφής του. Κηδεύτηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών, παρουσία πλήθους λογοτεχνών και συναδέλφων του ναυτικών. Τον επικήδειο [2] εκφώνησε ο φίλος του-ναυτεργάτης Χρήστος Παντελίδης, που εμπνευσμένος από την ποιητική συλλογή «Μαραμπού» την οποία διάβασε έφηβος, ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα.

Ο Καββαδίας ήταν άγαμος και δεν άφησε απογόνους.

Νίκος Καββαδίας

Βιογραφία

Γονείς του ήταν ο Χαρίλαος Καββαδίας, από το Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς, έμπορος και τροφοδότης του τσαρικού στρατού και η Δωροθέα Αγγελάτου, κόρη του Ρισσιάνου συμβολαιογράφου Γρηγόρη Αγγελάτου, από τη γειτονική Άσσο και γόνος γνωστής εφοπλιστικής οικογένειας, των οποίων ήταν το δεύτερο παιδί τους, και είχε τρία αδέλφια, την πρωτότοκη Ευγενία, το Δημήτρη και τον Αργύρη. Το 1914, όταν ξεκίνησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και η επανάσταση στο Σετσουάν, εγκατέλειψαν την χώρα και έφτασαν στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας. Στην Αθήνα έμειναν στο ξενοδοχείο «Διάνα» και η Τζένια με το Νίκο παρακολούθησαν για πρώτη φορά θέατρο, με πρωταγωνίστρια τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Αργοστόλι, όπως ήταν ο αρχικός της προγραμματισμός, και τα παιδιά γράφτηκαν στο νηπιαγωγείο της σχολής «Παρθεναγωγείον αι Μούσαι», που ανήκε στην Ελένη Μαζαράκη. Εκεί ο Νίκος έζησε τον αποκλεισμό του νησιού από το ναυτικό των «συμμάχων» της «Αντάντ» και σύμφωνα με την αδελφή του Τζένια [3], τον εντυπωσίασαν οι Άγγλοι, Γάλλοι και Σενεγαλέζοι στρατιώτες, καθώς και τα υδροπλάνα, τα καράβια, τα οπλιταγωγά, οι ατμάκατοι και τα υποβρύχια τους. Ο Χαρίλαος Καββαδίας επέστρεψε στη Ρωσία, όπου ήταν η έδρα των επιχειρήσεων του, όμως το 1917, με την επικράτηση της Οκτωβριανής Επαναστάσεως, καταστράφηκε οικονομικά, φυλακίστηκε από τους Μπολσεβίκους και τελικά το Νοέμβριο του 1920, ακολουθώντας τα υπολείμματα του αντιμπολσεβίκου στρατηγού Βράνκελ, επέστρεψε στην Ελλάδα. Λίγο αργότερα η οικογένεια εγκατέλειψε το Αργοστόλι και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, αρχικά στην οδό Φραγκιαδών, κοντά στο Τζάνειο Νοσοκομείο στη Φρεαττύδα, και κατόπιν στην οδό Bούλγαρη 118, στο Πασαλιμάνι. Ο πατέρας του προσπάθησε μάταια, να εργαστεί σε βαπόρια συγγενών της γυναίκας του και κατόπιν άνοιξε συνεταιρικά ένα κατάστημα τροφίμων, όπου μαζεύονταν Ρώσοι μετανάστες.

Παιδικά-Εφηβικά χρόνια

Ο Νίκος στο Δημοτικό σχολείο, στη σχολή Saint Paul, ήταν συμμαθητής με το Γιάννη Τσαρούχη και τον μετέπειτα πρεσβύτερο-πατέρα Γεώργιο Πυρουνάκη, ενώ σε ηλικία έντεκα ετών, με το πλοίο «Πολικός» των Aγγελάτων, ταξίδευε, μαζί με τον πατέρα του, στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Στη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων εξέδωσε τρία τεύχη από το «Σχολικό Σάτυρο», στον οποίο σατύριζε συμμαθητές και συμμαθήτριες, και παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει στο περιοδικό «Η Διάπλαση των Παίδων» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, με το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής». Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα πυγμαχίας στο Γυμναστήριο, απέναντι από το μπακάλικο του πατέρα του, υπό την επίβλεψη του Νίκου Μενεξή, πρωταθλητή της πυγμαχίας και συμμετείχε στον αθλητικό σύλλογο «Πειραϊκός».

Στο Γυμνάσιο, στο Παρθεναγωγείο των αδελφών Μπάρδη, είχε συμμαθητή τον Κώστα Αποστολίδη, γιο του γνωρίστηκε Παύλο Νιρβάνα, συγγραφέα και γιατρού του Πολεμικού Ναυτικού, που ήταν ο πρώτος του «δάσκαλός» στη λογοτεχνία, με τον οποίο έκαναν μεγάλους περιπάτους στο Παλαιό Φάληρο, όπου ήταν το σπίτι του Παύλου Νιρβάνα, ο οποίος του αφιέρωσε ένα τόμο από τα χρονογραφήματα του χρονογραφημάτων του, γράφοντας, «Στο μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία από εκτίμηση στο νεαρό του τάλαντο», ενώ ανάλογη, σύμφωνα με μαρτυρία της αδελφής του, ήταν η σχέση του και με τον λογοτέχνη Κ.Καρθαίο, ο οποίος υπήρξε, επίσης, λογοτεχνικός του δάσκαλος.

Ναυτική ζωή

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, έδωσε εξετάσεις και πέτυχε στην Ιατρική Σχολή, όμως ο θάνατος του πατέρα του από καρκίνο, τον οδήγησε στην ανάγκη να εργαστεί στο ναυτικό γραφείο Ζωγράφου, αναλαμβάνοντας την πρακτόρευση τα βαπόρια των αδελφών της μητέρας του. Το Νοέμβριο του 1928, έβγαλε ναυτικό φυλλάδιο και το 1929 μπάρκαρε ως «ναυτόπαις» στο φορτηγό «Άγιος Νικόλαος», καθώς επιθυμία του ήταν να ταξιδεύει με φορτηγά πλοία. Σύμφωνα όμως με τις εγγραφές στο ναυτικό του φυλλάδιο ταξίδεψε,

  • το 1930 με το φορτηγό «Πολικός»,
  • το 1931 με το φορτηγό «Νίκη»,
  • το 1934 με τα φορτηγά «Ιόνιον» και «Αντζουλέτα»,
  • το 1936, για πέντε μήνες, με το φορτηγό «Χαράλαμπος»,
  • από το 1945 έως το 1949 με τα επιβατικά «Κορινθία» και «Κυρήνεια»,
  • το 1950 με το επιβατικό «Ιωνία», το οποίο ανήκε στις «Ελληνικές Μεσογειακές Γραμμές»,
  • το Δεκέμβριο του 1950 με το επιβατικό «Κυρήνεια»,
  • από τον Οκτώβριο του 1951 με το επιβατικό «Κορινθία».

Το 1953 απέκτησε Δίπλωμα Ασυρματιστή Α΄ τάξεως και έκτοτε ταξίδεψε

  • με τα ατμόπλοια «Ιωνία», «Κορινθία», Απρίλιος-Αύγουστος του 1953,
  • με το φορτηγό «Πρωτεύς», Σεπτέμβριος-Νοέμβριος του 1953 και το Δεκέμβριο του 1953 με το ατμόπλοιο «Κορινθία»,
  • το 1954 με τα επιβατικά «Κυρήνεια», «Κορινθία», «Ιωνία», «Ρωμυλία» και «Kορινθία»,
  • το 1955 με τα «Κυρήνεια» στις 8 Νοεμβρίου και «Λυδία» το Δεκέμβριο, από
  • το 1956 έως το 1957 με τα «Λυδία», «Φρυγία»,
  • το 1958 έως το 1963 με το επιβατικό «Μασσαλία»,
  • το 1964, από τον Απρίλιο έως το Σεπτέμβριο με το επιβατικό «Απολλωνία» και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους έως το Μάρτιο του 1965, με το επιβατικό «Μηδία»,
  • το 1965 από τον Απρίλιο έως το Νοέμβριο με το επιβατικό «Απολλωνία» και ως το τέλος του χρόνου με το φορτηγό «Θησεύς».

Τη χρονική περίοδο από

  • το 1966 έως το 1973 με το επιβατικό «Απολλωνία» και τέλος
  • το 1974 με το επιβατικό «Aquarius», με το οποίο πραγματοποίησε το τελευταίο του ταξίδι.

Το 1933 η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, σε σπίτι επί της οδού Kιμώλου 18 στην Kυψέλη, και το 1939 στην οδό Aγίου Mελετίου 10, στην ίδια γειτονιά. Το 1938 στρατεύτηκε και υπηρέτησε στην Ξάνθη με ειδικότητα ημιονηγού, ενώ το 1939 απέκτησε δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή Β΄τάξεως και με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή στο μέτωπο της Αλβανίας, αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας, όμως αργότερα υπηρέτησε στο σταθμό υποκλοπών της ΙΙΙ Μεραρχίας. Κατά την κατοχή έμεινε στην Αθήνα και πήρε μέρος στην αντίσταση, αρχικά στο EAM των ναυτικών και μετά στο EAM των λογοτεχνών και έγινε μέλος στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, δίχως ποτέ να τον αγγίζει ο δογματισμός και έχοντας φίλους σε όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Μετά από πρόταση του Θέμου Κορνάρου τοποθετήθηκε επικεφαλής του Ε.Α.Μ. Λογοτεχνών-Ποιητών στις αρχές του 1945, και στη θέση τον διαδέχθηκε ο Νικηφόρος Βρεττάκος στις 6 Οκτωβρίου 1945, όταν μπάρκαρε στο πλοίο «Κορινθία», μετά από άδεια της Κρατικής Ασφάλειας. Tο 1964, μαζί με τη μητέρα και την αδελφή του, μετακόμισε στην οδό Γέλωνος 4, κοντά στην Αμερικανική πρεσβεία στους Αμπελόκηπους, και το 1965 μετά το θάνατο της μητέρας του στις 11 Μαΐου 1965, στην οδό Δεινοκράτους 5 στη Δεξαμενή στο Kολωνάκι, όπου κατοικούσε η κόρη της αδελφής του Τζένιας, η Έλγκα Χατζοπούλου.

Λογοτεχνική δράση

Από τα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε περιοδικά, ενώ το 1928, με το ψευδώνυμο «Πέτρος Βαλχάλας», που το κράτησε ως το 1930, δημοσίευσε ποιήματα του στο περιοδικό της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» και στα περιοδικά «Διανοούμενος» και «Pυθμός». Το 1932 δημοσίευσε το πρώτο πεζογράφημα του, «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» [4] και σε συνέχειες την «Απίστευτη ιστορία του Λοστρόμου Νακαχαμόκο» στην ίδια εφημερίδα, ενώ το 1933 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Μαραμπού», το οποίο περιλάμβανε 19 ποιήματα που εντυπωσίασαν και έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό. Σ` αυτή την εποχή αναφέρονται τα αφηγήματα του «Στο άλογό μου» το 1941 και το 1969 «Του πολέμου». Δημοσίευσε αντιστασιακά ποιήματα, όπως το ποίημα «Aθήνα 1943», στο παράνομο περιοδικό «Πρωτοπόροι» το Δεκέμβριο του 1943 με το ψευδώνυμο «A. Tαπεινός» και την ίδια περίοδο έγινε μέλος στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, αν και είχε εκδώσει μόνο το βιβλίο «Μαραμπού», αντί των τριών βιβλίων που απαιτούνταν για την εγγραφή. Στην πρώτη μετακατοχική περίοδο ανήκει το ποίημα του «Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη», που δημοσιεύτηκε το 1945 στο περιοδικό της EΠON, «Nέα Γενιά». Το 1947 κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή του «Πούσι» που περιλάμβανε 14 ποιήματα και το 1949 μπάρκαρε εκ νέου. Το 1954 εξέδωσε τη «Βάρδια», ένα πεζογράφημα που έκανε εντύπωση, ενώ το 1957 η αυτοκτονία του Αργύρη του μικρότερου από τα αδέλφια του, μέσα στην καμπίνα του πλοίου στο οποίο ήταν πλοίαρχος, στο Κόμπε της Ιαπωνίας, τον συγκλόνισε και έγραψε ξανά ποίημα το 1967, ήταν το αυτοβιογραφικό «Κοσμά του Ινδικοπλεύστη».

Το Φεβρουάριο του 1966 έδωσε συνέντευξη στο Γεράσιμο Α. Ρηγάτο, [5] και το Μάρτιο του 1967 έδωσε συνέντευξη στους τότε σπουδαστές Μάκη Ρηγάτο και Γιάννη Καούνη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανσπουδαστική», και με την ευκαιρία έγραψε και αφιέρωσε το ποίημα του «Οι σπουδαστές». Στο μεταξύ ταξιδεύει διαρκώς και το 1968 επισκέφθηκε στην Κεφαλλονιά μετά από 35 χρόνια, μαζί με την αδελφή του, όπου, τα Χριστούγεννα, έγραψε το πεζό «Λι», ενώ το 1970 και το 1972 επανέλαβε την επίσκεψη του. Το 1972 έγραψε το ποίημα «Guevara», που αφιέρωσε στον Αργεντινό μαρξιστή που σκοτώθηκε στη Βολιβία και το Νοέμβριο του 1973 προσκλήθηκε από τον καθηγητή Κωνσταντίνο Μητσάκη στη Θεσσαλονίκη και παραβρέθηκε σε εκδήλωση προς τιμήν του στο Λογοτεχνικό Εργαστήρι του Σπουδαστηρίου της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Δύο μήνες αργότερα έγραψε το ποίημα «Θεσσαλονίκη ΙΙ» [6], το οποίο αφιέρωσε στην Αντιγόνη Χατζηανδρέα, τη σύζυγο του Στρατή Τσίρκα, και αργότερα το «Αντινομία», το «Fata Morgana» και επεξεργάστηκε τα «Παραμύθια του Φιλίππου», που ήταν εμπνευσμένα από τον εγγονό του Φίλιππο Χατζόπουλο, γιο της Έλντας, της ανιψιάς του. Μετά το θάνατό του εκδόθηκε η τρίτη του ποιητική συλλογή «Τραβέρσο», το 1975, που περιλαμβάνει 14 ποιήματα και 3 νανουρίσματα.

Εργογραφία

Τα έργα του είναι γραμμένα με τη γλώσσα των καραβιών, όμως χρησιμοποιεί και γλωσσικούς ιδιωματισμούς της Κεφαλλονιάς και την Ελληνική λαϊκή γλώσσα. Στις μόλις τρεις ποιητικές συλλογές του, το ένα του μυθιστόρημα και στα τρία μικρά πεζά, που αποτελούν το σύνολο του έργου του, είναι εμφανής ο έρωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, που αποτέλεσαν το πάθος της ζωής του, μακριά από την οποία άντεξε μόλις τρεις μήνες, καθώς πέθανε ελάχιστο χρόνο μετά το τελευταίο του ταξίδι [7], αφού έπιασε στεριά το Νοέμβριο του 1974, όταν επέστρεψε από το τελευταίο του θαλασσινό ταξίδι.

Η αξία του έργου του αναγνωρίστηκε μετά το θάνατό του και τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους [8], καθώς είκοσι οκτώ από το πενήντα δύο, έγιναν τραγούδια. Πρώτος μελοποίησε έργα του ο συνθέτης Γιάννης Σπανός, όμως σε εκτενώς ασχολήθηκε ο Θάνος Μικρούτσικος, ο οποίος μελοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου, το οποίο τραγούδησαν καλλιτέχνες όπως ο Κώστας Θωμαΐδης, η Μαρίζα Κωχ, αλλά και μουσικά συγκροτήματα όπως οι «Ξέμπαρκοι». Ογδονταδύο επιστολές του καθώς και καρτ ποστάλ της χρονικής περιόδου από το 1935 έως το 1965, που έστειλε στην αδελφή και στην ανιψιά του, εκδόθηκαν, στο τέλος του 2012, σε βιβλίο 195 σελίδων, από τις εκδόσεις «Άγρα», με τίτλο «Νίκος Καββαδίας. Γράμματα στην αδελφή του Τζένια και στην Έλγκα».

Τα έργα του

  • «Μαραμπού», [το όνομα της ποιητικής συλλογής είναι εμπνευσμένο από το όνομα ενός τροπικού «χαζού» πουλιού, εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1933 με δικά του έξοδα από τις εκδόσεις «Κύκλος», σε 255 αντίτυπα και περιλαμβάνει 22 ποιήματα [9], 2η ἔκδοση, «Γαλαξίας», 1961-1971, 3η ἔκδοση, «Κέδρος», 1975-1989, 4η ἔκδοση, «Ἄγρας», το 1990],
  • «Του πολέμου/Πάνω στ’ άλογο», [το 1941, πεζογράφημα],
  • «Πούσι» [10], [το 1947, 1η ἔκδοση, «Ἀ. Καραβίας», 2η ἔκδοση, «Γαλαξίας», 1961-1971, 3η ἔκδοση, «Κέδρος», 1975-1989, 4η ἔκδοση, «Ἄγρας», 1989-1996, ποιητική συλλογή η οποία που περιλαμβάνει 14 ποιήματα],
  • «Βάρδια», [το 1954, πεζογράφημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία καθώς το κεντρικό του πρόσωπο λέγεται Νίκος και είναι ασυρματιστής],
  • «Τραβέρσο», [το 1975, ποιητική συλλογή που εκδόθηκε μετά το θάνατό του, η οποία περιλαμβάνει 14 ποιήματα και 3 νανουρίσματα],
  • «Λι», νουβέλα, [το 1987, εκδόθηκε μετά το θάνατό του],

ενώ μια σειρά από ποιήματά του, που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα έντυπα, είναι ανένταχτα [11] και δεν περιλαμβάνονται σε καμία ποιητική του συλλογή.

Μεταφορά στην οθόνη

Στην μικρή και τη μεγάλη οθόνη προβλήθηκαν

  • «Του πολέμου», [12] [το 1977, τηλεταινία της ΕΡΤ βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του με θέμα την ιστορία ενός Έλληνα στρατιώτη την περίοδο του πολέμου του 1940],
  • «Πορεία 090», [τηλεοπτική σειρά του 1980, σε σκηνοθεσία του Τάσου Ψαρρά, που αποτελούνταν από αυτοτελή επεισόδια, με θέμα τη ζωή των ναυτικών, η οποία προβλήθηκε από την Ελληνική κρατική τηλεόραση. Τα γυρίσματα της έγιναν στο λιμάνι της Πύλου],
  • «Nikos Kavvadias-croisière sur la vie», [ντοκιμαντέρ παραγωγής 1994 για το γαλλικό κανάλι «ARTE»],
  • «Λι», [τα πεζά του γυρίστηκαν το 1995, σε αγγλόφωνη μικρού μήκους ταινία με τίτλο «Between the Devil and the Deep Blue Sea», από την Βελγίδα Marion Hänsen σε μουσική Wim Mertens],
  • «Με τα μάτια στραμμένα στη στεριά», [έγχρωμο ντοκιμαντέρ του 2003 της Κατερίνας Πατρώνη],
  • «Skipper straad», [ταινία μικρού μήκους της Ειρήνης Βαχλιώτη το 2003, που προβλήθηκε στο φεστιβάλ της Δράμας και είναι βασισμένο στο έργο του «Βάρδια». Η ταινία τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης βαλκανικής ταινίας του διεθνούς τμήματος του φεστιβάλ και με σχεδόν όλα του ελληνικού τμήματος].

Κριτική

Στα ταξίδια του στην Ανατολή, όπως περιγράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στο περιοδικό «Νέα Εστία» [13] βασισμένος σε αφήγηση του ίδιου, είχε γεμίσει το σώμα του με τατουάζ, μεταξύ τους μια μικρή γοργόνα χορεύτρια χαραγμένη στο ένα μπράτσο κι ένα φανάρι με την επιγραφή «Hotel» στο άλλο. Χαρακτηρίστηκε ως απόλυτα βιωματικός ποιητής, καθώς στα ποιήματά του στα καράβια με τα οποία ταξίδεψε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια. Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, από τις στήλες της «Nέας Eστίας», κατηγόρησε την ποίηση του για «έλλειψη ήθους», και άλλοι αριστεροί λογοτέχνες όπως ο Στέλιος Γεράνης και ο Βασίλης Λούλης τον κατηγόρησαν για παθητική στάση και αδιαφορία απέναντι στα γεγονότα που κατά καιρούς συγκλόνιζαν την Ελλάδα και τον κόσμο, και ότι μοναδικός σκοπός του έργου του ήταν ο εξωραϊσμός της ναυτικής ζωής. Επίσης ότι προσπαθούσε να εντυπωσιάσει τους ανθρώπους της στεριάς με εντυπωσιακές περιγραφές λιμανιών και τόπων, αν και οι ναυτικοί αντιμετώπιζαν στην καθημερινότητά τους σημαντικά και πολλές φορές ανυπέρβλητα εμπόδια, βάσανα και κακουχίες, που τους στοίχιζαν την ίδια τους τη ζωή.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Το «Μαραμπού» είναι πουλί, που η παρουσία του αποτελεί κακό οιωνό για τους ναυτικούς.]
  2. [«...Αδελφέ μας ποιητή! Ξεκουράσου στην τελευταία σου κουκέτα, στην πιο μικρή καμπίνα που γνώρισε ποτέ ναυτικός...». Ολόκληρος ο επικήδειος στην εφημερίδα «Αυγή», 12 Φεβρουαρίου 1975, και στη «Ναυτεργατική», 13 Μαρτίου 1975.]
  3. [εκδόσεις «Άγρας», Αθήνα, 1994]
  4. [Εφημερίδα «Πειραϊκόν Βήμα», φύλλα 1ο και 2ο, 31ης Ιανουαρίου και 7ης Φεβρουαρίου 1932.]
  5. «Πάνω στο φτερό του καρχαρία»-Σπάνια συνέντευξη του Νίκου Καββαδία Εφημερίδα «Δημοκρατική Πορεία», φύλλο 1967, 20 Φεβρουαρίου 1966.
  6. Μια χειρόγραφη εκδοχή του ποιήματος «Θεσσαλονίκη»
  7. -«Δεν θέλω να μείνω ξέμπαρκος. Δεν θέλω να με βρει ο θάνατος στη στεριά.»
    Στον καναπέ όπου έπαθε το εγκεφαλικό, πρόλαβε να πει:
    -«Με βρήκε αυτό που φοβόμουνα.»]
  8. Νίκος Καββαδίας (Στιχουργός)
  9. Νίκος Καββαδίας, Όλα τα ποιήματα της συλλογής «Μαραμπού»
  10. Νίκος Καββαδίας, Όλα τα ποιήματα της συλλογής «Πούσι»
  11. Νίκος Καββαδίας-Ανένταχτα
  12. «Του πολέμου» Τηλεταινία παραγωγής ΕΡΤ
  13. Αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καββαδία Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 1702, 1η Ιουνίου 1998, σελ. 754-756