Χάρι Έλμερ Μπαρνς

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Χάρι Έλμερ Μπαρνς (Αγγλικά: Harry Elmer Barnes) Αμερικανός ιστορικός και κοινωνιολόγος, ίσως ο επιφανέστερος ιστορικός αναθεωρητής ο οποίος διατύπωσε και τον ορισμό του ιστορικού αναθεωριτισμού, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1889 στο Όμπουρν της πολιτείας της Νέας Υόρκης και πέθανε στις 25 Αυγούστου 1968 στο Μαλιμπού [Malibu] της πολιτείας της Καλιφόρνια [California] στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Η εργασία του πάνω στα αίτια του Α' αλλά και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, έθεσε τα θεμέλια μιας νέας προσέγγισης της ιστορικής αλήθειας. Το πνευματικό του έργο καλύπτει τους τομείς της πολιτιστικής και πνευματικής ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της εγκληματολογίας, της ιστοριογραφίας, αλλά κυρίως της πολιτικής ιστορίας του 20ού αιώνα. Δίδαξε σε πολλά κολλέγια στην Αμερική ενώ υπήρξε μέλος πολλών έγκριτων επιστημονικών ενώσεων. Έχει δημοσιεύσει πάνω από 70 βιβλία και εκατοντάδες δοκίμια.

Χάρι Έλμερ Μπαρνς.jpg

Βιογραφία

Ιστορικός αναθεωρητισμός (Ορισμός)

Το 1958, ο Μπαρνς διατύπωσε τον ορισμό του ιστορικού αναθεωρητισμού ως εξής:

«Ο αναθεωρητισμός συνεπάγεται την ειλικρινή αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας και την απαξίωση των παραπλανητικών μύθων που αποτελούν εμπόδιο στην ειρήνη και την καλή θέληση μεταξύ των εθνών. Στο μυαλό των αντι-ρεβιζιονιστών, ο όρος μυρίζει κακία, εκδικητικότητα και ανίερη επιθυμία να σπιλώσουν τους σωτήρες της ανθρωπότητας. Στην πραγματικότητα, ο αναθεωρητισμός δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από την προσπάθεια διόρθωσης της ιστορικής καταγραφής υπό το πρίσμα μιας πληρέστερης συλλογής ιστορικών γεγονότων, μιας πιο ήρεμης πολιτικής ατμόσφαιρας και μιας πιο αντικειμενικής στάσης.»

Το 1978 συμμετείχε στην ίδρυση του "Institute for Historical Review", ενός οργανισμού αφιερωμένου στην έρευνα, αναθεώρηση και διάδοση της ιστορίας από αναθεωρητική σκοπιά.

Το όνομά του, φέρει σήμερα, το έγκριτο περιοδικό του ιστορικού αναθεωρητισμού "The Barnes Review"

Αναθεώρηση της ιστορίας του Α' Π.Π.

Με το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η επιστήμη της ιστορίας κλονίστηκε. Η πολιτική προπαγάνδα είχε δώσει τον τόνο και η ανεξάρτητη έρευνα δεν ήταν πλέον το πρώτιστο ζητούμενο. Στο εξής, το καθήκον του ιστορικού θα έπρεπε να είναι η τεκμηρίωση της "σωστής", δηλαδή της άποψης των νικητών. Έτσι, όπως όριζαν οι Βερσαλλίες, έπρεπε να αποδειχθεί η αποκλειστική ενοχή της Γερμανίας για το ξέσπασμα του Παγκόσμιου Πολέμου. Η ποιότητα του επιχειρήματος ήταν λιγότερο σημαντική, αν το αποτέλεσμα ήταν σωστό. Εξάλλου, όπως το διατύπωσε ο Βρετανός Πρωθυπουργός Λόιντ Τζωρτζ:

«Για τους Συμμάχους, η γερμανική ευθύνη είναι θεμελιώδης. Είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η συνθήκη».  [1]

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ορισμένοι ιστορικοί αντιτάχτηκαν σε αυτού του είδους την αντίληψη. Στόχος τους ήταν να διατηρήσουν τα προηγούμενα θεμέλια της επιστημονικής ιστορικής έρευνας. Η ευσυνείδητη μελέτη των πηγών και η θέληση για την αλήθεια ήταν τα συνθήματά τους. Μαζί με τον Σίντνεϊ Μπράντσο Φέιβ, και τον διάσημο Τσαρλς Μπερντ α, ο Χάρι Μπαρνς ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους τους. [2] Μέχρι το 1926, ο Μπαρνς είχε μελετήσει τα διπλωματικά πρακτικά όλων των εμπλεκόμενων δυνάμεων, καθώς και το διάσημο πλέον έργο του κόμη Μαξ Μοντζέλα (Max Montgelas)," The Case for the Central Powers", το οποίο αποδόμησε τη μυθοπλασία της γερμανικής πολεμικής ενοχής. Ο Μπαρνς υποστήριζε ότι η Ρωσία και η Γαλλία έφεραν όλη την ευθύνη για την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, και όχι οι Κεντρικές Δυνάμεις. Κατά την άποψή του, κεκτημένα πολιτικά και ιστορικά συμφέροντα βρίσκονταν πίσω από τις επίσημες προσεκτικά κατασκευασμένες ιστορίες ότι η Γερμανία ξεκίνησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι μελέτες του Μπαρνς στα διπλωματικά έγγραφα:

  • κατέδειξαν την ρωσική συμμετοχή στην δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου της Αυστρίας στο Σεράγεβο. «Είναι απολύτως βέβαιο ότι οι Ρώσοι έδωσαν την υποστήριξή τους σε όλη τη συνωμοσία. Ο Ρώσος απεσταλμένος στο Βελιγράδι γνώριζε για τη συνωμοσία πολύ πριν από την πραγματοποίησή της. Ο Alexander Izvolsky (Ρώσος διπλωμάτης) λέει ότι αμέσως μετά τη δολοφονία, ένας αγγελιοφόρος του βασιλιά της Σερβίας του έφερε το μήνυμα: Μόλις κάναμε καλή δουλειά [3]
  • ότι η Αγγλία δεν είχε σε καμία περίπτωση εισέλθει στον πόλεμο μόνο και μόνο λόγω της παραβίασης της βελγικής ουδετερότητας. Ο Βρετανός Υπουργός των Εξωτερικών, Έντουαρντ Γκρέι γράφει στα Απομνημονεύματά του ότι ακόμη και χωρίς το Βέλγιο θα είχε κάνει μια προσπάθεια να τραβήξει την Αγγλία στον πόλεμο και ότι θα είχε παραιτηθεί αν αποτύγχανε. [4]
  • ότι η Γαλλία στόχευε στην πλήρη εξόντωση της Γερμανίας. Όπως ανέφερε ο Βέλγος πρεσβευτής στη Γαλλία, βαρόνος Guillaume, τον Ιανουάριο του 1914: «Είχα ήδη την τιμή να σας πληροφορήσω ότι είναι οι κύριοι Πουανκαρέ, Ντελκασέ, Μιλλεράν και οι φίλοι τους που συνέλαβαν και πραγματοποίησαν τις εθνικιστικές, μιλιταριστικές και σοβινιστικές πολιτικές, των οποίων την αναζωπύρωση παρακολουθούμε. Είναι ένας κίνδυνος για την Ευρώπη και για το Βέλγιο. Το θεωρώ ως τον σοβαρότερο κίνδυνο που απειλεί σήμερα την ειρήνη της Ευρώπης».[5]
  • ότι οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο για να κερδοσκοπήσουν. Δεν ήταν ο απεριόριστος υποβρύχιος πόλεμος των Γερμανών ο πραγματικός λόγος του πολέμου. «Από τις προοπτικές αυτών των δυνάμεων για πολεμική επιτυχία και από την ικανότητά τους να παρατείνουν τον πόλεμο, εξαρτιόταν η σχετική έκταση των αμερικανικών κερδών και η πιθανότητα να πληρωθούν για τα αγαθά που πουλήθηκαν σε αυτές τις δυνάμεις της Αντάντ». Ήδη από τον Απρίλιο του 1916, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του «να θέσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κατάσταση πολέμου, και μάλιστα αμέσως [...] Ο Ουίλσον απειλούσε τώρα, λέγοντας ότι όποιος σταθεί εμπόδιο στο δρόμο του θα εξοντωνόταν πολιτικά μόλις άρχιζε να πραγματοποιεί το σκοπό του». [6]

Ο Μπαρνς θεωρεί ότι τη μεγαλύτερη ευθύνη για το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου την φέρουν η Σερβία, η Γαλλία και η Ρωσία. Ακολουθεί η Αυστρία αν και θεωρεί ότι «ποτέ δεν ήθελε έναν γενικό ευρωπαϊκό πόλεμο». Τέλος, η Γερμανία και η Αγγλία, «όπου ο Γερμανός αυτοκράτορας κατέβαλε πολύ πιο ένθερμες προσπάθειες για τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη από ό,τι ο σερ Έντουαρντ Γκρέι.»

Για την μνημειώδη αυτή εργασία του Μπαρνς, ο George Peabody Gooch, εκδότης των αγγλικών επίσημων έργων για τα αίτια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και αδιαμφισβήτητη αυθεντία στον τομέα της διπλωματικής ιστορίας, έγραψε πως «Κανένας άλλος Αμερικανός δεν έχει κάνει τόσα πολλά όσο ο καθηγητής Μπαρνς για να εξοικειώσει τους συμπατριώτες του με τα νέα στοιχεία που συσσωρεύτηκαν με ταχείς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια και να τους αναγκάσει να αναθεωρήσουν τις πολεμικές τους κρίσεις υπό το φως αυτού του νέου υλικού».

Αναθεώρηση της ιστορίας του Β' Π. Π.

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος κατέστρεψε πλήρως τη βάση της ιστορικής επιστήμης. Με το σύνθημα ο νικητής έχει πάντα δίκιο, ξεκίνησε ένα πραγματικό κυνήγι μαγισσών εναντίον όσων τόλμησαν να διαφωνήσουν. Η Επανεκπαίδευση πανηγύριζε φρικτούς θριάμβους. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Μπαρνς τόλμησε τον αιρετικό για την ευρωπαϊκή πολιτική ισχυρισμό ότι για την καταστροφή του 1939 έφταιγαν σχεδόν αποκλειστικά οι Βρετανοί.

«... Ενώ το 1914 η βρετανική ευθύνη για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο περιοριζόταν κυρίως  στην αδύναμη και διπρόσωπη στάση του σερ Έντουαρντ Γκρέι, οι Βρετανοί είχαν σχεδόν την αποκλειστική ευθύνη για το ξέσπασμα τόσο του γερμανικού όσο και του ευρωπαϊκού πολέμου στις αρχές Σεπτεμβρίου 1939. Ο Λόρδος Χάλιφαξ, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, και ο Σερ Χάουαρντ Κένναρντ, ο Βρετανός πρεσβευτής στη Βαρσοβία, ήταν πολύ περισσότερο υπεύθυνοι για τον ευρωπαϊκό πόλεμο του 1939 απ' ό,τι ο Σαζόνοφ, ο Ιζβόλσκι και ο Πουανκαρέ για εκείνον του 1914». [7]

Κατά συνέπεια, αξιολόγησε τη γερμανική πολιτική την παραμονή του πολέμου ως εξής:

«Ο Χίτλερ απείχε πολύ από το να ξεκινήσει βιαστικά έναν επιθετικό πόλεμο εναντίον της Πολωνίας με βάναυσες και παράλογες απαιτήσεις. Αντίθετα, προσπάθησε πολύ περισσότερο να αποτρέψει τον πόλεμο κατά τη διάρκεια της κρίσης του Αυγούστου του 1939 απ' ό,τι έκανε ο Κάιζερ κατά τη διάρκεια της κρίσης του Ιουλίου του 1914».

Ο Μπαρνς στήριζε πάντα την έρευνά του σε μια ευρεία βάση ντοκουμέντων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά την έρευνά του για το Περλ Χάρμπορ, την οποία μπόρεσε να ολοκληρώσει λίγο πριν από τον θάνατό του [8]. Αποκάλυψε ότι ο Ρούσβελτ προκάλεσε τους Ιάπωνες να επιτεθούν στο Περλ Χάρμπορ προκειμένου να εισέλθει στον ευρωπαϊκό πόλεμο από την «πίσω πόρτα». Γράφει σχετικά:

«...Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο Ρούσβελτ έβαλε με ψέματα τη χώρα του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ενάντια στη θέληση του 80% του αμερικανικού λαού. Αυτός ο πόλεμος κόστισε στις Ηνωμένες Πολιτείες περίπου 1 εκατομμύριο θύματα [...] Το άμεσο χρηματικό κόστος ήταν περίπου 350 δισεκατομμύρια δολάρια και το συνολικό κόστος ήταν τουλάχιστον 11/2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Οι ηθικoλογίες του Ρούσβελτ και οι ευσεβείς ευχές του Χαλ χάθηκαν με τον άνεμο- άφησαν πίσω τους τη φρίκη των μαζικών δολοφονιών, τις τρομακτικές φυσικές καταστροφές, τις απαγωγές μεγάλης κλίμακας, τις εκδικητικές σφαγές, το νομιμοποιημένο λιντσάρισμα των ηττημένων στρατιωτικών διοικητών, έναν κόσμο στο χάος και μόνο τη μνήμη της διεθνούς συνεργασίας».

Ο πρόεδρος Ρούζβελτ ήταν «κόκκινο πανί» για τους απομονωτιστές (Isolationists ή Νoninterventionists), οι οποίοι αντιμάχονταν τους διεθνιστές (Internationalists), οι οποίοι τον κατηγορούν ότι προσπαθούσε να σύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής σε ένα ακόμα ευρωπαϊκό μακελειό. Η ιστορία είναι γνωστή: χρειάστηκε μια αιφνιδιαστική επίθεση στην καρδιά του Ειρηνικού από τους Ιάπωνες και όχι η απειλή της εθνικιστικής Γερμανίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο για να εισέλθουν τελικά οι ΗΠΑ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Γράφει σχετικά, το 1940, ο Μπαρνς:

«Λίγη διαφορά έχει η δημοκρατία των βρετανικών εκλογών από τη δημοκρατία των κάλπικων δημοψηφισμάτων του Χίτλερ». 

Οι απομονωτιστές θεωρούσαν ότι ο πόλεμος στην Ευρώπη δεν ήταν «ένας αγώνας αποκάλυψης ανάμεσα στη δημοκρατία και τον φασισμό αλλά, όπως το έθεσε ο γερουσιαστής Μπόρα, “τίποτα περισσότερο παρά ένα ακόμα κεφάλαιο στην αιματηρή ιστορία εξουσίας της ευρωπαϊκής πολιτικής”» [9].

Σημειώσεις

  • Ο Τσαρλς Όστιν Μπερντ (Charles Austin Beard, 1874-1948) ήταν Αμερικανός ιστορικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Γέιλ. Η συνεισφορά του ήταν ήταν θεμελιώδης στην προοδευτική ιστοριογραφία των Ηνωμένων Πολιτειών. Το γνωστότερο έργο του είναι το "An Economic Interpretation of the Constitution" (1913) στο οποίο εξέταζε τα οικονομικά συμφέροντα των συντακτών του Συντάγματος των ΗΠΑ, διατυπώνοντας τη θέση ότι το Σύνταγμα ήταν αποτέλεσμα οικονομικών κινήτρων των μελών της κοινωνικής τάξης των γαιοκτημόνων.
  • Ο Σίντνεϊ Μπράντσο Φέι (Sidney Bradshaw Fay, 1876-1968) ήταν Αμερικανός ιστορικός του οποίου το βιβλίο "The Origins of the World War" παραμένει μια κλασική μελέτη επί του θέματος. Ο Φέι υποστήριζε και αυτός την άποψη ότι η Γερμανία κατηγορήθηκε πολύ εύκολα για τον πόλεμο και ότι μεγάλο μέρος της ευθύνης βαραίνει τους Συμμάχους, ιδίως τη Ρωσία και τη Σερβία.

Παραπομπές

  1. Gottlieb von Jagow: "Under the yoke of Versailles", Βερολίνο, 1923, σελ. 98
  2. Warren I. Cohen : "The American Revisionists: The Lessons of Intervention in World War I" Πανεπιστήμιο του Σικάγου, 1967
  3. Barnes: "The Genesis of the World War",(1929) σελ.128-129
  4. ibid, σελ.400
  5. ibid, σελ.293
  6. ibid, σελ.458-459
  7. Barnes: Entlarvte Heuchelei, Wiesbaden 1961, σελ. 16 ("Perpetual war for perpetual peace. A critical examination of the foreign policy of Franklin Delano Roosevelt and its aftermath")
  8. [Barnes: Pearl Harbor after a Quarter of a Century, op. cit]
  9. [William E. Leuchtenburg, «Franklin D. Roosevelt and the New Deal, 1932-1940», Harper & Row, 1963.]