Χανς Γκύντερ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Χανς Φρήντριχ Καρλ Γκύντερ, [Hans Friedrich Karl Günther], Γερμανός εθνικοσοσιαλιστής, ανθρωπολόγος, ευγονιστής, επιφανής γνώστης της φυλετικής θεωρίας στη μεσοπολεμική περίοδο και διανοούμενος, ένας από τους μεγαλύτερους -αν όχι ο μεγαλύτερος μελετητής της Ινδοευρωπαϊκής φυλής, που επηρέασε καταλυτικά τη φυλετική θεώρηση του εθνικοσοσιαλισμού και του Αδόλφου Χίτλερ, γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1891, στην πόλη του Φράιμπουργκ [Freiburg], της τότε Γερμανικής Αυτοκρατορίας και πέθανε στις 25 Σεπτεμβρίου 1968, στη γενέθλια πόλη του, η οποία τότε ανήκε στο κράτος της Δυτικής Γερμανίας.

Το καλοκαίρι του 1923, στο Σκίεν της Νορβηγίας, παντρεύτηκε με τη Maggen Blom, που γεννήθηκε το 1893 και πέθανε το 1966 και από το γάμο τους γεννήθηκαν δύο παιδιά, η Ingrid και η Sigrun.

Hans F. K. Günther

Βιογραφία

Πατέρας του Χανς, ήταν ο μουσικός Carl Wilhelm Günther και μητέρα του ήταν Mathilde Katharina Agnes, το γένος Kropff, ενώ είχε και δύο αδέλφια. Η οικογένεια του ήταν Ευαγγελιστές όπως και ο Χανς, ο οποίος το 1919 επέλεξε να αποχωρήσει από την Ευαγγελική Εκκλησία. Έως το 1910, παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού και του Γυμνασίου στη γενέτειρα του.

Επιστημονική σταδιοδρομία

Την περίοδο από το 1910 έως το 1914, σπούδασε συγκριτική γλωσσολογία, ανθρωπολογία, βιολογία και κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο «Άλμπερτ Λούντβιχ» [«Albert Ludwigs»] του Φράιμπουργκ, όπου παρακολούθησε διαλέξεις σχετικά με τη ζωολογία και τη γεωγραφία. Το 1911, παρακολούθησε μαθήματα για ένα εξάμηνο στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, στο Παρίσι. Το 1914 ανακηρύχθηκε διδάκτορας και την ίδια χρονιά, με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, κατατάχθηκε στο Γερμανικό πεζικό, όμως αρρώστησε και εισήχθη σε νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε. Μετά από ιατρικές εξετάσεις κρίθηκε ακατάλληλος, έπασχε από προχωρημένη αρθρίτιδα, για υπηρεσία στην πρώτη γραμμή του μετώπου και τέθηκε στην υπηρεσία του Ερυθρού Σταυρού.

Μετά το τέλος του πολέμου το 1919, μετά από εξετάσεις για εκπαιδευτικούς στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, που έγιναν στην Καρλσρούη, ανέλαβε καθήκοντα βοηθού σε γυμνάσια στο Φράιμπουργκ και τη Δρέσδη, ως το 1920 που παραιτήθηκε. Τη χρονιά εκείνη ξεκίνησε καριέρα συγγραφέα κι έγραψε ένα πολεμικό έργο με τίτλο «Ο Ιππότης, ο θάνατος και ο διάβολος: μια ηρωική ιδέα», βιβλίο που εντυπωσίασε τον Χάινριχ Χίμλερ [Heinrich Himmler]. Ως το 1922, ο Χανς σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, ενώ εργάζονταν σε ένα μουσείο στη Δρέσδη. Στα τέλη του 1922 εγκαταστάθηκε για μικρό χρονικό διάστημα στην πόλη Breslau, τη σημερινή πόλη Wroclaw στην πολωνία, και την Άνοιξη του 1923, μετακόμισε κι εγκαταστάθηκε στην πόλη Σκίεν στη Νορβηγία, όπου το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου παντρεύτηκε με τη σύζυγο του, που ήταν Νορβηγικής καταγωγής. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Νορβηγία γνωρίστηκε με τον μετέπειτα πρωθυπουργό της, τον Βίντκουν Κουίσλινγκ. Το 1925 μετακόμισε στην Ουψάλα της Σουηδίας, όπου εργάστηκε ως καθηγητής επισκέπτης παραδίδοντας διαλέξεις στο τοπικό Κρατικό Ινστιτούτο με θέμα τη φυλετική Βιολογία, και τιμήθηκε με επιστημονικές διακρίσεις από το εκεί Πανεπιστήμιο, ενώ διορίστηκε διευθυντής στο Σουηδικό Ινστιτούτο Βιολογίας «Race», το οποίο είχε επικεφαλής τον Herman Lundborg. Το 1927, μετακόμισε στο Lidingö, ένα δήμο ανατολικά του Δήμου της Στοκχόλμης.

Το 1928, επέστρεψε στη Γερμανία, συγκεκριμένα στη Δρέσδη, όπου εργάστηκε ως βοηθός καθηγητής σε γυμνάσιο, ενώ στις 14 Μαΐου του 1930 διορίστηκε, από τον Υπουργό Εσωτερικών του κρατιδίου της Θουριγγίας που ήταν το πρώτο Γερμανικό κρατίδιο στο οποίο συμμετείχε το N.S.D.A.P. στην κυβέρνηση του, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ιένας στη νεοσύστατη θέση καθηγητή στο Τμήμα κοινωνικής Ανθρωπολογίας, όπου στις 15 Νοεμβρίου πραγματοποίησε την εναρκτήρια διάλεξη του, παρουσία του Αδφόλφου Χίτλερ και υψηλόβαθμων στελεχών του εθνικιστικού κόμματος. Ο Γκύντερ εντάχθηκε στο Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα της Γερμανίας, [N.S.D.A.P.], το 1932 και το 1935, εκλέχθηκε καθηγητής της φυλετικής επιστήμης, της βιολογίας του ανθρώπου και της αγροτικής εθνογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Το 1939 διορίστηκε στο διοικητικό συμβούλιο της γερμανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας ενώ από το 1940 έως το 1945 διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο «Albert Ludwigs» του Φράιμπουργκ, όπου ανέλαβε επικεφαλής του Ινστιτούτου για τη Φυλετική επιστήμη.

Μετά την καταστροφή του Ινστιτούτου του Φράιμπουργκ το 1944, μετακόμισε στη Βαϊμάρη, και στις αρχές του καλοκαιριού του 1945 ταξίδεψε αεροπορικά στο Μόναχο και την Άνω Βαυαρία, όμως τον Αύγουστο του 1945 επέστρεψε στο Φράιμπουργκ. Τον ίδιο μήνα οι Γαλλικές δυνάμεις κατοχής της Γερμανίας τον απομάκρυναν από τη θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο και έκτοτε, έως το 1948, παρέμεινε εγκλεισμένος στις φυλακές δίχως να του απαγγελθεί καμία κατηγορία, καθώς δεν βρέθηκε να έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα. Μετά την αποφυλάκιση του συνέχισε να γράφει και να δημοσιεύει άρθρα στο βρετανικό περιοδικό «Northern World», που εκδίδονταν από την Λίγκα του Βορρά, της οποίας ο Γκύντερ υπήρξε ιδρυτικό μέλος. Στις 26 Νοεμβρίου 1951 συνταξιοδοτήθηκε και ξεκίνησε από την αρχή τη δραστηριότητα του ως συγγραφέας.

Διακρίσεις

Το 1935 τιμήθηκε με το βραβείο του NSDAP για τις Επιστήμες και το 1941 με το μετάλλιο «Goethe» για την Τέχνη και την Επιστήμη, ενώ το 1953 ανακηρύχθηκε αντεπιστέλλον μέλος της Αμερικανικής Εταιρείας Ανθρώπινης Γενετικής.

Επίδραση του έργου του

Hans F. K. Günther

Η θεωρία περί φυλών του Γκύντερ, αποτέλεσε το κυρίαρχο ιδεολογικό μοντέλο στη Βόρεια Ευρώπη εκείνη την εποχή. Ο Γκύντερ κατέταξε τους λαούς της Ευρώπης σε έξι φυλές, τους Σκανδιναβούς, τους Δυτικούς, τους Ανατολικούς, τους Σλάβους, τους λαούς της Βαλτικής Θάλασσας και τους fàlici. Από αυτούς οι Σκανδιναβοί ήταν οι εκλεκτοί λαοί και αποτελούν τη δημιουργική δύναμη της ιστορίας, ενώ αντίθετα οι Εβραίοι αξιολογούνται ως κατώτερη φυλή. Ο Γκύντερ έδειξε μεγάλο θαυμασμό για τους Μεσογειακούς Δυτικούς, τους Αλπικούς Ανατολικούς και τους Σλάβικους λαούς. Ο Bruno Μπέγκερ, βοηθός του Γκύντερ, οδήγησε μια αποστολή Γερμανών τουριστών στο Θιβέτ, όπου μελέτησε τους Θιβετιανούς, τους οποίους κατέταξε, ως λαό, μεταξύ των σκανδιναβικών και των Μογγόλων, και σε κάθε περίπτωση λαό ανώτερο, από την άποψη της φυλετικής ιεραρχίας, σε σχέση με τους άλλους ασιατικούς λαούς. Ο Γκύντερ στο έργο του «Ηumanitas», αποδεικνύει ότι ο ανθρωπισμός είναι εθνικιστική υπόθεση και καρπός σκέψεως Εθνικιστών, και μόνο. Ο Γκύντερ. μαζί με τον Λούντβιγκ Κλάους, εισήγαγε τον όρο «Rassenseele» [«Ψυχή της Φυλής»], ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο της εθνικοσοσιαλιστικής κοσμοθεωρίας. Τον όρο αυτό ανέπτυξε διεξοδικά ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ στο έργο του «Ο Μύθος του 20ού Αιώνα».

Ο Χανς Γκύντερ υπήρξε στρατευμένος στην ιδέα της Άριας φυλής, καθηγητής φυλετικής ανθρωπολογίας στο Γ' Ράιχ, υποστηρικτής της φυλετικής θεωρίας και της ευγονικής και με τις μελέτες του επηρέασε καταλυτικά τη φυλετική θεώρηση του εθνικοσοσιαλισμού και του Αδόλφου Χίτλερ, που ήταν συστηματικός αναγνώστης του έργου του Γκύντερ, το οποίο θεωρούσε θεμελιώδες για την πολιτική προαγωγή της φυλετικής θεωρίας και πράξεως. Μελέτησε τη σχέση μεταξύ της φυλής και του ανθρώπινου χαρακτήρος και, κατ' επέκταση, με τον πολιτισμό κι έδωσε συνέχεια στις θεωρίες του Joseph Arthur Gobineau και Chamberlain και υποστήριξε ότι μπορεί να μην υπάρξουν πλέον καθαρές φυλές, όμως πρέπει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο η περαιτέρω ανάμιξη, ειδικά με τα καταστρεπτικά εβραϊκά στοιχεία. Ο Χανς Γκύντερ παρείχε την ιδανική θεωρητική θεμελίωση του φυλετισμού στο καθεστώς του Γ' Ράιχ, ενώ και μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο δεν αναθεώρησε καμία από τις επιστημονικές του απόψεις, αρνούνταν με σταθερό τρόπο ότι υπήρξε οργανωμένο σχέδιο εξοντώσεως των Εβραίων και εξακολουθούσε να θεωρεί νόμιμη την πρακτική της στειρώσεως, η οποία, όπως αποδείχθηκε τα επόμενα χρόνια, ήταν διαδεδομένη σε άλλες χώρες, όπως η Σουηδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Συγγραφικό έργο

Συνέγραψε πληθώρα βιβλίων και εγχειριδίων. Μεταξύ τους τα

  • «Ιστορικός βίος του ελληνικού λαού» το 1956,
  • «Οι θρησκευτικές αντιλήψεις των Ινδοευρωπαίων».

Εξωτερικές συνδέσεις


΄