Αχιλλέας Παράσχος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αχιλλέας Παράσχος, φιλολογικό ψευδώνυμο του Αχιλλέα Νασάκη ή Νασάκογλους, Έλληνας εθνικιστής, ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα, από τους κορυφαίους και δημοφιλέστερους της Α' Αθηναϊκής Σχολής και ο τελευταίος εκπρόσωπος της Αθηναϊκής ρομαντικής ποιήσεως την περίοδο που αυτή έγερνε προς την παρακμή της, γεννήθηκε το 1833 ή σύμφωνα με άλλες πηγές στις 6 Μαρτίου 1838 [1] ή στις 25 Σεπτεμβρίου 1838 [2] στο Ναύπλιο και πέθανε την 6ην πρωινή ώρα της Πέμπτης 26 Ιανουαρίου 1895 [3] στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε με την παρουσία του τότε Βασιλιά Γεώργιου Α'. Ο Παράσχος ενταφιάστηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Αχιλλέας Παράσχος, μετά από μια σχέση με άδοξο τέλος με την Αμαλία, που ο ίδιος ονόμαζε Μαρία, Σεραφείμ [4], παντρεύτηκε με την Κλειώ Παράσχου, για την οποία ήταν ο δεύτερος γάμος ενώ εκείνη είχε ήδη δύο παιδιά από τον πρώτο της σύζυγο, και μαζί της απέκτησε δύο παιδιά.

Αχιλλέας Παράσχος [5]
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 26 Ιανουαρίου 1895
Τόπος: Ναύπλιο, Πελοπόννησος (Ελλάδα)
Θάνατος: 26 Ιανουαρίου 1895
Τόπος: Αθήνα, Αττική (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Σύζυγος: Κλειώ Παράσχου
Ασχολία: Ποιητής (Ρομαντισμός)
Α' Αθηναϊκή Σχολή

Βιογραφία

Ο Αχιλλέας ήταν γιος του Παράσχου Νασάκη ή Νασίκογλου, που κατάγονταν από τη Χίο, και χρησιμοποίησαν μαζί με τον επίσης ποιητή μεγαλύτερο αδελφό του Γεώργιο, το μικρό όνομα του πατέρα τους ως λογοτεχνικό ψευδώνυμο. Η οικογένεια του είχε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους, όμως αργότερα μετακόμισαν στην Αθήνα, όπου ο ποιητής έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Είχε ακόμη δύο μεγαλύτερες αδερφές που χάθηκαν στη σφαγή της Χίου, καθώς και την πανέμορφη Αιμιλία, που πέθανε σε νεαρή ηλικία και ήταν πηγή εμπνεύσεως για τους Γεώργιο Ζαλοκώστα και Ρίλγδεν.

Έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά στον μεγαλύτερο αδερφό του ποιητή Γεώργιο Παράσχο, όμως γενικά η μόρφωση του ήταν μικρή, και πολλοί βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι δεν τέλειωσε ούτε το Γυμνάσιο. Το 1859 αναμείχτηκε στην αντιβασιλική κίνηση της «Χρυσής Νεολαίας», και φυλακίστηκε to 1861, ως ηθικός αυτουργός για την απόπειρα δολοφονίας της [Όθωνας|βασίλισσας Αμαλίας]] από τον Αριστείδη Δόσιο [6], στις φυλακές του Μενδρεσέ της Πλάκας, απέναντι από τους Αέρηδες. Μέσα στο κελί έγραψε το ποίημα «Εις τον πλάτανον του Μενδρεσέ» [7] [8] και παρουσίασε τον εαυτό του ως μάρτυρα των λαϊκών ελευθεριών, ενώ και όταν αποφυλακίστηκε με την παρέμβαση του αδελφού του συνέχισε την πολεμική εναντίον του βασιλιά Όθωνα.

Το 1863, το βράδυ της καταλύσεως της βασιλείας, ο Παράσχος ήταν ένας από τους πολίτες πού πήγαν στο στρατώνα του Πυροβολικού για να ενωθούν με τον στρατό που είχε στασιάσει. Ωστόσο, έξι χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του Όθωνα, έγραψε το περίφημο «Ελεγείον εις τον Όθωνα», ποίημα που φανέρωνε μεταμέλεια για την προηγούμενη δράση του και τον κατέστησε ακόμη πιο δημοφιλή ενώ θεωρείται άριστο στο είδος του. Παρακολουθώντας τα φαινόμενα νοθείας με τα σφαιρίδια, της εκμεταλλεύσεως, των πελατειακών σχέσεων και της καπηλείας από την πλευρά των πολιτικών, απευθύνθηκε προς τον ελληνικό λαό και έγραψε τους στίχους «Άλλος θα ήσουν δύστηνε, αν ήξευρες οποίαν Έχει αυτό το ελαφρόν σφαιρίδιον, αξίαν». Οι κυβερνήσεις της εποχής τον διόριζαν σε διάφορες θέσεις. Τον προσέλαβαν υπάλληλο της Βουλής, έπαρχο Θήρας, πρόξενο στο Ταϊγάνι και γραμματέα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, θέσεις στις οποίες ήταν στην ουσία αργόμισθος χάρη στις πολιτικές φιλίες που διατηρούσε.

Λογοτεχνικό έργο

Ο Παράσχος είναι ο μοναδικός Νεοέλληνας ποιητής που έζησε μόνο από την ποίησή του, συντάσσοντας επί παραγγελία, «επιτύμβια» και ερωτικά τετράστιχα. Τα πρώτα του έργα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό του Δημοσθένη Βρατσάνου «Αβδηρίτης» και στη «Χρυσαλλίδα» με το ψευδώνυμο «Μαρία». Στα ταξίδια του στη Ρουμανία, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και την Αγγλία, ο ελληνισμός των περιοχών αυτών τον δέχτηκε με αγάπη και ενθουσιασμό. Τους στίχους των ποιημάτων του γνώριζαν μικροϋπάλληλοι και επιστήμονες, λαϊκές και κοσμικές κυρίες, φοιτητές αλλά και αστοί. Τα ποιήματά του είναι πολύστιχα, πολυσέλιδα, με επαναλήψεις και τεχνικά ελαττώματα, όμως το ταλέντο του είναι κυρίαρχο, ενώ η γλώσσα άλλοτε είναι κυρίως η καθαρεύουσα με ελαφρές παραχωρήσεις προς τη δημοτική. Ο Παράσχος, που γνώριζε την ξένη λογοτεχνία μόνο από μεταφράσεις της εποχής του, άρχισε να γράφει το 1860, όμως τα ποιήματά του εκδόθηκαν το 1881 σε τρεις πρώτους τόμους [9], εισέπραξε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 50.000 δραχμών, το οποίο σπατάλησε και άρχισε να ζητά βοήθεια από τους φίλους του, που είναι χωρισμένα από τον ίδιο:

  • «Δάφνες», που περιλαμβάνει πατριωτικά ποιήματα,
  • «Ιτέας», που περιλαμβάνει ελεγείες,
  • «Χλόη», τα παιδαγωγικά και
  • «Φύλλα», όπου συμπεριέλαβε τα διάφορα ποιήματά του.

Έως τότε, όλα τα έργα του ήταν σκορπισμένα σε περιοδικά, εφημερίδες και λευκώματα, ενώ μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκαν σε δύο τόμους τα ποιήματά του και το επικολυρικό

  • «Ο Σατανάς και η Χριστίνα».

Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα της ποιήσεως του, που αναφέρονται στον Άγνωστο Στρατιώτη, την Μεγάλη Ιδέα και την Παρθένο Μαρία, την μητέρα του Ιησού Χριστού:

Στον Άγνωστο Στρατιώτη
Στον Άγνωστο Στρατιώτη
Στην Μεγάλη Ιδέα
Παρθένος Μαρία
«Εις τας σκιάς Αγνώστων Ηρώων»
«Ο Λέων Καλλέργης»
«Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς...»
«Η Μεγάλη Μάνα»
«Γνωρίζουν ότι άγνωστοι θα πέσωσι, γνωρίζουν

ότι της λήθης η ψυχρά τους αναμένει κλίνη,
Και όμως εις τον θάνατον ατάραχοι βαδίζουν.
Δεν πολεμούν υπέρ αυτών ουδέποτε Εκείνοι!
Αυτοί την πείναν, τας πληγάς, το μνήμα, την σκοτίαν,
και άλλοι, άλλοι εις το φως κ’ εις την αθανασίαν!

Ω ήρωες αγνώριστοι, πεσόντες εις τα σκότη!
Εάν η μνήμη λησμονή την έξοχον θυσίαν,
εκεί επάνω του Θεού το βλέμμα δεν υπνώττει
Βλέπει τα έργα, και ποτέ, ποτέ την ιστορίαν...
Ω ήρωες αγνώριστοι, πεσόντες εις τα σκότη,
αν ήσθε κάτω έσχατοι, επάνω είσθε πρώτοι!»

«Πατέρων κοιμητήριον διέρχομ’ επισήμων

Λειψάνων βλέπω σάβανα βαμμένα εις το αίμα
Είναι το κενοτάφιον ηρώων ανωνύμων
Ηρώων δίχως θρίαμβον, μαρτύρων δίχως στέμμα.
Α. πως λατρεύει μάρτυρας τοιούτους η ψυχή μου
Αυτοί είναι η Μούσα μου, αυτοί και η ωδή μου!

Το ν’ αποθάνη τις ζητών την δάφνην του αγώνος
οπίσω του αφίνων φως και μνήμης ευωδίαν
Το ν’ αποθάνη ένθους τις επί του προμαχώνος
ελπίζων νίκην ευγενή εις μάχης τρικυμίαν
Δεν λέγω, είναι ιερόν, αλλ’ ο τοιούτος ήρως
Λαμβάνει γέρας άφθιτον την δόξαν του Σωτήρος.

Αλλ’ είναι άλλο, άλλο τι το μάχεσθαι αιωνίως
Υπό το σκότος, έρημος, νεκρός κ’ εις την ελπίδα
να ην’ η δάφνη άοσμος δι’ άγνωστον πατρίδα..
Α, εις τοιαύτην ύπαρξιν κουράζονται τα στήθη
Είναι πολύ αχάριστος και ασεβής η λήθη!

Ολίγα άνθη δότε μοι ευώδη, Πατριώται
τον ύπνον των αγνώστων μου ηρώων να τιμήσω
Ολίγην δρόσον δι’ αυτούς τα δάκρυά σας δότε
Της ξηραμένης δάφνης των τα φύλλα να ραντίσω.»

«Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς· πλὴν τῶν Ἑλλήνων μόνον·
πρώτην φορὰν ἀντήλλαζα τὴν δάφνην μὲ τὸν θρόνον.
Ἔφιππος θὰ διέτρεχα μὲ ξίφος εἰς τὴν χεῖρα,
ἔχων ἡνία τὸν Βορρᾶν, τὸ θάρρος πτερνιστῆρα.

Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς· ἡ γῆ τῶν Μακεδόνων,
αὐτὴν τὴν ὥραν, πρὸ πολλοῦ Ἑλλὰς θ’ ἀπεκαλεῖτο·
τσαρούχια θὰ ἐμύρονεν ὁ θύμος της Εὐζώνων
καὶ κάτωθεν τοῦ ξίφους μου ὁ Βούλγαρος θὰ ἦτο.
Πυρῖτις θὰ κατέκλυζε τὴν χώραν τῆς Ἠπείρου,
θ’ ἀνέζῃ ὁ Ἀλέξανδρος καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ Πύρρου!

Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς· θὰ εἶχον εἴπῃ ἤδη,
ὄχι πολλά· λακωνικῶς «Ἐμπρός!» Αὐτὸ καὶ μόνον·
καὶ ἡ Εὐρώπη ἤθελεν ἐκπεπληγμένη ἴδῃ
νὰ μεταφέρω πτερωτὸν εἰς Βόσπορον τὸν θρόνον!
Τὸ ξίφος μου θὰ ἔκοπτε τὸν Γόρδιον... κ’ ἡ Δύσις
«Τετελεσμένον» ἤθελεν ἀναφωνῆ ἐπίσης...

Ἔ, καὶ νὰ ἤμην βασιλεύς ἀντὶ τοῦ Βασιλέως·
τὴν θύελλαν θὰ ἵππευον, τὰ νέφη τοῦ βορέως·
τὰ πέταλα τοῦ ἵππου μου θὰ ἦσαν φῶς Ἑλλήνων,
καὶ θὰ μ’ ἐκάλουν, ἢ νεκρὸν ἢ ζῶντα.. Κωνσταντίνον!
Ἐπὶ τοῦ ἵππου, Βασιλεῦ, μετάφερε τὸν θρόνον·
εἰς μία ἱππασίαν σου τὸ μέλλον εἶναι μόνον!...»

«Πόσες φορές σέ ἅγιο μικρό ρημοκκλησάκι

ἀπελπισμένος ἔμπαινα, γλυκιά μου Παναγία,
μά στήν εἰκόνα Σου μπροστά περνοῦσε τό φαρμάκι
καί πλημμυροῦσε μέσα μου ἀγνώριστη εὐτυχία..

Ἄχ, τή χρυσή εἰκόνα Σου, καί νά τή βλέπω μόνο,
τό δάκρυ μου χαμογελᾶ, σάν βράχος δυναμώνω.

Ναί, μόνο νά Σέ στοχαστῶ, γλυκαίνετ’ ἡ καρδιά μου,
μοσχοβολοῦν τά σπλάχνα μου, τριαντάφυλλα μυρίζω,
καλωσυνεύω σά μικρό παιδάκι, Παναγιά μου,
καί τοῦ παιδιοῦ μου τό ψωμί εἰς τό φτωχό χαρίζω.

Ἐκεῖνος ὅπου τοῦ Θεοῦ τή Μάνα συλλογᾶται,
στήν ἀγκαλιά τῆς ἀρετῆς, στή σκέπη Σου κοιμᾶται!

Ἄλλοι Σέ κράζουν «ἔλεος», «ἐλπίδα» ὁ θλιμμένος,
«ἐλεημοσύνη» ὁ φτωχός, «νερό» ὁ διψασμένος,
«Βασίλισσα τῆς ἐκκλησιᾶς» Σέ κράζει ἡ καμπάνα,
μά ἡ καρδιά μου, Δέσποινα, αὐτή Σέ κράζει «Μάνα».»

Μετά τον θάνατο του Παράσχου κυκλοφόρησαν δυο τόμοι με ανέκδοτα ποιήματα του.

Το τέλος του

Ο Παράσχος έπασχε επί σειρά ετών από καρδιακά προβλήματα, όμως τον τελευταίο καιρό πριν το τέλος φαινόταν να είχε βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας του, με αποτέλεσμα ο θάνατος του να αιφνιδιάσει τους οικείους του. Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχης προπέμφθηκε στην τελευταία του κατοικία με είκοσι επικήδειους, μέσω των οποίων όλοι τον αποχαιρέτησαν ως τον τελευταίο Εθνικό ποιητή του Ελληνισμού, και «με πάνδημον κηδείαν, απεριγράπτου μεγαλείου ομοίαν της οποίας δεν είχαν ιδή ως τότε αι Αθήναι». Στο τεύχος της «Εστίας», που κυκλοφόρησε στις 5 Φεβρουαρίου 1895, περίπου ένα δεκαήμερο μετά το θάνατο του Παράσχου, ο Παλαμάς έγραψε ένα άρθρο-ύμνο στον ποιητή. Για την κηδεία του Παράσχου γράφει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος: «Δεν έμεινε άνθος που να μην κατατεθείν εις τον τάφον του εκείνον στολιζόμενον καθημερινώς επί εβδομάδας, επί μήνας από γνωστούς καί αγνώστους θαυμαστάς. Όλοι τον έκλαψαν ως τον τελευταίον έθνικόν ποιητήν του ελληνισμού». Η εφημερίδα «Σκριπ» γράφει στις 5 Φεβρουαρίου 1895: «...Είναι αδύνατο να διηγηθή κανείς τας στεναχωρίας, τας οποίας υπέστη εις τον βίον του ο Αχιλλεύς Παράσχος, ο αλησμόνητος εθνικός μας ποιητής, τας αλγηδόνας, τας οποίας ησθάνθη ασθενής και τα μαρτύρια, τα οποία ετράβηξεν από 17 επιταφίους ρήτορας νεκρός. Όλοι έλεγον πως κατήλθεν εις τον τάφο προώρως και εν τούτοις τον έθαψαν εξ αιτίας των νύκτα». Η προτομή του ποιητή βρίσκεται στον κήπο του Ζαππείου [10] Μεγάρου στην πλευρά που βλέπει προς το Παναθηναϊκό Στάδιο και είναι έργο του γλύπτη Αθηναίου Δημητριάδη. Στην πρόσοψη της βάσεως υπάρχουν ανάγλυφα μιας ελιάς και μιας άρπας, σύμβολα της ποιητικής τέχνης που εξασκούσε. Η προτομή στήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1929, επί Δημάρχου Αθηναίων Σπύρου Πάτση, με πρωτοβουλία του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός».

Μνήμη Αχιλλέα Παράσχου

Η πατριδολατρία και η ευσέβεια χαρακτηρίζουν την ποίηση του Παράσχου που ήταν ο τελευταίος μεγάλος ρομαντικός της Ελληνικής ποιήσεως, που τραγούδησε την πατρίδα [11], τον θάνατο και τον έρωτα, και χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως Εθνικός ποιητής. Σε πολλά ποιήματα εκφράζει τη θλίψη του για την έλλειψη μεγαλείου και επιτευγμάτων των Ελλήνων της εποχής του. Όταν ο Παράσχος απήγγειλε ποιήματα του στην αίθουσα τού φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» στην Αθήνα, η είσοδος του κοινού γινόταν με εισιτήριο, καθώς η δημοτικότητα του προκαλούσε κοσμοσυρροή. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έλεγε χαρακτηριστικά ότι: «οι τρεις μεγαλύτεροι και ωραιότεροι ποιητές τού παρελθόντος αιώνος ήσαν ο Διονύσιος Σολωμός, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και ο Παράσχος, ο οποίος όμως κατά την ωραιότητα υπερέβαλε τους δύο πρώτους». Ο Κωστής Παλαμάς, που έγραψε σε ένα άρθρο του πως την ιστορία της Επαναστάσεως του 1821 δεν την έμαθε από τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο αλλά από τα ποιήματα του Παράσχου, τον είχε χαρακτηρίσει «λυρικό ίνδαλμα των νιάτων του» και θεωρούσε ότι ο ελληνικός ρομαντισμός αρχίζει με τον «Οδοιπόρο» του Παναγιώτη Σούτσου και τελειώνει με το ποίημα «Προς τον Βύρωνα», που απήγγειλε το 1880 στο Μεσολόγγι, ο Αχιλλέας Παράσχος.

Με τον Παράσχο ασχολείται ο καθηγητής και φιλόσοφος Δημήτρης Λιαντίνης σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Τα ελληνικά»: «...Υπήρχε τον 19ο αιώνα ένας ποιητής στην Αθήνα που από καιρό σε καιρό τον καλούσαν να διαβάσει ποιήματα του στο βήμα του Παρνασσού. Ωσάν τελείωνε η απαγγελία και κατέβαινε να φύγει, ο κόσμος χύνουνταν στο δρόμο και πέφτανε στη γής να φιλήσουν το χώμα, όπου επάτησε. Ντελίριο τους είχε όλους κυριέψει, και ιερό τρεμέντο. Ήταν ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος. [....] Σήμερα ποιός τον ξέρει πια, και ποιος τον θυμάται τον Αχιλλέα Παράσχο, και την προτομή του στον Κήπο. Πολύ περισσότερο ποιος ανοίγει να τον διαβάσει. Και ακόμη χειρότερα, κανείς σαν κοιτάξει μία σελίδα του δεν αντέχει να προχωρήσει στη δεύτερη». Ο Κ.Θ. Δημαράς στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» γράφει: «...Η ζωή του Παράσχου σαν το έργο του. Άνιση και πολυθόρυβη. Μεγαλόστομος, ενθουσιώδης, χωρίς έρεισμα, σπαταλούσε όσα του προσέφερε ο θαυμασμός των συγχρόνων του και περνούσε μέσα σε μια στιγμή από τη χλιδή στην απορία. Έμορφος, με επιβλητικό παράστημα και επιβλητική φωνή, ήταν για την κοινωνία του καιρού του το σύμβολο της ποίησης. Η έκδοση των ποιημάτων του στα 1881 θεωρήθηκε εθνικό γεγονός».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Παράσχος Αχιλλέας Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
  2. Αλμανάκ-Σαν σήμερα
  3. [Eφημερίδα «ΣΚΡΙΠ», για τον «...θάνατον του εθνικού ποιητού Αχιλλέως Παράσχου συμβάντα την 26 Ιανουαρίου. Απώλεια μεγάλη της Ελληνικής φιλολογίας δι’ ην δεν απεζημιώθη με όλην την φιλολογικήν παραγωγήν του 1895»]
  4. [Ο τραγικός έρωτας του ποιητή Αχιλλέα Παράσχου και της Μαρίας Σεραφείμ.]
  5. [Ο Αχιλλέας Παράσχος, «Κατά την μόνην διασωθείσαν και εν Ρωσσία γενομένην φωτογραφίαν του Εθνικού Ποιητού», Περιοδικό «Ποικίλη Στοά», έτος 16ο, αριθμός τεύχους 1ο (1914), σελίδα 83η.]
  6. Ο φοιτητής Αριστείδης Δόσιος αποπειράται να δολοφονήσει τη βασίλισσα Αμαλία
  7. [«Ω Πλάτανε του Μενδρεσέ, στοιχειό καταραμένο της τυραννίας τρόπαιο, σε φυλακή υψωμένο. Συμμάζωξε τα φύλλα σου τα δακρυραντισμένα, να ιδώ κομμάτι ουρανό και τ’ άστρα τα καϋμένα. Aν είσαι δέντρο σπλαχνικό ανθρώπους μη μιμήσαι μη δεσμοφύλακας και συ ωσάν εκείνους είσαι! Θα έρθη η ώρα πλάτανε, της χώρας μας Βαστίλη, που ξυλοκόπους η οργή του Έθνους θα σου στείλη, και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερα θ’ αστράψη. Δεν θα σε φαν γεράματα, φωτιά δεν θα σε κάψη, και γύρω θα χορέψωμε στη στάχτη σου τη κρύα εμείς, που θάφτει σήμερα εδώ η τυρρανία».]
  8. O πλάτανος του Μεντρεσέ
  9. Ποιήματα / Αχιλλέως Παράσχου. anemi.lib.uoc.gr
  10. Προτομή Αχιλλέα Παράσχου
  11. [Αχιλλέας Παράσχος: Η πατρίς ethnikonkratos.gr, 6 Σεπτεμβρίου 2017.]