Γεώργιος Ζαλοκώστας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας, Έλληνας ποιητής και αγωνιστής της επαναστάσεως του 1821, γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1805 στο Συρράκο στην περιοχή των Τζουμέρκων της Ηπείρου και πέθανε στις 15 Ιουλίου [1] ή στις 3 Σεπτεμβρίου 1858 [2] στην Αθήνα, στις 6 το απόγευμα. Τάφηκε σε οικογενειακό τάφο στο Α΄νεκροταφείο Αθηνών.

Ήταν παντρεμένος από τις 9 Ιουνίου 1840 με την Αικατερίνη Νικολάου Παπανικόλα από το Συρράκο και από το γάμο του απέκτησε εννέα παιδιά, από τα οποία επέζησαν μόνο τα δύο, η πρωτότοκη Βικτωρία και ο Ευγένιος, μετέπειτα γραμματέας της Ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη.

Γεώργιος Ζαλοκώστας

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Χριστόδουλος Ζαλοκώστας, πλούσιος έμπορος της Ηπείρου και μητέρα του ήταν η Αικατερίνη Ζαλοκώστα. Το 1814 η οικογένεια κατέφυγε στο Λιβόρνο της Ιταλίας, γιατί ο Χριστόδουλος, δεν μπορούσε να υποφέρει την τυραννία και παράλληλα είχε πέσει στη δυσμένεια του Αλή πασά. Στην Ιταλία ο Γιώργος επιδόθηκε συστηματικά στη σπουδή της ελληνικής και ιταλικής γλώσσας και λογοτεχνίας, ενώ ξεκίνησε μαθήματα ζωγραφικής και σπουδές νομικής στο πανεπιστήμιο της Πίζας, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε. Ο Γιώργος είχε τέσσερα εν ζωή αδέλφια, ο μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο Δημήτρης, ο άλλος ήταν ο Σπύρος, ενώ είχε και δύο αδελφές, την Μαρία και την Ελένη. Δισέγγονος του ήταν ο εθνικιστής λογοτέχνης, πολιτικός και επιχειρηματίας Χρήστος Ζαλοκώστας.

Όταν έγινε 17 χρονών, μαζί με τον πατέρα του και το Δημήτριο, το μεγαλύτερο αδερφό του, γύρισε μέσω Μασσαλίας στην Ελλάδα και στις 21 Ιουλίου 1821 έφτασε στο Μεσολόγγι. Μαζί τους ταξίδεψαν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, ο μετέπειτα δικαστής στην δίκη του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τον οποίο αθώωσε, ο Σέκερης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, καθώς και πολλοί Ιταλοί και Γάλλοι φιλέλληνες αξιωματικοί. Η υπόλοιπη οικογένεια Ζαλοκώστα εγκαταστάθηκε στον Πύργο της Ηλείας, όπου ήρθαν από την Ήπειρο και η μητέρα του Αικατερίνη μαζί με τα αδέλφια του Σπύρο, Μαρία και Ελένη, όμως το 1822 πέθαναν την ίδια μέρα οι γονείς του κι ένα χρόνο αργότερα το 1823, πέθανε και ο μεγαλύτερος αδελφός του Δημήτρης.

Ο Γεώργιος πήρε μέρος στην επανάσταση του 1821 δίπλα στον οπλαρχηγό Αναγνώστη Παπασταθόπουλο και πολέμησε σε όλες τι μάχες που έδωσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κι εναντίον των τουρκοαιγυπττιακών ορδών του Ιμπραήμ που πυρπολούσαν την Πελοπόννησο, ενώ έλαβε μέρος στις μάχες στα Μαγούλιανα, στην Αλωνίσταινα, στο Ισάρι, αλλά και στο Μεσολόγγι. Ήταν μεταξύ όσων επέζησαν στην έξοδο τον Απρίλιο του 1826 και μετά την απελευθέρωση κατατάχτηκε στο αστυνομικό σώμα ως οικονομικός αστυνομικός και κατά την περίοδο του Όθωνα έγινε αξιωματικός της χωροφυλακής, θέση που διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του, όμως περιήλθε σε δυσμένεια, γιατί κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά των Βαυαρών.

Έχασε επτά από τα εννέα παιδιά του, τα οποία πέθαναν, το ένα μετά το άλλο, όμως επλήγη και η επαγγελματική του σταδιοδρομία, καθώς η βασίλισσα Αμαλία αρνήθηκε να υπογράψει την προαγωγή του σε συνταγματάρχη, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να πεθάνει πληγωμένος και πικραμένος από τη σκληρή μεταχείριση. Η προτομή του τοποθετήθηκε σε πλατεία των Ιωαννίνων και στις 20 Απριλίου 1960 [3] έγινε η τελετή των αποκαλυπτηρίων της.

Εργογραφία

Προτομή Ζαλοκώστα

Συνεργάστηκε στην έκδοση των περιοδικών «Μνημοσύνη» με τον Ι.Ν. Λειβαδέα, και «Ευτέρπη» με τον Κωνσταντίνο Πωπ. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε επίσημα το 1851 με τη βράβευσή του στο «Ράλλειο» ποιητικό διαγωνισμό, τον οποίο είχε προκηρύξει ο ομογενής Αμβρόσιος Ράλλης, για το έργο του

  • «Μεσολόγγιον».

Παρέλαβε το βραβείο του από τον βασιλιά Όθωνα, που δεν ενέκρινε την ποιητική του δραστηριότητα, ο οποίος θεωρούσε ότι μπορούσε, «....παραβλάπτη τα στρατιωτικά του καθήκοντα...» και ότι, «...ασχολούμενος με την συγγραφήν ποιημάτων θα παρημέλει την υπηρεσίαν του». Σε ανάλογους διαγωνισμούς βραβεύτηκε άλλες δύο φορές για τα ποιήματα του

  • «Αρματολοί και Κλέφτες» και
  • «Ώρες σχόλης».

Ασχολήθηκε με την πεζογραφία, τη μετάφραση, το αισθητικό και το λογοτεχνικό δοκίμιο, όμως έγινε γνωστός για τις καντάδες που έγραψε, όπως οι

  • «Μια βοσκοπούλα αγάπησα» και
  • «Η αναχώρησίς της», που στηρίχτηκαν σε ιταλικά πρότυπα.

Έγραψε ποιήματα καθώς και μικρές φιλολογικές και κριτικές μελέτες. Το ποιητικό του έργο είναι πλούσιο. Στην αρχαΐζουσα καθαρεύουσα έγραψε τα επικά του ποιήματα που αφορούσαν τους αγώνες της φυλής, στην δημοτική έγραψε τα λυρικά ποιήματα για τον θάνατο, την φύση και τον έρωτα. Από πολύ νωρίς εκτιμήθηκε το έργο του από τους λόγιους κύκλους της εποχής, όπως και από τον απλό λαό, φθάνοντας ένα ποίημά του

  • «Το φίλημα» να γίνει δημοτικό παραδοσιακό τραγούδι.

Αντλεί την έμπνευση του από δύο κύκλους θεμάτων: από την πατρίδα και από το αδιάκοπο προσωπικό του δράμα. Ο χαμός ιδιαίτερα των παιδιών του του ενέπνευσε μερικά από τα πιο λυρικά του ποιήματα, όπως το περίφημο

  • «Ο βοριάς που τ` αρνάκια παγώνει».

Πολλά από τα ποιήματά του ήταν αφιερωμένα στην Ελληνική Επανάσταση και στους ήρωες που πολέμησαν για την πατρίδα ανυστερόβουλα. Μερικά από αυτά τα ποιήματα είναι

  • «Το χάνι της Γραβιάς» του 1847,
  • «ο Βότσαρης» του 1850,
  • «το Μεσολόγγιον» του 1851,
  • «Αρματολοί και κλέπται»,
  • «Το σπαθί και η κορώνα»,
  • «Του γερο-Μύρτου»,
  • «Αι σκιαί του Φαλήρου»,
  • «Η μάχη του Σαβελάκου»,
  • «Χαροκαμένη»,
  • «Εις το φεγγάρι».

Από το πιο γνωστά πατριωτικά του ποιήματα είναι

  • «Το στόμιον της Πρεβέζης», το 1852,
  • «Αρματολοί και Κλέφτες», το 1853.

Τρεις φορές κέρδισε βραβεία σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Ένα χρόνο μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα

  • «Άπαντα» του.

Το 1873 έγινε δεύτερη έκδοση των «Απάντων», με τη φροντίδα του ποιητή Γεωργίου Παράσχου και το 1939 τρίτη έκδοση, με επιμέλεια του ιστοριοδίφη και λόγιου Κώστα Καιροφύλα. Γοητευμένος από την ιταλική ποίηση, μετέφρασε στην καθαρεύουσα του καιρού του αρκετά από τα ποιήματα του Τορκουάτο Τάσσο, του Ούγκο Φώσκολου και άλλων. Δυστυχώς το έργο του λησμονήθηκε αν και είναι αξιόλογο, ειδικά τα πατριωτικά του ποιήματα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές