Γεώργιος Ζαλοκώστας
Ο Γεώργιος (Γούλας) Ζαλοκώστας [1], Έλληνας εθνικιστής, αγωνιστής της Ελληνικής Εθνεγερσίας του 1821 και μετέπειτα στρατιωτικός, σημαντικός ποιητής πατριωτικών ποιημάτων, ο «θλιμμένος ποιητής» της Εθνεγερσίας, εμπνευστής λυρικών και ρομαντικών ποιημάτων, μία από τις πλέον ευγενικές και κατατρεγμένες από τη μοίρα μορφές της Ελληνικής λογοτεχνίας, γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1805 στο Συρράκο στην περιοχή των Τζουμέρκων στην Ήπειρο και πέθανε στις 15 Ιουλίου [2] ή στις 3 Σεπτεμβρίου 1858 [3] στην Αθήνα, στις 18:00' το απόγευμα. Ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο στο Α' νεκροταφείο Αθηνών δίπλα στα τέσσερα από τα επτά νεκρά τέκνα του.
| ||
| ||
Γέννηση: Απρίλιος 1805 | ||
Τόπος: Συρράκο, Τζουμέρκα (Ελλάδα) | ||
Σύζυγος: Αικατερίνη Νικολ. Παπανικόλα | ||
Τέκνα: Ευγένιος Ζαλοκώστας, Βικτωρία | ||
Υπηκοότητα: Τουρκική, Ελληνική | ||
Ασχολία: Εθνικός αγωνιστής, Αξιωματικός | ||
Θάνατος: 3 Σεπτεμβρίου 1858 | ||
Τόπος: Αθήνα (Ελλάδα) |
Ήταν παντρεμένος από τις 9 Ιουνίου 1840 με την Αικατερίνη Νικολ. Παπανικόλα από το Συρράκο, κόρη στενού φίλου του πατέρα του, και από το γάμο του απέκτησε εννέα παιδιά [4], επτά από τα οποία πέθαναν το ένα μετά το άλλο σε νηπιακή ή πολύ νεαρή ηλικία και επέζησαν μόνο δύο που γεννήθηκαν, το 1854 ο Ευγένιος Ζαλοκώστας μετέπειτα διπλωμάτης, γραμματέας της Ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, πρεσβευτής στη Σόφια και υπουργός Εξωτερικών, από τον οποίο προήλθαν οι απόγονοι της οικογένειας του Γεωργίου Ζαλοκώστα και το 1857 η Βικτωρία, μετέπειτα σύζυγος του Διγενή Βότσαρη, η οποία πέθανε το 1899 χωρίς κληρονόμους.
Περιεχόμενα
Βιογραφία
Πατέρας του Γεωργίου ήταν ο Χριστόδουλος Ζαλοκώστας, απόγονος σημαντικής και ιστορικής οικογένειας της Ηπείρου, ο ίδιος πλούσιος έμπορος που διατηρούσε συναλλαγές με την Ιταλία με αντικείμενα το εμπόριο δερμάτων και την αργυροχρυσοχοΐα, ενώ μητέρα του ήταν η Αικατερίνη Ζαλοκώστα. Το 1814 ο Χριστόδουλος, που αρνούνταν να δεχθεί την τουρκική τυραννία, φυλακίστηκε έχοντας πέσει στη δυσμένεια του Αλή πασά και στη συνέχεια αφού αποφυλακίστηκε με τίμημα την δήμευση μεγάλου μέρους της κτηματικής περιουσίας και των μετρητών του, κατέφυγε στο Λιβόρνο της Ιταλίας μαζί με τα δύο μεγαλύτερα από τα παιδιά του, τον Δημήτριο και τον μόλις εννέα ετών Γεώργιο.
Σπουδές
Στην Ιταλία ο Γιώργος επιδόθηκε συστηματικά στη σπουδή της Ελληνικής και Ιταλικής γλώσσας και λογοτεχνίας και ξεκίνησε μαθήματα Ελληνικής και Ιταλικής φιλολογίας ενώ ανέδειξε και τις καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές τάσεις του στην ζωγραφική και στην ποίηση. Παράλληλα, άρχισε σπουδές Νομικής, στο πανεπιστήμιο της Πίζας, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε. Ο Γιώργος είχε τέσσερα ή πέντε εν ζωή αδέλφια, ο μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο Δημήτρης, ο άλλος ήταν ο Σπύρος και σύμφωνα με κάποιες πηγές ο Νικόλαος ο παππούς του λογοτέχνη Χρήστου Ζαλοκώστα, ενώ είχε και δύο αδελφές, την Μαρία και την Ελένη. Δισέγγονος του ήταν ο εθνικιστής λογοτέχνης, πολιτικός και επιχειρηματίας Χρήστος Ζαλοκώστας.
Οικογένεια Ζαλοκώστα
Όταν έφτασε σε ηλικία 17 χρονών, μαζί με τον πατέρα του και το Δημήτριο, το μεγαλύτερο αδερφό του, ο Γεώργιος επέστρεψε μέσω Μασσαλίας στην Ελλάδα και στις 21 Ιουλίου 1821 έφτασε στο Μεσολόγγι. Μαζί τους ταξίδεψαν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, ο μετέπειτα δικαστής στην δίκη του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τον οποίο αθώωσε, ο Σέκερης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, καθώς και πολλοί Ιταλοί και Γάλλοι φιλέλληνες αξιωματικοί. Οι άρρενες της οικογένειας Ζαλοκώστα εγκαταστάθηκαν στον Πύργο της Ηλείας όπου είχαν καταφύγει από την Ήπειρο, μετά την καταστροφή του Συρράκου από τους Τούρκους, και η μητέρα Αικατερίνη μαζί με τα αδέλφια του Σπύρο, Μαρία και Ελένη. Το 1822 πέθαναν την ίδια μέρα οι γονείς του Γεώργιου και ένα χρόνο αργότερα, το 1823, πέθανε και ο μεγαλύτερος αδελφός του Δημήτρης. Από τη φροντίδα για τα μικρότερα του αδέλφια, τον απάλλαξε μια θεία του, που ανέλαβε τη φιλοξενία τους στην Ήπειρο όπου οι δύο αδελφές του πραγματοποίησαν επιτυχημένους γάμους. Λίγα χρόνια πριν το θάνατο του ποιητή η βάναυση μοίρα του τον χτύπησε εκ νέου καθώς πέθανε ο αδελφός του Σπύρος Ζαλοκώστας που είχε σταδιοδρομήσει ως αξιωματικός του Ελληνικού στρατού.
Ελληνική Εθνεγερσία
Ο Γεώργιος πήρε μέρος στην επανάσταση του 1821 δίπλα στον τοπικό οπλαρχηγό Αναγνώστη Παπασταθόπουλο, κοντά στον οποίο έζησε και πολέμησε μέχρι το τέλος του αγώνος. Συμμετείχε σε όλες τι μάχες που έδωσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κι εναντίον των τουρκοαιγυπττιακών ορδών του Ιμπραήμ που πυρπολούσαν την Πελοπόννησο, ενώ έλαβε μέρος στις μάχες στα Μαγούλιανα, στην Αλωνίσταινα, στο Ισάρι, αλλά και στην δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, το 1826 από τον Ιμπραήμ πασά, και στη συνέχεια στην ηρωική έξοδο των Πολιορκημένων, τον Απρίλιο εκείνου του έτους, όπου σύμφωνα με όσα σημειώνει ο Μανώλης Μαγκλάρας: «αξιώθηκε να είναι ένας από τους ελεύθερους πολιορκημένους της ιερής πολιτείας, που σώθηκε χάρη στην ηρωική έξοδο, η οποία απετέλεσε ένα πραγματικό θαύμα της Ρωμιοσύνης και συγκλόνισε την ανθρωπότητα».
Ελεύθερο Ελληνικό κράτος
Το 1829 ο Παπασταθόπουλος διορίστηκε γενικός επιθεωρητής των στρατευμάτων της Δυτικής Ελλάδος και διόρισε τον Ζαλοκώστα γραμματέα του θέση στην οποία παρέμεινε έως τις 4 Απριλίου του 1832. Την περίοδο της αντιβασιλείας του Όθωνα ο Ζαλοκώστας κατατάχτηκε ως οικονομικός υπάλληλος στο Ναυτικό Διευθυντήριο στον Πόρο όπου υπηρέτησε από το 1834 έως τις 10 Απριλίου του 1836 όταν ονομάστηκε καταλυματίας [5] Β' τάξεως και μετατέθηκε στο Ναύπλιο, την τότε πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους. Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1939 προήχθη στο βαθμό του καταλυματία Α' τάξεως και υπηρέτησε στο οπλοστάσιο ενώ τον ίδιο χρόνο ενεπλάκη σε συνωμοσία εναντίον του Βασιλιά Όθωνα.
Στις 25 Ιανουαρίου του 1845 χαρακτηρίστηκε επικαταλυματίας Α' τάξεως, δηλαδή λοχαγός, και στις 20 Δεκεμβρίου του 1847 μετατέθηκε στην Αθήνα όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του ενώ τιμήθηκε με το παράσημο του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος. Η επαγγελματική του σταδιοδρομία επλήγη όταν η βασίλισσα Αμαλία αρνήθηκε να υπογράψει την προαγωγή του σε αντισυνταγματάρχη, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να πεθάνει πληγωμένος και πικραμένος από τη σκληρή μεταχείριση. Στις Αυγούστου του 1852 ονομάστηκε αξιωματικός της χωροφυλακής, θέση που διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Εργογραφία
Η συνεισφορά του Γεώργιου Ζαλοκώστα στην λογοτεχνία είναι ποικιλόμορφη. Ο ποιητής, που έγραψε και κριτικά σημειώματα, στο έργο του δέχθηκε επιρροές από την Αθηναϊκή και την Κερκυραϊκή Σχολή ενώ έγραψε ποιήματα τόσο στην καθαρεύουσα όσο και τη δημοτική. Έγραψε πατριωτικά, βιωμένη ηρωική ποίηση καθώς συμμετείχε ο ίδιος ως πολεμιστής της Ελληνικής εθνεγερσίας, λυρικά, ρομαντικά ποιήματα και τραγούδησε τις πολλές πίκρες της ζωής του. Τα πρώτα πατριωτικά ποιήματά του είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα και είναι αφιερωμένα στην Ελληνική Εθνεγερσία και στους ήρωες που πολέμησαν για την πατρίδα. Μεγάλο τμήμα από το σύνολο των λυρικών του ποιημάτων μελοποιήθηκαν, όπως «Το φίλημα» γνωστό ως «Μια βοσκοπούλα αγάπησα» το οποίο αποτελεί δημοτικό παραδοσιακό τραγούδι που ακούγεται ως τις μέρες μας. Το 1851 τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο στο Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό για το ποίημα του «Το Μεσολόγγιον» ενώ βραβεύτηκε και για τις ποιητικές συλλογές του: «Αρματωλοί και κλέφται» και «Ώραι Σχολής».
Στην αρχαΐζουσα καθαρεύουσα έγραψε τα επικά του ποιήματα που αφορούσαν τους αγώνες της φυλής, στην δημοτική έγραψε λυρικά ποιήματα για τον θάνατο, την φύση και τον έρωτα. Από πολύ νωρίς εκτιμήθηκε το έργο του από τους λόγιους κύκλους της εποχής, όπως και από τον απλό λαό. Ασχολήθηκε ακόμη με τη ζωγραφική. Ο Ζαλοκώστας συνεργάστηκε στην έκδοση των περιοδικών «Μνημοσύνη» με τον Ι.Ν. Λειβαδέα, και «Ευτέρπη» με τον Κωνσταντίνο Πωπ. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε επίσημα το 1851 με τη βράβευσή του στο «Ράλλειο» ποιητικό διαγωνισμό, τον οποίο είχε προκηρύξει ο ομογενής Αμβρόσιος Ράλλης, για το έργο του:
- «Μεσολόγγιον».
Παρέλαβε το βραβείο του από τον βασιλιά Όθωνα, που δεν ενέκρινε την ποιητική του δραστηριότητα καθώς θεωρούσε ότι μπορούσε: «....παραβλάπτη τα στρατιωτικά του καθήκοντα...» και ότι, «...ασχολούμενος με την συγγραφήν ποιημάτων θα παρημέλει την υπηρεσίαν του». Σε ανάλογους διαγωνισμούς βραβεύτηκε άλλες δύο φορές για τα ποιήματα του:
- «Αρματολοί και Κλέφτες» και
- «Ώρες σχόλης».
Ασχολήθηκε με την πεζογραφία, τη μετάφραση, το αισθητικό και το λογοτεχνικό δοκίμιο, όμως έγινε γνωστός για τις καντάδες που έγραψε, όπως οι:
- «Μια βοσκοπούλα αγάπησα» και
- «Η αναχώρησίς της», που στηρίχτηκαν σε ιταλικά πρότυπα.
Έγραψε ποιήματα καθώς και μικρές φιλολογικές και κριτικές μελέτες. Το ποιητικό του έργο είναι πλούσιο. Στην αρχαΐζουσα καθαρεύουσα έγραψε τα επικά του ποιήματα που αφορούσαν τους αγώνες της φυλής, στην δημοτική έγραψε τα λυρικά ποιήματα για τον θάνατο, την φύση και τον έρωτα. Από πολύ νωρίς εκτιμήθηκε το έργο του από τους λόγιους κύκλους της εποχής, όπως και από τον απλό λαό, φθάνοντας ένα ποίημά του:
- «Το φίλημα» να γίνει δημοτικό παραδοσιακό τραγούδι.
Αντλεί την έμπνευση του από δύο κύκλους θεμάτων: από την πατρίδα και από το αδιάκοπο προσωπικό του δράμα. Ο χαμός ιδιαίτερα των παιδιών του του ενέπνευσε μερικά από τα πιο λυρικά του ποιήματα, όπως το περίφημο:
- «Ο βοριάς που τ` αρνάκια παγώνει», το οποίο εγράφη το 1848, το έτος που απεβίωσε ο Χρήστος, το τέταρτο από τα νεκρά τέκνα της οικογένειας Ζαλοκώστα.
Πολλά από τα ποιήματά του ήταν αφιερωμένα στην Ελληνική Επανάσταση και στους ήρωες που πολέμησαν για την πατρίδα ανυστερόβουλα. Μερικά από αυτά τα ποιήματα είναι:
- «Αι σκιαί του Φαλήρου», το 1844, όπου καταδικάζει την αντιπατριωτική ενέργεια των Βαυαρών να χωρίσουν του Έλληνες σε αυτόχθονες και ετερόχθονες,
- «Το χάνι της Γραβιάς» του 1847,
- «Ο Βότσαρης» του 1850,
- «το Μεσολόγγιον» του 1851,
- «Αρματολοί και κλέπται»,
- «Το σπαθί και η κορώνα»,
- «Του γερο-Μύρτου»,
- «Η μάχη του Σαβελάκου»,
- «Χαροκαμένη»,
- «Εις το φεγγάρι».
Από το πιο γνωστά πατριωτικά του ποιήματα είναι:
- «Το στόμιον της Πρεβέζης», το 1852,
- «Αρματολοί και Κλέφτες», το 1853.
Τρεις φορές κέρδισε βραβεία σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Ένα χρόνο μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα:
- «Άπαντα» του με την επιμέλεια της συζύγου του.
Το 1873 έγινε δεύτερη έκδοση των «Απάντων», με τη φροντίδα του ποιητή Γεωργίου Παράσχου και με την ευθύνη του γιού του Ευγένιου ενώ το 1939 κυκλοφόρησε η τρίτη έκδοση, με επιμέλεια του ιστοριοδίφη και λόγιου Κώστα Καιροφύλα. Γοητευμένος από την ιταλική ποίηση, από την οποία παρέλαβε τον ρυθμό, την πλοκή του στίχου, την αρμονικότητα και την ομοιοκαταληξία, μετέφρασε στην καθαρεύουσα του καιρού του αρκετά από τα ποιήματα τΩΝ Τορκουάτο Τάσσο, Μάρκο Κανίνι, Ιωσήφ Ρεγκάλντι, Ούγκο Φώσκολο και άλλων.
Το τέλος του
Στις 15 Ιουλίου του 1858 ο Ζαλοκώστας ασθένησε από υδρωπικία, ασθένεια η οποία σταδιακά πλην όμως πολύ σύντομα, τον οδήγησε στον θάνατο, μέσα σε διάστημα μόλις δύο μηνών. Δύο ημέρες πριν τον θάνατο του ποιητή ο πρώην γερουσιαστής Δημήτριος Χατζίσκος, συγγενής και φίλος της οικογένειας του Χατζηκώστα, επισκέφθηκε τον υπουργό των Στρατιωτικών Λεωνίδα Σμολένσυ από τον οποίο ζήτησε τον προβιβασμό του Ζαλοκώστα. Ο Υπουργός υπέγραψε το σχετικό διάταγμα όμως αρνήθηκε την υπογραφή της η βασίλισσα Αμαλία η οποία αναπλήρωνε τον σύζυγο της βασιλιά Όθωνα, ο οποίος ήταν σε ταξίδι, επικαλούμενη σχετική εντολή. Την άρνηση της και τον μη προβιβασμό του δεν έμαθε ποτέ ο Ζαλοκώστας ο οποίος απεβίωσε την ίδια ημέρα, λίγη ώρα μετά την δύση του ήλιου, με το βαθμό του επικαταλυματία. Η σύνταξη που προέκυψε από την θέση του μόλις που ήταν επαρκής για να τραφούν η σύζυγός του και τα δύο ανήλικα επιζώντα τέκνα του, ο Ευγένιος και η Βικτωρία.
Μνήμη Γεωργίου Ζαλοκώστα
Ο ποιητής και φίλος του Γεώργιος Παράσχος που εκφώνησε επικήδειο λόγο στην κηδεία του Ζαλοκώστα, έγραψε ποίημα το οποίο αφιέρωσε στη μνήμη του φίλου του, ο οποίος ισχνός, μετρίου αναστήματος και με στρογγυλό μέτωπο, ταπεινός ως άνθρωπος και σεμνός ως χαρακτήρας, έζησε ζωή καρτερικού αγωνιστή, αφοσιωμένου πατριώτη και τίμιου ανθρώπου που διέθετε ευαίσθητη ποιητική ψυχή. Οι θάνατοι των παιδιών του στάθηκαν η αφορμή για να εμπνευστεί ο Ζαλοκώστας τα περισσότερα από τα λυρικά πονεμένα ποιήματά του. Στο 4ο νεκρό παιδί του, τον Χρήστο που είχε το όνομα του παππού του και πατέρα του Ζαλοκώστα, αφιέρωσε ένα από τα πλέον γνωστά ποιήματά του με τον τίτλο: «Ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει». Ο Ζαλοκώστας για την συμβίωση με την σύζυγό του Αικατερίνη γράφει στο ποίημα το «Συναπάντημα»: «τη διώχνει η λύπη τη χαρά / τόσο η χαρά είναι λίγη».
Δυστυχώς το έργο του Ζαλοκώστα λησμονήθηκε αν και είναι αξιόλογο, ειδικά τα πατριωτικά του ποιήματα. Στην ποίηση του, με επιρροές που καλύπτουν το ευρύ φάσμα από το ρομαντισμό των αδερφών Σούτσων και το νεοκλασικιστικό ιδεώδες ως την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού και της Επτανησιακής σχολής, χρησιμοποιεί και τις δύο μορφές γλώσσας, καθώς είναι καλός χρήστης τόσο της λόγιας όσο και της λαϊκής ελληνικής, ενώ η ποιητική του τεχνική και η χρήση των μέτρων είναι τουλάχιστον θαυμαστή. Η προτομή του τοποθετήθηκε σε πλατεία των Ιωαννίνων και στις 20 Απριλίου 1962 [6] έγινε η τελετή των αποκαλυπτηρίων της. Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, επίτιμος προσκεκλημένος στην τελετή, καταθέτει ότι ο Ζαλοκώστας υπήρξε «Ο κατ’ εξοχήν λυπημένος πατέρας της νεοελληνικής λογοτεχνίας....».
Διαβάστε τα λήμματα
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
- [Ποιήματα του Γεωργίου Ζαλοκώστα]
- [Γεώργιος Ζαλοκώστας (Στιχουργός)]
- [Γεώργιος Ζαλοκώστας-Βιογραφικό]
- [Γεώργιος Ζαλοκώστας-Βιογραφικό Σπυρίδων Λάμπρος]
- [Ζαλοκώστας Γεώργιος (Υπογραφή σε ξυλογραφία) pandektis.ekt.gr]
- [Ζαλοκώστας, Γεώργιος Ψηφιοποιημένα έργα του Ζαλοκώστα, anemi.lib.uoc.gr]
Παραπομπές
- ↑ [Tο επώνυμο του Γεωργίου Ζαλοκώστα το συναντάμε και με τις φωνητικές ή πραγματικές εκδοχές: Ζαλακώστας ή Τζαλακώστας.]
- ↑ [Γεώργιος Ζαλοκώστας]
- ↑ [Βιογραφία Ζαλοκώστα από το Σπύρο Λάμπρο, σελίδα 114η.]
- ↑ [Στις 3 Μαΐου του 1841 γεννήθηκε η Βικτωρία που πέθανε μόλις ενός έτους τον Μάιο του 1842. Το 1843 γεννήθηκε ο Νικόλαος ο οποίος έζησε μόλις δέκα μήνες και πέθανε το ίδιο έτος. Το 1845 γεννήθηκε και πέθανε ο Σπυρίδωνας, ακολούθησε ο Χρήστος που είχε την ίδια μοίρα μετά από σύντομη ασθένεια. Τον Αύγουστο του 1852 πέθανε ο Σπυρίδων και τον Φεβρουάριο του 1853 ο Ευάγγελος ενώ το 1858 πέθανε σε ηλικία δεκατεσσάρων μηνών ο Ιωάννης.]
- ↑ [Καταλυματίας, στην εποχή του Ζαλοκώστα, ήταν η ονομασία του Αξιωματικού του Οικονομικού Σώματος του Στρατού.]
- ↑ [Προτομές προσωπικοτήτων Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών]