Βιλφρέντο Παρέτο

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Βιλφρέντο Παρέτο, [Vilfredo Federico Damaso Pareto], Ιταλός εθνικιστής, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διανοούμενος, μηχανικός, μαθηματικός, οικονομολόγος, κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας που θεωρήθηκε πατέρας της ιδεολογίας του Ιταλικού Φασισμού, ένας από τους θεωρητικούς ηγέτες της «Σχολής της Λωζάννης», μέλος της δεύτερης γενιάς του Νεοκλασικισμού, εισηγητής των θεωριών της «Βέλτιστης Ανακατανομής», των «Κοινωνικών Κύκλων» και της αλληλοδράσεως των «αριστοκρατιών» [Elites] και των μαζών, που του αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός «Μαρξ της αστικής τάξεως» ή «Μαρξ του Φασισμού», ο πρώτος που εφάρμοσε τα μαθηματικά στην οικονομική ανάλυση και προσέφερε σημαντικά στη μικροοικονομία και τους στατιστικούς δείκτες κινήσεως, γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου 1848 στο Παρίσι της Γαλλίας και πέθανε στις 19 Αυγούστου 1923 στο χωριό Σελινί [Crans-près-Céligny] κοντά στη Γενεύη της Ελβετίας. Τάφηκε στο μικρό νεκροταφείο του Σελινί [Crans-près-Céligny].

Παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο το 1899, με την Αλεσαντρίνα Μπακούνιν [Alessandrina -γνωστή ως Dina- Bakunin], Ρωσικής καταγωγής από τη Βενετία, η οποία σύντομα τον εγκατέλειψε για έναν νεαρό υπηρέτη. Στις 19 Ιουνίου 1923 κατάφερε να πάρει διαζύγιο από την Αλεξάνδρα Μπακούνιν, αφού πολιτογραφήθηκε στο κρατίδιο του Φιούμε, όπου επιτρέπονταν το διαζύγιο, και παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο με την Γαλλίδα Τζαίην Ρεγκίς [Jane Regis], με την οποία συζούσε από τα μέσα της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, προκειμένου να την εξασφαλίσει οικονομικά.
Βιλφρέντο Παρέτο

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Ο Βιλφρέντο ήταν γόνος οικογένειας πατρικών από τη Γένοβα της Ιταλίας. Πατέρας του ήταν ο Ραφαέλε Παρέτο [Raffaele Pareto] που γεννήθηκε το 1812 και πέθανε το 1882, Ιταλός δημοκράτης μαρκήσιος, ο οποίος ζούσε εξόριστος στο Παρίσι όπου είχε εξοριστεί από το 1836 από τον κυβερνήτη της Σαβοΐας ως οπαδός του Mazzini και μητέρα του η Γαλλίδα Μαρί Μετενιέ [Marie Metenier], των οποίων ήταν ο μοναχογιός και το τρίτο παιδί τους. Στον Βιλφρέντο, που είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές, δόθηκε από τους γονείς του, το Γερμανικό όνομα Βίλφριντ, για να τιμήσουν τη Γερμανική επανάσταση του 1848, όμως το 1858, μετά τη χορήγηση αμνηστίας στον πατέρα του, όταν επέστρεψαν οικογενειακά στην Ιταλία, εγκαταστάθηκαν στο Casale Monferrato, ενώ άλλαξαν το όνομα του γιου τους σε Ιταλικό κι έκτοτε ήταν γνωστός ως Βιλφρέντο Φεντέρικο.

Σπουδές

Ο Βιλφρέντο έλαβε εξαιρετική εγκύκλιο παιδεία στην Γαλλία και αργότερα στην Ιταλία, παρακολουθώντας μαθήματα μαθηματικών και λογοτεχνίας στο κολέγιο Leardi. Στη συνέχεια σπούδασε Μαθηματικά και Φυσική στη «Scuola di Applicazione per gli Ingegneri» στο Τορίνο, μετέπειτα «Politecnico di Torino», από το οποίο αποφοίτησε το 1867 με πτυχίο στα Μαθηματικά και, στη συνέχεια, το 1970, απέκτησε πτυχίο μηχανικού και διδακτορικό. Η διδακτορική του διατριβή είχε θέμα «Θεμελιώδη αξιώματα της θεωρίας της ελαστικότητας των στερεών σωμάτων» [«Principi fondamentali della teoria della elasticità dei corpi solidi e ricerche sulla integrazione delle equazioni differenziali che ne definiscono l’equilibrio»']. Τον ίδιο χρόνο και μετά την αποφοίτηση του εργάστηκε ως μηχανικός στους Ιταλικούς σιδηροδρόμους στη Φλωρεντία έως το Οκτώβριο του 1873, όταν διορίστηκε διευθυντής σφυρηλατήσεως στην ιδιωτική χαλυβουργία «Società Ferriere d’ Italia» στην Φλωρεντία. Το 1875 ανέλαβε καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας ως το 1890, όταν υπέβαλε την παραίτηση του. Αρχικά επηρεάστηκε από τις ματσινικές [1] και αντι-κληρικαλιστικές πολιτικές απόψεις του πατέρα του. Αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1880 στράφηκε προς τις φιλελεύθερες θέσεις και υποστήριξε τον πλήρη παραμερισμό του κρατισμού και την αυτορύθμιση της αγοράς. Το 1882 πολιτεύθηκε στην περιοχή της Πιστόια με το κόμμα των Φιλελευθέρων, την ίδια εποχή που άρχισε την ενασχόληση του με την Οικονομία.

Ακαδημαϊκή σταδιοδρομία

Το 1886, ανακηρύχθηκε λέκτορας Οικονομικών και Διοικήσεως Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας [«Università degli Studi di Firenze», U.N.I.F.I.]. Το 1889, με αφορμή τον θάνατο της μητέρας του, ο Παρέτο παραιτήθηκε από το Πανεπιστήμιο κι εγκαταστάθηκε με τον πατρικό τίτλο του μαρκήσιου σε μία βίλα στο Fiesole, όπου αφοσιώθηκε στη μελέτη της Πολιτικής Οικονομίας και Φιλοσοφίας. Έγραφε και δημοσίευε αντικυβερνητικά άρθρα και πραγματοποιούσε τακτικές διαλέξεις, γεγονότα που προκάλεσαν την επέμβαση των Ιταλικών αρχών, ενώ τέθηκε σε ένα ιδιότυπο περιορισμό. Αρκετές διαλέξεις του διακόπηκαν με την παρέμβαση διαδηλωτών και απορρίφθηκαν οι αιτήσεις του να διδάξει σε Πανεπιστήμιο. Ο αποκλεισμός του περιορίστηκε όταν, τον Ιούλιο του 1891, ο οικονομολόγος Μαφέο Πανταλεόνι [Maffeo Pantaleoni], τον έφερε σε επαφή με την «Νεοκλασική» οικονομική τάση και με τον Λεόν Μαρί Βαλράς [Marie-Esprit-Léon Walras], καθηγητή στο ελβετικό Πανεπιστήμιο της Λωζάνης, το [«Université de Lausanne»], ο οποίος ήταν ο εισηγητής της μακροοικονομικής «Θεωρίας της Ισορροπίας», [«La Τhéorie de l’ Εquilibre Général»]. Με τη διαμεσολάβηση του Πανταλεόνι, ο Παρέτο άρχισε να δημοσιεύει στην περιοδική έκδοση «Εφημερίδα των Οικονομολόγων», «Giornale degli Εconomisti». Τον Απρίλιο του 1893, με τη βοήθεια του Πανταλεόνι διαδέχθηκε τον Βαρλάς, που παραιτήθηκε λόγω ασθενείας, στη θέση του καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστήμιου της Λωζάννης. Μετά τις αιματηρές ταραχές του Μαΐου 1898 στο Μιλάνο, βοήθησε αρκετούς συμπατριώτες του πολιτικούς φυγάδες και την ίδια εποχή κατήγγειλε με άρθρα του τον αντισημιτισμό του γαλλικού κράτους στην «υπόθεση Ντρέϋφους».

Στα τέλη του 1898 κληρονόμησε έναν πλούσιο θείο του, γεγονός που του επέτρεψε να ζει με μεγαλύτερη οικονομική άνεση. Έκτισε ένα σπίτι, την Villa Angora, στο Σελινί [Crans-près-Céligny] κοντά στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου οι φόροι χαμηλότεροι από ότι στη Λωζάννη, όπου μετακόμισε το 1901, μαζί με τις πολλές γάτες Αγκύρας που είχε και συνέχισε να μελετάει έργα του Βρετανού φιλοσόφου Χέρμπερτ Σπένσερ, [Herbert Spencer], τον οποίο θεωρούσε ως κορυφή της κοινωνιολογίας και να συγγράφει. Το 1906 παραιτήθηκε για λόγους υγείας, του εκδηλώθηκε καρδιακή νόσος, από το Πανεπιστήμιο της Λωζάννης, στο οποίο συνέχισε να δίνει περιοδικές διαλέξεις με θέμα τον γνωστό διπλωμάτη Νικολό Μακιαβέλι [Niccolò di Bernardo dei Machiavelli], στις οποίες εξηγούσε την επιστημονική αξία του βιβλίου του τελευταίου «Ο Ηγεμών» [«De Principatibus/Il Principe»]. Μεταξύ των ακροατών του στη Λωζάνη της Ελβετίας, ήταν και ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, που επηρρεάστηκε ιδιαίτερα από τη σκέψη και τις απόψεις του Παρέτο.

Απόψεις

Ο Παρέτο υπήρξε δια βίου αντίπαλος του μαρξισμού και της φιλελεύθερης ισονομίας. Αποκάλεσε την Ιστορία «ένα νεκροταφείο αριστοκρατών» και κατέταξε τις ανθρώπινες πράξεις στις «λογικές» και στις «μη λογικές». Ως λογική όριζε αυτή που καθοδηγείται και προγραμματίζεται από την ελεγμένη, φερέγγυα, επιστημονική γνώση. Λογική, σύμφωνα με τον Παρέτο, είναι η πράξη κατά την οποία οι στόχοι που θέτει το υποκείμενο της δράσεως πραγματοποιούνται καθώς στηρίζονται στην επιστημονική αποτίμηση των στόχων, των μέσων και του πλαισίου, στο οποίο εκτυλίσσεται η δράση. Λογικές είναι οι πράξεις όπου οι αντικειμενικοί και οι υποκειμενικοί στόχοι συμπίπτουν. Μη λογικές είναι οι πράξεις στις οποίες τα άτομα δεν έχουν τρόπο να διασφαλίσουν την παραπάνω σύμπτωση, να συλλάβουν επιτυχώς τη σχέση των μέσων που έχουν στην διάθεση τους με τους στόχους των πράξεων τους, ή αλλιώς να επιλέξουν τα κατάλληλα μέσα προς την επίτευξη των στόχων τους. Και τούτο διότι, κατά τον Παρέτο, οι πράξεις των ανθρώπων δεν προσανατολίζονται, λογικά ούτε οδηγούνται από στοχοθεσίες, τις οποίες επιλέγουν συνειδητά και μετά από υπολογισμό και στάθμιση των δυνατοτήτων που έχουν στην διάθεση τους. Κινητοποιούνται αντιθέτως από «αιτίες» που είναι «εξωλογικές» που εντοπίζονται στον έξω-συνειδησιακό τους χώρο [2].

Χαρακτήρισε «ηρωική δημοσιονομία» το μέτρο της διχοτομήσεως του χαρτονομίσματος, στο οποίο προχώρησε η κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη στις 31 Μαρτίου 1922, και ο υπουργός της Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ως υποχρεωτικό εσωτερικό δάνειο. Τότε, οι εφημερίδες, κυρίως της συμπολιτεύσεως, τήρησαν αμήχανη στάση και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τις δωροδοκήσει για να υποστηρίξουν το αναγκαστικό δάνειο και όπως αναφέρει στο «Ημερολόγιο» του ο Ιωάννης Μεταξάς [3]: «Αι εφημερίδες επληρώθησαν αδρότατα εκατό χιλιάδες εκάστη, αι βενιζελικαί, αφού εφάνησαν δεχόμεναι κατ’ αρχάς, ηρνήθησαν έπειτα....».

Η σχέση του με το Φασισμό

Ο Παρέτο, ο Γκαετάνο Μόσκα και ο Ρόμπερτ Μίχελς, οι απόψεις των οποίων χρησιμοποιήθηκαν από το φασισμό, καθώς και ο Ζορζ Σορέλ, αποτελούν τους κοινωνικούς επιγόνους του Νικολό Μακιαβέλλι,μ σύμφωνα με τον Τζέιμς Μπέρναμ. Ο Παρέτο ήταν υπέρμαχος της ανθρώπινης ελευθερίας, επέκρινε με δριμύτητα την κοινοβουλευτική δημοκρατία και υποστήριξε ότι η δημοκρατία των μαζών είναι ανέφικτη. Ο Παρέτο μαζί με τους Μαξ Βέμπερ και Εμίλ Ντιρκέμ, υπήρξε ένας από τους τρεις ιδρυτές της σύγχρονης κοινωνιολογίας. Θεωρείται ο πιο απαισιόδοξος, ενώ στο έργο του δεν βρίσκει κανείς ίχνος συναισθηματισμού. Κατηγορήθηκε ως ο «Μαρξ του φασισμού» εξαιτίας της θετικής του στάσεως στο πρόσωπο του Μπενίτο Μουσολίνι, που εκείνη την εποχή ερχόταν στα πράγματα. Ήταν αγαπητός στους συνδικαλιστές για τις κριτικές του εναντίον του φιλελευθερισμού, της δημοκρατίας και του μετριοπαθούς σοσιαλισμού, ενώ ο Μουσολίνι, στον οποίο άρεσε η άποψη του Παρέτο για τις ελίτ, τον εκτιμούσε και παρακολουθούσε τις διαλέξεις του. Ο Παρέτο έλεγε ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχει μία μεγάλη σιωπηρή πλειοψηφία η οποία σπανίως αντιδρά μπροστά στην βία και με την σιωπή της έχει επιτρέψει τους πιο απεχθείς βιασμούς των ατομικών ελευθεριών.

Ο Παρέτο ήταν εκπρόσωπος του κλασικού ελιτισμού. Υποστήριζε ότι η ελίτ που κυβερνά συνιστά αποφασιστικό συστατικό της πολιτικής και κοινωνικής ζωής και ότι η δημοκρατία είναι ψευδαίσθηση και μυθολογική κατασκευή που δεν ανταποκρίνεται στα κοινωνικά δεδομένα. Η θεωρία του έχει αφετηρία τον συντηρητικό φιλελευθερισμό των αρχών του 20ου αιώνα, ο οποίος αντιτάχθηκε στις σοσιαλιστικές θεωρίες της ισότητας. Ο Παρέτο πίστευε ότι στη Δημοκρατία, η ελευθερία επιλογής των ψηφοφόρων μηδενίζεται, όταν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε υποψηφίους, καθώς αυτοί υποστηρίζονται από οργανωμένες μειοψηφίες. Η θεωρία του για τις ελίτ θεωρήθηκε ως πρωτο-φασιστική, ενώ ο Παρέτο ταύτισε το φασιστικό κίνημα στην Ιταλία και την άνοδο του Μπενίτο Μουσολίνι με τις ιδιότητες λεονταρισμού των ελίτ και προέβλεψε την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία.

Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το Μπενίτο Μουσολίνι, τον οποίο θεωρούσε μεγάλο πολιτικό. Οι δυο τους συναντήθηκαν μεταξύ 1902 και 1904, όταν ο Μουσολίνι είχε καταφύγει στην Ελβετία και παρακολούθησε τις διαλέξεις του Παρέτο. Τον Οκτώβριο του 1922 ο Παρέτο από την Ελβετία, με ένα τηλεγράφημα του απευθύνθηκε στο Μουσολίνι και τον προέτρεψε, «τώρα ή ποτέ», στέλνοντας του την ενθάρρυνση του στο Μπενίτο Μουσολίνι, προκειμένου εκείνος να δώσει το έναυσμα για την πορεία στη Ρώμη και την κατάληψη της εξουσίας.

Στη διάρκεια των τελευταίων μηνών της ζωής του, ο Παρέτο έγινε αποδέκτης πολλών τιμητικών διακρίσεων από το Ιταλικό κράτος και προσωπικά από τον Μπενίτο Μουσολίνι, που το 1922, τον όρισε εκπρόσωπο της Ιταλίας στη Διεθνή Διάσκεψη για τον Αφοπλισμό στη Γενεύη. Την 1η Μαρτίου του 1923, μετά από πρόταση του Φασιστικού συμβουλίου, ο Παρέτο διορίστηκε Γερουσιαστής του Ιταλικού βασιλείου, όμως ο διορισμός του δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, επειδή ο Παρέτο δεν παρέδωσε στην προεδρία της Γερουσίας τα έγγραφα που του ζητήθηκαν. Παράλληλα, ο Μουσολίνι τον όρισε σύμβουλο και έδωσε εντολή να δημοσιεύονται οι συνεργασίες του Παρέτο στο προσωπικό του περιοδικό, το Gerarchia. Ο συγγραφέας αν και ήταν υποχρεωμένος, λόγω τηων προβλημάτων της υγείας του, να αρνηθεί πολλές από αυτές τις τιμητικές διακρίσεις, αντιμετώπιζε θετικά το Φασιστικό καθεστώς, διατηρούσε συχνή επικοινωνία με τον Μουσολίνι, μέσω της ανταλλαγής επιστολών, και πρόσφερε τις συμβουλές του για τη διαμόρφωση της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής του καθεστώτος. Στην τελευταία του επιστολή προς τον Μουσολίνι, η οποία γράφτηκε λίγο πριν το θάνατό του, ο Παρέτο διατύπωσε τη γνώμη ότι το φασιστικό καθεστώς πρέπει να σταθεί αμείλικτο με όλους τους ενεργούς αντιπάλους του, όχι όμως αυτούς που είναι αντίθετοι του μόνο στα λόγια και για το λόγο αυτό αντιτάχθηκε στον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου στα Ιταλικά πανεπιστήμια.

Οικονομική θεωρία

Ο Παρέτο πίστευε ότι η εξασθενημένη καπιταλιστική τάξη πρόκειται να αντικατασταθεί από μια καινούργια ελίτ, την οποία θα συγκροτούσαν πρώην προλετάριοι. Κατά τον Παρέτο, η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει πραγματικά, κι ενώ οι άνθρωποι ζουν σύμφωνα με το συναίσθημα, παριστάνουν ότι ζουν σύμφωνα με τη λογική. Υποστηρίζει ότι η εναλλαγή των κυρίαρχων και των κυριαρχούμενων στην εξουσία είναι το αποτέλεσμα μιας απολίθωσης των ανώτερων τάξεων σε μορφές ιεραρχικής και συντηρητικής ακινησίας, που δεν εναρμονίζεται πια με τις επείγουσες ανάγκες της ιστορικής πραγματικότητας, την οποία όμως θα ξέρουν να εκμεταλλευτούν οι νέοι πειραματιστές.

Στο έργο «Δοκίμια» κάνει την επιτυχέστερη εξέταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς του 20ου αιώνα και αποδεικνύει ότι οι κοινωνίες είναι όπως οι άνθρωποι, καθώς ούτε αυτές συμπεριφέρονται βάσει της λογικής. Αν και στα έργα του δεν χρησιμοποιεί φροϊδική ορολογία, η επιρροή του Φρόιντ είναι ολοκάθαρη. Με το έργο του έχει εισάγει την έννοια των καταλοίπων, το «προϊόν ορισμένων ενστίκτων». Θεωρήθηκε «θετικιστής» στη σκέψη του και διακήρυξε ότι ένα άτομο δεν μπορούσε να επιδιώκει τη δική του ικανοποίηση παρά μόνον αν δεν μείωνε την ικανοποίηση των άλλων, τοποθετώντας στο επίκεντρο την ανάγκη κανόνων δικαίου και όχι πια μόνο ανταγωνιστικών αγορών. Ο Παρέτο έχει σημαντικές συνεισφορές στην οικονομική θεωρία, ιδιαίτερα στη μελέτη της κατανομής του εισοδήματος και στην ανάλυση των επιλογών των ατόμων.

Αρχή Παρέτο

Ο τάφος του Παρέτο
Η αρχή του Παρέτο, ή «Αρχή των Σημαντικών Ολίγων και των Ασήμαντων Πολλών», γνωστή ως «ο κανόνας 80-20», προέκυψε το 1906, όταν ο κοινωνιολόγος παρατήρησε ότι το 80% της γης στην Ιταλία ανήκε στο 20% του πληθυσμού της, ενώ στην συνέχεια επιβεβαίωσε ότι η κατανομή του 80/20 συμβαίνει υπερβολικά συχνά, κι ότι, σε γενικές γραμμές, το 20% του χρόνου μας παράγει το 80% των αποτελεσμάτων μας και αυτό ισχύει και σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητος, για παράδειγμα το 20% των πελατών μιας επιχειρήσεως αποφέρει το 80% των πωλήσεων, αλλά και το 20% των ρούχων χρησιμοποιείται στο 80% του χρόνου και από το σύνολο 100 ανθρώπων μόνο το 20% είναι ικανό να φέρει εις πέρας οποιαδήποτε εργασία επιτυχώς.

Επίσης, το «κατά Παρέτο» κριτήριο είναι εκείνο κατά το οποίο, μία μεταβολή στην τιμή ή στην ποσότητα βελτιώνει τη θέση κάποιου χωρίς όμως παράλληλα να χειροτερεύει τη θέση κάποιου άλλου, δηλαδή μας βεβαιώνει ότι έχουμε βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας στο σύνολό της αφού έχουμε την καλυτέρευση ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων χωρίς να χειροτερεύει η θέση κανενός άλλου. Έτσι, οι περισσότεροι οικονομολόγοι σήμερα με τον όρο αποτελεσματικός εννοούν «κατά Παρέτο». Το κριτήριο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση όταν μελετάμε την ευημερία που φέρνει ένας συγκεκριμένος μηχανισμός, καθώς είναι καλό πρώτα να μεγαλώνει η πίτα, πριν καθορίσουμε πώς θα μοιραστεί.

Συγγραφικό έργο

  • «Μαθήματα πολιτικής οικονομίας» το 1896-97,
  • «Τα Κοινωνιστικά Συστήματα» ή «Τα Σοσιαλιστικά Συστήματα», [«Les Systemes Socialistes»], το 1902, στα Ιταλικά και στα Γαλλικά.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Henry Stuart Hughes το εν λόγω βιβλίο προκάλεσε «πολλές αϋπνίες» στον Βλαδίμηρο Λένιν. Στο βιβλίο του ο Παρέτο καταγγέλλει τον Μαρξισμό ως μία κοσμικοφανή πλην όμως κανονική θρησκεία και επισημαίνει την ανορθολογική λειτουργία των μαζών μέσα στην Ιστορία.

  • «Εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας», [«Manuale di Economia Politica»], το 1906, στα Ιταλικά και το 1909, επανεκδόθηκε στα γαλλικά µε σημαντικές τροποποιήσεις,
  • «Δοκίμια Γενικής Κοινωνιολογίας» το 1916,
  • «Πραγματεία της Γενικής Κοινωνιολογίας», [«Trattato di Sociologia Generale»], το 1916 στα Ιταλικά και την περίοδο 1917-19 στα Γαλλικά.

Το τέλος του

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπισε σημαντικά προβλήματα υγείας καθώς υπέφερε από καρδιακή νόσο. Το 1907, αποσύρθηκε από την τακτική διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο, όμως σποραδικά συνέχισε να παραδίδει διαλέξεις σχετικές με την κοινωνιολογία. Σταδιακά αποτραβήχτηκε κι έζησε σαν ερημίτης, περιτριγυρισμένος από τις γάτες του, ενώ δημιούργησε μια μεγάλη κάβα με κρασιά από όλη την Ευρώπη και με λικέρ απ' όλο τον κόσμο. Ο τάφος του φέρει την απλή επιγραφή «Vilfredo Pareto (1848-1923)».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Οι εργατικές ενώσεις που είχαν ιδρυθεί από το 1841, οι οποίες βρίσκονταν υπό την επιρροή του κόμματος «Νέα Ιταλία» του φιλελεύθερου αστού και εθνικού ήρωα της Ιταλίας, Τζιουζέπε Ματσίνι. Η επιρροή αυτών των οργανώσεων περιορίστηκε μετά το 1871, ύστερα από τις προσπάθειες των μαρξιστών και κυρίως των οπαδών του Μπακούνιν στην Ιταλία. Το 1864 ο Ματσίνι προσπάθησε να κυριαρχήσει μέσα στην ΔΕΕ, κατά την ίδρυση της στο Λονδίνο, όπου έστειλε ως αντιπρόσωπό του τον Βολφ ο οποίος παρουσίασε ολοκληρωμένο πρόγραμμα για τη νέα οργάνωση, ματσινικών αντιλήψεων για ταξική συνεργασία, το οποίο δεν εγκρίθηκε από την Ιδρυτική Συνδιάσκεψη της Αναρχικής Διεθνούς.]
  2. [Μαρία Aντωνοπούλου, «Οι κλασσικοί της κοινωνιολογίας», εκδόσεις «Σαββάλας», σελίδες 282-284.]
  3. [«Ημερολόγια», Ιωάννης Μεταξάς, Πέμπτη 24 Μαρτίου 1922.]