Δημήτριος Γούναρης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Δημήτριος Γούναρης, Έλληνας συντηρητικός, νομικός και πολιτικός που χαρακτηρίστηκε ως «πατέρας της Ελληνικής Δεξιάς» ο οποίος διατέλεσε βουλευτής, Υπουργός και τρεις φορές πρωθυπουργός, γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1867 στην Πάτρα και εκτελέστηκε στις 15 Νοεμβρίου 1922 στην Αθηναϊκή συνοικία Γουδή, μετά την καταδίκη του σε θάνατο στη «Δίκη των Έξι». Κηδεύτηκε στις 14:30 της ίδιας μέρας και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας.

Ήταν άγαμος και δεν απέκτησε απογόνους.

Δημήτριος Γούναρης
Συνοπτικές πληροφορίες αξιώματος
- Πρωθυπουργός -
Έναρξη 1ης Θητείας : 25 Φεβρουαρίου 1915
Λήξη 1ης θητείας : 10 Αυγούστου 1915
Προκάτοχος
Διάδοχος
Έναρξη 2ης Θητείας: 26 Μαρτίου 1921
Λήξη 2ης θητείας: 3 Μαρτίου 1922
Προκάτοχος
Έναρξη 3ης Θητείας: 3 Μαρτίου 1922
Λήξη θητείας: 3 Μαΐου 1922
Διάδοχος


Βιογραφία

Γονείς του ήταν ο Παναγιώτης Γούναρης με καταγωγή από το Άργος, εξαγωγέας σταφίδας και εισαγωγέας υφασμάτων που διατηρούσε εμπορικό γραφείο στην Αγγλία και ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του Εμπορικού Συλλόγου Πατρών, ενώ μητέρα του ήταν η Μαρία Δημητρίου Αλεξοπούλου. Ο Δημήτριος Γούναρης είχε δύο αδελφές την Ιουλία, μετέπειτα σύζυγο του δικηγόρου Νικολάου Σαγιά και την Αμαλία, μετέπειτα σύζυγο του φαρμακοποιού Κανέλλου Κανελλόπουλου, πατέρα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που διατέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδος.

Σπουδές

Ο Δημήτριος περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο «Αλληλοδιδακτικό» Δημοτικό σχολείο, στη συνέχεια τελείωσε το «Ελληνικό σχολείο» και το Σεπτέμβριο του 1880 γράφτηκε στο Α' Γυμνάσιο Πατρών και το 1884 αποφοίτησε. Από την παιδική του ηλικία γνώριζε και μιλούσε γαλλικά και ιταλικά χάρις στη βοήθεια της Ιταλίδας παιδαγωγού Λαφφόν. Σπούδασε Νομικά στην Νομική Σχολή του Πανεπσιτημίου Αθηνών από την οποία αποφοίτησε με «Άριστα» στις 6 Οκτωβρίου 1889 μαζί με βραβείο χιλίων δραχμών για την επίδοση του, αποκτώντας παράλληλα και τον τίτλο του διδάκτορα. Στη συνέχεια παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα νομικής για τρία χρόνια, στα πανεπιστήμια της Λειψίας, του Μονάχου, της Γοτίγγης και της Χαϊδελβέργης, καθώς και μαθήματα πολιτικών επιστημών & κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και του Λονδίνου. Αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να επιστρέψει στην Ελλάδα, όταν χρεοκόπησε η πατρική επιχείρηση, λόγω της κρίσεως στην παραγωγή και συνεπακόλουθα στο εμπόριο της σταφίδας.

Επαγγελματική δραστηριότητα

Στην Πάτρα, όπου εγκαταστάθηκε, ο Δημήτριος Γούναρης ορκίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Πατρών στις 29 Νοεμβρίου 1892 και διακρίθηκε για την ρητορική του δεινότητα, η οποία προκάλεσε το σχόλιο «..είσθε απαραίτητος για το κοινοβούλιο, κύριε Γούναρη», που του απηύθυνε ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, όταν ολοκλήρωσε τον επικήδειο που εκφώνησε, στην κηδεία του Θάνου Κανακάρη-Ρούφου, που είχε διατελέσει δήμαρχος Πατρών. Στη γενέτειρα του συντάχθηκε και συμμετείχε, μετά από σύσταση του από τον Κωνσταντίνο Φιλόπουλο, πρόεδρο της «Φιλαρμονικής Εταιρείας», δημοσιογράφο κι εκδότη της εφημερίδας «Ο Φορολογούμενος», παππού του Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου, μετέπειτα προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, στην ομάδα «των γοβιών», που την απάρτιζαν επαγγελματίες, δίχως κομματικές εξαρτήσεις, οι οποίοι συγκεντρώνονταν στο σπίτι του συμβολαιογράφου Διονυσίου Αντωνόπουλου στη πλατεία Βασιλέως Γεωργίου. Η ανακήρυξη της υποψηφιότητας του και οι απόψεις του κίνησαν το ενδιαφέρον του Βλάση Γαβριηλίδη, εκδότη της εφημερίδας «Ακρόπολις», ο οποίος δια του δημοσιογράφου Σταμάτη Λύτρα, δημοσίευσε συνέντευξη του Γούναρη, στα φύλλα της εφημερίδος στις 12, 13 και 14 Νοεμβρίου του 1902. Ο Γούναρης δικηγόρησε δίχως διακοπή έως το 1908 όταν ορίστηκε υπουργός Οικονομικών και έκτοτε έως το 1915 που εκλέχθηκε πρωθυπουργός εγκατέλειψε οριστικά τη δικηγορία και περίοστηκε στις νομικές γνωμοδοτήσεις.

Πολιτική δράση

Στη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία γνωρίστηκε κι έγινε στενός φίλος με τον μετέπειτα πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη. Εκλέχτηκε για πρώτη φορά στις εκλογές της 20ης Νοεμβρίου 1902, ως ανεξάρτητος βουλευτής Πατρών. Οι απόψεις του θεωρήθηκαν ιδιαίτερα προοδευτικές αφού πρότεινε μέτρα για την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και τον εκσυγχρονισμό της δημοσίας διοικήσεως. Υποστηρίχθηκε από την ομάδα των γοβιών», όπως αποκαλέστηκε από τον λαό, η οποία αποτελείτο από επαγγελματίες τεχνοκράτες που ήταν ανεξάρτητοι από κομματικές εξαρτήσεις. Ο Γούναρης ορκίστηκε βουλευτής στη συνεδρίαση της Βουλής στις 16 Δεκεμβρίου, ενώ η εκλογή του επικυρώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1903 και η πρώτη του αγόρευση στη Βουλή που έγινε στις 3 Μαρτίου, είχε ως θέμα της το σταφιδικό ζήτημα. Στις 17 Μαΐου του 1903, στη διάρκεια της συζητήσεως για την κύρωση της συμβάσεως του μονοπωλίου της σταφίδας, ο Γούναρης διαφώνησε με την σύμβαση που προωθούσε η κυβέρνηση του Θεόδωρου Δηλιγιάννη και προέβλεπε τη μονοπωλιακή παραχώρηση του εμπορίου σταφίδας σε Βρετανούς επιχειρηματίες για είκοσι χρόνια. Η παρέμβασή του προκάλεσε, σε συνδυασμό με τη διαφωνία του Αλέξανδρου Ζαΐμη, την παραίτηση της κυβερνήσεως.

Ο Γούναρης άσκησε οξύτατη πολεμική εναντίον των μονοπωλίων, της σταφίδας ιδιαίτερα, κι έγινε το κόκκινο πανί για το κατεστημένο. Οργανώθηκαν ακόμα και διαδηλώσεις εναντίον του και λιθοβολισμός του σπιτιού του στην Πάτρα. Η στάση του στη Βουλή, τον έφερε αντιμέτωπο με τις αντιδράσεις των σταφιδοπαραγωγών και απέτυχε να εκλεγεί το 1905, όταν συνεργάστηκε με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη. Ως πολιτικός διακρίνονταν για τη ρητορεία του υπέρ των αγροτών και των εργατών, δίχως όμως να προχωρήσει στην επιβολή κάποιου θεσμού, όπως το κοινοβούλιο εργατών και αγροτών, λέγοντας στην Βουλή ότι «..εν Ελλάδι δεν υπάρχουν εργάται, ως ελεύθερα όντα, αλλά είλωτες..», που ήταν ο λόγος για τον οποίο ονομάστηκε «κήρυκας των Σοβιέτ», καθώς η βενιζελική «Εστία» έγραψε ότι «ο κ. Γούναρης κήρυξε τα Σοβιέτ». Το 1906 ζήτησε να καθιερωθεί το μονοεδρικό εκλογικό σύστημα, ώστε τα κόμματα να επιλέγουν τους καλύτερους ως υποψηφίους.

Ομάδα «Ιαπώνων»

Στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 26 Μαρτίου 1906, μετά τη δολοφονία του τότε πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, και επικράτησε το «Νεωτερικό κόμμα» του Γεωργίου Θεοτόκη που απέσπασε 110 στις 177 έδρες της Βουλής, εκλέχθηκε εκ νέου βουλευτής, σε συνεργασία με το κόμμα Θεοτόκη. Τον Ιούνιο του 1906 δημιουργήθηκε η γνωστή ως «Ομάδα την Ιαπώνων» [1], όπως ονομάστηκε τον Οκτώβριο του 1906 από το δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη, που είχε ως αρχηγό το Στέφανο Δραγούμη και μέλη της τους Απόστολο Αλεξανδρή από τη Θεσσαλία, Εμμανουήλ Ρέπουλη από το Κρανίδι Αργολίδος, Χαράλαμπο Βοζίκη από την Κυνουρία, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη βουλευτή Κυκλάδων και Ανδρέας Παναγωγιωτόπουλος από το Αίγιο, όμως καθοδηγητής και ψυχή της ομάδος ήταν ο Γούναρης.

Στα 1907 κι ενώ μαινόταν ο Μακεδονικός Αγώνας στα ακόμα κατεχόμενα από τους Τούρκους εδάφη της Μακεδονίας, ο Δημήτριος Γούναρης κι ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ξεκίνησαν περιοδεία στα Βαλκάνια. Επέστρεψαν μέσω Αυστρίας και Ιταλίας μετά από 75 μέρες, πλούσιοι σε πείρα και γνώσεις. Οι αγορεύσεις του Γούναρη για το εκλογικό σύστημα και για την πολιτική που ακολουθούσε ο υπουργός Οικονομικών Ανάργυρος Σιμόπουλος, εξανάγκασαν τον υπουργό σε παραίτηση. Στη συνέχεια ο Γεώργιος Θεοτόκης κάλεσε σε συνεργασία την ομάδα των «Ιαπώνων», παραχωρώντας το Υπουργείο Οικονομικών στον Πρωτοπαπαδάκη και στο Γούναρη το υπουργείο Εξωτερικών, όμως ο Πρωτοπαπαδάκης αρνήθηκε και αντιπρότεινε να δοθεί το υπουργείο Οικονομικών στον Γούναρη, όπως και έγινε.

Υπουργός Οικονομικών

Ο Γούναρης ορκίστηκε υπουργός Οικονομικών στις 21 Ιουνίου 1908, στην κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη, ενώ η ενέργεια των δύο βουλευτών να συνεργαστούν με το Θεοτόκη, οδήγησε στη διάλυση της ομάδος των «Ιαπώνων». Ως υπουργός Οικονομικών υπέβαλλε στη Βουλή στις 17 Νοεμβρίου 1908, τον προϋπολογισμό του 1909, μαζί με οκτώ νομοσχέδια που θα μετέβαλλαν σε φιλολαϊκή και δίκαιη την οικονομική πολιτική της κυβερνήσεως Θεοτόκη.

Ήταν τα νομοσχέδια [2]

  • «Περί οργάνωσης σώματος τελωνοφυλακής και ακτοφυλακής» και
  • «Περί καταδιώξεως και τιμωρίας του λαθρεμπορίου».

Λόγω των αυξημένων δασμών της εποχής, ανθούσε το λαθρεμπόριο, ενώ οι λαθρέμποροι ήταν οικονομικά και πολιτικά ισχυροί. Το νομοσχέδιο επέβαλλε τη δημιουργία τελωνοφυλακής και ακτοφυλακής, έκανε αυστηρές τις ποινές, πρόβλεψε τη δήμευση του αντικειμένου της λαθρεμπορίας καθώς και χρηματική ποινή δεκαπλάσια του προβλεπόμενου τέλους, στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, στέρηση ιδιότητας εμπόρου και αστυνομική επιτήρηση του πλοίου ή του μέσου που χρησιμοποιήθηκε.

  • «Περί αναθεωρήσεως του δασμολογίου».

Το νομοσχέδιο μείωσε απευθείας το τέλος στη ζάχαρη, ενώ πρότεινε την αναμόρφωση των υψηλών φόρων που επιβάρυναν τα είδη πρώτης ανάγκης που χρησιμοποιούσαν μεγάλα τμήματα του λαού. Πρότεινε επίσης την ανακατανομή και την εξισορρόπηση του ύψους των φόρων, όμως παρέπεμπε τις τελικές αποφάσεις σε επιτροπή αναμορφώσεως του δασμολογίου.

  • «Περί φορολογίας οινοπνευματούχων ειδών και ποτών».

Επέβαλλε φορολογία επί του καθαρού οινοπνεύματος και η αύξηση του φόρου συνέβαλλε στην καταπολέμηση του αλκοολισμού, που ήταν σε έξαρση και απέφερε έσοδα πάνω από 2 εκατομμύρια δραχμές ετησίως. Στην εποχή του η ετήσια παραγωγή οινοπνεύματος στην Ελλάδα, ξεπερνούσε τα 3 εκατομμύρια οκάδες που χρησιμοποιούνταν είτε στην θέρμανση είτε στην παρασκευή αλκοολούχων ποτών.

  • «Περί έγγειου φόρου επί του οίνου».

Αναμόρφωσε τον παλαιό φόρο που είχε επιβληθεί στους αμπελουργούς, οι οποίοι φορολογούνταν ως τότε, με βάση τις εκτάσεις που καλλιεργούσαν και όχι με βάση το εισόδημα που αποκόμιζαν και μετά την κρίση του σταφιδικού ζητήματος, είχε οδηγήσει στη μείωση των κρατικών εσόδων. Το νομοσχέδιο εισήγαγε για πρώτη φορά, την έκπτωση 10% για εφ΄ άπαξ καταβολή του φόρου.

  • «Περί φόρου καταναλώσεως φωταερίου και ηλεκτρικής δυνάμεως και φωτιστικών τινών ουσιών».

Επέβαλλε 14% φόρο στο ηλεκτρικό ρεύμα, το φωταέριο και την ασετιλίνη, που ήταν έως τότε αφορολόγητα και αποτελούσαν τα μέσα για τη θέρμανση και το φωτισμό, που χρησιμοποιούσαν πολίτες με υψηλά εισοδήματα. Αντιθέτως απάλλαξε από φόρους το [πετρέλαιο, το οποίο χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες θερμάνσεως, μεγάλα τμήματα πολιτών με χαμηλά εισοδήματα.

  • «Περί φορολογίας εισοδημάτων και κινητών αξιών».

Επέβαλλε φόρο 5% επί των κερδών των Ανωνύμων Εταιρειών, οι οποίες ήταν ως τότε αφορολόγητες, στις αμοιβές των μελών των διοικητικών συμβουλίων τους, καθώς και στα αποθεματικά τους, ενώ για πρώτη φορά υποχρέωσε όλες τις ανώνυμες και ετερόρρυθμες εταιρείες να συντάσσουν και να δημοσιεύουν τον ετήσιο ισολογισμό τους.

  • «Περί οργάνωσης Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους».

Με το νομοσχέδιο αυτό προσπάθησε να αναδιοργανώσει και να επιβάλλει νέα αντικειμενικά αξιοκρατικά κριτήρια για την πρόσληψη υπαλλήλων στο Υπουργείο Οικονομικών και στο Γενικό Λογιστήριο, ενώ πρότεινε και τη μονιμοποίηση των υπαλλήλων τους, ώστε να μην είναι εκτεθειμένοι στις εκάστοτε πολιτικές μεταβολές. Επίσης στο νομοσχέδιο γίνεται αναφορά στην ίδρυση υπουργείου Εθνικής Οικονομίας που θα βοηθήσει στην αποσυμφόρηση του υπουργείου Οικονομικών. Η ιδέα του υλοποιήθηκε το 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με υπουργό τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο.

Η κατάθεση των νομοσχεδίων, προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις από τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα, όπως οι ποτοπαραγωγοί και οι λαθρέμποροι, αλλά και από τα λαϊκά στρώματα, που ενοχλήθηκαν από την υπερφορολόγηση των οινοπνευματωδών. Αντίθετες ήταν επίσης η αντιπολίτευση, οι περισσότερες εφημερίδες, αλλά και μεγάλο τμήμα βουλευτών της συμπολιτεύσεως. Ο πρωθυπουργός αν και αρχικά στήριξε τον Γούναρη, στη συνέχεια ανέβαλλε την ψηφοφορία και τελικά το Φεβρουάριο πριν η βουλή διακόψει τις εργασίες της, δεν επέμεινε στην ψήφιση των νομοσχεδίων, εξωθώντας το Γούναρη σε παραίτηση, όπως κι έγινε, ενώ ο Θεοτόκης δήλωσε, ότι τα νομοσχέδια ήταν στη σωστή κατεύθυνση και θα τα στήριζε στη Βουλή, όμως δήλωσε επίσης, ότι θεωρούσε το Γούναρη, «...ανυπόμονο λόγω της νεότητός του....».

Το κίνημα στου Γουδή

Αναφέρεται ότι ήταν ο πολιτικός καθοδηγητής των στρατιωτικών που συμμετείχαν στο στρατιωτικό κίνημα στου Γουδή και μετά την εκδήλωση του κινήματος, που προτάθηκε η πρωθυπουργία ή κυβερνητική συμμετοχή, από τον «Στρατιωτικό Σύνδεσμο» η πρωθυπουργία. Εν τούτοις ο Γούναρης εναντιώθηκε στους κινηματίες καθώς ήταν αντίθετος σε κάθε επέμβαση του στρατού στις πολιτικές εξελίξεις κι έμεινε συνεπής στις ιδέες του παρά τις προσπάθειες των αξιωματικών του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» λέγοντας τους, «..Πρέπει να έλθω στην εξουσία δια του λαού».

Διαφωνία με Ελευθέριο Βενιζέλο

Στις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910, εκλέχτηκε βουλευτής Πατρών, ως συνεργαζόμενος με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη, ενώ μετά τις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, υποστήριξε την ιδέα της συγκροτήσεως μιας πολιτικής ομάδας που θα στηριζόταν σε κοινή ιδεολογία. Στις εκλογές του Μαρτίου 1912, εκλέχθηκε ανεξάρτητος βουλευτής με μεγάλη δυσκολία, με ρητή δήλωση ότι θα είναι «αντιπολιτευόμενος», καθώς ήταν τεράστια η εκλογική επιτυχία των Φιλελευθέρων που επικράτησαν, κερδίζοντας τις 151 από τις 181 βουλευτικές έδρες. Το Φεβρουάριο του 1913 διαφώνησε με τους χειρισμούς της κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου σχετικά με την εξωτερική της πολιτική στον Α' Βαλκανικό πόλεμο. Είχε προηγηθεί δήλωση του Ελευθερίου Βενιζέλου, που είχε συναντηθεί με επιτροπή κατοίκων της Ανατολικής Μακεδονίας, που διαμαρτύρονταν για τη βάναυση συμπεριφορά των Βουλγάρων στρατιωτών εναντίον τους, ότι «...Εάν οι Έλληνες εκ των υποδούλων περιέλθουν υπό την κυριαρχίαν τινός των συμμάχων κρατών όπως κατ’ ανάγκην θα περιέλθωσιν, η κυβέρνησις θα πράξει ό,τι είναι δυνατόν να περιέλθωσιν λιγότερον...».

Με αφορμή αυτή τη δήλωση ο Γούναρης κατηγόρησε τον Βενιζέλο ότι είχε αφήσει τη Βουλή των Ελλήνων, δίχως επαρκή ενημέρωση σχετικά με την πορεία των εξωτερικών πραγμάτων και ότι επίσης δεν είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα της Ελλάδας και, συγκεκριμένως, των Ελλήνων κατοίκων της υπόδουλης Μακεδονίας απέναντι στις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της Βουλγαρίας, που ήταν τότε, σύμμαχος της Ελλάδος. Η διαφωνία τους οξύνθηκε στους μήνες που ακολούθησαν και στις 21 Ιουνίου του 1913, την ημερομηνία κηρύξεως του απελευθερωτικού πολέμου εναντίον της Βουλγαρίας, ο Γούναρης είπε στη Βουλή ότι ο πόλεμος ήταν αποτέλεσμα της λανθασμένης προσεγγίσεως της κυβερνήσεως Βενιζέλου έναντι της Βουλγαρίας. Η διαμάχη τους πήρε στη συνέχεια μορφή καθολικής συγκρούσεως, όταν ο Γούναρης κατήγγειλε την κυβέρνηση, για αυθαιρεσίες στην άσκηση της εξουσίας, για την έκδοση αναγκαστικών διαταγμάτων δίχως την έγκριση της της Βουλής, για την σύναψη δανείων, όπως αυτή της 23ης Δεκεμβρίου που αφορούσε στην σύναψη δανείου 500 εκατομμυρίων δραχμών.

Στις 15 Ιουνίου/28 Ιουνίου του 1914, ο Αρχιδούκας της Αυστρίας και διάδοχος του θρόνου Φραγκίσκος Φερδινάνδος δολοφονήθηκε από τον Σέρβο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ στο Σεράγεβο και στις 22 Ιουλίου η Μεγάλη Βρετανία ανακοίνωσε τη συμμετοχή της στον πόλεμο. Η Ελλάδα τήρησε ουδέτερη στάση αν και ο Βενιζέλος υποστήριζε τη συμμαχία της Αντάντ -Γαλλία, Ρωσία και Αγγλία- ενώ ο Κωνσταντίνος A’, συγγενής με την Γερμανική Αυτοκρατορική οικογένεια, υποστήριζε τις Γερμανικές θέσεις. Στις 25 Αυγούστου ο Βενιζέλος υπέβαλλε την παραίτηση του, την οποία δεν έκανε δεκτή ο βασιλιάς. Ακολούθησαν η απομάκρυνση του φιλοβασιλικού Γεωργίου Στρέϊτ, υπουργού Εξωτερικών, η παύση του υποστράτηγου Δούσμανη από τη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού και τελικά η άρνηση του Βασιλέως Κωνσταντίνου Α’ στο αίτημα για συμμετοχή της Ελλάδας σε συμμαχικές επιχειρήσεις στα Δαρδανέλια. Στις 21 Φεβρουαρίου του 1915, ο Βενιζέλος υπέβαλε την παραίτηση του, ο βασιλιάς την έκανε δεκτή και στις 22 Φεβρουαρίου 1915 πρότεινε στον Αλέξανδρο Ζαΐμη την πρωθυπουργία, στην κυβέρνηση του οποίου ο Δημήτριος Γούναρης χρημάτισε Υπουργός Εσωτερικών [3]. Η κυβέρνηση καταψηφίστηκε στη Βουλή και στη συνέχεια η εντολή ανατέθηκε στον Στέφανο Σκουλούδη, που κι εκείνος δεν κατάφερε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης.

1η Πρωθυπουργία

Οι εκλογές προκηρύχθηκαν για την 6η Δεκεμβρίου του 1915, στις οποίες κέρδισε ο Γούναρης, όμως κυβέρνηση σχημάτισε ο Στέφανος Σκουλούδης κι ο Γούναρης μετείχε από τις 25 Οκτωβρίου 1915 έως τις 9 Ιουνίου 1916, αρχικά ως Υπουργός Εσωτερικών [4] και αργότερα, λόγω του θανάτου του Γεωργίου Θεοτόκη, ως Υπουργός Οικονομικών [5]. Ο Δημήτριος Γούναρης παρακολουθούσε τις εξελίξεις και από τη σχέση του με τον Ιωάννη Μεταξά, φέρεται να είχε πειστεί ότι υπερείχαν οι Γερμανοί, αν και επισήμως υποστήριξε την ουδετερότητα. Ο βασιλιάς απευθύνθηκε και πρότεινε την πρωθυπουργία στον Δημήτριο Γούναρη, ο οποίος στις 24 Φεβρουαρίου σχημάτισε κυβέρνηση [6], κρατώντας και τη θέση του υπουργού των Στρατιωτικών. Στη διάρκεια της θητείας του κατηγόρησε το Βενιζέλο για άσκοπες παραχωρήσεις στην εξωτερική πολιτική, οι οποίες προκάλεσαν ζημιά στις εθνικές υποθέσεις και ο Βενιζέλος έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας στον υπουργό Εξωτερικών Ζωγράφο και στη συνέχεια στον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄, που την μεταβίβασε στο Γούναρη. Στις εκλογές του Μαΐου 1915, ο Γούναρης ίδρυσε και κατήλθε επικεφαλής του κόμματος των Εθνικοφρόνων, το οποίο είχε ιδρύσει ο ίδιος, όμως ηττήθηκε από το κόμμα των Φιλελευθέρων, συγκεντρώνοντας 95 βουλευτικές έδρες έναντι 185 των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου. Ο ασθενής βασιλιάς παρέτεινε για ένα μήνα την έναρξη των εργασιών της Βουλής που προέκυψε από τις εκλογές και στο μεσοδιάστημα ο Γούναρης ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών, ενώ η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 10 Αυγούστου 1915, αν και η κυβέρνηση Γούναρη είχε παραιτηθεί πέντε ημέρες πριν.

Επίστρατοι-«Νοεμβριανά»

Επέκρινε τη γενική επιστράτευση που κήρυξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενώ μετά την αποβίβαση ταγμάτων στρατού από πλευράς Γαλλίας και Αγγλίας στην Θεσσαλονίκη, στις 21 Σεπτεμβρίου 1915 στη συνεδρίαση της Βουλής είπε, «..Η φυσική πολιτική μιας χώρας, {…}…, είναι η πολιτική της ουδετερότητας… Η πολιτική του πολέμου ενδείκνυται μόνον προς αποτροπήν κινδύνου των ζωτικών συμφερόντων της χώρας, {…}….προς προστασίαν των υπερτάτων αυτής συμφερόντων». Χρημάτισε υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη, που αντικατέστησε στην πρωθυπουργία τον Βενιζέλο, αφού προηγουμένως αρνήθηκε τη βασιλική πρόσκληση ν’ αναλάβει ο ίδιος. Στις εκλογές της 6ης Δεκεμβρίου του 1915, επικράτησε το κόμμα του Δημητρίου Γούναρη, όμως την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Στέφανος Σκουλούδης και ο Γούναρης μετείχε ως υπουργός Εσωτερικών και μετά το θάνατο του Γεωργίου Θεοτόκη, ως υπουργός Οικονομικών. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1916, ο Βενιζέλος εγκατέστησε προσωρινή κυβέρνηση Τριανδρίας -μαζί με τον Παύλο Κουντουριώτη και τον Παναγιώτη Δαγκλή- στη Θεσσαλονίκη, ζητώντας την είσοδο της Ελλάδος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και στις 4 Νοεμβρίου εισέβαλαν Γαλλικά στρατεύματα στην Αθήνα και τον Πειραιά. Ταυτόχρονα ξέσπασαν τα γεγονότα που έγιναν γνωστά ως «Νοεμβριανά» και έξι ημέρες αργότερα, οι σύμμαχοι προχώρησαν σε γενικό αποκλεισμό της Ελλάδας. Ο ρόλος του Γούναρη στα «Νοεμβριανά» είναι αδιευκρίνιστος, αν και πολλοί του καταλογίζουν τη δημιουργία των επιστράτων, όμως ο ίδιος απαντούσε ότι «..ουδόλως συνδέεται…». Η υποψία ενισχύονταν από το γεγονός ότι ένας από τους επικεφαλής του σώματος, ήταν ο Ιωάννης Σαγιάς, τον οποίο κάποιοι θεωρούσαν ως συγγενή του Νικολάου Σαγιά, που ήταν γαμπρός του Γούναρη.

Εξορία

Ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 1917 και ο Γούναρης διατάχθηκε να παρουσιαστεί στο συμμαχικό στρατηγείο στον Πειραιά, προκειμένου να εξοριστεί στην Κορσική. Στις 7 Ιουλίου αναχώρησε για το Αιάκειο της Κορσικής με το ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος», όμως από εκεί ο Γούναρης, ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Πεσμαζόγλου διέφυγαν το Νοέμβριο στη Σαρδηνία, όπου συνελήφθησαν από τις ιταλικές αρχές και στις 6 Δεκεμβρίου 1918, τους δόθηκε άσυλο. Ο Γούναρης εγκαταστάθηκε στην Πίζα και κατόπιν στη Σιένα αφού του είχε δοθεί άδεια ελευθέρας κινήσεως στην Ιταλία, ενώ οι Ιταλικές αρχές αρνήθηκαν να τον εκδώσουν στην Ελλάδα παρά τις πιέσεις της κυβερνήσεως Βενιζέλου.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Επέστρεψε από την Ιταλία στη Κέρκυρα στις 10 Οκτωβρίου 1920 και στις 17 Οκτωβρίου ίδρυσε το «Λαϊκό κόμμα», όπως μετονόμασε το «Κόμμα Εθνικοφρόνων» και δεσμεύτηκε να απεμπλέξει τα ελληνικά στρατεύματα από τη Μικρά Ασία, κηρύσσοντας «αγώνα εναντίον της τυραννίας του βενιζελισμού». Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 επικράτησε ο συνασπισμός της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως», που ανέδειξε 260 βουλευτές έναντι 110 του κόμματος των Φιλελευθέρων. Την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Δημήτριος Ράλλης, ενώ ο Γούναρης ανέλαβε το υπουργείο Στρατιωτικών [7] στην κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη. Η κυβέρνηση Ράλλη διενήργησε δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα του οποίου επανέφερε τον Κωνσταντίνο Α΄ στο θρόνο, παρά την αντίθετη άποψη του αρχηγού των Φιλελευθέρων, Παναγιώτη Δαγκλή.

Οι σύμμαχοι πραγματοποίησαν οικονομικό αποκλεισμό της Ελλάδος, ενώ η κυβέρνηση επανέφερε στο στράτευμα περί τις τρεις χιλιάδες απόστρατους αξιωματικούς, υποστηρικτές της βασιλείας. Στις 22 Ιανουαρίου του 1921 ο Δημήτριος Ράλλης, υπέβαλε την παραίτηση του, όταν διαφώνησε με το Γούναρη κι αντικαταστάθηκε από τον Νικόλαο Καλογερόπουλο, ενώ ο Γούναρης διατήρησε τη θέση του υπουργού Στρατιωτικών [8]. Ταξίδεψε στο Λονδίνο μαζί με τον πρωθυπουργό και διαφόρους κυβερνητικούς συμβούλους στις 24η Φεβρουαρίου του 1921, όπου συναντήθηκαν με τον πρωθυπουργό Λόϋντ Τζορτζ.

2η & 3η Πρωθυπουργία

Μετά την επιστροφή τους στην Αθήνα ο Καλογερόπουλος παραιτήθηκε και σχηματίστηκε κυβέρνηση με πρωθυπουργό το Δημήτριο Γούναρη, που ορκίστηκε και υπουργός Δικαιοσύνης. Από κοινού με το βασιλιά πραγματοποίησαν επίσκεψη στη Σμύρνη, όπου επιθεώρησαν τμήματα του Ελληνικού Στρατού και προχώρησαν στην ενίσχυση του με άψυχο υλικό. Επέστρεψαν στην Ελλάδα και στις 3 Οκτωβρίου 1921 μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών, Γεώργιο Μπαλτατζή, ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου συναντήθηκε με τον Γάλλο πρωθυπουργό και στη συνέχεια στο Λονδίνο, για συνάντηση με τον Άγγλο ομόλογο του. Πριν επιστρέψει στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 1922, επισκέφθηκε τη Ρώμη, τις Κάννες, το Παρίσι και ξανά το Λονδίνο, δίχως να μπορέσει να πετύχει, είτε τη λήξη του ζητήματος της Μικράς Ασίας, είτε την άρση του οικονομικού αποκλεισμού, που είχε επιβληθεί μετά το δημοψήφισμα για την επάνοδο του βασιλιά, στην Ελλάδα. Το ταξίδι τους όμως αποδείχθηκε άκαρπο και στις 21 Φεβρουαρίου 1922, ο Γούναρης ενημέρωσε το υπουργικό του συμβούλιο.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ζήτησε κι απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, και έτσι ζητήθηκε από το Νικόλαο Στράτο, να σχηματίσει κυβέρνηση, όμως κι εκείνος καταψηφίστηκε. Ο Γούναρης ανέλαβε το σχηματισμό νέας κυβερνήσεως [9], στην οποία διατήρησε το υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ διόρισε το Γεώργιο Μπαλτατζή υπουργό Εξωτερικών και Ναυτικών, το Γούδα υπουργό Εκκλησιαστικών, το Νικόλαο Θεοτόκη υπουργό Στρατιωτικών και τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη υπουργό Οικονομικών. Το μέσο ημερήσιο κόστος της Μικρασιατικής εκστρατείας είχε αγγίξει τα 8 εκατομμύρια δραχμές και ο Πρωτοπαπαδάκης, προχώρησε στη διχοτόμηση του χαρτονομίσματος [10] και το ένα κομμάτι διατήρησε την μισή από την αρχική ονομαστική αξία του, ενώ το άλλο μετατράπηκε σε υποχρεωτικό έντοκο δάνειο, με εικοσαετή διάρκεια. Το αναγκαστικό δάνειο, που απέφερε 1.300 εκατομμύρια δραχμές, ψηφίστηκε από τη συμπολίτευση στις 25 Μαρτίου 1922, με πολλές τροποποιήσεις και το υποστήριξε εκ μέρους των Φιλελευθέρων, ο Εμμανουήλ Τσουδερός, ο οποίος το χαρακτήρισε καλύτερα μελετημένο από παρόμοια ευρωπαϊκά συστήματα και τελικά, περί τα 500 εκατομμύρια δραχμές κατευθύνθηκαν προς το μικρασιατικό μέτωπο. Στη συνέχεια ο Γούναρης ταξίδεψε στη Βιέννη, όπου συνάντησε άλλους Ευρωπαίους πρωθυπουργούς, αναζητώντας λύση στην οικονομική αναδιάρθρωση, δίχως αποτέλεσμα. Από τις 3 Μαρτίου 1922 είχε σχηματίσει την τρίτη κυβέρνηση του [11] όμως καθώς καταψηφίστηκε ο προϋπολογισμός που κατέθεσε στη Βουλή, στις 3 Μαΐου 1922, ο Γούναρης παραιτήθηκε.

Το τέλος του

Αντικαταστάθηκε στην πρωθυπουργία από το Νικόλαο Στράτο, που δεν πήρε ψήφο εμπιστοσύνης και τον διαδέχθηκε ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, επικεφαλής κυβερνητικού συνασπισμού, στην οποία ο Γούναρης ορκίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης και προχώρησε στην ψήφιση του νομού για την κοινωνική ασφάλιση. Σε όσους τον συμβούλευαν ότι η Ελλάδα έπρεπε να αποσυρθεί από τη Μικρά Ασία, απαντούσε λέγοντας, «…ναι αλλά τι θα απογίνουν οι δυστυχείς αυτοί πληθυσμοί που τους πήραμε στο λαιμό μας;»

Κίνημα Πλαστήρα-Σύλληψη Γούναρη

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1922 εκδηλώθηκε το κίνημα των Βενιζελικών συνταγματαρχών Νικόλαου Πλαστήρα, Στυλιανού Γονατά και του αντιπλοίαρχου Δημητρίου Φωκά, διοικητή της ναυτικής βάσεως στη Χίο, οι οποίοι απαίτησαν την παραίτηση της κυβέρνησης και την απομάκρυνση του βασιλιά Κωνσταντίνου, που στις 14 Σεπτεμβρίου 1922 υποκύπτοντας στο τελεσίγραφο των επαναστατημένων μονάδων που βρίσκονταν στα ανοιχτά του Λαυρίου, παραιτήθηκε από τον θρόνο αφήνοντας τη θέση του στον πρωτότοκο γιο του Γεώργιο, και απομακρύνθηκε από την Ελλάδα. Η επαναστατική επιτροπή διόρισε την κυβέρνηση του Σωτηρίου Κροκίδα, ο οποίος στις 14 Νοεμβρίου, αντικαταστάθηκε από τον Στυλιανό Γονατά. Υπουργός Στρατιωτικών ανέλαβε ο Θεόδωρος Πάγκαλος που ανακηρύχθηκε «δικτάτωρ Αρχηγός της Επαναστάσεως», ενώ έντονη δράση ανέλαβαν αξιωματικοί οπαδοί των ακραίων λύσεων, όπως οι Αλέξανδρος Οθωναίος, Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος και ο Γεώργιος Κονδύλης. Ελάχιστες μέρες πριν να συλληφθεί, του προτάθηκε να διαφύγει στο εξωτερικό, όμως αρνήθηκε και τον συνέλαβαν τη νύχτα της 14ης Σεπτεμβρίου 1922 ως υπεύθυνο της μικρασιατικής καταστροφής. Σύμφωνα με το αποτέλεσμα της προανακρίσεως θεωρήθηκε ένοχος εσχάτης προδοσίας, δηλαδή ότι ηθελημένα και σκόπιμα παραχώρησε ελληνικά εδάφη στον εχθρό, όμως η κατηγορία του δόλου ήταν αστήρικτη, καθώς τα εδάφη από τα οποία εκδιώχθηκε ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, δεν ανήκαν ποτέ στην Ελληνική επικράτεια.

Τι προηγήθηκε της δίκης

Αντίθετα με τους Θεόδωρο Πάγκαλο, Αλέξανδρο Οθωναίο, Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο και Αλέξανδρο Παπαναστασίου οι οποίοι με επιτακτικό τρόπο ζητούσαν να γίνουν εκτελέσεις, ο Στυλιανός Γονατάς μαζί με τους Νικόλαο Πλαστήρα και Δαγκλή, ήθελε να γίνει μια κανονική δίκη των κατηγορουμένων για τη Μικρασιατική καταστροφή. Ο Φράνσις Οσ. Λίντλεϊ, πρέσβης της Αγγλίας στην Ελλάδα, ζήτησε και είδε τους Γονατά και Πλαστήρα, οι οποίοι τον καθησύχασαν ότι «...η Επανάσταση δεν εμφορείται από εκδικητές προθέσεις...», όπως εκείνος ανέφερε στην κυβέρνησή του, συμπληρώνοντας ότι η «Επαναστατική Επιτροπή», δηλαδή οι Στυλιανός Γονατάς ως αρχηγός, Νικόλαος Πλαστήρας, Λουκάς Σακελλαρόπουλος, Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος, Αχιλλέας Πρωτοσύγγελος και ο πλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς που αργότερα παραιτήθηκε αδυνατώντας να αντιμετωπίσει την αδιαλλαξία του Χατζηκυριάκου, δεσμεύθηκε ότι θα όσοι συνελήφθησαν ως υπεύθυνοι για την Μικρασιατική Καταστροφή, δηλαδή οι Δημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Χατζανέστης, Μιχαήλ Γούδας, Ξενοφών Στρατηγός, Νικόλαος Στράτος, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Θεοτόκης και Γεώργιος Μπαλτατζής, θα δικαστούν από τακτικό δικαστήριο και όχι από έκτακτο ή στρατοδικείο.

Ο μετέπειτα δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος, μαζί με 300 κατώτερους αξιωματικούς, τους οποίους συγκέντρωσε στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός», εξέδωσαν ψήφισμα διά βοής, με το οποίο ζητούσαν την «...διά την άμεσον και αυστηράν τιμωρίαν των υπαιτίων της συμφοράς...». Συρόμενοι από τις εξελίξεις οι Γονατάς και Νικόλαος Πλαστήρας, με διάγγελμά τους στις 4/17 Οκτωβρίου, δηλώνουν ότι είναι «...επιβεβλημένη η παραδειγματική τιμωρία των εχθρών της Πατρίδος...»... και «..ο οριστικός, ηθικός και πολιτικός, θάνατος των πολιτικών της καταστροφής». Την ίδια εποχή έφτασε στην Αθήνα ο Νικόλαος Πολίτης, ως εκπρόσωπος του Ελευθερίου Βενιζέλου. Την επόμενη ημέρα από την άφιξη του Πολίτη, ο Νικόλαος Λούρος, τότε πρύτανης του πανεπιστημίου Αθηνών, κλήθηκε σε σύσκεψη, στο Εμπορικό Επιμελητήριο, προκειμένου να συζητηθεί «..θέμα μεγίστης εθνικής σπουδαιότητος». Εκεί ο αντισυνταγματάρχης Νότης Μπότσαρης αξίωσε από τους παριστάμενους να υπογράψουν δήλωση με την οποία να ζητούν την παραδειγματική τιμωρία των προφυλακισμένων, ενώ ανάλογη ήταν η θέση και του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Μετά την άρνηση των παρόντων, ο Πολίτης συγκάλεσε σύσκεψη των στελεχών του Βενιζέλου, οι οποίοι εκτίμησαν ως απαραίτητη «..την ανάγκην διά παραδειγματικήν τιμωρίαν των ενόχων», εννοώντας την με κάθε μέσο επιβολή της ποινής του θανάτου.

Στις 6 Οκτωβρίου συστάθηκε ανακριτική επιτροπή υπό την προεδρία του Θεόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος στις 7 Οκτωβρίου διέταξε την απομόνωση όσων πολιτικών και στρατιωτικών κρατούνταν στις φυλακές Αβέρωφ. Η πρότασή τους συνοδεύτηκε από συλλαλητήριο προσφύγων της Μικράς Ασίας, την Κυριακή 9 Οκτωβρίου στην πλατεία Συντάγματος, το οποίο επισφράγισε την ήδη ειλημμένη απόφαση της παραπομπής των θεωρούμενων ως ενόχων της Μικρασιατικής καταστροφής. Στο συλλαλητήριο μίλησε πρώτος ο Στυλιανός Γονατάς και στη συνέχεια ο Πλαστήρας, από τον εξώστη της Βουλής, ακριβώς πάνω από εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγνωστος Στρατιώτης, που απέδωσε όλα τα δεινά στους πολιτικούς, οι οποίοι «...με την ευτέλεια και την ανανδρία η οποία πάντοτε τους εχαρακτήρισεν...» επιχείρησαν να μεταθέσουν τις ευθύνες στους στρατιωτικούς «...Και είπαν: Η ήττα, η συμφορά είναι του στρατού, επειδή ο στρατός δεν ηθέλησεν να πολεμήσει. Συκοφαντία! Ο αγών είχε προδοθή!...». Την ίδια ώρα Στρατιωτικά αεροπλάνα έριχναν προκηρύξεις συμπαραστάσεως του Στρατού και του Στόλου στον λαό, ενώ τα Ψηφίσματα που εκδόθηκαν στο συλλαλητήριο, παραδόθηκαν στον πρωθυπουργό Σωτήριο Κροκιδά. Στις 14 Οκτωβρίου 1922 δημοσιεύθηκε το διάταγμα «Περί συστάσεως και λειτουργίας Εκτάκτου Στρατοδικείου προς εκδίκασιν των κατά των υπαιτίων της εθνικής καταστροφής κατηγοριών», που υπογράφεται από τους Στυλιανό Γονατά, Νικόλαο Πλαστήρα, Λουκά Σακελλαρόπουλο, Γέροντα, Αλέξανδρο Χατζηκυριάκου. Το διάταγμα περιλάμβανε σε δύο κεφάλαια όλες οι διαδικασίες και τις ποινές που θα επιβληθούν, ενώ στο ακροτελεύτιο άρθρο του ορίζεται ότι «...κατά των υπό του Εκτάκτου Στρατοδικείου εκδιδομένων αποφάσεων ουδέν χωρεί τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον, η εκτέλεσις δε αυτών γίνεται συμφώνως τοις κειμένοις νόμοις, διαταγή της Επαναστατικής Επιτροπής...».

Στις 17/30 Οκτωβρίου ο Πολίτης σε επιστολή του στον Ελευθέριο Βενιζέλο, αναφέρει ότι ήταν σίγουρος πως, αν το κόμμα των Φιλελευθέρων κατερχόταν στις εκλογές αντιμέτωπο με τα άλλα κόμματα, με καθαρά δικούς του συνδυασμούς, θα αποτύγχανε, ενώ αναφερόμενος στους κατηγορουμένους γράφει, «...Η ανάκρισις βαίνει προς το τέρμα της και ήδη ήρχισεν η απολογία των κατηγορουμένων. Ταυτοχρόνως, η Επαναστατική Επιτροπή απεφάσισε την συγκρότησιν εκτάκτου στρατοδικείου, όπερ θα αρχίση να λειτουργή την προσεχή εβδομάδα. Η δίκη θα διαρκέσει ολίγας μόνον ημέρας και αν απολήξη εις θανατικάς αποφάσεις, η Επαναστατική Επιτροπή εννοεί να προβή εις την άμεσον εκτέλεσιν αυτών...». Στις 3 Νοεμβρίου με νέα έκθεσή του, ο Άγγλος πρέσβης, ενημέρωσε την κυβέρνηση του ότι οι δυο συνταγματάρχες υπαναχώρησαν και δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους. Στους λόγους της αφίξεως του Πολίτη στην Αθήνα αναφέρθηκε και ο Δημήτριος Γούναρης λέγοντας στην απολογία του, «..Διατί άλλο ήλθεν ο Πολίτης; Διατί άμα έφθασεν αυτός μετεβλήθησαν αι αποφάσεις των επαναστατών και ιδρύθη το έκτακτον στρατοδικείον;...» [12].

Δίκη

Στις 12 Οκτωβρίου εκδόθηκε το διάταγμα «..περί συστάσεως και λειτουργίας εκτάκτου στρατοδικείου προς εκδίκασιν των κατά των υπαιτίων της εθνικής καταστροφής κατηγοριών». Πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής ανέλαβε ο υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ενώ βοηθοί του ορίστηκαν οι συνταγματάρχες Ι. Καλογεράς και Χ. Λούφας. Η έκθεση της Ανακριτικής Επιτροπής, υπεγράφη στις 24 Οκτωβρίου, δημοσιοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου και η δίκη έγινε στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής, όπου ήδη είχαν μεταφερθεί από τις 15 Οκτωβρίου οι κρατούμενοι, ώστε να μην χρειάζεται να μετακινούνται. Το αίτημα του να δικασθεί από Ειδικό Δικαστήριο σε εφαρμογή του νόμου περί ευθύνης Υπουργών απορρίφθηκε από τον Θεόδωρο Πάγκαλο με εξωνομική αιτιολόγηση. Σύμφωνα με τον ιστορικό Τάσο Βουρνά, το κατηγορητήριο είχε χαρακτήρα επαναστατικού εγγράφου και πιθανότατα συντάχθηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου, πολιτικό σύμβουλο της επαναστατικής επιτροπής. Περιλάμβανε κεφάλαιο που απέρριπτε την ένσταση των κατηγορουμένων για δίκη από το ειδικό δικαστήριο της Βουλής, λέγοντας, «...Αλλ' όχι! Το Έθνος ορθούμενον αιμοσταγές, κρεουργημένον, αλλά αδυσώπητον ενώπιον του, ζητεί παρ'αυτού και των συνεργατών του δικαιοσύνην δια την προδοσίαν και τιμωρίαν δια το έγκλημα. Και εν ονόματι του Έθνους την δικαιοσύνην ταύτην η Επανάστασις θα την αποδώση...».

Αν και η συγκρότηση της συνθέσεως του Εκτάκτου Στρατοδικείου ήταν ευθύνη του υπουργείου Στρατιωτικών και του τότε υπουργού Αναστάσιου Χαραλάμπη, ο οποίος παρέδωσε κατάλογο με ονόματα αξιωματικών που θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στα μέλη του στρατοδικείου, η επαναστατική επιτροπή τον αγνόησε και του γνωστοποίησε την απόφαση της και με τροποποιητικό διάταγμα ανέλαβε η ίδια την ευθύνη της συγκροτήσεως του.

Παράγοντες της δίκης

Το έκτακτο στρατοδικείο συνήλθε στις 31 Οκτωβρίου. Πρόεδρος του διορίστηκε ο Αλέξανδρος Οθωναίος, αναπληρωτής πρόεδρος ο υποναύαρχος Κωνσταντίνος Βούλγαρης και μέλη του οι συνταγματάρχες Δημοσθένης Φλωριάς, Θεόδωρος Χαβίνης, Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, ο πλοίαρχος Ιωάννης Γιαννηκώστας, ο αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Μαμούρης, ο στρατιωτικός δικαστικός σύμβουλος β΄τάξεως Κωνσταντίνος Τσερούλης, ο αντιπλοίαρχος Κωνσταντίνος Φραγκόπουλος, οι ταγματάρχες Ν. Βαμβακόπουλος και Χ. Γραβάνης και ο λοχαγός Ανδρέας Κατσαράκης. Αναπληρωματικά μέλη διορίστηκαν οι Μιχαήλ Ζωγράφος, Λεωνίδας Κανάρης, Γεώργιος Σκανδάλης, Βασίλης Τζιότζιος, Αθανάσιος Ζάγκας, Θεόδωρος Βουτσαράς, Πλούτ. Χαλόφτης και Βύρων Καραπαναγιώτης. Επαναστατικοί επίτροποι διορίστηκαν ο αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Γεωργιάδης, οι συνταγματάρχες Νικόλαος Ζουρίδης και Νεόκοσμος Γρηγοριάδης και γραμματέας του δικαστηρίου ο Ιωάννης Πεπονής.

Συνήγορος υπερασπίσεως του ήταν ο δικηγόρος Σωτηριάδης και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, που υπεράσπιζε ακόμη, τους Ανδρέα Στράτο και Χατζανέστη, ενώ επίσημος σκιτσογράφος της δίκης ήταν ο Περικλής Βυζάντιος. Υπήρχαν δώδεκα μάρτυρες κατηγορίας, οι Αναστάσιος Παπούλας, αντιστράτηγος ε.α., Μ. Πάσσαρης, συνταγματάρχης, Π. Σουμίλας, υποστράτηγος, Γ. Σπυρίδωνος, συνταγματάρχης, Μιλτιάδης Κοιμήσης, αντισυνταγματάρχης, Θεόδωρος Σκυλακάκης, ταγματάρχης και υπασπιστής του Πάγκαλου, Κ. Κανελλόπουλος, λοχαγός, Λ. Σπαής, λοχαγός, Αναστάσιος Βενετσανόπουλος, διευθυντής επιμελητείας του υπουργείου στρατιωτικών, Γεώργιος Δημητρίου Ράλλης, που διαφώνησε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, Φωκίων Νέγρης, Βενιζελικός πολιτικός, και Κωνσταντίνος Ρέντης, διπλωματικός υπάλληλος και μετέπειτα υπουργός. Μάρτυρες υπερασπίσεως ήταν οι Ραγκαβής, συνταγματάρχης, Παναγάκος, ταγματάρχης, Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος, ο οποίος αμφισβήτησε το ποινικό μέρος του κατηγορητηρίου.

Απολογία

Στην έναρξη της δίκης και αφού οι κατηγορούμενοι άκουσαν το κατηγορητήριο, ο Γούναρης δήλωσε, «...Δεν έχει τίποτε που να στηρίζεται μέσα εις τον κατηγορητήριον και αυτό με ανησυχεί. Έχουν εξασφαλίσει την καταδίκη μας και δεν καταβάλλουν προσπάθειαν δια να δημιουργήσουν λόγους φαινομενικώς ισχυρούς», ενώ παραβρέθηκε ελάχιστες φορές στην ακροαματική διαδικασία, λόγω του ότι έπασχε από υψηλό πυρετό έπασχε από υψηλό πυρετό. Στις 7 Νοεμβρίου ο δικηγόρος Σωτηριάδης που τον εκπροσωπούσε, ζήτησε την αναβολή της δίκης καθώς ο Γούναρης νοσηλεύονταν στην κλινική Ασημακοπούλου, με υψηλό πυρετό και η διάγνωση ήταν ότι έπασχε από τύφο βαριάς μορφής, όμως το αίτημα απορρίφθηκε από τον Αλέξανδρο Οθωναίο, πρόεδρο του έκτακτου στρατοδικείου. Για την απολογία του συνέταξε υπόμνημα 67 σελίδων, το οποίο δεν μπόρεσε να παρουσιάσει καθώς εξαντλήθηκε και μεταφέρθηκε στην ιδιωτική κλινική. Την απολογία του διάβασε ο γραμματέας του Στρατοδικείου, ενώ αυτή ολοκληρώθηκε με υπόμνημα μέσω του συνηγόρου του.

Το κείμενο ήταν γραμμένο σε εξαίρετα και κατανοητά ελληνικά, αλλά με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να αναπληρώσει τη φυσική παρουσία του κατηγορούμενου. Στην απολογία του αντέκρουσε τις κατηγορίες και είπε ότι η κυβέρνηση κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να φέρει σε αίσιο πέρας την Μικρασιατική εκστρατεία, όπου ο στρατός αυξήθηκε από 80-90.000 σε 220.000, ενώ ανέφερε ότι «και τα προς στρατιωτικήν δράσιν απαιτούμενα πολεμικά εφόδια πλουσίως επρομηθεύσαμεν και πάντα τα προς συντήρησιν αυτού καθ’ όλον το διάστημα μετ’ αφθονίας παρέσχομεν». Χαρακτήρισε τη Μικρασιατική καταστροφή ως «επελθόν εν Μ. Ασία στρατιωτικόν ατύχημα» για το οποίο δεν έχει καμία ευθύνη, καθώς «…δεν εγένετο δυνατόν να στεφθεί υπό επιτυχίας η Μικρασιατική επιχείρησις, εις ην όχι ημείς, αλλ’ η προκάτοχος ημών κυβέρνησις είχεν αποδυθή υπό περιστάσεις ων η ελαττωματικότης δεν βαρύνει ημάς, αλλ’ αυτήν». Απέκρουσε την ελληνικότητα του εδάφους που κατέλαβαν οι Τούρκοι, αφού «ούτε δικαίω ούτε πράγματι αληθεύει τοιούτος ισχυρισμός» διότι η Συνθήκη των Σεβρών ουδέποτε επικυρώθηκε από τις δυνάμεις που την υπέγραψαν, ούτε καν από την Ελλάδα και συμπλήρωσε «Αλλ’ ούτε και πράγματι ήτο μέρος της Ελληνικής Επικρατείας το έδαφος τούτο».

Πρώτος από τους κατηγορούμενους απολογήθηκε ο Γεώργιος Χατζηανέστης και ακολούθησαν κατά σειρά, ο Νικόλαος Θεοτόκης, ο Ξενοφών Στρατηγός, ο Μιχαήλ Γούδας, ο Γεώργιος Μπαλτατζής και τελευταίος έκλεισε τον κύκλο των απολογιών, ο Νικόλαος Στράτος. Ο Χατζηανέστης δευτερολόγησε και έκλεισε τις απολογίες των κατηγορουμένων, λίγη ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 14ης προς την 15η Νοεμβρίου. Ο Ιωάννης Μεταξάς με επιστολή του, για την οποία είχε τη συγκατάθεση του πρωθυπουργού Σωτηρίου Κροκιδά, ζήτησε από το υπουργικό συμβούλιο να επιτραπεί στους κατηγορουμένους η άσκηση εφέσεως, πρόταση που απέρριψε η επαναστατική επιτροπή, έτσι στις 10 Νοεμβρίου παραιτήθηκε ο υπουργός εξωτερικών Νικόλαος Πολίτης και τον ακολούθησε όλη η κυβέρνηση Κροκιδά, ώστε τέσσερις μέρες αργότερα να σχηματιστεί η κυβέρνηση του Στυλιανού Γονατά.

Η απόφαση

Ο Ιωάννης Μεταξάς με επιστολή του, για την οποία είχε τη συγκατάθεση του πρωθυπουργού Σωτηρίου Κροκιδά, ζήτησε από το υπουργικό συμβούλιο να επιτραπεί στους κατηγορουμένους η άσκηση εφέσεως, πρόταση που απέρριψε η επαναστατική επιτροπή, έτσι στις 10 Νοεμβρίου παραιτήθηκε ο υπουργός εξωτερικών Νικόλαος Πολίτης και τον ακολούθησε όλη η κυβέρνηση Κροκιδά, ώστε τέσσερις μέρες αργότερα να σχηματιστεί η κυβέρνηση του Στυλιανού Γονατά. Υπάρχουν βάσιμες πληροφορίες, το αναφέρει ο βενιζελικός ιστορικός Φοίβος Γρηγοριάδης, ότι ο Θεόδωρος Πάγκαλος εισήλθε στην αίθουσα που συνεδρίαζαν οι στρατοδίκες για να αποφασίσουν την τύχη των «έξι», επηρεάζοντας σημαντικά την τελική απόφαση τους, η οποία θα ήταν μετριοπαθέστερη, καθώς, κατά πάσα πιθανότητα, θα τουφεκίζονταν τέσσερις και θα διασώζονταν ο Νικόλαος Στράτος.

Στις 15 Νοεμβρίου, στις 5 το πρωί ο ταγματάρχης Κατσαγιαννάκης τον ξύπνησε και του ζήτησε να ντυθεί, προκειμένου να τον μεταφέρουν στις φυλακές Αβέρωφ ώστε να παρίσταται στην εκφώνηση της αποφάσεως του δικαστηρίου, αν και οι γιατροί είχαν απαγορεύσει τη μετακίνηση του, ενώ παράλληλα τον απείλησε ότι αν αργούσε θα τον μετέφερε γυμνό. Η ετυμηγορία [13] του έκτακτου επαναστατικού Στρατοδικείου ανακοινώθηκε στις 6:40 το πρωί της 15ης Νοεμβρίου, από τον Πρόεδρο Αλέξανδρο Οθωναίο, «….Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β' το Έκτακτον Στρατοδικείον συσκεφθέν κατά νόμον, κηρύσσει παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζηανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον Θεοτόκην εις την ποινήν του Θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών. Διατάσσει την στρατιωτικήν καθαίρεσιν των Γεωργίου Χατζανέστη αρχιστρατήγου, Ξενοφώντος Στρατηγού υποστρατήγου και Μιχαήλ Γούδα υποναυάρχου και επιβάλλει αυτούς τα έξοδα και τέλη. Επιδικάζει παμψηφεί χρηματικήν αποζημίωσιν υπέρ του Δημοσίου κατά του Δημητρίου Γούναρη δραχμών 200 χιλιάδων, Νικολάου Στράτου δραχμών 335 χιλιάδων, Γεωργίου Μπαλτατζή και Νικολάου Θεοτόκη δραχμών 1 εκατομμυρίου και Μιχαήλ Γούδα δραχμών 200 χιλιάδων».

Εκτέλεση

Την απόφαση της εκτελέσεως του ανακοίνωσε ο επίτροπος Νεόκοσμος Γρηγοριάδης στις φυλακές «Αβέρωφ», όπου κρατούνταν. Του απαγορεύτηκε η υποβολή ενδίκων μέσων, όπως και στους συγκατηγορουμένους του, και στις 11:26 το πρωί της 15 Νοεμβρίου 1922, ακούστηκε το πρόσταγμα «επί σκοπόν», του επικεφαλής του αποσπάσματος ανθυπολοχαγού Λίνου [14]. Έπεσε νεκρός από τις σφαίρες του αποσπάσματος και δέχθηκε τη χαριστική βολή στο κεφάλι από ένα λοχία πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία», στηριγμένος στο μπράτσο του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη που τον υποβάσταζε κι αφού κλονίστηκε, γέρνοντας λίγο δεξιά, ξαπλώθηκε κάτω, σύμφωνα με την έρευνα του Γιώργου Λεονταρίτη, δημοσιογράφου, συγγραφέα-ιστορικού ερευνητή [15]. Ακολούθησε κυβερνητική ανακοίνωση, η οποία έλεγε:
«Την 11ην και 30΄π.μ. της σήμερον, εις τον παρά τω Γουδί χώρο εξετελέσθη εν πλήρει στρατιωτική τάξει, η θανατική εκτέλεσις των έξ καταδικασθέντων υπό του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου, υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής, ήτοι των απαρτισάντων το Συμβούλιον των πέντε πολιτικών Π. Πρωτοπαπαδάκη, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτου, Γ. Μπαλτατζή και Ν. Θεοτόκη, ως και του αρχιστρατήγου της ήττης Γ. Χατζανέστη. Της εκτελέσεως προηγήθη η στρατιωτική καθαίρεσις και η θεία μετάληψις εν ταις φυλακαίς Αβέρωφ. Οι νεκροί, μεταφερθέντες πάραυτα, εις το Α΄ Νεκροταφείον, παρεδόθησαν εις τους οικείους των προς ταφήν. Προ της εκτελέσεως οι κατάδικοι, ερωτηθέντες περί της υστάτης θελήσεώς των, ουδέν είπον».
Ανακοινωθέν Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου
15 Νοεμβρίου 1922».

Τάφηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών την ίδια μέρα, παρουσία λιγοστών συγγενών και φίλων, με έναν ιερέα και χωρίς την παρουσία ψαλτών. Η κηδεία γενικά ήταν πρόχειρη και βιαστική γιατί η επαναστατική επιτροπή είχε διατάξει να ολοκληρωθούν οι ταφές των εκτελεσμένων πριν τις 3 η ώρα μετά το μεσημέρι. Ο τάφος του βρίσκεται σε μια γωνία, στην περιοχή του νεκροταφείου που βρίσκεται κοντά στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης. Περιβάλλεται από τσιμεντωμένο στηθαίο με εμβαδόν περίπου 30 επί 80 εκατοστά και τον χαρακτηρίζει μία πρόχειρη επιγραφή στην οποία αναφέρεται «Εδώ βρίσκονται τα οστά του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη».

Η διαθήκη του

Δεν απέκτησε ιδιαίτερη περιουσία και λίγη ώρα πριν την εκτέλεσή του συνέταξε τη διαθήκη του στην οποία αναφέρει, «...Ότι περισσεύει εκ της μικράς μου περιουσίας, αφού πληρωθούν τα χρέη μου, επιθυμώ να περιέλθη εις τον γαμβρόν μου Κανέλλον Α. Κανελλόπουλον ον εγκαθιστώ γενικόν κληρονόμον ίνα το χρησιμοποιήση προς καλλιτέραν αποκατάστασιν της θυγατρός του Μαρίας. Εις την υπηρέτριάν μου Ευφροσύνην Στρατή αφίνω δέκα χιλιάδας, και την βιβλιοθήκην μου εις τον Δήμον Πατρών.
Εν Αθήναις τη 15 Νοεμβρίου 1922.
Δημήτριος Π. Γούναρης».

Το αρχείο του δωρήθηκε από την Αμαλία Κανελλοπούλου και την Δόμνα Δοντά στο Εθνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο [Ε.Λ.Ι.Α.]. Έχει ανακηρυχθεί μεγάλος ευεργέτης του Δήμου Πάτρας, ο οποίος στις 3 Ιουνίου 1931, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, μετονόμασε την οδό Καλαβρύτων σε οδό Δημήτριου Γούναρη. Το 1933 από το υπουργείο Δικαιοσύνης αναρτήθηκε μαρμάρινη επιγραφή [16] στην αίθουσα των φυλακών Αβέρωφ, μέσα στην οποία ανακοινώθηκε στους κατηγορούμενους η θανατική τους καταδίκη. Σύμφωνα με την επίσημο διαδικτυακό τόπο της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος [17], ο Γούναρης ήταν τέκτονας και ανήκε στη στοά Παλαιών Πατρών Γερμανός, της Πάτρας.

Μνήμη Γούναρη

Ο αντίκτυπος της εκτελέσεως του ήταν τεράστιος και προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις. Η Ιταλία ζήτησε από τον πρέσβη της να διακόψει τις επαφές με την ελληνική κυβέρνηση, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για την εκτέλεση τους, που δυσκόλευε την συνέχιση της οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα, η Σουηδική και η Βελγική κυβέρνηση εξέφρασαν την βαθιά αγανάκτηση τους ενώ η Βρετανία διέταξε την διακοπή των διμερών σχέσεων με παράλληλη ανάκληση του πρεσβευτή της. Το 1933 εντοιχίστηκε μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο του υπουργείου Δικαιοσύνης με τα ονόματα των εκτελεσθέντων. Στον τόπο εκτελέσεως στου Γουδή στην περιοχή του Χολαργού, στην οδό Αναστάσεως, με πρωτοβουλία του Δημητρίου Μαξίμου, στενού συνεργάτη του Δημητρίου Γούναρη, οργανώθηκε έρανος κι αναγέρθηκε ο βυζαντινής τεχνοτροπίας ναΐσκος της Αναστάσεως, ενώ στα έξι σημεία, όπου εκτελέστηκαν κι έπεσαν νεκροί οι έξι, φυτεύθησαν ισάριθμα κυπαρίσσια.

Ένας μέρος της πολιτικής του κληρονομιάς συνέχισε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, γιος της αδελφής του, ο οποίος δεν συγχώρησε το βασιλιά Γεώργιο Β’, θεωρώντας ότι έπρεπε να παραιτηθεί από τον θρόνο όταν ανακοινώθηκε από το στρατοδικείο η προειλημμένη απόφαση για την εκτέλεση των έξι, προκαλώντας με αυτό τον τρόπο την αναβολή των εκτελέσεων. Ανάλογη μαρτυρία παραθέτει ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, νέος βουλευτής τότε του Λαϊκού Κόμματος. Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης στο έργο του [18] κατηγόρησε τον Γούναρη για την προσχώρηση του στο κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη, σε μια εποχή που αν έκανε λίγο υπομονή, η ανερχόμενη ομάδα των «Ιαπώνων» θα ερχόταν στο προσκήνιο, ενώ υποστηρίζει ότι ο Γούναρης «..επεδίωξε να πετύχει το όλον και όχι το μέρος», στρέφοντας εναντίον του πολλές κοινωνικές τάξεις ταυτόχρονα.

Ηθική αποκατάσταση

Τα αρχεία της προανακριτικής διαδικασίας του 1922 καταστράφηκαν από την κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα λίγους μήνες μετά την εκτέλεση του. Χρόνια αργότερα ο Θεόδωρος Πάγκαλος είπε «...Δεν παραδέχομαι ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν… αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος...» [19]. Στο εμπιστευτικό τηλεγράφημα του Ελευθερίου Βενιζέλου από το Παρίσι, το οποίο έφτασε καθυστερημένα, δεν θα διαφοροποιούσε σημαντικά την κατάσταση, καθώς σ' αυτό αναφέρονταν, «...εκτελέσεις περιορισθούν εν περιπτώσει καταδίκης εις μόνους διατελέσαντες πρωθυπουργούς και αρχηγόν στρατού...», δηλαδή να εκτελεστούν οι πρώην πρωθυπουργοί Δημήτριος Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Στράτος καθώς και ο αρχηγός του στρατού Γεώργιος Χατζηανέστης. Όμως το 1929 ο Ελευθέριος Βενιζέλος μιλώντας στη Βουλή, είπε «....δύναμαι να σας διαβεβαιώσω με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον, ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της δημοκρατικής παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής ητις ακολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσίας κατά της πατρίδος η ότι εν γνώσει ωδήγησαν τον τόπον εις την Μικρασιατικήν Καταστροφήν....». Σύμφωνα με το Γεώργιο Ζορμπά, επίτιμο αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρόεδρο της Αρχής Καταπολεμήσεως Βρώμικου Χρήματος, «….Το στρατοδικείο και η ενώπιον αυτού διαδικασία καταπάτησε στοιχειώδη υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων….».

Το 1933 η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη, εντοίχισε μια αναμνηστική πλάκα στην αίθουσα των φυλακών «Αβέρωφ», όπου έγινε η δίκη των Έξι. «Έν τή αίθούση τούτη τή 15/28 Νοεμβρίου 1922, άνεγνώσθη ή άπόφασις του έκτακτου στρατοδικείου δι' ής κατεδικάσθησαν εις θάνατον και έτυφεκίσθησαν έπί έσχάτη προδοσία, οί αείμνηστοι άνδρες Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης και Γεώργιος Χατζηανέστης, οίτινες άφιερώσαντες όλόκληρον τήν ζωήν των και τήν πολιτικήν των δρασιν υπέρ του έθνους, εκρίθησαν, παρά του νόμους, τό Σύνταγμα και τήν Ήθικήν, παρ' άνομων δικαστών προδόται της ελληνικής πατρίδος. Τό Υπουργείου Δικαιοσύνης ένετοίχισεν έν έτει 1933». Μέλη της Κυβερνήσεως Τσαλδάρη ήταν ο Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος και ο Γεώργιος Κονδύλης, δύο από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων του 1922, τα οποία οδήγησαν στη Δίκη, την καταδίκη και την εκτέλεση των Έξι.

Μεταθανάτια απαλλαγή

Στις 20 Ιανουαρίου του 2008, ο Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκης, εγγονός του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, με αίτηση του προς τον Άρειο Πάγο, ζήτησε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, την οποία ο Βρετανός πρεσβευτής Φράνσις Όσβαλντ Λίντλεϋ, [Francis O. Lintley], είχε χαρακτηρίσει «...φάρσα από δικαστικής και νομικής απόψεως..» και για τους δικαστές έγραφε ότι «..ούτε αμερόληπτοι ήσαν, ούτε πείραν διέθετον..» ενώ ο Ολλανδός πρεσβευτής τη χαρακτήρισε «....ένα είδος θεατρικής παράστασης…». Στις 30 Σεπτεμβρίου 2010 το Ζ' τμήμα του Αρείου Πάγου με την 1675 απόφασή του, με ψήφους 3 προς 2 δέχθηκε τους ισχυρισμούς του αιτούντος Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη, ανέτρεψε την καταδικαστική απόφαση λόγω παραγραφής και παρέπεμψε το θέμα στην Ολομέλεια για την οριστική απόφαση.

Το Δεκέμβριο του 2009 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τάχθηκε υπέρ της επαναλήψεως της «Δίκης των έξι», σε διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών, κάνοντας δεκτή εισήγηση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αθανασίου Κονταξή. Τον Οκτώβριο του 2010 το ανώτατο δικαστήριο τον έκρινε αθώο κι έπαψε οριστικά τη δίωξη του, [20] από την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας που του είχε αποδοθεί, ενώ οι δικαστές τάχθηκαν υπέρ της επαναλήψεως της δίκης, κρίνοντας ότι έχουν αποκαλυφθεί νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία προέκυψε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Διαβάστε τα λήμματα

Παραπομπές

  1. [Η ομάδα δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 1906, και πήρε το όνομά της από το δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη, ο οποίος τους παρομοίαζε με Ιάπωνες σαμουράι, λόγω της ιδιαίτερης μαχητικότητας τους, κατά της κυβερνήσεως και της οικονομικής ολιγαρχίας]
  2. Ο Δημήτριος Γούναρης και η μετωπική σύγκρουση με το κατεστημένο της εποχής του για μια ριζοσπαστική φιλολαϊκή οικονομική πολιτική «Ιστορικά Θέματα»
  3. Κυβέρνησις ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΖΑΪΜΗ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  4. Κυβέρνησις ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΚΟΥΛΟΥΔΗ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  5. Κυβέρνησις ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΚΟΥΛΟΥΔΗ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  6. Κυβέρνησις ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΟΥΝΑΡΗ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  7. Κυβέρνησις ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΡΑΛΛΗ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  8. Κυβέρνησις ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  9. Κυβέρνησις ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΟΥΝΑΡΗ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  10. Όταν το κατοστάρικο κόπηκε στη μέση Εφημερίδα «Το Βήμα», 13 Φεβρουαρίου 2011
  11. Κυβέρνησις ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΟΥΝΑΡΗ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  12. [Χαραλάμπους Βοζίκη, «Αι απολογίαι των θυμάτων της 15 Νοεμβρίου 1922»]
  13. Το κείμενο της καταδικαστικής αποφάσεως Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 16 Νοεμβρίου 1922, σελ.2
  14. Οι ένοχοι ετυφεκίσθησαν χθές Εφημερίδα «Μακεδονία», 16 Νοεμβρίου 1922, σελ. 3
  15. [«Από τη δόξα στη συμφορά 1915-1922», Γεώργιος Λεονταρίτης, εκδόσεις «Μέτρον»]
  16. [«Εν τη αιθούση ταύτη τη 15η Νοεμβρίου 1922 αναγνώσθηκε η απόφασις του έκτακτου στρατοδικείου διής κατεδικάσθησαν επι εσχάτη προδοσία οι αείμνηστοι άνδρες Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκος, Γεώργιος Μπαλτατζής, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης και Γεώργιος Χατζηανέστης, οίτινες αφιερώσαντες ολόκληρον τη ζωή των και την πολιτικήν των δράσιν υπέρ του έθνους εκρίθησαν, παρά τους νόμους, το Σύνταγμα και την Ηθικήν παρ'ανόμων δικαστών προδόται της ελληνικής πατρίδος. Το Υπουργείον Δικαιοσύνης ενετοίχησεν εν έτει 1933»]
  17. Δημήτριος Γούναρης Μεγάλη Στοά της Ελλάδος
  18. [«Πολιτική ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Σπυρίδων Μαρκεζίνης, εκδόσεις «Πάπυρος».]
  19. Έξι θύματα «μοιραία και αναγκαία» Η «δίκη των έξι» και η ακύρωση της θανατικής ποινής 90 χρόνια μετά, Εφημερίδα «Το Βήμα», 19 Φεβρουαρίου 2012
  20. Οριστικά αθώοι οι 6 για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εφημερίδα «Το Βήμα», 21 Οκτωβρίου 2010


Κατάλογος Πρωθυπουργών της Ελλάδος
Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος | Κανακάρης Αθανάσιος | Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης | Κουντουριώτης Γεώργιος | Ζαΐμης Ανδρέας| Μαυρομιχάλης Γεώργιος | Καποδίστριας Ιωάννης | Καποδίστριας Αυγουστίνος | Κολοκοτρώνης Θεόδωρος | Τρικούπης Σπυρίδων  | Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος | Κωλέττης Ιωάννης | Κόμης Josef Ludwig von Armansperg | Ignaz von Rundhart| Όθων της Ελλάδος| Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος | Όθων της Ελλάδος | Μεταξάς Ανδρέας | Κανάρης Κωνσταντίνος | Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος | Κωλέττης Ιωάννης | Τζαβέλας Κίτσος | Κουντουριώτης Γεώργιος | Κανάρης Κωνσταντίνος | Κριεζής Αντώνιος | Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος | Βούλγαρης Δημήτριος | Μιαούλης Αθανάσιος | Κολοκοτρώνης (Γενναίος) Ιωάννης | Βούλγαρης Δημήτριος | Μωραϊτίνης Αριστείδης | Βάλβης Ζηνόβιος | Κυριακός Διομήδης | Ρούφος Μπενιζέλος | Ρούφος Μπενιζέλος | Βούλγαρης Δημήτριος | Κανάρης Κωνσταντίνος | Βάλβης Ζηνόβιος | Κανάρης Κωνσταντίνος | Κουμουνδούρος Αλέξανδρος | Δεληγεώργης Επαμεινώνδας | Ρούφος Μπενιζέλος | Βούλγαρης Δημήτριος | Ζαΐμης Θρασύβουλος | Τρικούπης Χαρίλαος  | Δηλιγιάννης Θεόδωρος  | Βάλβης Δημήτριος | Κωνσταντόπουλος Κωνσταντίνος | Σωτηρόπουλος Σωτήριος | Δηλιγιάννης Νικόλαος | Ράλλης Δημήτριος | Ζαΐμης Αλέξανδρος | Θεοτόκης Γεώργιος | Μαυρομιχάλης Κυριακούλης | Δραγούμης Στέφανος | Βενιζέλος Ελευθέριος  | Γούναρης Δημήτριος | Σκουλούδης Στέφανος | Καλογερόπουλος Νικόλαος | Λάμπρος Σπυρίδων | Νικόλαος Στράτος | Πρωτοπαπαδάκης Πέτρος | Τριανταφυλλάκος Νικόλαος | Χαραλάμπης Αναστάσιος | Κροκιδάς Σωτήριος | Γονατάς Στυλιανός | Καφαντάρης Γεώργιος | Παπαναστασίου Αλέξανδρος | Σοφούλης Θεμιστοκλής | Μιχαλακόπουλος Ανδρέας | Πάγκαλος Δ. Θεόδωρος  | Ευταξίας Αθανάσιος | Κονδύλης Γεώργιος | Τσαλδάρης Παναγιώτης | Οθωναίος Αλέξανδρος | Δεμερτζής Κωνσταντίνος | Μεταξάς Ιωάννης | Κορυζής Αλέξανδρος | Ταμπακόπουλος Άγις | Βασιλεύς Γεώργιος Α' | Τσουδερός Εμμανουήλ | Τσολάκοκλου Γεώργιος | Λογοθετόπουλος Κωνσταντίνος | Ράλλης Ιωάννης  | Παπανδρέου Γεώργιος | Βούλγαρης Πέτρος | Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός | Κανελλόπουλος Παναγιώτης | Σοφούλης Θεμιστοκλής | Πουλίτσας Παναγιώτης | Τσαλδάρης Κωνσταντίνος | Τσαλδάρης Κωνσταντίνος | Μάξιμος Δημήτριος | Τσαλδάρης Κωνσταντίνος | Σοφούλης Θεμιστοκλής | Διομήδης Αλέξανδρος | Θεοτόκης Ιωάννης |  Βενιζέλος Σοφοκλής | Πλαστήρας Νικόλαος | Βενιζέλος Σοφοκλής | Πλαστήρας Νικόλαος | Κιουσόπουλος Δημήτριος | Παπάγος Αλέξανδρος  | Καραμανλής Κωνσταντίνος | Γεωργακόπουλος Κωνσταντίνος | Καραμανλής Κωνσταντίνος | Δόβας Κωνσταντίνος | Καραμανλής Κωνσταντίνος | Πιπινέλης Παναγιώτης | Μαυρομιχάλης Στυλιανός | Παπανδρέου Γεώργιος | Παρασκευόπουλος Ιωάννης | Παπανδρέου Γεώργιος | Αθανασιάδης-Νόβας Γεώργιος | Τσιριμώκος Ηλίας | Στεφανόπουλος Στέφανος | Παρασκευόπουλος Ιωάννης | Κανελλόπουλος Παναγιώτης | Κόλλιας Κωνσταντίνος | Παπαδόπουλος Γεώργιος | Μαρκεζίνης Σπυρίδων | Ανδρουτσόπουλος Αδαμάντιος | Καραμανλής Κωνσταντίνος | Ράλλης Γεώργιος | Παπανδρέου Ανδρέας  | Τζαννετάκης Τζαννής | Γρίβας Ιωάννης | Ζολώτας Ξενοφών | Μητσοτάκης Κωνσταντίνος | Παπανδρέου Ανδρέας | Σημίτης Κωνσταντίνος | Καραμανλής Αλ. Κωνσταντίνος | Παπανδρέου Α. Γεώργιος | Παπαδήμος Λουκάς | Πικραμμένος Παναγιώτης  | Σαμαράς Αντώνιος | Τσίπρας Αλέξης | Βασιλική Θάνου | Τσίπρας Αλέξης