Γεώργιος Λαμπελέτ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Λαμπελέτ Έλληνας εθνικιστής μουσουργός, ο πρώτος συνθέτης που προσπάθησε να δημιουργήσει «Εθνική Μουσική Σχολή» και «Ελληνική Συμφωνική Μουσική», συγγραφέας μουσικοθεωρητικών κειμένων, δοκιμιογράφος και δάσκαλος μουσικής, ποιητής και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1875 στην Κέρκυρα και πέθανε [1] στις 30 Οκτωβρίου 1945 στην Αθήνα. Το 40ήμερο μνημόσυνο του έγινε την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 1945 στον Ιερό ναό της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα [2].

Γεώργιος Λαμπελέτ

Βιογραφία

Κατάγονταν από σημαντική οικογένεια μουσικών που έφτασε στα Ιόνια νησιά από την Ελβετία. Ο παππούς του ήταν συνθέτης, ζωγράφος και λόγιος. Ήταν γιος του Εδουάρδου Λαμπελέτ και αδελφός του Ναπολέοντα Λαμπελέτ, συνθέτη που δημιούργησε στο Λονδίνο, και της Κορίνας, που ήταν πιανίστα και μουσικοπαιδαγωγός. Ο Γεώργιος έζησε τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια στον Πειραιά και στην Αθήνα όπου αποφοίτησε από το Γυμνάσιο, ενώ διδάχτηκε τα πρώτα στοιχεία της μουσικής, πιάνο, θεωρητικά και αρμονία, από τον πατέρα του. Σε ηλικία δεκαέξι ετών γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1895 μέχρι το 1901 φοίτησε στο ωδείο «San Pietro a Majella» στη Νάπολη, όπου σπούδασε ανώτερα θεωρητικά και σύνθεση με τον Πάολο Σεράο [Paolo Serrao].

Αμέσως μετά την επιστροφή του στην Αθήνα δημοσίευσε στο περιοδικό «Παναθήναια» το άρθρο «Η εθνική μουσική» το 1901, που προκάλεσε αίσθηση, δημιούργησε αντιδράσεις από τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής του και τον ανέδειξε πρωτοπόρο της Εθνικής Σχολής. Μέσα από το άρθρο, το «Μανιφέστο του Λαμπελέτ» όπως μερικοί το αποκαλούν, εκφράζει τις ιδέες που είχε για την Εθνική Σχολή. Υπήρξε θεωρητικός πολέμιος του Γερμανοτραφούς Γεωργίου Νάζου, αλλά και του Μανώλη Καλομοίρη, και υποστήριξε με συνέπεια τις απόψεις του μέσα από τις σελίδες περιοδικών, όπως «Το περιοδικόν μας», του Γ. Βώκου, από το 1900 έως το 1902, «Η Κριτική», περιοδικό που εξέδωσε ο ίδιος μαζί με τον Γεώργιο Αξιώτη το 1903, «Μουσική Επιθεώρησις», του Νικολάου Γ. Παππά, την περίοδο 1921-22, τα «Μουσικά Χρονικά», του Ιωσήφ Παπαδόπουλου-Γκρέκα, το 1925 και την περίοδο από το 1928 έως 1933.

Δίδαξε στο Ωδείο Πειραιώς και στο Πειραϊκό Ωδείο και για πολλά χρόνια παρέδιδε ιδιωτικά μαθήματα θεωρίας της μουσικής. Εργάστηκε ως μουσικοκριτικός κι είχε δημοσιεύσει πλήθος άρθρα σε διάφορα περιοδικά της εποχής. Συγκρούστηκε με υπεύθυνους του Υπουργείου Πολιτισμού οι οποίοι απαγόρευσαν στη μία και μοναδική ορχήστρα που υπήρχε τότε στην Αθήνα να παίξει τα έργα του. Στις 15 Νοεμβρίου 1923 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, μαζί με τους εθνικιστές μουσουργούς Μάριο Βάρβογλη και Αιμίλιο Ριάδη.

Μουσική ιδεολογία

Υπήρξε πρωτοπόρος στη συστηματοποίηση της μελέτης για τη δημιουργία της ελληνικής μουσικής, σύμφωνα με τα πρότυπα των «εθνικών σχολών». Επεδίωξε να δώσει στο έργο του ένα καθαρά ελληνικό χρώμα, γεγονός που τον απομάκρυνε από τους συμπατριώτες του συνθέτες της επτανησιακής σχολής και τον κατέταξε οριστικά στους εκπροσώπους της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής. Κληροδότησε τεράστιο έργο -θεωρητικό, αισθητικό, λογοτεχνικό και μουσικό- που του όχι μόνο δεν έχει αξιολογηθεί μέχρι σήμερα, αλλά δεν έχει καν καταγραφεί.

Οι κριτικοί και οι συνάδελφοί του τον χαρακτηρίζουν «ορόσημο» της εποχής του και «ευγενή συνθέτη» που έζησε με αξιοπρέπεια και υπηρέτησε ηθικές αξίες. Ήταν ο πρώτος που επεσήμανε ότι η ελληνική μουσική θα πρέπει να βασίζεται στη μελέτη των δημοτικών τραγουδιών και των μελωδικών, ρυθμικών και άλλων χαρακτηριστικών τους. Ταυτόχρονα εξέφρασε τις απόψεις του σχετικά με τη χρήση στοιχείων του δυτικού μουσικού πολιτισμού στην Ελληνική Παραδοσιακή Μουσική.

Φέρει όλα τα μουσικά σημεία της εποχής του, αλλά ως γνήσιος Επτανήσιος έχει ειδική και δυνατή σχέση με την ιταλική μουσική, ενώ ένοιωθε μεγάλη επιρροή από την μουσική του μελοδράματος. Αισθάνονταν την ανάγκη να ξεφύγει από την ιταλική επιρροή και να αποκτήσει μια ελληνική αισθητική. Ήταν από τους πρώτους που έστρεψε τα αυτιά του σε άλλους μουσικούς ορίζοντες, από αυτούς που γαλουχήθηκε, έτσι ώστε να αποκτήσει εκφραστικά μέσα καινούργια, ώστε να μπορεί να αποδώσει αυτά που ήθελε. Άρχισε να απορροφά στοιχεία από την μουσική γλώσσα της εποχής του. Ταξίδεψε στην Μόσχα και συναντήθηκε με τους «Πέντε» της Ρώσικης Σχολής, τους Μουσόργκσκυ, Ρίμσκυ-Κορσάκωφ, Μποροντίν, Μπαλακίρεφ και Κιουί. Ταξίδεψε στη Βιέννη, όπου παρακολούθησε και θαυμάσει τα έργα του Ρίχαρντ Στράους.

Εργογραφία

Ήταν ο πρώτος μουσικός που μίλησε για την ανάγκη δημιουργίας εθνικής μουσικής και υπήρξε από τις μορφές-άξονες της νεοελληνικής μουσικής ιστορίας ως πρωτοπόρος της Εθνικής Σχολής. Η μουσική του εμπεριέχει στοιχεία από την ελληνική δημοτική μουσική παράδοση, αφού άλλωστε έτσι του επιτάσσει και η ιδεολογική του προσέγγιση γύρω από τη σύνθεση. Αυτό μπορεί να το ακούσει κανείς στο τραγούδι Στον κάμπο, όπου χρησιμοποιούνται ρυθμικά και μελωδικά στοιχεία που θυμίζουν την παραδοσιακή μουσική. Ασχολήθηκε με τη μελέτη του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Βασισμένος στις ελληνικές δημοτικές κλίμακες έγραψε περισσότερα από 100 τραγούδια, για μία φωνή ή χορωδία, χωρίς όμως να μπορέσει να αποφύγει την επίδραση της μουσικής της Δυτικής Ευρώπης.

Συνέθεσε, συμφωνικά έργα, έργα για πιάνο, για χορωδία και τραγούδια. Έγραψε το συμφωνικό έργο

  • «Γιορτή», το 1901.

Το συνθετικό του έργο παραμένει σε μεγάλο ποσοστό ζητούμενο καταγραφής και έρευνας. Από τα γνωστά του έργα, πιο σημαντικά θεωρούνται

  • «Η ελληνική δημώδης μουσική»,
  • «60 τραγούδια και χοροί»,
  • «Τα χελιδόνια», συλλογή παιδαγωγικών τραγουδιών, σε στίχους του Ζαχαρία Παπαντωνίου, το 1920,
  • «Κριτική μελέτη, μεταγραφή, εναρμόνισις», το 1930.

Στις αυτοτελείς εκδόσεις έργων του περιλαμβάνονται οι ποιητικές συλλογές

  • «Στίχοι», το 1909,
  • «Παληοί και νέοι ρυθμοί», το 1930,

τα δοκίμια

  • «Το δραματικόν θέατρον (το θέατρο του Γαβριήλ δ’Αννούντσιο, η αντίθεσίς του με το ιψενικό)», το 1929,
  • «Η γένεσις της ομοιοκαταληξίας εις την ποίησιν και η σχέσις αυτής προς την μουσικήν», το 1932.

Μετέφρασε το μονόπρακτο θεατρικό έργο του εθνικιστή Ιταλού διανοούμενου Gabriele d’Annunzio,

  • «Sogno di un mattino di primavera» [«Όνειρο εαρινής πρωίας. Δράμα εις πράξιν μίαν»].

Έγραψε τις μελέτες,

  • «Η Εθνική Μουσική»,
  • «Το Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι»,
  • «Ο Εθνικισμός εις την τέχνη και η ελληνική δημώδης μουσική» και άλλες.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Γεώργιος Λαμπελέτ Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 442, σελίδα 1040.
  2. Μνημόσυνον Γεωργίου Λαμπελέτ