Εμμανουήλ Καλομοίρης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μανώλης Καλομοίρης, Έλληνας εθνικιστής μουσικοσυνθέτης, παιδαγωγός και ακαδημαϊκός [1], ο θεμελιωτής της Ελληνικής Εθνικής Σχολής Μουσικής, γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1883 στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας και πέθανε την 3η Απριλίου 1962 στο Στρατιωτικό Ναυτικό Νοσοκομείο στην Αθήνα. Κηδεύτηκε την Τετάρτη 4 Απριλίου με δημόσια δαπάνη και μεγάλες τιμές, ενώ η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, παρουσία πλήθους κόσμου. Τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1906, παντρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη, το γάμο τους ευλόγησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ, με τη Χαρίκλεια Παπαμόσχου από την Κέρκυρα, συμφοιτήτρια του στο Ωδείο της Βιέννης, και από το γάμο τους γεννήθηκαν τρία παιδιά, ο Νικόλαος, που πέθανε λίγο αργότερα, ο Γιάννης που δολοφονήθηκε από ερωτικό δεσμό, το 1924, σε ηλικία δεκαεπτά ετών και η Κρινιώ, που γεννήθηκε το 1913 στην Αθήνα. Με την οικογένεια του κατοικούσε από το 1927, στην οδό Τρίτωνος 87, τώρα 81, στο Παλαιό Φάληρο.

Μανώλης Καλομοίρης

Βιογραφικό

Γονείς του ήταν ο γιατρός Ιωάννης Εμμανουήλ Καλομοίρης από το Νέο Καρλόβασι της Σάμου και η Μαρία, το γένος Χαμουδοπούλου, από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Ο πατέρας του πέθανε, όταν ο Μανώλης ήταν μόλις τεσσάρων ετών και την κηδεμονία του ανέλαβε ο αδελφός της μητέρας του, ο Μηνάς Χαμουδόπουλος, που ήταν εκείνος, ο οποίος θα τον προτρέψει να ασχοληθεί με τη μουσική.

Σπουδές

Σε ηλικία επτά ετών η μητέρα του τον έγραψε μαθητή στο «Παρθεναγωγείον και Νηπιαγωγείον το Παλλάδιον», των αδελφών Πασχάλη, που δεχόταν στις μικρές τάξεις και αγόρια. Λίγο αργότερα, όταν η διευθύντρια της αναγγέλλει πως η σχολή απέκτησε κλειδοκύμβαλον, θα τον γράψει αμέσως για μαθήματα με δάσκαλο το Ζακύνθιο, Διγενή Καπαγκρόσσα. Ο Καλομοίρης ξεκίνησε μαθήματα πιάνου στη Σμύρνη, ενώ συνέχισε τα μαθήματα στο Ωδείο της Αθήνας, με δάσκαλο τον Τιμόθεο Ξανθόπουλο, καθώς από το 1894 η οικογένεια Καλομοίρη εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα σε σπίτι απέναντι από την πύλη του Αδριανού, που ανήκε στην οικογένεια του αδικοσκοτωμένου ποιητή και λαϊκού μουσικού Κόκου. Στη συνοικία της Πλάκας το δωμάτιο του Μανώλη είχε θέα στον Παρθενώνα, ενώ το 1896 μετακόμισαν σε σπίτι στην οδό Σόλωνος.

Συνέχισε τα μαθήματα πιάνου το 1899, στην Κωνσταντινούπολη με δασκάλα την Σοφία Ιωάννου Σπανούδη, που τον εμπνέει καλλιτεχνικά και του δωρίζει ποιήματα του Κωστή Παλαμά, ενώ φοιτά στο Ελληνογαλλικό λύκειο Χατζηχρήστου. Το 1900, εκφράζει το ενδιαφέρον του για το δημοτικό τραγούδι και ξαφνιάζει τους συμμαθητές του και τον καθηγητή του, Μηνά Αυθεντόπουλο, παρουσιάζοντας εργασία για τη δημοτική γλώσσα με αφορμή το βιβλίο του Γιάννη Ψυχάρη «Το Ταξίδι μου». Το 1901, μαζί με τη μητέρα του ταξίδεψαν στη Βιέννη με το Conventionnel και μετά από ένα ταξίδι πενήντα ωρών έφτασαν στην Αυστρία κι εγκαταστάθηκαν στην οδό Hernalserstrasse. Πρώτος καθηγητής του ο W. Rauch, στο πιάνο και ο Foll στο σολφέζ στο Ωδείο της Βιέννης από το 1901 ως το 1906, όπου διδάχθηκε θεωρητικά και σύνθεση υπό την εποπτεία του Η. Gradener. Αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1906 και ολοκλήρωσε τις μουσικές του σπουδές.

Μουσική καριέρα

Τον ίδιο χρόνο μαζί με τη σύζυγο και τη μητέρα του ταξίδεψαν στη Ρωσία, όπου εργάστηκε ως καθηγητής πιάνου στο Χάρκοβο, στη μουσική σχολή του λυκείου Ομπολένσκι. Εγκαταστάθηκαν στην Πουσκινσκάγια, απέναντι απ΄ τη σχολή όπου δίδαξε τα επόμενα τέσσερα χρόνια και οι πρώτες οικογενειακές αποδοχές, καθώς δίδασκε και η γυναίκα του πιάνο, ήταν τρακόσια χρυσά ρούβλια το μήνα. Την εποχή αυτή έγινε συνδρομητής στο περιοδικό «Νουμάς» του Δημητρίου Ταγκόπουλου και ξεκίνησε αλληλογραφία με τους δημοτικιστές της Ελλάδος εκφράζοντας μέσω του περιοδικού την ανάγκη δημιουργίας μιας Ελληνικής Εθνικής Σχολής. Το 1908 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου γνωρίστηκε με τον Δημήτριο Ταγκόπουλο και τον Κωστή Παλαμά. Στις 11 Ιουνίου 1908 πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτης στην Αθήνα με συναυλία στο Ωδείο Αθηνών. Το πρόγραμμα της είναι γραμμένο στη δημοτική γλώσσα και αποτέλεσε το μανιφέστο της Εθνικής Σχολής. Το 1909, ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη ανεβάζει στο θέατρο «Νέα Σκηνή» το έργο του Γρηγόριου Ξενόπουλου «Στέλλα Βιολάντη», με μουσική του Καλομοίρη.

Από το 1910 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα και τον ίδιο χρόνο παρουσίασε την πρώτη συμφωνική συναυλία με έργα του. Παρόντες ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ίων Δραγούμης. Το 1917 έγινε μέλος του φιλολογικού ομίλου «Παρνασσός» [2] και το 1919 ίδρυσε το Ελληνικό Ωδείο, αφού παραιτήθηκε από το Ωδείο Αθηνών -όπου ήταν καθηγητής της σύνθεσης και του πιάνου- μετά από έντονη διαμάχη με τον τότε διευθυντή του ωδείου, Γεώργιο Νάζο, και το διηύθυνε μέχρι το 1926 που ίδρυσε το Εθνικό Ωδείο [3]. Το 1924, ο εκδοτικός οίκος «Γαϊτάνου» εκδίδει το πρώτο τεύχος της εκπαιδευτικής σειράς, «Τα Θεωρητικά της Μουσικής. Στοιχειώδης Θεωρία», ενώ τον ίδιο χρόνο συμβαίνει η δολοφονία του γιου του Γιάννη, στο πλαίσιο μιας δραματικής ερωτικής σχέσεως που αναστάτωσε την Αθήνα. Ανάμεσα στους ιδρυτές του Εθνικού Ωδείου [4] και συνεταίρους του Καλομοίρη περιλαμβάνονταν οι Μαρίκα Κοτοπούλη, Σοφία Σπανούδη, Διονύσης Λαυράγκας, Φρειδερίκος Βολωνίνης και άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες, ενώ το Ωδείο στεγάστηκε στην οδό Ηρακλείτου 6. Στις θερινές εξετάσεις του 1926, ο Καλομοίρης υπήρξε μέλος της επιτροπής αντίστιξης του Ωδείου του Παρισιού.

Ο Καλομοίρης παρέμεινε στη θέση του διευθυντή στο Εθνικό Ωδείο μέχρι το 1948 οπότε ανέλαβε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, μέχρι το θάνατό του. Διετέλεσε γενικός επιθεωρητής στρατιωτικών φιλαρμονικών από το 1918 έως το 1937, με μια μικρή διακοπή το 1920-1922 και πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων μουσουργών. Το χειμώνα του 1943 η Εθνική Λυρική Σκηνή με τη διεύθυνση του Καλομοίρη, εγκαταστάθηκε ανακαινισμένο Θέατρο «Ολύμπια» στην οδό Ακαδημίας, όπου την 1η Απριλίου 1944, ανέβασε ως εναρκτήριο έργο την όπερα «Ρέα» [«Rhea»] του Σπυρίδωνα Σαμάρα. Στη συνέχεια διατέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής εταιρίας συνθετών το 1947, γενικός διευθυντής και πρόεδρος από το 1950 έως το 1952 της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1959, έπειτα από δική του πρόταση ανακηρύχθηκε ακαδημαϊκός ο Εθνικιστής μουσικοσυνθέτης Πέτρος Πετρίδης. Ήταν στενός φίλος και συνεργάτης με το χορωδό και μετέπειτα συνθέτη Νίκο Χατζηαποστόλου. Διατέλεσε για χρόνια συνεργάτης του περιοδικού «Διάπλασις των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Λαερτίδης», όπως αποκαλύφθηκε το 1910 από τη στήλη των Αθηναϊκών επιστολών του περιοδικού, ενώ από το 1927 άρχισε να αρθρογραφεί στη μουσική στήλη «Μουσικοκριτικά γυμνάσματα», θέση που διατήρησε έως το 1958, της εφημερίδας «Έθνος».

Το έργο του

Ιδεολογικές απόψεις

Ο Καλομοίρης και οι Κωστής Μπαστιάς, Παντελής Πρεβελάκης, Τάκης Μπαρλάς, Μιχαήλ Αργυρόπουλος, Θ. Ν. Συναδινός, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αιμίλιος Βεάκης, Ειρήνη η Αθηναία, Πέτρος Χάρης, Μίτια Καραγάτσης και Πέλος Κατσέλης, υπέγραψαν τα κείμενα στην έκδοση του περιοδικού «Νέα Εστία» [5] το οποίο είναι αφιερωμένο στο θάνατο του Ιωάννη Μεταξά.

Ο εθνικισμός στη μουσική του Καλομοίρη

Ο Καλομοίρης κατανοούσε τον εαυτό του ως εκπρόσωπο του εθνικισμού στη μουσική. Στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου εθνικιστικού προγράμματος που εφαρμόζει και προωθεί εξαίρει την «ελληνική ψυχή» και τη δύναμη της ελληνικής φύσης ως στοιχείο που προσδίδει εθνικό χαρακτήρα, ενώ οι τίτλοι των έργων του αναδεικνύουν τα θεμελιώδη μοτίβα της εθνικιστικής ιδεολογίας του. Πρέσβευε ότι η μουσική δημιουργία δεν μπορεί να υπάρξει ξέχωρα από την ποίηση και την εθνική γλώσσα, εκφράζει δηλαδή μουσικοποιητικούς προβληματισµούς. Ως συνθέτης εκφράζει την επιθυμία του να τραγουδήσει τη φυλή του, να δημιουργήσει μια δική του μουσική γλώσσα, αλλά «...αντλώντας από τις πρωτογενείς πηγές έμπνευσης […] από την ίδια την ψυχή µου, από τη φυλή µου..». Υποστηρίζει ότι οι μοντέρνες τεχνικές δεν είναι σε θέση να υπηρετήσουν την εθνική αισθητική, ότι απειλούν την ελεύθερη και αβίαστη εκδίπλωση της μουσικής εμπνεύσεως μέσα από τις πατροπαράδοτες μουσικές πηγές.

Επηρεάστηκε στη μουσική του δημιουργία από το βαγκνερικό περιβάλλον στο οποίο σπούδασε στη Βιέννη. Υπήρξε ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες συνθέτες και πλούτισε με το έργο του την νεοελληνική μουσική δημιουργώντας ένα μοναδικό πρότυπο. Η συμβολή του στη διαμόρφωση του ελληνικού συμφωνικού ήχου υπήρξε καθοριστική. Αδέλφωσε την ποίηση με τη μουσική, μελοποίησε ποιητές κάνοντας τη μουσική του να αποκτήσει περιεχόμενο, προκειμένου να υπηρετήσει καλύτερα την εποχή του και τον τόπο του. Συνδέθηκε με το κίνημα του δημοτικισμού, αλλά και με προσωπικότητες όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης. Ήταν υπέρμαχος μιας εθνικής μουσικής «..βασισμένης από τη μια μεριά στη μουσική των αγνών μας τραγουδιών μα και στολισμένης από την άλλη με όλα τα τεχνικά μέσα που μας χάρισεν η αδιάκοπη εργασία των προοδευμένων στη μουσική λαών και πρώτα πρώτα των Γερμανών, Γάλλων, Ρώσων και Νορβηγών..».

Στη μουσική του ενσωμάτωσε πολλά βαγκνερικά στοιχεία, όπως την ατέρμονη μελωδία και τα εξαγγελτικά μοτίβα, αλλά και κλίμακες του δημοτικού τραγουδιού και περιφρονούσε τους Επτανήσιους μουσικούς τους οποίους αποκαλούσε «Ιταλούς». Τα έργα του παίχτηκαν και εξακολουθούν, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και την Αμερική. Ίδρυσε την Ένωση Ελλήνων Μουσουργών το 1931 και την έδρα Μουσικής στην Ακαδημία Αθηνών και το 1945 ήταν ο πρώτος που την κατέλαβε.

Μουσικά έργα

Συνέθεσε πάνω από 220 έργα, εμπνευσμένα από τις εθνικές περιπέτειες της Ελλάδος, αλλά και από την ελληνική παράδοση, τη λογοτεχνία, την ποίηση και από τους λαϊκούς θρύλους εκείνης της εποχής. Τα έργα του περιλαμβάνουν ποικιλία ειδών, ανάμεσά τους πέντε όπερες, τρεις συμφωνίες, συμφωνικά ποιήματα, ένα κοντσέρτο για πιάνο, ένα «κοντσερτάκι» για βιολί, κύκλους τραγουδιών για φωνή και ορχήστρα και για φωνή και πιάνο, έργα για πιάνο, μουσική δωματίου, χορωδιακά. Έγραψε επίσης έργα για παιδιά, χορωδιακά, έργα για πιάνο, καθώς και μουσικοπαιδαγωγικά βιβλία, δημιούργησε δικό του μελοδραματικό θίασο, συνεισέφερε στην ίδρυση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, έγραψε κριτικές και άρθρα σε εφημερίδες και αγωνίστηκε με σθένος για τα δικαιώματα των μουσικών. Επέδρασε δημιουργικά στη διαμόρφωση της ελληνικής μουσικής, βασιζόμενος στην παράδοση καθώς ήταν βαθύς γνώστης της ευρωπαϊκής μουσικής και διαμόρφωσε προσωπικό μουσικό ύφος πάνω στα διάφορα είδη της μουσικής.

Επηρεάστηκε σημαντικά από τις απόψεις του Ρίχαρντ Βάγκνερ και η επίδραση διαφαίνεται και μέσα από την επιλογή του Καλομοίρη να μελοποιήσει το δραματικό ποίημα του Yeats. Γιατί, μέσα στο έργο αυτό υπάρχουν στοιχεία που αφορούν περιβάλλον, σκηνική δράση και χαρακτήρες, τα οποία υπάρχουν και σε όπερες του Βάγκνερ. Αρχικά, υπάρχει το φυσικό περιβάλλον, νερό, θάλασσα, που παραπέμπει στο «Χρυσό του Ρήνου» και στον «Ιπτάμενο Ολλανδό» του Βάγκνερ. Κοινή είναι η προβολή μιας υψηλής ιδέας μέσω των ρομαντικών ηρώων, που αποτελεί ένα ακόμη ενοποιητικό στοιχείο στο έργο του Βάγκνερ και του Καλομοίρη. Στον πρώτο, η λύτρωση, η αγάπη και η θυσία και στον δεύτερο, η «Αγάπη» που εκπροσωπείται από μία γυναικεία μορφή σε όλο το σκηνικό έργο του, όπως ο ίδιος αναφέρει στον «Πρόλογο» των Ξωτικών νερών.

Έγραψε πολλά διδακτικά και παιδαγωγικά έργα για τη μουσική καθώς και τα απομνημονεύματά του με τίτλο

  • «Η ζωή μου και η τέχνη μου», την περίοδο 1944-45.
  • «Δαχτυλίδι της Μάνας»

Πιθανόν το κορυφαίο μουσικοδραματικό έργο του, γράφτηκε το 1917 και το 1939 έγινε η επεξεργασία του. Ο συνθέτης το ονομάζει μουσικόδραμα σε τρία μέρη και είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο δράμα του Γιάννη Καμπύση, ενώ το λιμπρέτο έγραψε ο ποιητής Γιώργος Στεφόπουλος που υπογράφει ως Άγνης Ορφικός. Η υπόθεση του διαδραματίζεται τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων σε ένα χωριό της Θεσσαλίας και κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ο Γιαννάκης ο φιλάσθενος και ονειροπόλος τραγουδιστής. Αφορμή για την πλοκή του μύθου είναι το προγονικό δαχτυλίδι της μάνας του Γιαννάκη το οποίο συνδέεται με έναν θρύλο. Στο έργο είναι πολύ έντονο το δημοτικό στοιχείο, ενώ η μεγαλοφυΐα του δημιουργού φαίνεται στην αρμονική σύζευξη της Χριστιανικής παράδοσης με τους αρχαίους ελληνικούς μύθους, αλλά και στην υπέροχη αλληλουχία ανάμεσα στην συμφωνική μουσική, την βυζαντινή μουσική και το δημοτικό τραγούδι.

Μελοδράματα

  • «Ο πρωτομάστορας» περίοδος 1915-1919, με βάση το λαϊκό θρύλο του γεφυριού της Άρτας.

Στο έργο αυτό ο Καλομοίρης ενστερνίστηκε τη θεωρία του Ρίχαρντ Βάγκνερ για τα καθοδηγητικά μοτίβα. Ο Καλομοίρης εξέφρασε κατ’ επανάληψη στα «Απομνημονεύματα» του το θαυμασμό του για τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, ενώ ανέφερε σε «Προλόγους» από τις όπερες του και σε ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών, στις 11 Νοεμβρίου 1954, τεχνικές και σημεία της θεωρίας του Βάγκνερ περί μουσικής δραματουργίας ως παραδείγματα για την απόδοση σημείων από τις δικές του όπερες. Ένα ακόμη στοιχείο είναι η περιπλάνηση του ήρωα –όπως οι περισσότεροι ήρωες του Βάγκνερ που είναι ταξιδιώτες– και η ύπαρξη του πλοίου ως συμβόλου αναζητήσεως.

  • «Η Ανατολή» περίοδος 1945-1948,
  • «Το δαχτυλίδι της μάνας» με βάση το ομώνυμο έργο του Ιωάννη Καμπύση το 1947,
  • «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», το 1961, όμως η πανελλήνια πρώτη του δόθηκε στις 12 Αυγούστου 1962 στο Ηρώδειο.

Το έργο είναι βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη. Για το έργο ο Καλομοίρης έγραψε, «...Πιστεύω πως μέσα στον Παλαιολόγο έκλεισα όλους τους ψαλμούς και τους χυμούς της γέρικης καρδιάς μου, σαν το παλιό δέντρο που, πριν φύγει για πάντα και γείρει τους κλώνους του να πέσει στη μαύρη γης, θέλει να ανθίσει μια τελευταία φορά και να χαρίσει στον κάμπο τη στερνή του ευωδιά και τα τελευταία του φύλλα. Γι' αυτό αντικρίζω τη μουσική του Παλαιολόγου με κάποιο δέος, ξέροντας πως είναι το στερνό μου τραγούδι...».

  • «Τα ξωτικά νερά», όπερα το 1962,
  • «Ρωμέικη σουίτα»,
  • «Συμφωνία της λεβεντιάς»,
  • «Μηνάς Ρέμπελος».

Διακρίσεις

Το 1919 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών επίσης με πολλά άλλα ελληνικά και ξένα παράσημα. Το 1945 εκλέχτηκε ακαδημαϊκός, όμως η αναγόρευσή του έγινε στις 8 Ιουνίου 1946 και ήταν ο πρώτος μουσικός που πέρασε την πόρτα της Ακαδημίας Αθηνών [7].

Αφιερωμένο στη μνήμη του είναι το ετήσιο φεστιβάλ μουσικής «Μανώλης Καλομοίρης» που διεξάγεται στη Σάμο με αφιέρωμα στη ζωή και την τέχνη του πατέρα της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής και οραματιστή του Φεστιβάλ, στη διάρκεια του οποίου παρουσιάζεται η ζωή και το έργο του μέσα από κείμενα, οπτικά ντοκουμέντα και τη μουσική του. Στον Καλομοίρη αφιερώθηκε το έτος 2012 με μια σειρά εκδηλώσεων που τελούσαν υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού, με αφορμή την συμπλήρωση 50 χρόνων από τον θάνατό του.

Η προτομή του που είναι κατασκευασμένη το 1973, για το Μουσείο Νίκου Περαντινού και το 2003 το Μουσείο, τη δώρισε στο Δήμο Αθηναίων, είναι έργο του γλύπτη Νίκου Περαντινού. Είναι κατασκευασμένη από μάρμαρο και βρίσκεται τοποθετημένη στον περίβολο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, στην οδό Μασσαλίας. Στην πρόσοψη της βάσης αναγράφονται τα λόγια «ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ (1883 – 1962) ΕΘΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΓΟΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ». Στη δεξιά πλευρά της βάσης «ΧΟΡΗΓΟΙ ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΥΛΛΟΓΟΣ: «ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ»» [8]'.

Αρχείο Μανώλη Καλομοίρη

Το μικροφωτογραφημένο αρχείο «Απάντων του Μανώλη Καλομοίρη χωρίζεται σε σαράντα τρεις φακέλλους.Το αρχείο Καλομοίρη είναι ένα από τα πολύ σημαντικά και μεγάλου όγκου μουσικά αρχεία της Ελλάδας και η πρωτοβουλία του συλλόγου «Μανώλης Καλομοίρης» [9] να αντιγραφεί και να παραδοθεί σε μουσικούς φορείς είναι ιδιαίτερα σημαντική. Με τη μικροφωτογράφιση του αρχείου είναι πιο ασφαλής η συντήρηση του αρχειακού υλικού καθώς αποφεύγεται η συχνή χρήση του πρωτότυπου υλικού, η οποία δεν είναι απαραίτητη σε αρκετές περιπτώσεις, και αποκλείεται ο κίνδυνος απώλειας των έργων σε περίπτωση φυσικής καταστροφής. Η ύπαρξη, εξάλλου, των microfiches με τα έργα παρέχει τη δυνατότητα μελέτης του έργου του Καλομοίρη σε περισσότερους ερευνητές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η συλλογή περιλαμβάνει όλα τα μουσικά και παιδαγωγικά έργα του καθώς και το βιβλίο του «Η ζωή μου και η τέχνη μου» στην έντυπη μορφή του από τις εκδόσεις «Νεφέλη», τον έντυπο κατάλογο έργων του συνθέτη, ο οποίος συστήθηκε από τον μουσικολόγο Φοίβο Ανωγειανάκη, στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα και έντυπα κείμενα του Καλομοίρη.

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές

  1. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  2. Μέλη του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού
  3. Ο ιδρυτής Μανώλης Καλομοίρης Εθνικό Ωδείο
  4. Εθνικό Ωδείο-Ιστορικό
  5. [«....Η νέα ελληνική τέχνη, σε όλες της τις μορφές βρήκε την πιο στοργική φροντίδα όχι μόνο από τον δυνατό Κυβερνήτη, αλλά και από τον άνθρωπο τον ασύγκριτο σε πραότητα και αγάπη, που την φανέρωνε σε κάθε εργάτη σε κάθε αγωνιστή της τέχνης της Ελληνικής...»] Μανώλης Καλομοίρης, Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 340, 16 Φεβρουαρίου 1941.
  6. Όταν ο Μανώλης Καλομοίρης μελοποιεί Κωνσταντίνο Χατζόπουλο
  7. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  8. Γλυπτά της Αθήνας
  9. Σύλλογος «Μανώλης Καλομοίρης»