Δημήτριος Τόφαλος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Δημήτριος Τόφαλος, Έλληνας αθλητής της άρσεως βαρών, χρυσός Ολυμπιονίκης στην Μεσολυμπιάδα του 1906 στην Αθήνα, γεννήθηκε το 1884 στην Πάτρα, όπου και πέθανε στις 15 Νοεμβρίου 1966 από πνευμονικό οίδημα. Δεν παντρεύτηκε [1] και δεν απέκτησε απογόνους. Κηδεύτηκε και τάφηκε σε τάφο της οικογένειας Τόφαλου στο Α' Νεκροταφείο Πατρών.

Αρχείο:Δημήτριος Τόφαλος.jpg
Δημήτριος Τόφαλος

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Σπυρίδων Τόφαλος, ιδιοκτήτης φορτηγίδων και έμπορος σταφίδας, που κατάγονταν από τη Ζάκυνθο, μητέρα του η Διονυσία Τόφαλου και είχε δύο μικρότερα αδέλφια, τον Διονύσιο και την Ιωάννα, τα οποία σκοτώθηκαν το 1940, στον βομβαρδισμό των Πατρών από τους Ιταλούς και η οικογένειά του κατοικούσε στην οδό Τζώρτζ 7 στην Πάτρα. Ανάδοχος του ήταν ο Ιωάννης Παπαδιαµαντόπουλος, μετέπειτα στρατηγός και αυλάρχης του Βασιλέως Γεωργίου Α’. Ήταν ιδιαίτερα ψηλός και εύσωμος και η έκφραση «Τόφαλος», επικράτησε και χρησιμοποιείται ως χαρακτηριστικό των ανθρώπων μεγάλου ύψους και βάρους. Παρακολούθησε μαθήματα βασικής εκπαιδεύσεως και στο σχολαρχείο, μεταξύ των συμμαθητών του ήταν και ο μετέπειτα πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, όπου λόγω της αποστροφής του στα Λατινικά, έμενε για τρία χρόνια στην ίδια τάξη. Μετά το τέλος της Μεσολυμπιάδας των Αθηνών το 1906, με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Α', τότε διαδόχου του βασιλικού θρόνου της Ελλάδος, παρακολούθησε μαθήματα που του παρέδωσαν ο πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδων Λάμπρου, ο μετέπειτα υπουργός Κώστας Παπαμιχαλόπουλος και ο καθηγητής των Θρησκευτικών στο Πανεπιστήμιο Χρήστος Ανδρούτσος.

Πριν τα δέκα του χρόνια, προσπαθώντας να προφυλαχθεί από την άμαξα που έσερνε ένα αφηνιασμένο άλογο, η ρόδα της του συνέτριψε το χέρι και οι γιατροί αποφάσισαν να του το κόψουν. Η σθεναρή άρνηση του πατέρα του και η συνεχής προσπάθεια του ίδιου, που γύμναζε τα χέρα του κωπηλατώντας καθημερινά και σηκώνοντας βάρη από τις ζυγαριές στην αποθήκη του πατέρα του, τον βοήθησαν να ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημά του. Όμως στην υπόλοιπη ζωή του τον χαρακτήριζε η μερική του αναπηρία, καθώς το ένα χέρι του έμεινε μικρότερο. Το καλοκαίρι του 1895 πέφτοντας με αυτοθυσία στη θάλασσα, γλύτωσε από πνιγμό το γιο του Γενικού Προξένου της Αγγλίας στην Πάτρα, που είχε ξεφύγει από την επιτήρηση της παιδαγωγού του. Σε ανταπόδοση η οικογένεια του Άγγλου διπλωμάτη διοργάνωσε δεξίωση στο σπίτι της, στη διάρκεια της οποίας χάρισε στον Τόφαλο ένα χρυσό ρολόϊ και μια αναμνηστική κάρτα που έγραφε «Με την ευγνωμοσύνη µου το αφιερώνω στον Τόφαλο που μου σωσε τη ζωή», όμως το κειµήλιο αυτό «..µου το έκλεψαν στην Αμερική 25 χρόνια µετά το περιστατικόν...», σύμφωνα με όσα γράφει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του [2]. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία από το Δεκέμβριο του 1905, στο 12ο Σύνταγμα Πεζικού στην Πάτρα, με το βαθμό του δεκανέα. Το Φθινόπωρο του 1912 που κηρύχθηκε επιστράτευση επέστρεψε στην Ελλάδα και υπηρέτησε ως επίστρατος για διάστημα 24 μηνών και τον Μάρτιο του 1914, επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Αθλητική δράση

Το 1900 γράφτηκε στη «Γ.Ε.Πατρών», τον «Παναχαϊκό» Γ.Σ. και από το 1923 στην μετέπειτα γνωστή ως «Παναχαϊκή» Γυμναστική Εταιρεία, όπου είχε γυμναστή τον Ανδρέα Πετρουντζή και το 1901 στους Α' Πανελλήνιους αγώνες κατατάχθηκε δεύτερος στο άθλημα της Άρσεως Βαρών, σήκωσε 90 οκάδες, έναντι 96 του πρώτου νικητή που ήταν ο Αθηναίος γιατρός Γεώργιος Μάνεσης. Μετά ένα χρόνο το 1902, πήρε µέρος στα «Σωτήρια», αγώνες του Πανελληνίου Αθλητικού Συλλόγου, οι οποίοι διεξάγονταν κάθε χρόνο, για τη διάσωση του Βασιλιά Γεωργίου Α’, από την απόπειρα κατά της ζωής του, το 1896 στη Λεωφόρο Συγγρού και κατέκτησε την πρώτη θέση, ανυψώνοντας 98 οκάδες, με δεύτερο τον Περικλή Κακούση από τον Πειραιά. Στους Β΄Πανελλήνιος Αγώνες, κατέκτησε την πρώτη θέση ανυψώνοντας 111 οκάδες, επίδοση που ήταν Παγκόσμιο ρεκόρ. Το Μάιο του 1904 μετά από επίμονο αίτημα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και με τη βοήθεια του «Ομίλου Εκδρομών Αθηνών», ταξίδεψε στη Σμύρνη και πήρε μέρος στα «Πανιώνια». Μαζί του ήταν οι Σπύρος Λάμπρου, πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Σουρής, Δημήτρης Κορομηλάς, Γεώργιος Πωπ, Ανδρέας Νικολάρος και ο Τίµος Μωραϊτίνης. Στους αγώνες που έγινα στο στάδιο Μπουρνόβα, σηκώνοντας βάρος 113 οκάδων κατέκτησε την πρώτη θέση.

Το 1904 ταξιδεύοντας ώστε να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες του Αγίου Λουδοβίκου, αρρώστησε και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο της Αμβέρσας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, άρχισε να προπονείται και στην πάλη, και το φθινόπωρο του 1905 πήρε μέρος σε Ευρωπαϊκούς αγώνες που έγιναν στη Λυών της Γαλλίας. Πήρε τη πρώτη θέση με 142 κιλά στο αγώνισμα της άρσεως βαρών και κατετάγη δεύτερος στο αγώνισμα της πάλης, αφού έχασε από το Γάλλο Ντυμπουά, τον οποίο όμως νίκησε σε αγώνα που διεξήχθη τέσσερις μέρες αργότερα. Συμμετείχε στην Μεσολυμπιάδα των Αθηνών η οποία άρχισε μεν στις 9 Απριλίου 1906, δεν έλαβε όμως ποτέ Ολυμπιακή αρίθμηση, και διάρκεσε έως τις 19 Απριλίου, όπου κατέκτησε χρυσό μετάλλιο στο αγώνισμα της Άρσης Βαρών με επίδοση 142,4 κιλά, η οποία ήταν παγκόσμιο ρεκόρ, που διατηρήθηκε έως το 1914, [δεύτερος ο Αυστριακός Γιόζεφ Στάινμπαχ με 136.5 κιλά και τρίτος ο Γάλλος Αλεξάντρ Μασπολί με 129 κιλά]. Δεν συμμετείχε στην Ολυμπιάδα του 1908 στο Λονδίνο, επειδή η άρση βαρών δεν ήταν μέρος του επίσημου προγράμματος.

Ελεύθερη πάλη

Στη συνέχεια ως επαγγελματίας αθλητής ταξίδεψε και ασχολήθηκε με την ελευθέρα πάλη, γνωστή ως κατς, στην Κίνα, την Ινδία, την Αίγυπτο, την Τουρκία καθώς και σε ευρωπαϊκές χώρες. Το 1909 ταξίδεψε από το λιμάνι της Πάτρας με το υπερωκεάνειο «Αθήναι» και εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου το 1921 απέκτησε και την υπηκοότητα της χώρας. Εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα κοντά στον Ουϊλλιαµ Μόρρις, επιχειρηματία του θεάματος που διέθετε 140 θέατρα και ιπποδρόμους και ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας του επαγγελματικού αθλητισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Σε αγώνα με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Φρανκ Γκοτς, [Frank Gotch], υπέστη εξάρθρωµα του δεξιού ποδιού, όμως συνέχισε και ολοκλήρωσε τον αγώνα, ενώ λίγο αργότερα επέστρεψε στην Ευρώπη και νοσηλεύτηκε για τρεις μήνες, σε κλινική στο Παρίσι.

Αποχωρώντας από την αγωνιστική δράση, έγινε προπονητής και μάνατζερ του κατσέρ Χρήστου Θεοφίλου, γνωστού ως Τζιμ Λόντος, που τον γνώρισε ως σερβιτόρο σε εστιατόριο στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια και τον μετέτρεψε σε πρωταθλητή, με τον οποίο επέστρεψε το 1930 στην Αθήνα, για τον αγώνα του κατά του Ζιμπίνσκι στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ήταν ένας από τους ιδρυτές του ελληνοαμερικανικού αθλητικού συλλόγου «Ερμής», στη Νέα Υόρκη. Το 1952 επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Ως αθλητής της άρσεως βαρών κατέκτησε 140 έπαθλα. Αναδείχθηκε πολυνίκης του αθλήματος της ελεύθερης πάλης στην Αμερική, συγκεντρώνοντας 251 μετάλλια. Το κλειστό γυμναστήριο [3] και ένας δρόμος των Πατρών, έχουν το όνομά του.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Στην αυτοβιογραφία του περιγράφει με ποιο τρόπο ο φίλος του Γεώργιος Σουρής, τον απέτρεψε να παντρευτεί γνωστή ηθοποιό και πρωταγωνίστρια της εποχής, με την οποία ήταν ερωτευμένος, ως εξής.., «Μόνον ένας Τόφαλος μπορούσε να πάρη αυτή τη γυναίκα...». Άρχισε να µου κάνη εντύπωσι η επιμονή του Σουρή στη φράσι εκείνη. Έπρεπε να δείξω κάποια μετριοφροσύνη. Και... τόλμησα να παρατηρήσω:-Γιατί μόνον ένας Τόφαλος µπορούσε να πάρη τη γυναίκα αυτή κι όχι ένας οποιοσδήποτε άλλος;-Αγαπητέ µου Τόφαλε, µόνον ένας Τόφαλος θα μπορούσε να σηκώση... τα κέρατα απ’ τη γυναίκα αυτή!]
  2. «Τόφαλος είναι τ΄όνομά μου»
  3. Γήπεδο «Δημήτρης Τόφαλος»