Λεόν Ντεγκρέλ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Λεόν Ντεγκρέλ ή Ντεγκρέλλ, [Léon Joseph Marie Ignace Degrelle], Βέλγος εθνικιστής και ακτιβιστής [1], πολιτικός που ίδρυσε το Ρεξιστικό κίνημα, [«Parti Rexiste»], που μετεξελίχθηκε σε πολιτικό κόμμα, δημοσιογράφος και πολεμιστής μία από τις πλέον θρυλικές μορφές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που μετά τη λήξη του έζησε περί τα πενήντα χρόνια στην εξορία, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1906 στη Μπουιγιόν της Βαλλονίας, μια μικρή πόλη των Αρδεννών στο Βέλγιο και πέθανε [2] από καρδιακό επεισόδιο στις 31 Μαρτίου 1994, στο νοσοκομείο «Parque San Antonio» της Μάλαγα στη Νότια Ισπανία.

Παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο το 1932, με την Marie Paule Lemay και σε δεύτερο γάμο με την Mme Charbonneau, ανιψιά του Γάλλου εθνικιστή Joseph Darnand, με τις οποίες απέκτησε οκτώ παιδιά, επτά κορίτσια κι ένα αγόρι.

Λεόν Ντεγκρέλλ

Βιογραφία

Ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του ήταν πιστός καθολικός και από τις ηγετικές μορφές του Λαϊκού Εθνικού Κινήματος. O πατέρας του ήταν Γάλλος στην καταγωγή, πολιτογραφημένος Βέλγος κι είχε αναπτύξει εμπορική δραστηριότητα ως κατασκευαστής μπύρας, ενώ είχε καταλάβει δημόσια αξιώματα, όπως του επαρχιακού συμβούλου του Λουξεμβούργου και του επάρχου. Ως νέος συμμετείχε ενεργά στην νεολαία των καθολικών. Αδελφός του ήταν ο Edward Degrelle, φαρμακοποιός στη Bouillon, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 8 Ιουλίου 1944, από αντιστασιακές ομάδες, ενώ οι γονείς του πέθαναν το 1947 σε ουσιαστική αιχμαλωσία.

Σπουδές

Σπούδασε σε Κολέγιο Ιησουιτών της Ναμύρ, όπου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την ιδεολογία της «Action Francaise» και τις θεωρίες για τις καθολικές συντεχνίες. Στην ηλικία των δεκαπέντε χρόνων ξεκίνησε να δημοσιεύει ποιήματα, ενώ ήδη στα δεκαεπτά του χρόνια διατηρούσε τακτική αλληλογραφία με τον καρδινάλιο Mercier, τον προκαθήμενο της εκκλησίας του Βελγίου. Ο Εμίλ Βαντερβέλντε, ο Βέλγος σοσιαλιστής ηγέτης, σε άρθρο του στο περιοδικό «The People», εξέφρασε τη συμπάθεια του για τον τότε νεαρό λογοτέχνη. Το 1926 γράφτηκε και σπούδασε τη Νομική σχολή του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν, [Leuven], όπου ήρθε σε επαφή και επηρεάστηκε έντονα από το έργο και τις ιδέες του Charles Maurras, του Γάλλου συγγραφέα που αφορίστηκε από την Καθολική Εκκλησία, καθώς και του Leon Daudet.

Τον Οκτώβριο του 1927, με πρωτοβουλία του επισκόπου Picard, Γενικού εφημερίου του Καθολικού Συλλόγου Νέων Βελγίου, [Association Catholique de la Jeunesse Belge, A.C.J.B.], ο Degrelle επιλέχθηκε ως επί κεφαλής της «Avant-Garde», της εφημερίδος των μαθητών του Leuven. Τον Ιανουάριο του 1928 συμμετείχε σε έκθεση στις Βρυξέλλες με θέμα «Η κτηνωδία της Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών», μια από τις πολλές προπαγανδιστικές εκδηλώσεις που διοργάνωνε τότε η καθολική εκκλησία, κατά των κομμουνιστών για τους οποίους έγραψε, «..Θέλουν να καταστρέψουν ότι έχουμε στην κατοχή μας πιο αγαπητά: Την Εκκλησία, την χώρα, την κοινωνική και οικογενειακή τάξη..». Αποφοίτησε με τον τίτλο του διδάκτορα στα Οικονομικά. Στα φοιτητικά του χρόνια ταξίδεψε σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Δημοσιογραφική δραστηριότητα

Μετά την αποφοίτηση του εργάστηκε ως δημοσιογράφος του συντηρητικού Ρωμαιοκαθολικού περιοδικού τύπου και δημοσίευσε μια σειρά άρθρων για τις φτωχογειτονιές του Βελγίου, με την οποία απέσπασε τα συγχαρητήρια του πρωθυπουργού H. Jaspar, ενώ δημοσιεύθηκαν σε βιβλίο, που προλόγισε ο υπουργός Εργασίας. Τον Οκτώβριο του 1930, διορίσθηκε διευθυντής του εκδοτικού οίκου «Christus Rex», [«Βασιλεύς Χριστός»], ο οποίος από το 1921 ειδικευόταν στην έκδοση των φυλλαδίων της δράσεως της καθολικής εκκλησίας. Αρχικά εξέδωσε το εικονογραφημένο περιοδικό «Σουαρέ», [«Soirees»], και το 1932 ύστερα από προτροπή του επισκόπου Πικάρ, κυκλοφόρησε το περιοδικό «Rex», στην αρχή ως μηνιαίο με τη μορφή καταλόγου των εκδόσεως του οίκου «Κρίστους Ρεξ», [«Christus Rex»]. Στις βουλευτικές εκλογές του 1932, ο Degrelle ήταν υπεύθυνος για ένα μέρος της προεκλογικής εκστρατείας του Καθολικού Κόμματος, για την οποία εξέδωσε 1,9 εκατομμύρια φυλλάδια και κόλλησε 430.000 αφίσες. Σταδιακά, άρχισε να διοργανώνει εβδομαδιαίες εκδηλώσεις και το 1933 εξέδωσε το περιοδικό «Vlan», ενώ τον ίδιο χρόνο απέκτησε τον πλήρη έλεγχο του εκδοτικού οίκου «Christus Rex», ενώ το 1934, εξέδωσε το περιοδικό «Rex» στη Γερμανική και Φλαμανδική γλώσσα και στις 21 Οκτωβρίου 1934 διοργάνωσε συνέντευξη Τύπου «των νέων καθολικών». Το 1935 με το άρθρο του «Κατηγορώ τον κ. Σέκερς», βάλλει εναντίον του Βέλγου υπουργού, τον οποίο κατηγορεί ως καταχραστή του δημοσίου χρήματος. Ο Σέκερς υποβάλλει μήνυση κατά του Ντεγκρέλ, όμως το «Ρεξιστικό Λαϊκό Κόμμα» πετυχαίνει να γίνει γνωστό σε όλο το Βέλγιο, σπάζοντας τη συνωμοσία σιωπής του Τύπου και των Μέσων ενημερώσεως.

Εργάσθηκε ως ανταποκριτής στο Μεξικό, έως το 1935, κατά την διάρκεια του Πολέμου των Cristero και μετά τη δολοφονία του Alvaro Obregon, προέδρου του Μεξικό, από τον φοιτητή Jose de Leon Toral, δημοσίευσε ένα άρθρο, στην εφημερίδα «Εικοστός αιώνας», εγκρίνοντας την δολοφονία του Obregon. Το άρθρο τελείωνε με το «Σε κάθε νέον Toral, θα αναφωνήσω με όλη μου την καρδιά: Μπράβο!». Στην εφημερίδα πρωτοεμφανίστηκε, στο παιδικό ένθετο της, ο παιδικός ήρωας Τεν Τεν, από το δημιουργό Ερζέ, όπως ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ζωρζ Ρεμί. Ο Ντεγκρέλ έχει δηλώσει ότι ο Τεν Τεν ήταν εμπνευσμένος από μια φωτογραφία του ίδιου σε ηλικία 20 ετών [3], ενώ μετά τον θάνατο του κυκλοφόρησε το βιβλίο «Τεν Τεν, ο συναγωνιστής μου» [4].

Εθνικιστική δράση

Μέσα από τις εκδόσεις «Christus Rex», άρχισε να διαμορφώνεται μία εθνικιστική κίνηση που χαρακτηρίστηκε «Ρεξισμός» και που το 1935, μετεξελίχθηκε σε εθνικιστικό κίνημα, με ξεκάθαρες αποστάσεις από το Καθολικό κόμμα. Οι Ρεξιστές ήταν μαχητικοί Καθολικοί, που επιδίωκαν την ηθική και εθνική αναγέννηση μέσω της Κοινωνικής Διδασκαλίας της Καθολικής Εκκλησίας, [Rerum Novarum, Quadragesimo Anno], το πραγματικό όνομα τους ήταν «Κρίστους Ρέη», [Βασιλιάς Ιησούς], και το πήραν από το σύνθημα «Ζήτω ο Βασιλιάς Χριστός» των «Κριστέρος», των Μεξικανών Καθολικών επαναστατών. Ο Ντεγκρέλ περιέγραφε το κόμμα του ως «...μαχητικά Καθολικό, μαχητικά σοσιαλιστικό και μαχητικά αντικομμουνιστικό...» [5]. Προτιμούσε τον κορπορατισμό, ως απάντηση στην κυριαρχία της τοκογλυφίας, από τον Καθολικό διανεμισμό της εποχής. Το 1936, συναντήθηκε στο Βέλγιο με τον Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, Γάλλο εθνικιστή συγγραφέα, ο οποίος αντιμετωπίζει ως ίνδαλμα τον Ντεγκρέλ και του αφιερώνει το έργο «Ο Λεόν Ντεγκρέλ και το μέλλον του ρεξιστικού κόμματος».

Ως εκπρόσωπος του Parti Rexiste συναντήθηκε στο Λονδίνο με τον Winston Churchill, όμως σταδιακά άρχισε να επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τον Charles Maurras και το Γαλλικό εθνικισμό. Αργότερα συναντήθηκε με το Μπενίτο Μουσολίνι και τον Αδόλφο Χίτλερ και συμφώνησαν για συνεργασία των κομμάτων τους σε κοινή ιδεολογική γραμμή εναντίον του κομουνισμού. Τον επόμενο χρόνο, το Γερμανικό Εθνικοσοσιαλιστικό και το Ιταλικό Φασιστικό κόμματα, ενίσχυσαν οικονομικά το «Parti Rexiste», με 2 εκατομμύρια ιταλικές λίρες και 100.000 γερμανικά μάρκα αντίστοιχα, που του έδωσαν τη δυνατότητα να συγκεντρώσει ποσοστό 11,5% στις Βελγικές εκλογές του 1936, και να καταλάβει 21 βουλευτικές έδρες στο κοινοβούλιο καθώς και 12 θέσεις γερουσιαστών.

Στο Παρίσι λόγω αντισυγκεντρώσεως οπαδών της αριστεράς, αρχικά του απαγορεύτηκε να μιλήσει και στη συνέχεια συνελήφθη και απομακρύνθηκε από τη χώρα με απαγόρευση επανεισόδου, αν και ο πατέρας του ήταν Γάλλος. Τον Οκτώβριο του 1936 η αστυνομία απαγόρευσε ειρηνική συγκέντρωση οπαδών του κόμματος του προς τις Βρυξέλες σε εθνική επέτειο, ενώ περισσότεροι από 4.000 στρατιώτες και αστυνομικοί περίμεναν στα οδοφράγματα με οπλοπολυβόλα, κάνοντας έλεγχο ταυτοτήτων και οχημάτων. Είχε προηγηθεί η κήρυξη στρατιωτικού νόμου, από το φόβο μήπως οι Ρεξιστές καταλάβουν την πρωτεύουσα. Ο Ντεγκρέλ αψήφησε το στρατιωτικό νόμο και πραγματοποίησε ειρηνική συγκέντρωση, η οποία διαλύθηκε βίαια από την αστυνομία κι έγιναν 800 συλλήψεις, μεταξύ τους ο Ντεγκρέλ και 11 βουλευτές, ενώ οι τραυματίες ξεπέρασαν του εκατό. Τελικά ο Degrelle καταδικάστηκε σε πρόστιμο 10 φράγκων για παρακώλυση συγκοινωνιών και απελευθερώθηκε χάρη στη γερμανική παρέμβαση.

Η εκλογική παρουσία του κόμματος του, άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Η κυβέρνηση τύπωσε και διένειμε φυλλάδια εναντίον του κόμματος, στον Degrelle επιβλήθηκε απαγόρευση ραδιοφωνικών ομιλιών και για να αποφύγει τη φίμωση, αναγκάστηκε να απευθύνει διάγγελμα από την Ιταλία. Τον Φεβρουάριο του 1937 σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό του, η αστυνομία διέλυσε τη συγκέντρωση και ο Degrelle συνελήφθη εκ νέου. Προκειμένου να προκαλέσει εκλογές, ο Ντεγκρέλ ζητά την παραίτηση ενός βουλευτού του κόμματος του, ώστε να γίνουν επαναληπτικές εκλογές για μία βουλευτική έδρα στις Βρυξέλες, όμως βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο έναν υποψήφιο, τον Πρωθυπουργό, τον οποίο στηρίζουν όλα τα υπόλοιπα κόμματα. Στις 9 Απριλίου 1937, ο καθολικός Καρδινάλιος του Βελγίου, εκδίδει ανακοίνωση στην οποία καταγγέλλει το Ρεξ ως κίνδυνο για την πατρίδα και την εκκλησία, ενώ κάνει έκκληση στους πιστούς να μην ψηφίσουν το Ντεγκρέλ και ο πρωθυπουργός εκλέγεται με ποσοστό 78% των ψήφων. Το Ρεξ αυξάνει το ποσοστό του όμως η ένταση στις σχέσεις με την Καθολική εκκλησία, απομακρύνει σημαντικό μέρος από στελέχη και οπαδούς και το εκλογικό του ποσοστό, έτσι στις Δημοτικές εκλογές τον Οκτώβριο του 1938, χάνει το μισό του εκλογικό ποσοστό και υποχωρεί στο 6% του εκλογικού σώματος. Στις γενικές εκλογές της 2ας Απριλίου 1939, τα εκλογικά του ποσοστά καταγράφηκαν στο 4,4% των ψήφων, όμως ο Ντεγκρέλ επανεκλέχθηκε στο κοινοβούλιο, για θητεία που διάρκεσε κάτι περισσότερο από ένα χρόνο.

2ος Παγκόσμιος Πόλεμος

Με την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Ντεγκρέλ εισηγήθηκε στον Βασιλέα του Βελγίου Λεοπόλδο Γ', που ήταν εκείνος που είχε αποδώσει στον Ντεγκρέλ το προσωνύμιο «Rex-Appeal», να τηρήσει πολιτική ουδετερότητας, όμως η θέση του δεν έγινε αποδεκτή, ενώ απέδωσε «...σχεδόν την πλήρη ευθύνη για την προέλευση της συγκρούσεως στην Γαλλία και την Βρετανία, ιδιαιτέρως δε, στις απόκρυφες δυνάμεις του τεκτονισμού και της εβραϊκής χρηματοδοτήσεως..». Στις 10 Μαΐου 1940, ταυτόχρονα με την εισβολή των Γερμανών στο Βέλγιο, κι ενώ το κόμμα του διχάστηκε σχετικά με το ζήτημα της αντιστάσεως, διατάχθηκε η σύλληψή του από τον Υπουργό της Δικαιοσύνης -βάσει του νόμου της 22ας Μαρτίου 1940, για την υπεράσπιση των μειονοτήτων- ως ύποπτου για συνεργασία με τους Γερμανούς, «...ως έμισθος πράκτορας στην υπηρεσία του Εθνικοσοσιαλισμού και του Φασισμού». Το Βέλγιο συνθηκολογεί στο τέλος του Μαΐου και οι Σύμμαχοι παίρνουν μαζί τους τον Ντεγκρέλ και τον φυλακίζουν στη Γαλλία, στις φυλακές του Πουί-εν-Βελέ, όπου κρατήθηκε σε χώρο για ποινικούς κρατούμενος και βασανίστηκε, προκειμένου να αποκαλύψει πιθανά μυστικά, ενώ τον υποχρέωσαν να παρακολουθήσει την εκτέλεση είκοσι ενός συναγωνιστών του -μεταξύ τους και τρεις γυναίκες. Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά στη διάρκεια της κρατήσεως του και απελευθερώθηκε για λόγους υγείας, με εισήγηση του γιατρού των φυλακών, ενώ μετά την απελευθέρωση του επέστρεψε στο Βέλγιο.

«Legion Wallonie»

Το 1940, προχώρησε στη στρατολόγηση εθελοντών για τη δημιουργία της λεγόμενης «Λεγεώνας των Βαλλόνων», [«Legion Wallonie»], στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος. Κατατάχθηκε ξεκινώντας από τον βαθμό του δεκανέα και σε διάστημα τεσσάρων ετών, ανέλαβε κι έγινε ο τελευταίος διοικητής του 28ου τάγματος S.S. Wallonien. Το 373 Βαλλονικό Τάγμα Πεζικού, όπως ήταν η ονομασία της Λεγεώνος, αρχικά μεταφέρθηκε στην Πολωνία για εκπαίδευση. Από το φθινόπωρο του 1941 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1942 το τάγμα πήρε μέρος σε επιχειρήσεις εσωτερικής ασφάλειας στην Πολωνία, ενώ τον Μάιο του 1942 εντάχθηκε στις εφεδρείες της 68ης Μεραρχίας Πεζικού και τον Ιούνιο του 1942 μεταφέρθηκε στην 97η Μεραρχία Κυνηγών και συμμετείχε στις μάχες ανατολικά του Σταλιγκραντ. Τον Ιούνιο του 1943 μεταφέρθηκε στα S.S. ως ταξιαρχία εφόδου Wallonien, [S.S. Sturmbrigade Wallonien], κι εντάχθηκε στην δύναμη της Μεραρχίας Wiking με την οποία έλαβε μέρος στις μάχες το 1943, ώσπου το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου που βρέθηκε κυκλωμένη στο Τσερκάσυ, [Cherkassy], να πετυχαίνει με έφοδο τη διάσπαση του κλοιού. Ως οπισθοφυλακή της Μεραρχίας Wiking, υπέστη τρομερές απώλειες και από τους 2.000 άνδρες της απέμειναν 632, όμως κατάφερε να απεγκλωβιστεί. Ο Ντεγκρέλ στη διάρκεια της εκστρατείας τραυματίστηκε επτά φορές. Στις 17 Ιανουαρίου 1943 ο Ντεγκρέλ ήταν ομιλητής σε εκδήλωση στο Palais des Sports των Βρυξελλών.

Στις 20 Φεβρουαρίου 1944, παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών από τον Αδόλφο Χίτλερ που εκθείασε τον ηρωισμό του, κι έγινε ο πρώτος μη Γερμανός κι ένας από τους συνολικά τρεις, που κατείχε το παράσημο. Τον Απρίλιο του 1944 πήρε μέρος στην μάχη του Ναρβα και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου τιμήθηκε με τα φύλλα δρυός του Σταυρού των Ιπποτών, ήταν ο πρώτος μη Γερμανός που έλαβε τέτοια διάκριση, καθώς και το χρυσό έμβλημα του εκ συστάδην μάχης το οποίο έπαιρναν όσοι συμπλήρωναν 75 ημέρες συνεχούς μάχης σώμα με σώμα. Συνέχισε να πολεμά μαζί με το Γερμανικό στρατό, ακόμη και μετά την απελευθέρωση του Βελγίου το Σεπτέμβριο του 1944 και παρά τον περιορισμό των εδαφών που ήλεγχε η Γερμανία. Τον Νοέμβριο του 1944, η μονάδα έλαβε την ονομασία 28η Μεραρχία Εθελοντών των S.S. WALLONIEN και συμμετείχε στην μάταιη γερμανική αντεπίθεση στις Αρδέννες τον Δεκέμβριο του 1944, ενώ πέρασε τα Χριστούγεννα σε επιταγμένο πύργο ενός ελάχιστου τμήματος του Βελγίου που παρέμεινε υπό Γερμανική κατοχή. Τον Ιανουάριο του 1945, με δύναμη 4.000 ανδρών συμμετείχε σε σκληρές μάχες στην Πομερανία, στον Κάτω Οντέρ στις οποίες έχασε το 80% της δύναμης της. Το τέλος του πολέμου βρήκε τον Ντεγκρέλ Συνταγματάρχη και τη Λεγεώνα να μάχεται στο Σλέσβινγκ Χολστάιν της Δανίας.

Η αποστολή του Ντεγκρέλ στο Ανατολικό Μέτωπο, η ένταξη του στο 28ο τμήμα των Waffen [Μάχιμων]-S.S. μαζί με τους άντρες της Λεγεώνας καθώς και η συμμετοχή του στην «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα», είχε σχέση με τον μαχητικό Καθολικισμό του και ως εκ τούτου την επιθυμία του να πολεμήσει την άθεη Σοβιετική Ένωση [6]. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ντεγκρέλ, ο Αδόλφος Χίτλερ, του είχε πει, «...αν είχα έναν γιο, θα ήθελα να είναι σαν εσένα». Η συνεργασία του με την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, στόχευε στην αναβίωση του κράτους της Βουργουνδίας στα όρια που είχε επί Κάρολου του Γενναίου και θα συμπεριελάμβανε την Γαλλική Ελβετία, τη Ρομανδία, την Πικαρδία με την Αμιέν, την Καμπανία με Ρεμς και Τρουά, το Φρανς Κομτέ με την Ντιζόν, Νεβέρ, Αινό και το Λουξεβούργο. Η ιδέα του ταυτιζόταν με ανάλογες του Χάϊνριχ Χίμλερ του επικεφαλής των SS, με τον οποίο συναντήθηκαν τη νύχτα της 23ης προς 24ης Μαΐου 1943, που θεωρούσε τους Φλαμανδούς «εθνικά Γερμανούς», άλλως Volkdeutsch και επιθυμούσε την Βουργουνδία αυτόνομη, αλλά με εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση με καγκελάριους τον Λεόν Ντεγκρέλ και τον ίδιο.

Διαφυγή / Καταδίκη

Μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μετώπου και την οριστική επικράτηση των Συμμάχων απέναντι στις δυνάμεις του Άξονα, ο Ντεγκρέλ που ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα, αρχηγός της οργανώσεως Ισπανική Φάλαγγα, είχε χαρακτηρίσει ως τον υπ' αριθμόν ένα φαλαγγίτη εκτός Ισπανίας, κατέφυγε στις 4 Μαΐου 1945 στην Κοπεγχάγη, παίρνοντας μαζί του τις σημαίες της λεγεώνας και τα παράσημα του. Από τη Δανία ταξίδεψε με ένα καράβι στη Νορβηγία και στο Όσλο συναντήθηκε με τον Βίντκουν Κουίσλινγκ, στον οποίο πρότεινε να εγκαταλείψει τη Νορβηγία για να σώσει τη ζωή του, όμως ο Νορβηγός ηγέτης αρνήθηκε και δήλωσε ότι το χρέος του είναι να μείνει δίπλα στο λαό του. Τη νύχτα της 7ης Μαΐου 1945, επιβιβάστηκε σε ένα μικρό αεροπλάνο τύπου Heinkel He 111, με το οποίο πραγματοποίησε μια τολμηρή πτήση 1.500 μιλίων και τελικό προορισμό των Ισπανία, όμως το αεροπλάνο υποχρεώθηκε λόγω βλάβης σε αναγκαστική προσγείωση στην ακτή Σαν Σεμπαστιάν στην περιοχή των Βάσκων στη Βόρεια Ισπανία. Στην διάρκεια της τραυματίστηκε και με το σώμα του να αιμορραγεί και τα κόκαλα του σπασμένα, παρέμεινε ένα χρόνο στο Νοσοκομείο «Στρατηγός Μόλα», όπου, κατά τη νοσηλεία του, είπε σε Βέλγο δημοσιογράφο ότι δέχεται να επιστρέψει στο Βέλγιο, εάν του χορηγείτο η πλήρης αμνηστία που χορηγήθηκε στους πολεμιστές του Ανατολικού Μετώπου.

Στο Βέλγιο σε δίκη που έγινε στις 29 Δεκεμβρίου 1944, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο με την κατηγορία της συνεργασίας με τον εχθρό, από το Πολεμικό Συμβούλιο, ενώ η πρώτη σύζυγος του φυλακίσθηκε για 6 χρόνια. Τα 6 παιδιά του, αν και άλλαξαν επίθετο, συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν. Ο Βίκτωρ Μάθις, ο διάδοχος του στην ηγεσία του κόμματος, δικάστηκε από μια παρωδία δικαστηρίου κι εκτελέστηκε στις 10 Νοεμβρίου 1946 και ο Χένρι ντε Μαν καταδικάστηκε επίσης σε θάνατο. Η κυβέρνηση του Φρανθίσκο Φράνκο αρνήθηκε να τον παραδώσει στις Συμμαχικές δυνάμεις ή να τον εκδώσει στο Βέλγιο, λόγω της κακής καταστάσεως της υγείας του, όμως σταδιακά, οι διεθνείς πιέσεις με στόχο την έκδοση του συνεχώς αυξάνονταν και το καθεστώς του στρατηγού Φράνκο του χορήγησε πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα και τον διευκόλυνε να διαφύγει στην Αργεντινή. Επανεμφανίστηκε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1950 και η Ισπανία του χορήγησε υπηκοότητα με το όνομα José León Ramírez Reina το 1954, όταν υιοθετήθηκε από μια υπέργηρη Ισπανίδα πολίτη. Στη συνέχεια η Ισπανική Φάλαγγα του ανέθεσε την ηγεσία μιας κατασκευαστικής εταιρείας που αναλάμβανε διεθνή έργα, ακόμη και την κατασκευή αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, ενώ οι Βελγικές αρχές κατέβαλαν μάταιες προσπάθειες για την έκδοση του και ο ίδιος διασκέδαζε, στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις, την αμηχανίας που τους προκαλούσε με την παρουσία του.

Το 1965 η Βελγική κυβέρνηση, μπροστά στη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των κατηγοριών που του είχε αποδώσει, παρέτεινε με Lex singularis, για δέκα επιπλέον χρόνια, τη χρονική διάρκεια παραγραφής των κατηγοριών σε βάρος του. Ο Ντεγκρέλ από την Ισπανία, απευθύνει επιστολή στη Βελγική κυβέρνηση, στην οποία δηλώνει ότι είναι πρόθυμος να επιστρέψει και ζητά να του επιτραπεί να παρουσιαστεί στο Βελγικό λαό, διεκδικώντας την ψήφο των συμπολιτών του, όμως η αξίωση του κρίθηκε απαράδεκτη και προκλητική. Αλλάζοντας στάση απέναντι του, οι Βελγικές αρχές που για χρόνια ζητούσαν την έκδοσή του, εγκαταλείπουν τις αναφορές του για δίκη, φυλάκιση ή εκτέλεσε του και δηλώνουν μέσω του Υπουργού Δικαιοσύνης, ότι στην περίπτωση που ο Ντεγκρέλ αποπειραθεί να επιστρέψει στο Βέλγιο, θα απελαθεί ως persona non grata, ως ανεπιθύμητος αλλοδαπός καθότι πολίτης άλλης χώρας.

Εξακολούθησε να διαμένει στην Ισπανία και μετά τον θάνατο του στρατηγού Φρανσίσκο Φράνκο, στις δημόσιες παρουσίες του εμφανίζονταν με λευκή στολή και γερμανικά διακριτικά, ενώ δεν έπαυσε να εκφράζεται με υπερηφάνεια για τις στενές σχέσεις και τον «δεσμό σκέψεως» που διατηρούσε με τον Αδόλφο Χίτλερ. Παρέμεινε σταθερά προσηλωμένος στις απόψεις του ως το τέλος, όπως προκύπτει από πολλές συνεντεύξεις, δοκίμια αλλά και την αυτοβιογραφία 300 σελίδων το 1992, η οποία κυκλοφόρησε στη Γερμανική γλώσσα. Λίγο καιρό πριν το θάνατο του, όταν ρωτήθηκε από Βέλγο δημοσιογράφο σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, αν καμιά φορά αισθανόταν τύψεις για κάτι σε σχέση με τον πόλεμο, απάντησε δίχως σκέψη, «..για το μόνο πράγμα που λυπάμαι από τον πόλεμο είναι ότι χάσαμε.»

Εργογραφία

  • «Επιστολή στον Πάπα για το Αουσβιτς», το 1989, εκδόσεις «Ελεύθερη Σκέψις», σελίδες 47,
  • «Η ιστορία των Waffen SS» [7], το 1992, εκδόσεις «Ελεύθερη Σκέψις»
  • «Τεν Τεν, ο συναγωνιστής μου», μεταθανάτια έκδοση,
  • «Χίλια χρόνια Χίτλερ», το 2002, εκδόσεις «Λόγχη».

Το βιβλίο περιλαμβάνει μία συλλογή άρθρων για τον Λεόν Ντεγκρέλ ανάμεσά τους μία συνέντευξη του 1989 στο περιοδικό «Χρυσή Αυγή», ένα κείμενο του Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, ένα κείμενο από την αυτοβιογραφία του, της Θεώνης Παξινοπούλου, αλλά και άρθρα για την δράση των Βουργουνδών μαχητών στο Ανατολικό Μέτωπο και την πολιτική ταυτότητα του Κινήματος «REX».

  • «Εκστρατεία προς Ανατολάς», Δεκέμβριος 2006, εκδόσεις «Λόγχη».

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1985 στα Αγγλικά και ο John C. Bahnsen, ταξίαρχος του Αμερικανικού στρατού, στην κριτική του που δημοσιεύθηκε στο επίσημο περιοδικό του Αμερικανικού Στρατού έγραψε, «....Ο ρυθμός της γραφής είναι γρήγορος, η δράση είναι συγκλονιστική, και ένας πολεμιστής μπορεί να μάθει πράγματα από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Θέλω να συστήσω την ανάγνωση του από μαθητές της τέχνης του πολέμου...».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Βιβλιογραφία

  • «Ο Λεόν Ντεγκρέλλ και η εποχή του», Θεόδωρος Μανιάτης, από την εισαγωγή της μεταφράσεως στα Ελληνικά του έργου «Επιστολή στον Πάπα για την επίσκεψη στο Άουσβιτς», εκδόσεις «Ελεύθερη Σκέψις», Ιούλιος 1989, Αθήνα.

Παραπομπές

  1. [Ο Ντεγκρέλλ αναφερόμενος στο ρόλο της ακροδεξιάς, είχε διακηρύξει: «Προσοχή στην Ακροδεξιά. Η Ακροδεξιά είναι πιο επικίνδυνη από την αριστερά, είναι ένας εχθρός που έχει το προσωπείο του φίλου, είναι ένας εχθρός ενάντια σε ότι πιστεύουμε..»]
  2. Leon Degrelle, Fascist Leader In Belgium nytimes.com, April 2, 1994
  3. Τεν Τεν: Ένας πολιτικώς μη-ορθός ήρωας επί της οθόνης Γιώργος Πισσαλίδης, «Ελληνικές Γραμμές»
  4. [Στο βιβλίο περιγράφει ότι μια μέρα μπήκε στα γραφεία της εφημερίδας με υπερμεγέθη παντελόνια του γκολφ, ένα είδος που φορούσαν πολύ οι παλιοί Γερμανοί αριστοκράτες. Από εκείνη την μέρα, ο Τεν Τεν του Ερζέ φορούσε τα θρυλικά παντελόνια του γκολφ.]
  5. Τεν Τεν: Ένας πολιτικώς μη-ορθός ήρωας επί της οθόνης Γιώργος Πισσαλίδης, «Ελληνικές Γραμμές»
  6. Τεν Τεν: Ένας πολιτικώς μη-ορθός ήρωας επί της οθόνης Γιώργος Πισσαλίδης, «Ελληνικές Γραμμές»
  7. «Η ιστορία των Waffen SS» Ολόκληρο το βιβλίο