Όσβαλντ Μόσλεϋ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο σερ Όσβαλντ Έρναλντ Μόσλεϊ, [Sir Oswald Ernald Mosley], 6ος βαρονέτος του Mosley, Βρετανός εθνικιστής αριστοκράτης πολιτικός και στρατιωτικός, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους του Ευρωπαϊκού Εθνικισμού, πολέμιος του κομμουνισμού και του καπιταλισμού, γεννήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1896 στο σπίτι της οδού Hill Street στον αριθμό 47 στο Mayfair στην περιοχή του Λονδίνου και πέθανε στις 3 Δεκεμβρίου 1980, στο Ορσέ, [Orsay], στο Παρίσι της Γαλλίας, από φυσικά αίτια.

Ήταν παντρεμένος από τις 11 Μαΐου 1920, σε πρώτο γάμο με τη Σύνθια Κόρζον, [Lady Cynthia "Cimmie" Curzon], κόρη του George Nathaniel Curzon, λόρδου του Kedleston, πρώην υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας και αντιβασιλέα της Ινδίας, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, τη Βίβιαν Μόσλεϊ, τον Νίκολας Μόσλεϊ και τον Μαϊκλ Μόσλεϊ. Μετά τον ξαφνικό θάνατο της Σύνθια, παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο στις 6 Οκτωβρίου 1936, με την Νταϊάνα Μίτφορντ, [Diana Mitford] [1] [2], παντρεμένη σε πρώτο γάμο με τον Μπράιαν Γκίνες, ιδιοκτήτη της ομώνυμης βιομηχανίας μπίρας. Η γνωριμία τους έγινε την άνοιξη του 1932, σε δείπνο προς τιμήν της Μπάρμπαρα Χάτσινσον, μνηστευμένης τότε με τον Βίκτορα Ρότσιλντ, παντρεμένης αργότερα με τον Έλληνα ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Από το γάμο τους γεννήθηκαν δύο παιδιά, ο Αλεξάντερ Μόσλεϊ το 1938, και ο Μάξ Μόσλεϊ το 1940, που ως το 2009 διατέλεσε πρόεδρος της FIA, [Federation Internationale de L’Automobile], της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αυτοκινήτου.

Sir Oswald Mosley

Βιογραφία

Κατάγονταν από πλούσια κι αριστοκρατική βρετανική οικογένεια ευγενών του 13ου αιώνα και του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του σερ. Ο πατέρας του Sir Oswald Mosley ήταν βαρόνος και γαιοκτήμονας, ενώ μητέρα του ήταν η Maud Heathcoat. Μεγάλωσε στην αγροτική περιοχή του Στάφορντσιρ, [Staffordshire], κι ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Παρακολούθησε μαθήματα στο ιδιωτικό σχολείο του Γουίντσεστερ, [Winchester], και είχε κλίση στη φυσική ζωή και τον αθλητισμό, ιδιαίτερα στην πυγμαχία, στην οποία είχαν διαπρέψει ο πατέρας και ο παππούς του.

Στη συζυγική του σχέση δεν υπήρξε αφοσιωμένος σύντροφος και διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με την Alexandra Metcalfe, τη μικρότερη αδελφή της συζύγου του καθώς και με τη μητριά της, την Grace Curzon. Την άνοιξη του 1932, επιστρέφοντας από την Ιταλία, όπου είχε συναντηθεί με τον Μπενίτο Μουσολίνι, γνώρισε τη Νταϊάνα Μίτφορντ, σε ένα δείπνο προς τιμήν της Μπάρμπαρα Χάτσινσον, μετέπειτα συζύγου του Έλληνα ζωγράφου Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Μαζί της εγκαταστάθηκε σ΄ένα μικρό διαμέρισμα της Ίτον Σκουέαρ, αδιαφορώντας για την κοινωνική κατακραυγή. Η πρώτη σύζυγός του πέθανε ξαφνικά από περιτονίτιδα κι έτσι τον Οκτώβριο του 1936 στο Βερολίνο παντρεύτηκαν με την Νταϊάνα Μίτφορντ. Κουμπάρος τους παραστάθηκε ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, [Joseph Goebbels], και παρών ήταν και ο Αδόλφο Χίτλερ, [Adolf Hitler], που κατέφθασε με άνθη και πρόσφερε ως δώρο στους νεόνυμφους μια τεράστια φωτογραφία του σε ασημένια κορνίζα στολισμένη με τον αετό του Γ' Ράιχ.

Στρατιωτική δράση

Μετά την αποφοίτηση από το ιδιωτικό σχολείο παρουσιάστηκε στην ακαδημία του Σάντχερστ, [Royal Military Academy Sandhurst], με σκοπό να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία, όμως η έκρηξη του Α' Παγκοσμίου πολέμου το 1914, τον ανάγκασε να διακόψει τις σπουδές του. Κατατάχθηκε στο 16ο Σύνταγμα Λογχοφόρων, [Sixteenth The Queen's Lancers], το οποίο όμως, παρέμεινε για καιρό σε αδράνεια στη Βρετανία, γεγονός που τον απογοήτευσε κι έτσι ζήτησε να μετατεθεί στο νεοσύστατο Βασιλικό Ιπτάμενο Σώμα, [Royal Flying Corps], ως παρατηρητής-ναυτίλος. Υπηρέτησε στον εναέριο χώρο στα σύνορα Γαλλίας-Βελγίου, όπου σε μία επίδειξη τραυματίστηκε μετά τη συντριβή του αεροσκάφους του. Στο αναρρωτήριο πληροφορήθηκε ότι το 16ο Σύνταγμα Λογχοφόρων, [16th The Queen's Lancers], το οποίο πολεμούσε στη Γαλλία, είχε υποστεί απώλειες αξιωματικών και το Φθινόπωρο του 1915 εγκατέλειψε το νοσοκομείο, προκειμένου να πολεμήσει στο πλευρό των παλαιών του συναδέλφων. Στο τέλος του 1916 τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι του, το οποίο σώθηκε χάρις σε μια σειρά από χειρουργικές επεμβάσεις, όμως ο τραυματισμός του δημιούργησε ισόβιο πρόβλημα χωλότητας. Για τις πράξεις του παρασημοφορήθηκε κι υπηρέτησε το υπόλοιπο του πολέμου σε θέσεις γραφείου στο Υπουργείο πολεμοφοδίων καθώς και στο Υπουργείο Εξωτερικών.

Πολιτική δράση

Πλήρωνε από δικά του οικονομικά μέσα τις προεκλογικές του δαπάνες. Διακρίνονταν για την εξαιρετικό βαθμό ευφυίας του αλλά και τη ρητορική του δεινότητα. Ξεκίνησε την πολιτική του διαδρομή το 1918 σε ηλικία 22 ετών με το «Συντηρητικό κόμμα» κι έγινε ο νεότερος σε ηλικία βουλευτής του, καθώς εκλέχθηκε στη βουλευτική έδρα του Harrow, με την κυβέρνηση συνασπισμού Συντηρητικών και Φιλελευθέρων, υπό τον πρωθυπουργό Λόυντ Τζώρτζ. Επανεκλέχθηκε στη βουλευτική έδρα του Harrow το 1922 ως ανεξάρτητος και τον Απρίλιο του 1924 αντιτάχθηκε στα εξοντωτικά μέτρα της κυβερνήσεως εναντίον των εξεγερμένων Ιρλανδών κι έτσι εντάχθηκε στο «Εργατικό κόμμα». Οι πολιτικές του θέσεις θεωρήθηκαν ριζοσπαστικές και το Κόμμα της Εκλογικής Περιφέρειας του Λέιντιγουντ Μπέρμιγχαμ, τον δέχτηκε ως υποψήφιο. Ήταν υποψήφιος στις εκλογές του 1924 με το Εργατικό Κόμμα και απέτυχε, όμως το 1926 εκλέχθηκε στο Σμέθγουικ, [Smethwick], ενώ το 1927 εξελέγη στην Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του Εργατικού Κόμματος.

Στις 7 Ιουνίου 1929, διορίστηκε «καγκελάριος του Δουκάτου του Λάνκαστερ», [Chancellor of the Duchy of Lancaster], κι ήταν υπεύθυνος για το ζήτημα της ανεργίας, στην κυβέρνηση του Ράμσεϊ Μακ Ντόναλντ, [Ramsay Mac Donald], από την οποία παραιτήθηκε στις 19 Μαΐου 1930, όταν παρουσίασε ένα μνημόνιο για την ταχεία κι αποτελεσματική αντιμετώπιση της ανεργίας, το οποίο πρόβλεπε [3]

  • αύξηση της οικονομικής ρευστότητος,
  • επέκταση της πιστωτικής πολιτικής,
  • αύξηση της αγοραστικής δυνάμεως των εργαζομένων μέσω κοινωνικών επιδομάτων, συντάξεων και γενικώς, λήψεως προστατευτικών μέτρων.

Το 1929, ως συνέπεια του οικονομικού κραχ, οι άνεργοι στη Βρετανία ήταν 1.204.000 το Μάρτιο κι αυξήθηκαν σε περισσότερους από 2.500.000 τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Η πρότασή του αν και ψηφίστηκε από τους Φιλελεύθερους καθώς και από την αριστερή πτέρυγα του Εργατικού κόμματος, απορρίφθηκε από την κομματική ηγεσία.

Το «Νέο Κόμμα»

Μετά από μια συνάντηση του με τον Μπενίτο Μουσολίνι αποδέχτηκε τον κορπορατισμό, που ο Μουσολίνι διακήρυσσε πως είναι ο Τρίτος Δρόμος μεταξύ του καπιταλισμού και σοσιαλισμού, άποψη την οποία υιοθετήθηκε αργότερα και ο στρατηγός Περόν στην Αργεντινή. Στις 31 Μαρτίου 1931, μετά την αποχώρηση του από το «Εργατικό κόμμα», ίδρυσε το «Νέο Κόμμα», [«New Party»], στο οποίο τον ακολούθησαν και Εργατικοί βουλευτές, μεταξύ τους οι Νάι Μπίβαν και Τζον Στράτσεϊ, [John Strachey], William Joyce, John Becket and Harold Nicholson. Παρά την πρόσκαιρη επιτυχία του καθώς συγκέντρωσε 4.500 ψήφους στην περιοχή Άστον Άντερ Λάιν, στις εκλογές του Απριλίου του 1931, όχι μόνο δεν κατάφερε να εκλέξει έστω έναν από τους 22 υποψήφιους του, αντίθετα δεν μπόρεσε να διατηρήσει ούτε τη δική του βουλευτική έδρα, όμως η παρουσία του διέσπασε το κόμμα των Εργατικών και επέτρεψε στους Συντηρητικούς να επικρατήσουν, γεγονός που προκάλεσε τη δημόσια αποδοκιμασία του Μόσλεϋ από τους Εργατικούς.

Η αποτυχία του, απόρροια των θέσεων του κόμματος για την κορπορατιστική οργάνωση της οικονομίας, τη στρατιωτική δομή της πολιτικής ζωής, αλλά επίσης και των επιθέσεων που δέχθηκε το κόμμα του από την ηγεσία των Εργατικών καθώς και από το Κομμουνιστικό κόμμα, τον οδήγησαν στην ανάγκη να διαλύσει το «Νέο Κόμμα», [«New Party»]. Παράλληλα δήλωσε ότι, «...Αυτός είναι ο όχλος που έχει αποτρέψει οποιονδήποτε ήθελε να κάνει οτιδήποτε για την Αγγλία από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά...». Την ίδια εποχή εξασφάλισε τη δυνατότητα χρηματοδοτήσεως καθώς ο σερ Γουίλιαμ Μόρις ιδρυτής της ομώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας, του παρείχε οικονομική υποστήριξη, ενώ ο λόρδος Ρόθερμερ, ο τότε βαρόνος του Τύπου, μετέτρεψε τις εφημερίδες του, ιδιαίτερα τη «Dai­ly Mail», σε υποστηρικτικές των απόψεων του Μόσλεϊ. Στις 15 Ιανουαρίου 1934 ο λόρδος Ρόθερμερ έγραψε το κύριο άρθρο της εφημερίδας με τίτλο «Ζήτω οι μελανοχίτωνες», κι ακόμη και μετά τη διάρρηξη των προσωπικών τους σχέσεων τον Ιούνιο του 1943, οι απόψεις τους παρέμειναν ταυτόσημες σε μεγάλο βαθμό, όμως στο τέλος της δεκαετίας του 1930, η εφημερίδα απέσυρε την υποστήριξη της στο κόμμα, λόγω των πιέσεων που της ασκούσαν οι Εβραίοι διαφημιστές.

British Union

British Union Flag

Την 1η Οκτωβρίου 1932, στην οδό Μεγάλου Γεωργίου στο Λονδίνο, μετονόμασε το κόμμα του σε «Βρετανική Ένωση Φασιστών και Εθνικοσοσιαλιστών», [British Union of Fascists and Nationalsosialists, γνωστή ως British Union ή με τα αρχικά B.U.F.], με κύριο σύνθημα το «Μία Βρετανία για τους Βρετανούς». Τα πρώτα μέλη του κόμματος -που είχε για έμβλημα τον κεραυνό που συμβόλιζε τη δράση, μέσα σε κύκλο που συμβόλιζε την ενότητα- ήταν μόλις τριάντα δύο, όλοι τους παλαιοί πολεμιστές του Α' Παγκοσμίου πολέμου. Σταδιακά τα μέλη του κόμματος έφτασαν τις 70.000 χιλιάδες και σ' αυτό εντάχθηκαν άνθρωποι από τις λαϊκές γειτονιές του Ανατολικού Λονδίνου, κυρίως εργάτες κι αγρότες, αλλά και διανοούμενοι όπως ο Τζον Μπέκετ, ο συγγραφέας Τόμας Σ. Έλιοτ και ο διάσημος στρατιωτικός ιστορικός Τζ,Φρ.Τσ. Φούλερ. Το κόμμα εξέδιδε την εφημερίδα «Blackshirt», [«Μπλάκ σέρτ»], την οποία τα μέλη του πωλούσαν στους δρόμους των πόλεων κι υπεράσπιζε την σύμπραξη της Αγγλίας με τη Γερμανία και την Ιταλία, προπαγάνδιζε υπέρ της ειρήνης και της ευημερίας, διέθετε ανεπτυγμένο πρόγραμμα και οικονομικές προτάσεις, ενώ πολύ σύντομα προσχώρησε στον εθνικισμό.

Ο Μόσλεϊ διακήρυσσε, «...ζητάμε από εκείνους που εντάσσονται σε μας να βαδίσουν μαζί μας σε μια μεγάλη και ριψοκίνδυνη περιπέτεια...{...}... να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα, αλλά να μην το κάνουν για κάποιους μικρούς κι ανάξιους σκοπούς...{...}... ν' αφιερώσουν τις ζωές τους στην οικοδόμηση ... ενός κινήματος της σύγχρονης εποχής...». Η άποψη του, σύμφωνα με τον ιστορικό Στάνλεϋ Πέιν, ήταν «...αποφασιστικά μοντέρνα, δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στην οικονομική θεωρία...ενώ ασπάζονταν την ίση πληρωμή για τις γυναίκες...διακήρυσσε τον βιταλισμό κι ένα είδος υπερανθρώπου, ενώ τόνιζε την πολιτιστική κι ιμπεριαλιστική αποστολή της Βρετανίας για να σώσει τα μεγάλα έθνη από την παρακμή...» [4]. Τα μέλη του British Union εκπαιδεύονταν από τον Τεντ Κιντ Λιούις, έναν Εβραίο πυγμάχο, πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή στα ημιβαρέα βάρη κι είχαν υιοθετήσει το σύνθημα, «..ποτέ δεν ξεκινάμε τις συμπλοκές μόνο τις τελειώνουμε...». Το Μάρτιο του 1934, ο Όσβαλντ εκφώνησε λόγο σε κλειστή συγκέντρωση 8.000 ατόμων, στο Albert Hall του Λονδίνου, ενώ στις 7 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, σε μια κλειστή συγκέντρωση 15.000 ατόμων στο Olympia, εισχώρησαν οπλισμένες ομάδες κομμουνιστών, τις οποίες απώθησε με βίαιο τρόπο η περιφρούρηση των μελανοχιτώνων.

Σύγκρουση στην Cable Street [5]

Στις 4 Οκτωβρίου 1936 η «Βρετανική Ένωση Φασιστών», γιορτάζοντας την 4η επέτειο της ιδρύσεως της και επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν υποστήριξη στις δημοτικές εκλογές που θα γίνονταν, επιχείρησε πορεία στην οδό Κέιμπλ, [Cable Street], στο κέντρο της μαρξιστικής δράσεως στο Λονδίνο και οι οπαδοί της επέλεξαν να περάσουν μέσα από την εβραϊκή και την ιρλανδική συνοικία. Απέναντι τους συσπειρώθηκαν το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα, η Αντιφασιστική Οργάνωση Πρώην Στρατιωτικών, το Συμβούλιο των Εβραίων ενάντια στο Φασισμό και στον Αντισημιτισμό και τοπικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμ­ματος, ενώ οι πολίτες των συνοικιών έστησαν οδοφράγματα και ξεκίνησαν συγκρούσεις, στις οποίες από τις δύο πλευρές, εκτοξεύθηκαν πέτρες, ξύλα, καρέκλες. Η Αστυνομία παρέταξε 10.000 αστυνομικούς σε μέτρα φύλαξης και ασφαλείας ενώ 7.000 μελανοχίτωνες με επικεφαλής τον Όσβαλντ, συγκεντρώθηκαν στην οδό Royal Mint, σε μικρή απόσταση από την Cable Street.

Ο σερ Φίλιπ Γκέιμ, αστυνομικός επικεφαλής, ζήτησε από τον Μόσλεϋ να μην κινηθούν προς την Cable Street, κι αυτός αποδέχθηκε το αστυνομικό αίτημα αποσύροντας τους άνδρες του προς τα κεντρικά του γραφεία στην οδό Μεγάλου Γεωργίου, [Great George Street]. Παρά την υποχώρηση των μελανοχιτώνων, οι συγκρούσεις που ακολούθησαν είχαν ως αποτέλεσμα 175 τραυματίες πολίτες, ενώ έγιναν 150 συλλήψεις, ενώ στις εκλογές που ακολούθησαν το British Union εξασφάλισε ποσοστό 23% στην περιοχή. Την 1η Ιανουαρίου 1937 η βρετανική κυβέρνηση ψήφισε το Νόμο περί Δημόσιας Τάξης, που απαγόρευε τη χρήση ομοιόμορφων στολών, το σχηματισμό ομάδων περιφρουρήσεως, ενώ παρείχε αυξημένες αρμοδιότητες στην αστυνομία για θέματα τάξεως. Σταδιακά η British Union, από 70.000 καταγεγραμμένα μέλη έφτασε να έχει 5.000, όμως το 1939 καταμετρούσε εκ νέου 25.000 μέλη. Στις 7 Μαΐου 1939, τη μέρα που γιορτάζονταν η Πρωτομαγιά, ο Μόσλεϋ διοργάνωσε διαδήλωση στην οποία συμμετείχαν 10.000 οπαδοί του με κεντρικό σύνθημα, «Βρετανία ξύπνα, Σταματήστε τον πόλεμο», ενώ στις 16 Ιουνίου του ίδιου χρόνου, ο Όσβαλντ μίλησε σε μια συγκέντρωση 25.000 υποστηρικτών του στην αίθουσα Earls Court Exhibition Hall στο Λονδίνο και λέγοντας πως, «...θα κάνουμε ειρήνη με τη Γερμανία κι όλα τα μεγάλα έθνη...», κορύφωσε την αντιπολεμική του ρητορική κι εκστρατεία.

2ος Παγκόσμιος Πόλεμος

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1939 η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία και ο Όσβαλντ απευθύνθηκε στα μέλη της British Union. «...Το μήνυμα μου είναι σαφές και ξεκάθαρο. Η χώρα μας βρίσκεται σε πόλεμο....σας ζητώ να μην κάνετε τίποτα που θα βλάψει τη χώρα μας ή θα βοηθήσει οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Τα μέλη μας θα πρέπει να πράξουν αυτό που ο νόμος απαιτεί, και σε κάθε περίπτωση να υπακούσουν στις αρχές των υπηρεσιών τους....». Τελικά η Βρετανική κυβέρνηση στις 21 Μαΐου 1940 έθεσε εκτός νόμου τη «Βρετανική Ένωση Φασιστών» και το βράδυ της 22ας Μαΐου η νέα κυβέρνηση συνασπισμού εισήγαγε τον κανονισμό 18Β που προέβλεπε τη σύλληψη αντιφρονούντων, χωρίς απαγγελία κατηγορίας ή δίκη. Το ίδιο βράδυ ο Όσβαλντ Μόσλεϊ, η σύζυγός του, στελέχη της British Union όπως ο Neil Francis Hawkins και ο Alexander Raven Thomson, καθώς και πολλά απλά μέλη της, συνολικά 747 πολίτες μεταξύ των οποίων 96 γυναίκες, φυλακίστηκαν. Ανάμεσα τους υπήρχαν πρώην στρατιώτες που είχαν επιδείξει ηρωισμό κι είχαν αποδείξει την αφοσίωσή τους στη Βρετανία στα αιματηρά πεδία της Φλάνδρας. Η πλειονότητα τους, αιχμάλωτοι ενός καθεστώτος που είχε υπουργό Εσωτερικών τον Herbert Morrison, ο οποίος είχε περάσει τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου πολέμου στην ασφάλεια ενός οπωρώνα ως αντιρρησίας συνειδήσεως, κρατήθηκε σε φυλακές οι οποίες νωρίτερα είχαν κριθεί ως ακατάλληλες για τους χειρότερους εγκληματίες, και στη συνέχεια σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, όπως στο Ascot και στο Isle of Man.

Η λαίδη Νταϊάνα Μόσλι παρακολουθούσε τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου από το παράθυρο του κελιού της στη φυλακή Χόλογουεϊ κι αρνήθηκε το προνόμιο του καθημερινού λουτρού, όπως ήταν η πρόταση του Ουίνστον Τσώρτσιλ. Με τη μεσολάβηση της μητέρας της, που επισκέφθηκε για το λόγο αυτό την Κλημεντίνη Τσόρτσιλ, η ίδια και ο Όσβαλντ Μόσλεϊ, αποφυλακίστηκαν στις 20 Νοεμβρίου 1943 και συγκατοίκησαν με την Pamela Mitford, την αδελφή της Νταϊάνα, όμως παρέμειναν σε κατ' οίκον περιορισμό ως τη λήξη του πολέμου. Σύμφωνα με όσα γράφει στην αυτοβιογραφία του ο Nicholas Mosley, ο γιος του από τον πρώτο του γάμο, το μίσος των πολιτικών αντιπάλων του πατέρα του ήταν τόσο μεγάλο που στήθηκαν περίπτερα στις γωνίες των δρόμων του Λονδίνου, όπου συγκεντρώνονταν οι υπογραφές όσων ζητούσαν την εκ νέου φυλάκιση του.

Μετά τον πόλεμο

Σύμφωνα με συνέντευξη του διάσημου Εβραίου κομμωτή Βιντάλ Σασούν, ο οποίος το 1946 έγινε μέλος του «43 Group», μιας οργανώσεως που την αποτελούσαν Εβραίοι πρώην στρατιώτες του μετώπου, που στόχευε στην καταπολέμηση των ιδεών του Όσβαλντ Μόσλεϋ, «...Στόχος μας ήταν να τα βάζουμε με τους οπαδούς του», ακόμα και με βίαιο τρόπο ...{...}... Ξύπνησα μια μέρα με μαύρο μάτι γιατί την προηγούμενη είχαμε παίξει μπουνιές με τους δικούς του κάπου στο Ανατολικό Λονδίνο, και με βλέπει μια γιαγιά και μου λέει, τι έπαθες παιδάκι μου; Α, απλώς χτύπησα σ ένα κλαρί...{...}... η οργάνωση μας διαλύθηκε το 1950...» [6], η οργάνωση επιχείρησε ανεπιτυχώς να απαγάγει τον Μόσλεϊ, όμως κατάφερε να τον γυμνώσει και να τον πετάξει στο Πικαντίλι Σέρκους.

Το 1946, ο Όσβαλντ ίδρυσε το «Εθνικό Κόμμα της Ευρώπης», με το οποίο φιλοδοξούσε να εκφράσει όλους τους εθνικιστές της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Τον ίδιο χρόνο μέσω του δικηγόρου του, ο Mosley δήλωσε σε αξιωματούχους του Δουβλίνου στην Ιρλανδία ότι τον ενδιέφερε να εγκατασταθεί στη χώρα τους. Το 1951, μαζί με τη σύζυγό του εγκατέλειψαν την Αγγλία και εγκαταστάθηκαν στην Ιρλανδία, όπου αγόρασαν την κατοικία Clonfert Palace, ενώ το μάρτιο του ίδιου έτους είπε ότι εγκαταστάθηκε στην Ιρλανδία, επειδή ήταν μια ελεύθερη χώρα, ενώ η Αγγλία είχε γίνει «....ένα νησί φυλακή». Παράλληλα στην Ιρλανδία κατοικούσαν η Deborah, νεώτερη αδελφή της συζύγου του, που ήταν παντρεμένη με τον δούκα του Devonshire και ζούσε στο Lismore Castle στην κομητεία Waterford, ενώ η Pamela, η μεγαλύτερη αδελφή της, ήταν παντρεμένη με τον φυσικό Derek Jackson, και ζούσαν στο Tullamaine Castle στην κομητεία Tipperary. Συμμετείχε μαζί με τους Μορίς Μπαρντές, τον Karl-Heinz Priester και τον Per Engdahl από τη Σουηδία, ως ιδρυτικό μέλος και εκλέχθηκε αντιπρόεδρος τον Μάιο του 1951, στο «Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Κίνημα», [M.S.E.]. Η ομάδα έγινε γνωστή ως «Κίνημα του Malmö», από το όνομα της Σουηδικής πόλεως όπου συγκλήθηκε η ιδρυτική συνδιάσκεψη και στόχος του ήταν η προώθηση του εθνικισμού στην Ευρώπη.

Αργότερα επέστρεψε οικογενειακώς στην Αγγλία, όπου δραστηριοποιήθηκε δίχως επιτυχία στις εκλογές που έγιναν έως το 1966. Τότε εγκατέλειψε οριστικά την Αγγλία, μαζί με τη σύζυγό του και εγκαταστάθηκαν στο «Ναό της Νίκης», στο αρχιτεκτονικό αριστούργημα του Ορσέ, έξω από το Παρίσι. Το 1968 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του με τίλο «Η ζωή μου». Ήταν ο εμπνευστής του περιοδικού με τίτλο «Nation Europa», το οποίο κυκλοφόρησε το 1951 στο Κόμπουργκ της Βαυαρίας κι αργότερα μετονομάστηκε σε «Nation und Europa» που εκδιδόταν ως το 2009. Ιδρυτές του περιοδικού ήταν ο Άρτουρ Έρχαρντ στέλεχος των Waffen-SS, και ο Χέρμπερτ Μπέμε, ποιητής που έγραφε πολεμικά θούρια και ύμνους. Ο Μόσλεϊ δημοσίευε άρθρα στο περιοδικό ως το τέλος της ζωής του, ενώ μεταξύ των συνεργατών του περιοδικού περιλαμβάνονταν και ο Ζαν-Μαρί Λεπέν.

Το τέλος του

Το 1977, όταν ήδη έπασχε από τη νόσο του Πάρκινσον, ήταν υποψήφιος -δίχως επιτυχία- για τη θέση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης. Ανάλογη ανεπιτυχής υποψηφιότητα του υπήρχε το 1931, για το ίδιο πανεπιστήμιο, και τότε είχε την υποστήριξη του συγγραφέα George Bernard Shaw. Η τελευταία δημόσια παρέμβασή του του ήταν μια επιστολή που έγραψε στις 26 Νοεμβρίου 1980 στον εκδότη του «New Statesman» και αφορούσε την αποκατάσταση της αλήθειας σχετικά με όσα συνέβησαν στη συγκέντρωση του «Olympia Hall» στο Λονδίνο, όταν κομμουνιστές και άλλοι αντίπαλοι του, οπλισμένοι με ξυράφια και μαχαίρια, εισέβαλαν στο χώρο με σκοπό να παρεμποδίσουν τη δημόσια ομιλία του. Σύμφωνα με τον Mosley, οι μελανοχίτωνες της περιφρουρήσεως, τους απομάκρυναν από το χώρο με γυμνά χέρια και οι ακροατές παρέμειναν και παρακολούθησαν τη δίωρη ομιλία του.

Μετά το θάνατο του η σορός του αποτεφρώθηκε στο νεκροταφείο Père Lachaise στο Παρίσι και οι στάχτες του διασκορπίστηκαν στην λίμνη στο Orsay. Στο βιβλίο συλλυπητηρίων που άνοιξε η οικογένεια του, υπέγραψαν προσωπικότητες και ιστορικές μορφές του Ευρωπαϊκού εθνικιστικού κινήματος, όπως ο Adolf von Thadden, πρόεδρος της «Deutsche Reichspartei» και ο Giorgio Almirante, ηγέτης του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος, [«M.S.I.»]. Χειρόγραφα και άλλα τμήματα του αρχείου του στεγάζονται και φυλάσσονται στο τμήμα ειδικών συλλογών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham στην Αγγλία. Ο Όσβαλντ Μόσλεϊ πιθανολογείται ότι αποτέλεσε το πρότυπο για τον «Έβεραρντ Γουέμπλεϊ», έναν από τους χαρακτήρες στο μυθιστόρημα «Κοντραπούντο» -έργο του 1928- του Άλντους Χάξλεϊ.

Η Νταϊάνα έζησε στη Γαλλία και μετά το θάνατο του συζύγου της. Παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της, στενή φίλη του Εδουάρδου και της Δούκισσας του Γουίνδσορ, και έγραψε το έργο

  • «Sidgwick & Jackson», το 1980, βιογραφία του Εδουάρδου και της Σίμψον, της Δούκισσας του Γουίνδσορ.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Η Νταιάνα Μίτφορντ ήταν εξαδέλφη του Τσόρτσιλ. Νεότερη αδελφή της ήταν η Γιούνιτι Μίτφορντ, στενή και προσωπική φίλη του Αδόλφου Χίτλερ και αδελφός τους ήταν ο Τόμας Μίτφορντ, που εκείνη την εποχή ήταν σπουδαστής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και αναδείχθηκε σε υπέρμαχο του Εθνικοσοσιαλισμού και προσωπικά του Αδόλφου Χίτλερ.]
  2. H ζωή της γοητευτικής λαίδης Μόσλι, εξαδέλφης του Τσόρτσιλ, η οποία υπήρξε στενή φίλη του Χίτλερ.
  3. [«Η ιστορική και ιδεολογική εξέλιξη του Κόμματος των Εργατικών στη Μεγάλη Βρετανία–Ο Τρίτος Δρόμος»] «Οι κομματικές οικογένειες στην Ευρώπη», Γεώργιος Κόρδας, σελίδα 8.
  4. [Στάνλεϋ Πέιν, σελίδες 427-428]
  5. The Bloody Battle of Cable Street Video.
  6. [Εφημερίδα «Απογευματινή», 16 Απριλίου 2008]