Νεόφυτος Βάμβας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νεόφυτος Βάμβας, Έλληνας κληρικός και διδάσκαλος του Γένους, διακεκριμένος γλωσσολόγος και μελετητής της Αγίας Γραφής, ένας από τους συντελεστές της πνευματικής αναγεννήσεως του Ελληνισμού, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Νικόλαος, γεννήθηκε το 1770 στη Χίο και πέθανε στις 9 Ιανουαρίου 1855 στην Αθήνα.

Νεόφυτος Βάμβας

Βιογραφία

Γονείς του ήταν ο Ισίδωρος καί η Σταματούλα, που βοήθησαν παρά τη μεγάλη τους φτώχεια στη φιλομάθεια του. Σπούδασε στη Χίο, για δύο χρόνια στη Σίφνο κοντά στον Μισαήλ τον Πάτμιο, για δύο ακόμη χρόνια στην Ιερατική σχολή της Πάτμου, όπου δίδασκε ο περίφημος Δανιήλ, και σε ηλικία 20 χρονών χειροτονήθηκε διάκος.

Σπουδές

Πήγε στην Πίζα της Ιταλίας και σπούδασε μαθηματικά και φιλοσοφία. Τα χρόνια που ακολούθησαν, έζησε στις ηγεμονίες της Βλαχίας, παραδίδοντας μαθήματα σε παιδιά πλούσιων ομογενών, ενώ το 1803 ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη τον Δωρόθεο Πρώιο, ο οποίος είχε διοριστεί διευθυντής της της Σχολής στην Ξηρά Κρήνη, που είχε συστήσει ο Δημήτριος Μουρούζης, ως συντάκτης του ελληνικού λεξικού «Κιβωτός». Το 1804 αναγορεύθηκε μέλος της Πατριαρχικής Ακαδημίας και τον ίδιο χρόνο εξοικονομώντας 2000 γρόσια, πήγε στο Παρίσι για ευρύτερες σπουδές, καθώς έκρινε ότι «καλύτερα όψιμαθής παρά άμαθης».

Στη Γαλλία γνωρίστηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος τον βοήθησε στις τυπογραφικές διορθώσεις των έργων του και τον υποστήριξε ηθικά και υλικά. Επιδόθηκε επίσης, στη σπουδή της Φιλοσοφίας, της Φιλολογίας καί των Φυσικών Επιστημών, ενώ συμμετείχε ενεργά στις συζητήσεις για τη γλώσσα και υποστήριξε τις απόψεις του Κοραή υπέρ της απλής καθαρεύουσας και παράλληλα με συνδρομές ομογενών, τύπωσε καί την «Ρητορικήν». Ο Κοραής του καλλιέργησε το ζωηρό ενδιαφέρον για τη μετάφραση της Αγίας Γραφής στη νεοελληνική καί προσπάθησε να τον φέρει σε επαφή με τη Βρετανική Βιβλική Εταιρεία.

Εκπαιδευτική δραστηριότητα

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1811, επιδόθηκε σε εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Χίο, όπου το 1815 έγινε δάσκαλος και στη συνέχεια διευθυντής της Σχολής της Χίου, συμβάλλοντας να εξουδετερωθεί η επίδραση που άσκησε στην παιδεία του νησιού, ο Αθανάσιος Πάριος. Είναι ο συντάκτης του οργανισμού της Σχολής, στην οποία εισήγαγε ως μαθήματα την Τουρκική, την Ιταλική και Λατινική γλώσσα, τη μουσική, τη ζωγραφική και την ναυτική. Επίσης οργάνωσε τη βιβλιοθήκη και εξόπλισε τη σχολή με εποπτικά μέσα και όργανα, ιδρύοντας και τυπογραφείο για τις ανάγκες της και ως το 1822 παρέμεινε διευθυντής της. Το 1823 βρέθηκε στην Κεφαλλονιά και ίδρυσε Λύκειο στο οποίο δίδαξε, ενώ ασολήθηκε με τη σύνταξη τοπικού λεξιλογίου. Το 1828 προσκλήθηκε να εγκατασταθεί στην Κέρκυρα, όπου έγινε καθηγητής της Ιονίου Ακαδημίας και έφορος, [διευθυντής], του Ιεροσπουδαστηρίου, όπου δίδαξε σε δική του μετάφραση το έργο του Dugald Stewart Outlines of Moral Philosophy, όπως διασώζεται στα χειρόγραφα του μαθητή του, ιερέα από τη Λακήθρα της Κεφαλλονιάς, Ηλία Αλιμπράντη.

Ίδρυσε το 1833 το πρώτο γυμνάσιο της Ελλάδας στο οποίο φοίτησε αργότερα και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στην Ερμούπολης της Σύρου και έγινε ο πρώτος Γυμνασιάρχης του μέχρι το 1836. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, ίδρυσε στον Πειραιά την πρώτη ιδιωτική Σχολή στην Ελλάδα και γνωστοποίησε την απόφαση του να χορηγεί υποτροφίες σε δέκα άπορους μαθητές. Όμως η προσπάθεια δεν καρποφόρησε καθώς τον Απρίλιο του 1837 διορίστηκε καθηγητής της φιλοσοφίας στο νεοϊδρυμένο τότε πανεπιστήμιο της Αθήνας, μέχρι το θάνατό του. Στις 24 Ιουλίου 1837 μίλησε στα εγκαίνια του «Σχολείου των Κορασίων» στον Πειραιά, υπογράμμισε τη σημασία της μόρφωσης και της αγωγής των αυριανών μητέρων, και εγκωμίασε τη μόλις 16 ετών δασκάλα Μαρούκα Χατζηλαγουδάκη, λέγοντας «Η δε νέα, ήτις αναδέχεται το σχολεΐον τούτο μας δίδει τας πλέον αγαθάς ελπίδας και δια την προκοπήν της και δια την μέθοδον και δια τα άμεμπτα ήθη της. Είναι μία από τας πλέον αξιόλογους διδασκάλους, τας οποίας έδωκεν εις διάφορα μέρη της Ελλάδος το προ τοσούτων χρόνων συσταθέν κοινωφελέστατον σχολείον του αιδεσίμου φιλέλληνος κυρίου Χίλλ».

Τον Οκτώβριο του 1844 αναγορεύτηκε [1] πρύτανης του Πανεπιστημίου, θέση στην οποία παρέμεινε [2] έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1845. Διακρινόταν για την ευρύτητα της αντίληψής του και για τις προοδευτικές του ιδέες και ήταν συντάκτης Γραμματικής της αρχαίας και της νεοελληνικής γλώσσας. Ως καθηγητής δίδαξε επηρεασμένος από τις θεωρίες των εκπροσώπων της Σκωτικής φιλοσοφίας, ενώ αναφέρεται από τον Ιωάννη Βλαχογιάννη, ότι ήταν ένας από τους λόγιους που ανέλαβαν να διδάξουν ελληνικά στον βασιλιά Γεώργιο Α’, όταν ήλθε στην Ελλάδα.

Εθνικοί αγώνες

Ήταν από τα πρώτα μέλη της Φιλικής Εταιρείας και πρωτοστάτησε στην άδοξη επανάσταση της Χίου, στη συνέχεια πήγε στην Ύδρα και βοήθησε στο ξεσηκωμό της, ενώ υπήρξε για μεγάλο διάστημα γραμματέας του Δημήτρη Υψηλάντη. Προσπαθούσε να αμβλύνονται οι διαμάχες ανάμεσα στα αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις, που οδηγούσαν σε εμφύλιες συμπλοκές κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης. Διατηρούσε επικοινωνία και αλληλογραφούσε με τους Θεόφιλο Καΐρη και Άνθιμο Γαζή.

Εκκλησιαστικές απόψεις

Ήταν σκληρός επικριτής του εκκλησιαστικού κατεστημένου το οποίο περιέγραφε ως εχθρό της πνευματικής αναγεννήσεως του Ελληνισμού λέγοντας «Είτε από αδιαφορία, είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη ποτέ δέν εναντιώθηκε στήν αναγέννηση τών γραμμάτων στήν Ελλάδα. Οι πιό πραγματικοί εχθροί σ' αυτήν τήν ευτυχισμένη αποκατάσταση βρίσκονται μέσα στούς κόλπους μας. Κι άν οι προσπάθειές μας κατορθώσουν νά δαμάσουν τίς προκαταλήψεις ή τήν αδιαφορία αυτού τού πανίσχυρου κλήρου, πού αποτελεί σήμερα τό πρώτο σώμα τού ελληνικού έθνους, πολύ λίγα θά απομένουν νά γίνουν προκειμένου γιά τούς Τούρκους». [3]

Υπογραφή Ν. Βάμβα

Χειροτονήθηκε Ορθόδοξος αρχιμανδρίτης και ήταν υπέρμαχος της απόσχισης της εκκλησίας της Ελλάδας από το οικουμενικό πατριαρχείο και υποστηρικτής των ιδεών του Θεόκλητου Φαρμακίδη που ήταν υπέρ του αυτοκεφάλου της Ελλαδικής εκκλησίας. Παρουσίασε το 1850, μια μετάφραση της Καινής διαθήκης που σκανδάλισε τους συντηρητικούς εκκλησιαστικούς κύκλους, προκάλεσε μεγάλη αντίδραση και έντονες προσωπικές επιθέσεις από τους υποστηρικτές της Ορθόδοξης παράδοσης με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Οικονόμο. Στην έκδοση αυτή συνεργάστηκε με τη Βρετανική και Ξένη Βιβλική Εταιρία, [BFBS], καθώς και στη δημοσίευση και την κυκλοφορία της, με αποτέλεσμα η εκκλησία να τον αποκάλεσε «Προτεστάντη» και σύντομα να καταλήξει να αντιμετωπίζεται ως περιθωριακός.

Στην Αθήνα οι Γραφές δημεύθηκαν και το 1833, ο επίσκοπος Κρήτης έκαψε αντίτυπα που ανακάλυψε σε μοναστήρι και στην Κέρκυρα, η μετάφραση απαγορεύθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η πώληση της απαγορεύτηκε και τα αντίγραφα της καταστράφηκαν, όπως στη Χίο, τη Σύρο, και τη Μύκονο. Η νεοελληνική μετάφραση της Αγίας Γραφής χρησιμοποιείται από την Ελληνική «Ελεύθερη Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής». Υπήρξε θεολόγος με πρωτοποριακές ιδέες, εξαιρετικός δάσκαλος και διανοητής και από τους θεμελιωτές της πανεπιστημιακής μας παιδείας.

Εργογραφία

Έγραψε αξιόλογα έργα, πολλά από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτικά εγχειρίδια, όπως

  • «Ρητορική», η οποία αρχικά εκτυπώθηκε το 1813 στο Παρίσι
  • «Εγχειρίδιον ηθικής», το 1818,
  • «Στοιχεία φιλοσοφίας»,
  • «Σημειώσεις εις τους του Δημοσθένους λόγους», το 1849,
  • «Εγχειρίδιον της του ιερού άμβωνος ρητορικής», το 1851,

καθώς και Γραμματική της αρχαίας και της νέας ελληνικής το 1821, Συντακτικό το 1828, ενώ μετέφρασε στα νέα ελληνικά τα Ευαγγέλια και τις Πράξεις των Αποστόλων.

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές

  1. Λόγος αναγορεύσεως
  2. Λόγος παραδόσεως
  3. Πηγή:«Ιστορία Ελληνικού Έθνους», «Εκδοτική Αθηνών» ΙΑ', σελίδα 308