Σπυρίδων Ζαμπέλιος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Σπυρίδων-Αλκιβιάδης Ζαμπέλιος Έλληνας ιστορικός ερευνητής, πρώτος θεωρητικός της ιστορικής ενότητας του αρχαίου, μεσαιωνικού και νεότερου Ελληνισμού και μαζί με τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο αποτελούν τους «Διόσκουρους» της Ελληνικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα, οι οποίοι αντιμετώπισαν με επιστημονικά επιχειρήματα τη θεωρία περί φυλετικής ασυνέχειας των νεοελλήνων, που διατύπωσε το 1830 ο Αυστριακός ιστορικός Jacob Philipp Fallmerayer, μυθιστοριογράφος και λογοτέχνης, γεννήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1815, ή το 1813 σύμφωνα με την μελέτη του Άριστου Καμπάνη, στο νησί της Λευκάδος και πέθανε στις 10 Αυγούστου 1881 στην πόλη Ζουνκ της Ελβετίας.

Ήταν παντρεμένος με την Λουκία Ζαμπέλιου.

Σπυρίδων Ζαμπέλιος

Βιογραφία

Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος κατάγονταν από εύπορη και αριστοκρατική οικογένεια της Λευκάδος, απώτερης Ιταλικής καταγωγής και οι προγονικές του οικογένειες είχαν διακριθεί στην πολιτική και πνευματική ζωή της Επτανήσου, ως διδάσκαλοι και ιερείς. Παππούς του ήταν ο Ζαχαρίας Ζαμπέλιος, που τιμήθηκε με ανώτατα αξιώματα της Ιονίου Πολιτείας, θείος του ο Φήλιξ, πρόεδρος της Επτανησιακής Γερουσίας, ενώ ένας άπο τους προγόνους του, ο Νεκτάριος Ζαμπέλιος είχε διακριθεί στα γράμματα. Ο παππούς του από τη μητέρα του, ο Δημήτριος Πετριτσόπουλος, είχε διατελέσει πρόεδρος της Επτανησιακής Βουλής το 1803 και εξάσκησε ανώτερα κρατικά πόστα στην Κεφαλονιά το 1804, στη Λευκάδα το 1806 και το 1810, όπου είχε γίνει σύμβουλος του Άγγλου κυβερνήτη, του περίφημου Love. Πατέρας του Σπυρίδωνα ήταν ο δικαστικός, δραματικός ποιητής και λόγιος Ιωάννης Ζαμπέλιος [1].

Σπουδές & Ενήλικη ζωή

Ο Σπυρίδων παρακολούθησε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στην Λευκάδα με δασκάλους τον Αθανάσιο Ψαλίδα, διευθυντή του Σχολείου της πόλεως και τον Vincenzo Nannoucci, υπομνηματιστή του Dante και συνθέτη τραγουδιών σέ λαϊκή γλώσσα. Το 1833 φοίτησε στο Νομικό Τμήμα της Ιονίου Ακαδημίας κι όταν αποφοίτησε μετέβη στην Ιταλία, όπου συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια της Μπολόνια και της Πίζας, στο οποίο αναγορεύθηκε διδάκτορας. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του ταξίδεψε σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Γερμανία, όπου στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης παρακολούθησε παραδόσεις του Hegel, από τον οποίο επηρεάστηκε, καθώς και στην Μεγάλη Βρετανία. Επέστρεψε στα Επτάνησα το 1845 και έμεινε στην Κέρκυρα, όπου κατέλαβε διάφορες θέσεις. Εντάχθηκε στην πολιτική παράταξη των μετριοπαθών Μεταρρυθμιστών, που υποστήριζαν τις απόψεις των Άγγλων, συνεργάστηκε με τα έντυπά τους «Το Μέλλον» του Ανδρέα Μουστοξύδη και «Πατρίς» του Βράιλα και στις εκλογές του 1845 υπέβαλε υποψηφιότητα και εξελέγη βουλευτής Λευκάδος στην πρώτη Βουλή των Επτανήσων, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 1850. Μετά τη διάλυση της Ιονίου Βουλής το 1851, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, στην Ιταλία, Λιβόρνο, Πίζα, Ρώμη, αλλά και στην Αθήνα, ενώ στη συνέχεια έφυγε ξανά για την Ευρώπη για νέες μελέτες και επέστρεψε το 1856, λόγω του θανάτου του πατέρα του. Το 1857 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με τη σύζυγό του Λουκία.

Ήταν υποστηρικτής της Ενώσεως των Επτανήσων με την Ελλάδα, όμως σε εύθετο χρόνο, καθώς υποστήριζε την άποψη ότι το νεοπαγές Ελληνικό Κράτος βρισκόταν ακόμα σε σημαντική πολιτική και πολιτιστική καθυστέρηση και η Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα θα συντελούσε στην πτώση του Επτανησιακού πολιτισμού. Το 1870 εγκατέλειψε την Λευκάδα και εγκαταστάθηκε στην έπαυλη του στο ιδιόκτητο κτήμα του στο Antignano κοντά στο Λιβόρνο απ' όπου κάνει συχνά ταξίδια ανάμεσα Λιβόρνο και Ταυρίνο, ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελβετία, όπου και πέθανε στην πόλη Zug στη διάρκεια ενός ταξιδιού του. Κατέλιπε την περιουσία του σε Κρητικά ιδρύματα και στην κοινότητα του Λιβόρνο.

Συγγραφικό έργο

Ο Ζαμπέλιος επιστρέφοντας από την Ευρώπη στα Επτάνησα και την Κέρκυρα δημοσίευσε το ποίημα

  • «Η ύστερη νυχτιά του καταδίκου», το 1845.

Γενικότερα, ο Ζαμπέλιος ασχολήθηκε με την συγγραφή μετά την εποχή της επιστροφής του στην Ελλάδα. Το έργο του κάλυπτε κυρίως ιστορικά θέματα, με υλικό που είχε συγκεντρώσει από τα ταξίδια του στην Ευρώπη αλλά και στην Τουρκία. Το 1852 δημοσίευσε έκδοση Ελληνικών δημοτικών τραγουδιών υπό τον τίτλο:

  • «Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος. Εκδοθέντα μετά μελέτης ιστορικής περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού», Εν Κερκύρα, Τυπογραφείον «Ερμής», 1852. Επανέκδοση υπό Βιβλιοπωλείου Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα, 1981.

Στην εκτενή εισαγωγή διατύπωσε την άποψη για την ενότητα του Ελληνισμού από την αρχαιότητα μέχρι την σύγχρονη εποχή και εισηγήθηκε την τριμερή διαίρεση της Ελληνικής ιστορίας σε αρχαία, μεσαιωνική και νέα, ενώ αναφέρει σημαντικά σοιχεία για την τύχη των μελών της οικογένειας των Παλαιολόγων [2] μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

Αποτέλεσμα του ενδιαφέροντός του για την Μεσαιωνική ιστορία ήταν και το επόμενο μεγάλο έργο του,

  • «Βυζαντιναί Μελέται. Περί πηγών Νεοελληνικής Εθνότητος από Η' άχρι Ι' εκατονταετηρίδος μ.Χ.», το 1857.
  • «Καθίδρυσις Πατριαρχείου εν Ρωσία», το 1859,

Τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε και με την λογοτεχνία, σε επίπεδο κριτικής, με το κείμενο

  • «Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ; Σκέψεις περί Ελληνικής ποιήσεως», το 1859, που αναφερόταν στην ποιητική του έργου του Διονυσίου Σολωμού, με αφορμή την έκδοση των «Ευρισκομένων» του Σολωμού από τον Ιάκωβο Πολυλά, υποστηρίζοντας τον ελεγειακό χαρακτήρα των έργων της ώριμης περιόδου του Σολωμού. Η άποψη του ανασκευάστηκε από τον Πολυλά στο φυλλάδιο «Πόθεν η μυστικοφοβία του κ.Σ.Ζαμπελίου», το οποίο κυκλοφόρησε το 1860 στην Κέρκυρα.
  • «Ιστορικά Σκηνογραφήματα», το 1860, με υποθέσεις από την ιστορία της Ενετοκρατίας στην Κρήτη, στο οποίο περιέγραψε αναλυτικά και με αντικειμενικότητα τα γεγονότα προ, κατά και μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας του Αγίου Τίτου,
  • «Ιταλλοελληνικά ήτοι κριτική πραγματεία περί των εν τοις αρχείοις Νεαπόλεως ανεκδότων ελλληνικών περγαμηνών», το 1864,
  • «Οι Κρητικοί Γάμοι. Ανέκδοτον επεισόδιον της Κρητικής Ιστορίας επί Βενετών», το 1871, με υποθέσεις από την ιστορία της Ενετοκρατίας στο νησί,
  • «Αναμνήσεις μιας μοναχής»,
  • «Parlers Grecs et Romans, leur point de contact préhistorique», το 1880, το πρώτο μέρος ενός ετυμολογικού Ελληνικού λεξικού που εκδόθηκε στο Παρίσι,
  • «Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου, Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης, συμπληρωθείσα υπό Ιωάννου Δ. Κονδυλάκη», το 1897.

Ο Ζαμπέλιος υπήρξε και σπουδαίος ιστορικός. Επηρρεασμένος από τον Μεσαιωνολόγο Ανδρέα Μουστοξύδη, και λόγω της μεγάλης του γλωσσομάθειας, μελέτησε μεσαιωνικά και γλωσσολογικά χειρόγραφα στις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες της Ευρώπης και της Τουρκίας. Αναζήτησε τις ρίζες του Νέου Ελληνισμού στους μέσους χρόνους, στο Βυζάντιο και προσπάθησε να αποκαταστήσει την ιστορική ενότητα του Έθνους. Με σπάνια διορατικότητα συνέλαβε και υπογράμμισε σωστά τη σημασία της Ελληνικής γλώσσας για την ιστορική συνέχιση του Έθνους. Πίστευε ότι ο Ελληνισμός παρ’ όλο που υποδουλώθηκε στους Οθωμανούς, διατηρείται και εκδηλώνεται μέσα από τα δημοτικά τραγούδια και τη δημοτική ποίηση. Τόνιζε ότι η γλώσσα είναι, «...το κεφαλαιότατον γνώρισμα του χριστιανικού ελληνισμού» το «Θειόχατον και δραστήριον όργανον οίου νουν ελληνικού μεγαλείου, απαραίτητον όργανον, χωρίς του οποίου όχι μόνον Ελληνισμός δεν εκλάμπει, αλλ’ ουδέ καν δύναται να υπάρξει σχεδόν «Η κοινή και καθομιλουμένη γλώσσα, ο άγραφος μεν, αλλ’ απαραβίαστος νόμος της επί τεσσαράκοντα περίπου αιώνας πολιτευθείσης ελληνικής φυλής είναι πραγματικώς το μόνον λείψανον της ναυαγησάσης αρχαιότητας, ημιν υπό των μέσων χρόνων μεταδοθέν, το μόνον έμβιον μνημόσυνον εν ευ συγκεφαλαιούται σχεδόν ο σύνολος βίος του γένους.»

Ο Ζαμπέλιος, ο δημιουργός του όρου Ιστοριονομία, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο υπήρξε «ο αρχιτέκτων» της ιστορικής ενότητας του Ελληνισμού, ο οραματιστής και πρωτοπόρος». «Μεγαλοφυέστατο ιστοριογράφο», τον χαρακτηρίζει ο Κ. Θ. Δημαράς που με τη σκέψη του προλείανε το έδαφος της «μεταπλάσεως» του Βυζαντινού Ελληνισμού σε Νεοελληνικό.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Ο Ιωάννης Ζαμπέλιος σπούδασε στην Ιταλία όπου είχε συναντήσει το Φώσκολο. Αργότερα στην Γαλλία συνάντησε τον Αδαμάντιο Κοραή με τον όποιο είχε διατηρήσει συνεχή επαφή. Ο Ιωάννης είναι συγγραφέας δώδεκα τραγωδιών με εθνικό περιεχόμενο που τις έστειλε χειρόγραφες στον Κοραή, με τις όποιες θέλει να εξάψει το πατριωτικό αίσθημα των Ελλήνων που ετοιμάζουν τη μεγάλη εθνική απελευθερωτική επανάσταση του 1821, στην οποία συμμετείχε ενεργά, καθώς ήδη από το 1817 αναδείχθηκε ως μέλος στη Φιλική Εταιρεία, όπου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, οργανώνοντας συναντήσεις Φιλικών στο σπίτι του. Ο Ιωάννης Ζαμπέλιος έγραψε και λυρική ποίηση στο γλωσσικό ιδίωμα του Κοραή. Όταν με διαταγή των Άγγλων, οι Λευκαδίτες υποχρεώθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους στην εισαγγελία, αμέσως μετά την κήρυξη της Επαναστάσεως του 1821, ο εισαγγελέας Ζαμπέλιος, σε συνεννόηση με τον βαρκάρη Αθηνιώτη, διοχέτευσε τα κατασχεμένα όπλα στην επαναστατημένη Ακαρνανία. Με την κήρυξη της επαναστάσεως εγκατέλειψε την Λευκάδα και πέρασε για μικρό χρονικό διάστημα στην Ακαρνανία και την Ήπειρο, για να συμμετάσχει στην Επανάσταση, όμως επέστρεψε στην Λευκάδα ύστερα από συμβουλή του Μάρκου Μπότσαρη.]
  2. Τι απέγιναν οι Παλαιολόγοι που επέζησαν της Άλωσης;