Δημήτριος Παπανικολάου

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μήτσος Παπανικολάου, Έλληνας παρακμιακός, ομοφυλόφιλος και εξαρτημένος, από ναρκωτικές ουσίες, ποιητής, μεταφραστής, κριτικός και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1900 στην Ύδρα και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1943 στο τμήμα τοξικομανών, του Δρομοκαΐτειου Θεραπευτήριου, στην περιοχή Χαϊδάρι στην Αθήνα, από ισχυρή δόση ναρκωτικών ουσιών.

Μήτσος Παπανικολάου
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1900
Τόπος: Ύδρα (Ελλάδα)
Θάνατος: 26 Οκτωβρίου 1943
Τόπος: Δρομοκαΐτειο Θεραπευτήριο,
Χαϊδάρι (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Ποιητής, μεταφραστής,
κριτικός, δημοσιογράφος.

Βιογραφία

Ο Δημήτρης έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη γενέτειρά του και σε παιδική ηλικία ταξίδεψε με την οικογένειά του στην Τύνιδα, τη Μάλτα, τη Νότιο Ιταλία και την Τριπολίτιδα, όμως στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο. Έγραψε το πρώτο του ποίημα το 1907, με θέμα το θάνατο του Αθανασίου Διάκου, στο εξώφυλλο του βιβλίου «Παύλος και Βιργινία», όμως επίσημα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1916, στη «Διάπλαση των Παίδων» του Γρηγορίου Ξενόπουλου με το ψευδώνυμο «Νικητής της Αύριον» και το ποίημα με τον τίτλο «Θύελλα», ενώ στη συνέχεια, δημοσίευσε στο περιοδικό «Οικογένεια» με το ψευδώνυμο «Ευπαλίνος» [1]. Το 1918 συνεργάστηκε και υπέγραψε για πρώτη φορά ως «Δημήτρης Παπανικολάου» ή με τη μορφή «Μήτσος Παπανικολάου» στα περιοδικά «Βωμός», «Μούσα» και «Νουμάς», ενώ δημοσίευσε επίσης στα περιοδικά «Νέα Γράμματα», «Σύγχρονη Σκέψη» του Σικάγου, συχνά με ψευδώνυμο. Την ίδια χρονική περίοδο γνωρίστηκε με τους Τέλλο Άγρα, Πέτρο Χάρη και Μιχαήλ Στασινόπουλο. Παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως δεν αποφοίτησε ποτέ, ενώ υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στηn Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή.

Διατέλεσε αρχισυντάκτης και διευθυντής στο περιοδικό «Παιδικός Αστήρ» του Γαλλικού Λυκείου Αθηνών, αρχισυντάκτης και διευθυντής στο περιοδικό «Μπουκέτο» του Χάρη Σταματίου, γνωστού ως Χάρη Επαχτίτη, από το 1924 έως το 1932 και ιδιοκτήτης του στη συνέχεια μέχρι το κλείσιμό του, την περίοδο της Κατοχής. Στη διάρκεια της παρουσίας του στα γράμματα συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά «Όρθρος», «Νεοελληνικά Γράμματα Κρήτης», «Αλεξανδρινή Τέχνη Αλεξανδρείας», «Διανοούμενος», «Νέα Εστία» και δημοσίευσε πέρα από τα ποιήματά του, ποιητικές μεταφράσεις, κριτικές μελέτες, άρθρα, κριτικές βιβλίων, ελάχιστα δικά του πεζογραφήματα και πολλές μεταφράσεις διηγημάτων ή μυθιστορημάτων. Μαζί με τους Τέλλο Άγρα και Ναπολέοντα Λαπαθιώτη συνεργάστηκε από το Φεβρουάριο έως τον Ιούνιο του 1925, με το περιοδικό «Διανόηση» και δημοσίευσαν μια σειρά δοκιμίων.

Με την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου και στη συνέχεια την Κατοχή και τη φτώχεια που ακολούθησε, προκειμένου να ικανοποιεί το πάθος που του προκαλούσε η εξάρτηση του από τις ναρκωτικές ουσίες [2], αναγκάστηκε να ξεπουλήσει τα βιβλία του και εγκαταστάθηκε σε ένα φτωχό δωμάτιο στην Κοκκινιά, μαζί με τη μητέρα του. Το πεζοτράγουδο «Ο δρόμος της θάλασσας», που δημοσιεύθηκε το 1942 [3], είχε ήδη εισαχθεί για πρώτη φορά στο τμήμα τοξικομανών του Δρομοκαΐτειου Θεραπευτηρίου, προσπαθώντας να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά, στο περιοδικό «Νέα Εστία», είναι το τελευταίο καταγραμμένο έργο του.

Η σχέση με το Λαπαθιώτη

Με στολή χωροφύλακα

Ο Παπανικολάου μαζί με το Ναπολέοντα Λαπαθιώτη έχουν καταγραφεί στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας ως οι «παρακμίες», [decadents] και «καταραμένοι», [maudits], ποιητές του Μεσοπολέμου. Εκτός από την ομοφυλοφιλία, κοινό στοιχείο που τους συνέδεε ήταν, επίσης, η χρήση χασίς και ηρωίνης, ενώ στην παρέα τους συμμετείχε και ο Γιώργος Περαστικός, που κι αυτός μοιράζονταν μαζί τους το πάθος της εξαρτήσεως από ναρκωτικές ουσίες. Σύμφωνα με τον Τάσο Κόρφη, η φιλία του με το Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που διαταράχθηκε και αποστασιοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια πριν το θάνατό τους, άρχισε τα τελευταία χρόνια της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα και ως ντοκουμέντο της φιλίας τους θεωρεί μια καρτ-ποστάλ ενός νεαρού Άραβα που το 1921 του έστειλε ο Παπανικολάου, ενώ οι δυο τους είχαν νυκτόβιο και έντονο ζωής, αρχικά με τον ομοφυλόφιλο έρωτα και στη συνέχεια με τα ναρκωτικά.

Το 1928 αφιέρωσε ένα ποίημα του στο Λαπαθιώτη, το οποίο έγραψε σε μία από τις πρώτες σελίδες ενός βιβλίου που του χάρισε ένα σονέτο, στα γαλλικά. [4] Ο Παπανικολάου διαφοροποιήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφοντας ποιήματα σε ελεύθερο στίχο και επαινετικές κριτικές για συλλογές ποιημάτων μοντέρνας τεχνοτροπίας, γεγόνότα που εξόργισαν τον Λαπαθιώτη. Στη συνέχεια η κριτική που έγραψε ο Παπανικολάου για τη μοναδική συλλογή ποιημάτων, που εκδόθηκε από τον Λαπαθιώτη το 1939, εξέφραζε αμφιβολίες για την αξία του ποιητικού του έργου.

Κριτική

Ο Γιώργος Κοτζιούλας, σε κείμενο του που γράφηκε το 1947 και δημοσιεύτηκε στην «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» του 1953, αναφέρεται [5] στον Παπανικολάου «...Είχε μέτριο ανάστημα και μεγάλο κεφάλι με πρόσωπο λίγο μελαψό και μάτια προς το σκούρο. ...[...]... Το σύνολό του είχε κάτι το βαρύ, το αρρενωπό· φαινόταν με το παραπάνω πως είχε προγόνους Υδραίους, «αρβανίτες». Από που όμως ξεφύτρωσε εκείνο το βίτσιο του, η αρχή του κακού, η αιτία του ξεπεσμού του; ...[...]... Ποτέ δεν είδα να τον επισκέπτονται γυναίκες στο γραφείο του, γιατί δεν είχαν βέβαια κανένα λόγο κοντά του. Απεναντίας κάτι ύποπτοι τύποι με τραγιάσκες και ριγωτές φανέλες ξεπρόβαλλαν όχι σπάνια στο στενό της οδού Λέκκα και τον φώναζαν με νοήματα και «πσσστ!» Ο Μήτσος έβγαινε αμέσως να τους δει, όχι και τόσο ντροπιασμένος όσο θα περίμενε κανείς...[...]...» .

Ο Άρης Δικταίος επιμελητής της έκδοσης των ποιημάτων του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, το 1964, περιγράφει την πρώτη συνάντησή του με τον Παπανικολάου, το φθινόπωρο του 1938, στο εστιατόριο «Ελληνικόν» στη γωνία των οδών Δώρου και Σατωβριάνδου, στην Ομόνοια, «...Ένας από τους πιο δυσειδείς ανθρώπους που είδα στη ζωή μου: Κοντόπαχος, μαυριδερός χαλκοπράσινος, με μια σειρά, ή κάμποσα μόνο, χρυσά δόντια, που τον ασκήμιζαν περισσότερο μόλις άνοιγε το στόμα του, ...{...}... μιλώντας ακούραστα, το πιο πολύ για να κακολογήσει, να ειρωνευτεί –από τους πιο χολερικούς, τους πιο ζοχαδιακούς ανθρώπους που συνάντησα. Η ευγένειά του, ...{...}... ερχότανε σε μεγάλη αντίθεση με την κακία του...».

Εργογραφία

Το ποιητικό έργο του Παπανικολάου περιορίζεται σε 50 περίπου ποιήματα γεμάτα νοσταλγία για τα νεανικά του χρόνια, γραμμένα με τη τεχνοτροπία του νεορομαντισμού και του συμβολισμού, της οποίας υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους, μαζί με τους Κώστα Καρυωτάκη, Μαρία Πολυδούρη, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και Τέλλο Άγρα, . Δέχτηκε έντονες επιρροές από το Βέλγο Βεράρεν, [Verhaeren], και Maeterlinck. Τα ποιήματά του εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε τόμο το 1966 και επανεκδόθηκαν το 1979 με τον τίτλο

  • «Ποιήματα», από τις εκδόσεις «Πρόσπερος», με εισαγωγή και επιμέλεια του ποιητή Τάσου Κόρφη.

Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, δημοσιεύοντας μεταφράσεις Γάλλων ποιητών, όπως των Πωλ Βαλερύ, Μπωντλαίρ, Μιλόζ, ο εξόριστος στη Γαλλία, Λιθουανός ποιητής, αποτέλεσε το ίνδαλμα του και του αφιέρωσε μεγάλο άρθρο στα «Νεοελληνικά Γράμματα», μετέφρασε πολλά ποιήματά του, μεταξύ τους και τις «Συμφωνίες», ενώ θρήνησε στο θάνατο του, Βερλαίν και Απολλιναίρ καθώς και ποιητικές κριτικές, για σχεδόν όλους τους ποιητές της εποχής του, μεταξύ τους ο Οδυσσέας Ελύτης [6], από τις στήλες της εφημερίδας «Νέα Εστία», κατά τη διετία 1939-1941 και στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα». Το έργο του χαρακτηρίζεται από ψυχική κόπωση [7] και απιστία στη ζωή, ενώ είναι είναι επηρεασμένο από το συμβολισμό και από είναι διάχυτη η έντονη απογοήτευση για μια χαμένη ευτυχία, χωρίς ελπίδα επιστροφής.

Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, μελοποιήθηκαν με επιτυχία τα ποιήματά του

  • «Μέσα στη βουή του δρόμου» το 2002,
  • «Καραβάκι», [«Βραδινοί Θάνατοι»], το 2002,
  • «Χειμώνας» το 2004 και
  • «Ώρες» το 2007.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Μήτσος Παπανικολάου Το σύνολο του ποιητικού του έργου
  2. Canavaccio, Κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης
  3. [ Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 31ο, σελίδα 129η.]
  4. [«Sonnet»/ «Του πόθου πηγές μια νιότη γυμνή,/ του δρόμου το θέλγητρο προς τ’ άγνωστο πάντα, /μαδημένα τριαντάφυλλα στης αγάπης το διάβα /κι αγάπες βρεγμένες με δάκρυα πάντα. /Ταξιδιώτες καταδιωγμένοι, Ναπολέων, είμαστε τάχα; /Ω, άλλο δεν είμαστε μονάχα άνθρωποι, απλούστατα,/ που δεν τους μένει παρά ύστατη προσπάθεια, /εδώ κάτου, του έρωτα η επιδίωξη ή του θανάτου.»]
  5. Ο Γιώργος Κοτζιούλας θυμάται έναν ποιητή του σκιόφωτος
  6. Ο Ποιητής Οδυσσέας Ελύτης Περιοδικό «Πλανόδιον», τεύχος 39ο, σελίδα 567η.
  7. Ποιητής!...Δηλαδή σκατά!.. Περιοδικό «Πλανόδιον», τεύχος 41ο, σελίδα 119η.
  8. Domenica-Μια rock μπάντα με metal καταβολές {«...Μια Κυριακή μεσημέρι σε κάποιο παλαιό βιβλιοπωλείο στο Μοναστηράκι ο Δημήτρης Κανελλόπουλος ανακάλυψε αυτούς τους ποιητές. Τους αγαπήσαμε μέσα από τα ποιήματα τους, που τόσο επίκαιρα διαβάζονται ως και σήμερα, και έχουμε μελοποιήσει αρκετά από αυτά.»} Απόσπασμα από συνέντευξη των μελών του μουσικού συγκροτήματος «Domenica»