Ναπολέων Λαπαθιώτης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ναπολέοντας Λαπαθιώτης, Έλληνας παρακμιακός, ομοφυλόφιλος και εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες -κυρίως από την ηρωίνη- λυρικός ποιητής, γεννήθηκε ξημερώματα της 31ης Οκτωβρίου 1888 σ' ένα γωνιακό σπίτι της οδού Ευριπίδου 7, στην περιοχή της πλατείας Αγίων Θεοδώρων στην Αθήνα και αυτοκτόνησε με βολή στην καρδιά του, τη νύχτα της 7ης προς 8η Ιανουαρίου 1944 με πυροβόλο όπλο, στο πατρικό του σπίτι στην οδό Κουντουριώτου 23 & Οικονόμου πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο [1], και κάτω από το λόφο του Στρέφη, στην Αθηναϊκή συνοικία των Εξαρχείων. Η κηδεία του έγινε στο Μητροπολιτικό ναό Αθηνών και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο [2] στις 11 Ιανουαρίου, ύστερα από παραμονή τριών ημερών στο νεκροτομείο.

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 31 Οκτωβρίου 1888
Τόπος: Αθήνα (Ελλάδα)
Θάνατος: 8η Ιανουαρίου 1944
Τόπος: Αθήνα
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Λογοτέχνης, Λυρικός ποιητής

Βιογραφία

Ο Ναπολέων ήταν μοναχοπαίδι μεγαλοαστικής οικογένειας καθώς οι Λαπαθιώτηδες ήταν πλούσιοι και αριστοκράτες. Πατέρας του ήταν Λεωνίδας Λαπαθιώτης που πέθανε το 1940, αντιστράτηγος του ελληνικού στρατού με καταγωγή από την Λάπηθο της Κύπρου με συμμετοχή στο κίνημα στου Γουδή, ο οποίος διατέλεσε βουλευτής την περίοδο 1903 έως το 1905 και υπουργός Στρατιωτικών το 1909, στην κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Ο πατέρας Λαπαθιώτης ως μαθηματικός δίδαξε στο Πολυτεχνείο, στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και διατέλεσε προσωπάρχης του Υπουργείου Στρατιωτικών και Υπουργός των Στρατιωτικών του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Έκτοτε παρέμεινε βενιζελικός και το 1916 έλαβε μέρος στο Κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη. Η μητέρα του Ναπολέοντα, η οποία πέθανε το 1940, ήταν η πλούσια και όμορφη Βασιλική Παπαδοπούλου, υδραίικης καταγωγής γεννημένη στο Μεσολόγγι, εγγονή του ναύαρχου Γιάννη Ραζηκότσικα και δευτερανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη, στο σπίτι του οποίου έζησε από μικρή.

Σπουδές

Το 1895 η οικογένεια Λαπαθιώτη εγκαταστάθηκε σε σπίτι κοντά στο κέντρο της Αθήνας, όπου ο Ναπολέων διδάχθηκε από την ελληνοϊταλίδα Χοϊδά, τα μαθήματα της Α' τάξεως του Δημοτικού καθώς και γαλλικά. Το 1896 με την οικογένειά του, μετακόμισε στο Ναύπλιο για χρονικό διάστημα έξι μηνών, όμως το 1897 με την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου όταν ο πατέρας του έφυγε στο μέτωπο στην Ήπειρο, εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στο νέο τους σπίτι στην οδό Ζωοδόχου Πηγής 55, στην Αθήνα. Τον ίδιο χρόνο, μαζί με τη μητέρα του ταξίδεψε και όλο το καλοκαίρι καθώς και μέρος του Φθινοπώρου, έμειναν στο Αγρίνιο, όπου βρίσκονταν ο πατέρας του, επειδή «....εκεί είχαν συγκε­ντρωθεί τα στρατεύματα μας κατεβαίνοντας από την Ήπειρο».

Συνέχισε να παρακολουθεί τα μαθήματα του Δημοτικού κατ' οίκον, έμαθε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, ενώ παρακολούθησε μαθήματα πιάνου και ζωγραφικής. Το 1899 γράφτηκε στο «Εθνικό Λύκειο», όπου γνωρίστηκε με το Σπύρο Τρικούπη και συνδέθηκαν με φιλική σχέση, ενώ το 1901 άλλαξε σχολείο και γράφηκε στο Λύκειο Δελλίου, όμως παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα πιάνου με την Αθηνά Σερεμέτη. Το 1903, εξαιτίας της υποψηφιότητας και εκλο­γής του πατέρα του ως βουλευτή, συμμετείχε στην περιοδεία της οικογένειας του στον Τύρναβο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1905, και παρ' ότι τo 1909 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, δεν άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα, ενώ τον ίδιο χρόνο κατατάχθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Εκείνη την εποχή κι ως το 1910 διατηρούσε ερωτική σχέση με τον Εμμανουήλ Κορτέση, έναν νεαρό από την Ίο, περίπου ως το 1910, δηλαδή σε ηλικία 18-22 χρονών. Ο Λαπαθιώτης αφιέρωσε στον Κορτέση ένα ποίημα με διπλή, πλεχτή ακροστιχίδα, στην οποία οι μονοί στίχοι σχηματίζουν το όνομα ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ και οι ζυγοί το επώνυμο ΚΟΡΤΕΣΗΣ. Το μεγάλο πάθος του Λαπαθιώτη ήταν ο Κώστας Γκίκας από το Μενίδι με τον οποίο συνδέονταν ίσως από το 1925 και έως τουλάχιστον το 1937. Το 1928 ο Λαπαθιώτης έγραψε ποίημα που η ακροστιχίδα του σχηματίζει το ονοματεπώνυμο του εραστή του.

Κοινωνική ζωή

Ως μαθητής ο Λαπαθιώτης έγραφε και κυκλοφορούσε πολυγραφημένες εφημερίδες, όπως το «Ωχρόν Λυκόφως», τη «Μελέτη» και το «Πάρθιον Βέλος», με ένα κύριο άρθρο και αρκετά αινίγματα. Συμμετείχε, όπως και ο πατέρας του, στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας που ξέσπασε στις 17 Αυγούστου 1916 στη Θεσσαλονίκη και στις 20 Αυγούστου 1916, δημοσίευσε στο περιοδικό «Νουμάς» το ποίημα «Κραυγή», ένα απροκάλυπτα γαλλόφιλο σονέτο. Την Άνοιξη του 1914 δημοσίευσε το «Μανιφέστο», με το οποίο επιτέθηκε στους παλιότερους καλλιτέχνες και συγγραφείς, ζητώντας από νεότερους να συνεργαστούν στο «...γκρέμνισμα των Ψεύτικων Ειδώλων που κυριαρχούν». Σε δημοσίευμα της η εφημερίδα «Νέα Ελλάς», στις 30 Μαΐου 1914, κάνει αναφορά σε σχέση του ποιητή με τη χρήση χασίς, τρία χρόνια πριν το ταξίδι του στην Αίγυπτο, όπου όπως γράφει επισκέφθηκε «....ένα αυθεντικό αράπικο χασισοποτείο, εξαιρετικού ενδιαφέροντος», καθώς το χασίς ήδη από το 1880 ήταν γνωστό στην Ελλάδα.

Υπηρέτησε στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, ενώ τα Χριστούγεννα του 1916, ως μεταφραστής και ιδιαίτερος γραμματέας του πατέρα του ταξίδεψε και έζησε στην Αίγυπτο, με στόχο να αντλήσουν οικονομική ενίσχυση και να στρατολογήσουν εθελοντές από τις ελληνικές παροικίες. Στην Αλεξάνδρεια γνωρίστηκε με τον Κωνσταντίνο Καβάφη και σύμφωνα με μαρτυρία του [3] επισκέφθηκε για πρώτη φορά χασισοποτείο. Στις 10 / 23 Ιουνίου 1917 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον πατέρα του, μετά από παραμονή περίπου πέντε μηνών, στην Αίγυπτο και τα επόμενα τρία χρόνια υπηρέτησε στην επιτελική υπηρεσία του Στρατού.

Η γνωριμία του με τον Καβάφη αποτέλεσε την αρχή μιας μακρόχρονης αλληλογραφίας και φιλίας μεταξύ τους. Τα χρόνια που ακολούθησαν στήριξε τον Αλεξανδρινό ποιητή στη φιλολογική του διαμάχη με τον Κωστή Παλαμά, πήρε μέρος το 1924, στην ομάδα των «Φίλων του Καβάφη», προσυπέγραψε διαμαρτυρία διανοουμένων υπέρ του, και τον υποστήριξε με άρθρα του στις εφημερίδες και τα περιοδικά, ενώ πρωτοστάτησε στην έκδοση του αφιερώματος για τον τον Καβάφη, από το περιοδικό «Νέα Τέχνη». Γνωστή επίσης είναι και η διαμάχη του με τον Μίτια Καραγάτση, ο οποίος εξηγώντας γιατί επέλεξε να γράφει με με ψευδώνυμο και όχι με το οικογενειακό του όνομα, είπε ότι αναγκάστηκε να αλλάξει επώνυμο επειδή ο πατέρας του φοβόταν ότι, εάν το παιδί του γινόταν συγγραφέας, κινδύνευε να γίνει όπως ο γιος ενός φίλου του, στρατηγού, που ήταν «αιρετικός σε άλλες κοινωνικές του εκδηλώσεις». Το σχόλιο αυτό ενόχλησε τον Λαπαθιώτη που κατηγόρησε τον Kαραγάτση για παραποίηση των γεγονότων με σκοπό την αυτοπροβολή [4]. Ακόμη βιαιότερη ήταν η αντιπαράθεσή του με τον κριτικό Σπύρο Μελά, καθώς με τον χρονογράφο Γιώργο Τσοκόπουλο, με αφορμή το ποιητικό του έργο «Κι έπινα μέσ’ από τα χείλια σου..» [5].

Ήταν διακηρυγμένος ομοφυλόφιλος [6] , ζητούσε την αποκαθήλωση του λογοτεχνικού κατεστημένου της εποχής του [7] και αποκαλούσε τον Οδυσσέα Ελύτη «θρασύ αριβίστα», και από μια περίοδο της ζωής του ζούσε μόνο τη νύχτα, σε βαθμό που να τον αποκαλούν «νυχτερίδα». Είχε χαρακτήρα συναισθηματικό και απόκοσμο, και πρότυπό του ήταν ο Όσκαρ Ουάιλντ, τον οποίο προσπαθούσε να μιμηθεί και στην ποίηση και στη ζωή. Η ψυχική του διάθεση επιδεινώθηκε με το θάνατο του πατέρα του, ενώ ο εθισμός και η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά [8], όπως και οι φίλοι του, ο ποιητής Μήτσος Παπανικολάου και ο Γιώργος Περαστικός, και οι ψυχοσωματικές ανωμαλίες που τον οδήγησαν στην οικονομική καταστροφή.

Το τέλος του

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Λίγο καιρό πριν την αυτοκτονία του, ο Λαπαθιώτης χάρισε τα όπλα του πατέρα του στις κομμουνισυμμορίες του ΕΛΑΣ Εξαρχείων και κράτησε ένα μικρό γυναικείο περίστροφο με το οποίο αυτοπυροβολήθηκε στην καρδιά, στον πρώτο όροφο στο σπίτι της οδού Κουντουριώτη 23, όπου κατοικούσε. Αυτοκτόνησε [9] καθώς οι εξαρτήσεις του τον ανάγκασαν να εκποιήσει το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων, και σχεδόν το σύνολο των βιβλίων της πλούσιας βιβλιοθήκης του. Τη σορό του βρήκε την επόμενη ημέρα το πρωί ο φίλος του Ν. Χριστοδούλου ενώ προκειμένου να εξοικονομηθούν τα χρήματα της κηδείας του έγινε έρανος μεταξύ των φίλων του. Σύμφωνα με δική του επιθυμία, έμεινε άταφος επί τρεις ημέρες, για το φόβο της νεκροφάνειας, που -σε νεαρή ηλικία- είχε συμβεί στη μητέρα του.

Την επομένη του θανάτου του, ο Παύλος Παλαιολόγος έγραψε [10] στα «Αθηναϊκά Νέα», «Ο θάνατος του ποιητού Ναπολέοντα Λαπαθιώτη είναι ένα κτύπημα που δέχεται η ελληνική κοινωνία. Δεν μπορεί να υπερηφανευθή ένας τόπος όπου τα καλλιεργημένα του πνεύματα φθάνουν στον θάνατο από ένδειαν, ενώ τα κατακάθια του τα ύποπτα και γλοιώδη υποκείμενα ανεβαίνουν στην επιφάνεια και χαίρονται τα αγαθά της ζωής. Τη στιγμή που οι «μαύροι» σχηματίζουν τα δισεκατομμύρια τους, ο Λαπαθιώτης για να ζήση πουλούσε το σπίτι του, πουλούσε το κτήμα του στην Πάτρα. Και τελευταία προσφορά στο βωμό της ανάγκης, παρέδωσε στην αγορά το πολυτιμότερο για έναν πνευματικό άνθρωπο αγαθό: Την βιβλιοθήκη του»! Ο Λαπαθιώτης απασχόλησε έντονα την κοινωνία της εποχής του κυρίως με τις πολιτικές του απόψεις, καθώς ήταν φανατικός στρατευμένος αριστερός και δημοσίευσε στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», στις 3 Φεβρουαρίου 1938, το ποίημα «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλετάριου», τις αντιλήψεις του περί της Θρησκείας, είχε ζητήσει με επιστολή του στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο [Παπαδόπουλο], να τον διαγράψει από το ποίμνιο της Εκκλησίας, τις ερωτικές του ιδιαιτερότητες, ήταν ομοφυλόφιλος [11], και την εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες, που όλα αυτά αποτελούσαν θέματα συζητήσεων.

Ποιητικό έργο

Αφοσιώθηκε από νωρίς στη μουσική, στη ζωγραφική και τελικά στην ποίηση, έγραψε τους πρώτους του στίχους σε ηλικία 12 ετών. Το 1897 πρωτοεμφανίστηκε στο περιοδικό «Διάπλαση των παίδων» με το ψευδώνυμο «Αιθήρ», ενώ αργότερα χρησιμοποίησε στο ίδιο περιοδικό και το «Όψιμος Κρίνος». Στις 22 Φεβρουαρίου 1905 εμφανίστηκε επίσημα και δημοσίευσε το ποίημα «Έκσταση», ενώ στις 3 Απριλίου 1905 «Το παράπονο του τραγουδιστή» στο περιοδικό «Νουμάς» και στις 30 Νοεμβρίου δημοσίευσε στο περιοδικό «Παναθήναια», το ποίημα «Αγάπης πόθοι», όμως παράλληλα δημοσίευσε ποιήματα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά καθώς και σε εφημερίδες. Το 1907 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ποιητικού περιοδικού «Ηγησώ», στα δέκα συνολικά τεύχη του οποίου από το Μάιο του 1907 έως το Φεβρουάριο του 1908 που έκλεισε, δημοσίευσε δεκαέξι ποιήματα.

Τον ίδιο χρόνο άρχισε τη λογοτεχνική και δημοσιογραφική συνεργασία του με την εφημερίδα «Εσπερινή» και το περιοδικό «Ελλάς» του Σ.Ποταμιάνου, ενώ γνωρίστηκε με το Κωνσταντίνο Χρηστομάνο και τον Άγγελο Σικελιανό. Από το 1909 έως το 1910 συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Δάφνη», «Ανεμώνη» και «Ποιητική έκδοση», το 1924 με την εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα», το 1925 με το περιοδικό «Η Διάπλασις των παίδων», το 1931 με το περιοδικό «Μπουκέτο», στο οποίο δημοσίευσε [12] 61 ποιήματα, 52 διηγήματα και 18 πεζοτράγουδα, το 1933 με τη «Νέα Εστία», όπου δημοσίευσε μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού του έργου και το 1939 και 1940 κράτησε την στήλη της κριτικής του βιβλίου, το 1938 την «Πνευματική Ζωή» και το 1940 με τα «Νεοελληνικά γράμματα». Υπάρχουν επίσης καταγραμμένες δύο συνεντεύξεις του, η πρώτη στον Κωστή Μπαστιά, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εβδομάς» στις 4 Απριλίου 1931, και η δεύτερη στον επιστήθιο φίλο του Γιώργο Περαστικό, στις 9 Απριλίου 1938, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα», και περιλαμβάνεται σε αυτόγραφο το ποίημα «Επεισόδιο», το οποίο ενόχλησε τη λογοκρισία του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, που διεύθυνε ο φίλος του Τάκης Μπαρλάς, στον οποίο στις 27 Απριλίου 1938, απέστειλε επανορθωτική επιστολή [13].

Στη διάρκεια ποιητικής του διαδρομής απασχόλησε με συχνά σκάνδαλα τους λογοτεχνικούς και κοινωνικούς κύκλους, όπως το 1910 με το περιοδικό «Ανεμώνη», που δημοσιεύτηκε το ποίημα «Κι έπινα μες από τα χείλη σου», το 1912 με τη δημοσίευση του ποιήματος «Stabat mater dolorosa» στο περιοδικό «Νουμάς» και το 1938 με τη δημοσίευση του ποιήματος «Επεισόδιο» στα «Νεοελληνικά Γράμματα». Σύμφωνα με το μελετητή και εκδότη του έργου του Άρη Δικταίο, «…Ο Λαπαθιώτης, ο λεπταίσθητος ποιητής, μετατρέπεται σε άνθρωπο της λαχαναγοράς, σε πίθηκο των καταγωγίων, σε υμνητή λουλάδων και ντεκέδων, σε εφιαλτικό πλάσμα ζωολογικού κήπου…».

Εργογραφία

Το μοναδικό συγκροτημένο σε τόμο έργο του είναι τα

  • «Ποιήματα» το 1939, ενώ πολλές μελέτες και ποιήματα πρωτότυπα και μεταφρασμένα παρέμειναν σκόρπια σε περιοδικά και εφημερίδες.

Έγραψε επίσης

  • «Οι Περιπέτειες του Κονστάν Λαβρέτ» ημιτελές πρωτόλειο μυθιστόρημα,
  • «Νέρων ο Τύραννος», το 1901 θεατρικό παιδικό έργο, που τυπώθηκε με έξοδα του πατέρα του,
  • «Μανιφέστο» [14], άρθρο στο περιοδικό «Νουμάς» στις 19 Απριλίου 1914,
  • «Ο Δημοφών κι ο θάνατος», από το: «Οι νέοι διηγηματογράφοι», Επιμέλεια: Α. Δ. Παπαδήμα, Εκδοτικός οίκος «Αθηνά» Αρ. Ι. Ράλλη, Ευριπίδου 6, Αθήναι 1923,
  • «Η Ζωή μου», ημιτελής αυτοβιογραφία που καλύπτει τα χρόνια έως το 1917 και δημοσιεύτηκε το 1940 σε συνέχειες στο περιοδικό «Μπουκέτο»,
  • Τα ευρισκόμενα Ν. Λαπαθιώτη το 1964.

Τα περισσότερα έμμετρα ποιηματά του έχουν γραφεί σαν τραγούδια και συνοδεύονταν από τη μουσική τους, όμως οι παρτιτούρες του χάθηκαν. Η μουσικολόγος Σοφία Σπανούδη που μελέτησε το υλικό το 1945, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι άφησε 154 συνθέσεις, 30 ελεγείες, 17 επικήδεια μαρς, 10 ντε προφούντις, 7 τριλογίες, 3 συμφωνικές μικρές σουίτες, 1 πένθιμο εμβατήριο στον θάνατο μικρού πουλιού, 3 πένθιμα μυκηναϊκά εμβατήρια, καθώς και μερικά θούρια-της δημοκρατίας, του εργάτη, της κόκκινης παντιέρας, αντιπολεμικό- ταγκό, βαλς, βαρκαρόλες, σερενάτες και άλλα [15].

Έχουν εντοπισθεί διάσπαρτα [16], σχεδόν 100 διηγήματα, που γράφηκαν από το 1908 έως το 1923 και δημοσιεύθηκαν στα «Παναθήναια» του Κίμωνα Μιχαηλίδη, στο περιοδικό «Ελλάς», στη «Διάπλασι των παίδων», αλλά και σε περιοδικά του Μεσοπολέμου με ιδεολογικό προσανατολισμό, όπως οι αριστεροί «Νέοι Βωμοί».

Πολλά από τα ποιητικά του έργα μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν [17] από γνωστούς Έλληνες καλλιτέχνες. Έμμεσα αναφέρεται στο Λαπαθιώτη, η μικρού μήκους ταινία του 1981, «Στην αναπαυτική μεριά», ενώ η ζωή του έγινε πηγή εμπνεύσεως για τον σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη, ο οποίος το 1982, του αφιέρωσε ένα επεισόδιο στη σειρά της κρατικής τηλεόρασης «Οι ποιητές μας». Ο ίδιος το 1984 κινηματογράφησε τη μήκους ταινία «Μετέωρο και σκιά» [18], για τη ζωή και το έργο του ποιητή, που το 1985, βραβεύτηκε με 4 κρατικά βραβεία.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Βιβλιογραφία

  • «Ναπολέων Λαπαθιώτης: Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του» το 1985, εκδόσεις «Πρόσπερος», Τάσος Κόρφης.
  • «Ναπολέων Λαπαθιώτης: Ο λογοτέχνης με το πικρό χαμόγελο» το 1986, εκδόσεις «Φιλιππότη», στο βιβλίο «Αυτοί οι ωραίοι τρελοί», μυθιστορηματική βιογραφία του Γιάννη Καιροφύλλα.
  • «Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες» το 2011 εκδόσεις «Ερατώ», περιλαμβάνει τριάντα από τα διάσπαρτα διηγήματά του.

Παραπομπές

  1. Ιδιώτες αποκαθιστούν την οικία Λαπαθιώτη Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 27 Μαρτίου 2007
  2. Ο θάνατος, η κηδεία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη
  3. [«...{..}… Σ’ αυτές μου τις νυχτερινές περιπλανήσεις, τις ανερμάτιστες, γνώρισα και συνδέθηκα και με μερικούς ιθαγενείς: με τον Χουσεΐν, ένα Σουδανό, που ήταν ακόλουθος κάποιου Εγγλέζου αξιωματικού, και που φορούσε κι ο ίδιος μια στολή χακί, με φέσι, με τον Μοχάμεντ και τον μικρότερο αδελφό του Άλη και μ’ άλλους. ..{…}… τα δυο αδέλφια, μ’ οδήγησαν μια νύχτα με τ’ αμάξι έξω από την πόλη, σ’ ένα αυθεντικό αράπικο χασισοποτείο, εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όπου και παρακολούθησα, απάνω στα ντιβάνια, το κλασικό κάπνισμα του απαγορευμένου “παυσώδυνου”, μέσα στην υποβλητικότατη ατμόσφαιρα των “τεχνητών” γήινων “παραδείσων”. Άλλη βραδιά μ’ οδήγησαν, όχι μέσα βέβαια -γιατί αυτό ήταν απολύτως ακατόρθωτο- αλλά στα γύρω ενός θρησκευτικού “τεκέ”, απ’ όπου ανέβαιναν στη σιωπή της νύχτας μονότονες, θρηνώδεις κι ατελεύτητες οι ψαλμωδίες των οιστρηλατημένων «ντερβισάδων». ...{...}... Οι Ρωμιοί με πήγαιναν στου «Γκρόππι» και στου «Αθηναίου» και στις παριζιάνικες «revues», σε συγκεντρώσεις κοσμικές, κοσμοπολίτικες, και σ’ ανιαρότατα κι ανόητα θεάματα...»] Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Η Ζωή μου»
  4. O τελευταίος «αμαρτωλός» Εφημερίδα «Έθνος»
  5. Κι έπινα μέσ’ από τα χείλια σου…
  6. [«...Στα παιδικά μου χρόνια είχα κάποιες έντονες συμπάθειες (προς το θήλυ), αλλά στην ακαθόριστη εκείνη ηλικία, τη μεταβατική, συμβαί­νουν τέτοιες προσωρινές διαστροφές...».] Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Η Ζωή μου»
  7. Εφημερίδα «Έθνος»
  8. Canavaccio, Κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης
  9. [«Ευρέθη νεκρός ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης», Εφημερίδα «Ακρόπολις», Κυριακή 9 Ιανουαρίου 1944, σελίδα 1η.]
  10. [Ναπολέων Λαπαθιώτης: Ο ποιητής που πέθανε απ’ την πείνα στη διάρκεια της κατοχής-Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης] Πηγή: Εφημερίδα «Real News», Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011.
  11. Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944). Αφιέρωμα
  12. Ναπολέων Λαπαθιώτης, ποητής και πεζογράφος Λουκία Στέφου
  13. Επιστολή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη
  14. Μανιφέστο
  15. Μεθύστε με Λαπαθιώτη Συζήτηση του Χρήστου Κανελλόπουλου και της Μαρίας Τοπάλη για λογαριασμό του poeticanet.
  16. Ο νεανικός Λαπαθιώτης Εφημερίδα «Το Βήμα»
  17. Ναπολέων Λαπαθιώτης
  18. «Μετέωρο και σκιά», «Meteor and Shadow» Τάκης Σπετσιώτης