Μαρία Κάλλας

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Καικιλία Σοφία Άννα Μαρία Καλογεροπούλου, Ελληνίδα διάσημη λυρική υψίφωνος γνωστή ως Μαρία Κάλλας, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1923 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και πέθανε από καρδιακή ανακοπή, σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, στο Παρίσι.
Μαρία Κάλλας

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Καταγωγή

Το πραγματικό επώνυμο της ήταν Ανδρινοπούλου και μακρινός της πρόγονος ήταν ο Καλόγερος Ανδρινόπουλος, ο οποίος έδρασε ως στρατιώτης στην Επανάσταση του 1821 και για την προσφορά του έλαβε το 1844, [1], από την πολιτεία τιμητικό δίπλωμα και σιδερένιο Αριστείο Ανδρείας. Από την περιοχή Λάκκα Σούλι της Ηπείρου πριν το 1700, μέλη της μετανάστευσαν στο χωριό Καλογερέσι της Τριπύλας και μετά στο κοντινό χωριό Λαντζουνάτου. Ο Καλόγερος Ανδρινόπουλος, εγκαταστάθηκε σώγαμπρος στο χωριό Μπέτση, το οποίο δεν υπάρχει πλέον, στη βορειοανατολική πλευρά του βουνού του Βουλκάνου, στην Ιθώμη Μεσσηνίας και εκεί γεννήθηκαν δύο από τα παιδιά του ο Γεώργιος και ο Βασίλειος. Την 1η Ιανουαρίου 1862 οι κάτοικοι του χωριού μεταξύ των οποίων κι ο Καλόγερος Ανδρινόπουλος, ίδρυσαν ενάμισυ χιλιόμετρο δυτικά του Μελιγαλά Μεσσηνίας και δίπλα στη γέφυρα της Μαυροζούμαινας, το χωριό Νεοχώρι Ιθώμης. Στις 15 Φεβρουαρίου 1864 εγκαταστάθηκαν στο χωριό, υπογράφοντας ειδικό συμφωνητικό οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών Γκολέμη και Μίλα. Ο Βασίλης Καλογερόπουλος και η Φωτούλα το γένος Στάθη Κουντούρη από το Μαυρομάτι της Ιθώμης Μεσσηνίας, απέκτησαν το Δημήτριο, το Γεώργιο, την Αναστασία και το Στάθη [2].

Οικογένεια

Ο Γεώργιος Καλογερόπουλος από το Νεοχώρι Ιθώμης Μεσσηνίας, σπούδασε φαρμακοποιός και το 1916, σε ηλικία 29 ετών, παντρεύτηκε στην Αθήνα την 18χρονη τότε Ευαγγελία, [Λίτσα] Δημητριάδη από τη Στυλίδα, ανηψιά του γιατρού-μαιευτήρα της βασιλικής οικογένειας Κωνσταντίνου Λούρου, και κόρη στρατιωτικού, από τη Στυλίδα. Ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας και αδέλφια της ήταν η Υακίνθη, [Jackie], που γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου 1917 και ο Βασίλης ο οποίος γεννήθηκε το 1920 και πέθανε από μηνιγγίτιδα σε ηλικία 2 ετών. Ο πατέρας της διατηρούσε από το 1916, φαρμακείο στο Μελιγαλά Μεσσηνίας. Πριν την αναχώρησή τους πούλησε, [3], την περιουσία του στο γαμπρό του Δημήτρη Μπουτακόπουλο από το χωριό Σαντάνι, [Ανδανία], Μεσσηνίας. Στις 13 Ιουλίου 1923 η οικογένεια έφυγε από την Πάτρα με το υπερωκεάνειο «Κωνσταντινούπολις» και έφτασαν στη Νέα Υόρκη την 1 Αυγούστου του 1923, όπου αποβιβάστηκαν στις 2 Αυγούστου, την ημέρα που η χώρα θρηνούσε το θάνατο του 54άχρονου προέδρου της Warren G. Harding.

Η Μαρία βαπτίστηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1926 στην ορθόδοξη Μητρόπολη της Αγίας Τριάδας από τον παπα-Μεθόδιο Κουρκούλη, στον 74ο Ανατολικό Δρόμο 319 στο Μανχάτταν και ανάδοχοι ήταν ο γιατρός που την έφερε στη ζωή, ο Λεωνίδας Λαντζούνης, από το Μελιγαλά και παιδικός φίλος του πατέρα της και ο ορθοπεδικός Καρούζος. Το 1929 ο πατέρας της άνοιξε φαρμακείο στην ελληνική συνοικία στο Μανχάτταν και άλλαξε το όνομά του σε Κάλλας. Ξεκίνησε μαθήματα πιάνου το 1932 και το σπάνιο ταλέντο της διαπιστώθηκε από τα 11 χρόνια της καθώς κέρδισε το πρώτο βραβείο ως σολίστ, σε διαγωνισμό παιδικών φωνών που είχε διοργανώσει ο ραδιοφωνικός σταθμός W.O.R. και στις 28 Ιανουαρίου 1937, συμμετείχε στην οπερέτα «HMS Pinafore» των Gilbert και Sullivan στην τελετή αποφοίτησης από την όγδοη τάξη του σχολείου της στη Νέα Υόρκη. Τον ίδιο χρόνο οι γονείς της χώρισαν και η μητέρα της Ευαγγελία με την Μαρία και την αδελφή της Σύνθια, [Jackie], επέστρεψαν στην Αθήνα, εγκαταστάθηκαν στα Σεπόλια και από τις αρχές του 1940 στην οδό Πατησίων 61, όπου σπούδασε μουσική και φωνητική, στο εθνικό ωδείο.

Καλλιτεχνική δράση

Στην Αθήνα

Στις 11 Απριλίου 1938 στην επίδειξη των τάξεων της Μαρίας Τριβέλλα στην αίθουσα «Παρνασσός», έκλεισε το πρόγραμμα, ερμηνεύοντας ένα ντουέτο από την όπερα «Τόσκα» μαζί με τον Ζαννή Καμπάνη. Στο Ωδείο Αθηνών, όπου φοίτησε από το 1939 έως το 1943 χωρίς να πάρει δίπλωμα, της χορηγήθηκε η Αβερώφειος υποτροφία και για τα τέσσερα χρόνια των σπουδών της και γράφτηκε στην Ανωτέρα τάξη και ο αριθμός εγγραφής της «Μαριάννας Γ. Καλογεροπούλου» ήταν 1862, με αύξοντα αριθμό 19, μεταξύ των 30 μαθητών της de Hidalgo. Έκανε την πρώτη της εμφάνιση στις 21 Ιανουαρίου 1941, ήταν ακόμη σπουδάστρια του Ωδείου Αθηνών, με την τάξη της υψιφώνου Elvira de Hidalgo, στην Cavalleria Rusticana σε μια μαθητική συναυλία και την πρώτη επαγγελματική παρουσία της στο ρόλο της Beatrice με την Εθνική Λυρική Σκηνή του -τότε- Βασιλικού Θεάτρου. Στις 27 Αυγούστου του 1942 εμφανίστηκε στο ρόλο της «Tosca» στην όπερα του Giacomo Puccini ενώ το 1943 και το 1944 εμφανίστηκε στις παραστάσεις «Πρωτομάστορας» και «Fidelio». Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από την τριπλή κατοχή των δυνάμεων του Άξονα, δέχθηκε επιθέσεις για συνεργασία με τους κατακτητές και αποφάσισε να μεταναστεύσει ξανά. Προκειμένου να εξασφαλίσει τα εισιτήρια για το ταξίδι της επιστροφής της στην Αμερική, έδωσε κονσέρτο στις 3 Αυγούστου 1945 και στις 14 Σεπτεμβρίου ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη.

Στο εξωτερικό

Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, άλλαξε ξανά το όνομά της σε Κάλλας, και προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να προσληφθεί στη Metropolitan Opera. Στη συνέχεια έδωσε μια σειρά από παραστάσεις σε λυρικά θέατρα. Στη διάρκειά τους γνώρισε τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Αρένας της Βερόνα Τζοβάννι Τζενατέλλο, και βρέθηκε στην Ιταλία. Στις 3 Αυγούστου 1947 έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνα με τη "Τζοκόντα" του Αμιλκάρε Πονκιέλι. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την Ιζόλδη από το "Τριστάνος και Ιζόλδη" στη Βενετία υπό την καθοδήγηση του μαέστρου Τούλιο Σεραφίν. Γνώρισε και παντρεύτηκε στις 21 Απριλίου 1949, παίρνοντας συνάμα και την Ιταλική υπηκοότητα, τον μουσικόφιλο Ιταλό βιομήχανο Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι, ο οποίος τα επόμενα χρόνια στάθηκε δίπλα της ως μάνατζερ και κάλυπτε τις οικονομικές της ανάγκες. Το 1949 εμφανίστηκε στο Μπουένος Άιρες και το 1950 στο Μεξικό. Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίστηκε στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ως "Νόρμα" στο ομώνυμο έργο του Μπελλίνι και στις 5 Αυγούστου 1957 εμφανίστηκε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στην Αθήνα.

Το 1960 τραγούδησε τη "Νόρμα" στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και το 1962 τη "Μήδεια" σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και με κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, στη Σκάλα του Μιλάνου. Τον Ιανουάριο του 1964 συμμετέχει στην παραγωγή της "Τόσκα" του Φράνκο Τζεφιρέλι στο Covent Garden και τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει τη "Νόρμα" στην Όπερα των Παρισίων. Στις 5 Ιουλίου 1965 επανεμφανίζεται σε παράσταση όπερας στο Κόβεντ Γκάρντεν με την "Τόσκα", πάλι με σκηνοθέτη τον Φράνκο Τζεφιρέλι και το 1966 παραιτείται από την αμερικανική της υπηκοότητα. Συμμετέχει το 1969, στην κινηματογραφική ταινία η "Μήδεια" του Ευριπίδη με σκηνοθέτη τον Πιερ Πάολο Παζολίνι και η ταινία σημειώνει παταγώδη αποτυχία. Στις 25 Μαΐου 1970, επιχειρεί να αυτοκτονήσει με μεγάλη δόση βαρβιτουρικών ουσιών, όμως σώθηκε χάρη στην έγκαιρη μεταφορά της στο νοσοκομείο. Σκηνοθέτησε το 1973 το έργο "Σικελικοί Εσπερινοί", [I Vespri Siciliani], μαζί με τον Τζουζέπε ντι Στέφανο και μαζί πραγματοποίησαν παγκόσμια καλλιτεχνική περιοδεία. Στις 8 Δεκεμβρίου 1973 τραγούδησε στην Όπερα των Παρισίων και εμφανίστηκε για τελευταία φορά στο κοινό στις 11 Δεκεμβρίου 1974, στην πόλη Σαππόρο της Ιαπωνίας.

Γνωριμία με τον Ωνάση

Τον Αύγουστο του 1956, γνωρίστηκε και σύναψε ερωτικό δεσμό με τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση, στη διάρκεια μιας καλοκαιρινής κρουαζιέρας. Το 1964 στην Λευκάδα παρακολουθούσαν μαζί το τοπικό καλοκαιρινό Φεστιβάλ και εξέφρασε την επιθυμία να τραγουδήσει. Με τη συνοδεία του πιάνου και με πιανίστα τον Κυριάκο Σφέτσα, τραγούδησε την άρια της Σαντούτσα, από την Καβαλλερία Ρουστικάνα του Μασκάνι. Πίστεψε ότι ο Ωνάσης θα της ζητούσε να παντρευτούν και όταν στις 8 Ιουλίου 1968 εκείνος παντρεύτηκε τη Ζακλίν Μπουβέ-Κέννεντυ, αρχίζει να πέφτει σε κατάθλιψη.

Το τέλος της

Πέρασε τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής της, απομονωμένη στο διαμέρισμά της στο Παρίσι. Από τη μεγάλη καλλιτεχνική της διαδρομή διασώθηκαν ελάχιστα και κακής ποιότητος κινηματογραφικά ντοκουμέντα, ενώ στην τελευταία της συνέντευξη έλεγε

«...είναι πολύ παράξενο συναίσθημα να είμαι ζωντανός μύθος, ενώ βρίσκομαι ακόμη στη γη. Ίσως θα ήταν καλύτερο αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θαυμάζουν τη φωνή μου, αποφάσιζαν να με θεωρούν αθάνατη μετά το θάνατό μου. Αν γινόταν αυτό θα καθόμουν πάνω σε κάποιο σύννεφο, θα κοίταζα κάτω και θα απολάμβανα το θέαμα αντί να κάθομαι και να ανησυχώ αν θα καταφέρω να βγάλω τις ψηλές μου νότες...».

Μετά το θάνατό της, το σώμα της αποτεφρώθηκε και σύμφωνα με την επιθυμία της σκορπίστηκε στις 3 Ιουνίου 1979, στο Αιγαίο πέλαγος, στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ των νησιών Φλέβες και Αίγινα. Η τεφροδόχος της, η οποία είχε κλαπεί το 1978, βρέθηκε αργότερα στο Pere Lachaise, ενώ ο Νίκος Πετσάλης-Διομήδης υποστηρίζει ότι το σκόρπισμα της τέφρας της από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού Δημήτρη Νιάνια, από την πυραυλάκατο «Υπολοίαρχος Τρουπάκης», δεν ήταν παρά μια σκηνοθετημένη τελετή από την Βάσω Δεβετζή. Το 1992, η Κοινότητα Νεοχωρίου Ιθώμης, προσπάθησε ν΄αγοράσει το πατρικό της, ενώ παράλληλα δημιούργησε πολιτιστικό σύλλογο με το όνομά της. Το σπίτι κηρύχθηκε διατηρητέο, [4], διότι «...αποτελεί χαρακτηριστικό κτιρίου τοπικής αρχιτεκτονικής του περασμένου αιώνα και είναι σημαντικό για τη μελέτη της εξέλιξης της ιστορίας της αρχιτεκτονικής..[..]...» και στις 20 Σεπτεμβρίου 2004 κατέρρευσε.

Είπαν για την Κάλλας

Έγραψε ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«...Α,ένα τρομερό δέος. Η ευφορία εκρήγνυται πάνω σε εκείνα τα τζάμια στο σκοτάδι. Αλλά μια τέτοια ευφορία που σε κάνει να τραγουδάς με τη φωνή σου είναι μια επιστροφή από το θάνατο. Για μένα υπάρχει ένα κενό στο σύμπαν, ένα άνοιγμα στο σύμπαν, και συ τραγουδάς από εκεί...»,

ενώ κατά τον Φράνκο Τζεφιρέλι

«...Πέρα από την ασυνήθιστη γκάμα της, που εξέπληξε ακόμη και τους πιο δύσκολους ειδήμονες της όπερας, «η Κάλλας ήταν η πρώτη -και τελευταία μέχρι στιγμής- σοπράνο που ξεπέρασε τα όρια της τέχνης της, και καθιερώθηκε ως η πριμαντόνα σταρ που έφερε την όπερα κοντά στην αντίληψη των μαζών...».

Χρονολόγιο

  • «1939. Λίγο πριν συμπληρώσει τα 15 της χρόνια, κάνει την πρώτη της εμφάνιση. Ερμηνεύει τον ρόλο της Σαντούτσα στην «Καβαλλερία Ρουστικάνα» σε μαθητική παράσταση του Ωδείου Αθηνών.
  • 1940. Τρεις ακόμη μαθητικές εμφανίσεις με το ωδείο: Αντζέλικα στην «Αδελφή Αγγελική» του Πουτσίνι, Αμέλια στο «Μπάλλο ιν μάσκερα», και Αϊντα στην ομώνυμη όπερα του Βέρντι. 1940, 27 Νοεμβρίου. Είναι η πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση με την Λυρική Σκηνή. Γίνεται Βεατρίκη στον «Βοκκάκιο» του Σουπέ.
  • 1940-1945. Πέντε ακριβώς χρόνια κράτησε η συνεργασία της με την Λυρική Σκηνή. Τραγούδησε «Τόσκα» «Καβαλλερία» την Σμαράγδα στον «Πρωτομάστορα» του Μ. Καλομοίρη, την Μάρθα στον «Κάμπο» του Ντ’Αλμπερ και τη Λεονόρα στον «Φιντέλιο».
  • 1947, 3 Αυγούστου. Στην Ιταλία πια η Καλογεροπούλου γίνεται «Κάλλας». Πρώτη εντυπωσιακή εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνας με την «Τζιοκόντα» του Πονκιέλλι. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την Ιζόλδη στο Λα Φενίτσε της Βενετίας.
  • 1948. Θριαμβεύει με την «Τουραντώ». Τώρα είναι πια διάσημη σε όλο τον κόσμο. Δελεαστικά συμβόλαια της προσφέρουν όλα τα μεγάλα θέατρα και στα 25 της χρόνια βλέπει τη δόξα της να λάμπει μεγαλόπρεπα.
  • 1949. Εμφανίζεται στο Μπουένος Αιρες με την «Νόρμα» στο Τέατρο Κολόν.
  • 1950. Στο Μεξικό γίνεται Λεονόρα στον «Τραβατόρε», Φιορίλα στον «Τούρκο στην Ιταλία» στη Ρώμη, «Τραβιάτα» στο Κομουνάλε της Φλωρεντίας.
  • 1950. Πάλι στο Κομουνάλε της Φλωρεντίας ερμηνεύει την Ελένη στον «Σικελικό Εσπερινό» και την Ευρυδίκη στο «Ορφέας και Ευρυδίκη».
  • 1952, 2 Απριλίου. Πρώτη εμφάνιση στην Σκάλα του Μιλάνου με την Κοστάντζα στην «Αρπαγή από το Σεράι». Τραγουδάει ακόμα «Αρμίντα» στην Φλωρεντία, «Λουκία» και Τζιλντα στον «Ριγκολέτο» στο Μεξικό και Λαίδη Μακβεθ στον «Μάκβεθ» στη Σκάλα.
  • 1953. Στον Μουσικό Μάιο της Φλωρεντίας γίνεται μια εκπληκτική Μήδεια στην ομώνυμη όπερα του Κερουμπίνι.
  • 1954-1960. έξι ολόκληρα χρόνια κυριαρχεί στη Σκάλα του Μιλάνου. Ιερό τέρας πια, βρίσκει την αποθέωση της καριέρας της. Γίνεται «Άλκηστη», Ελισάβετ στον «Δον Κάρλος», Τζούλια στην «Βεστάλε», Μανταλένα στον «Αντρέα Σενιέ», Αμίνα στην «Σουνανμπούλα», Ροζίνα στον «Κουρέα της Σεβίλλης», «Φαιδώρα», «Άννα Μπολένα» , «Ιφιγένεια εν Ταύροις», Αμέλια στο «Μπάλλο ιν μάσκερα», Ιμογένη στον «Πειρατή» και Παολίνα στον «Πολιούτο». Θριαμβευτική ήταν η παράσταση της «Τραβιάτας» το 1955 σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι.
  • 1957. Έρχεται πάλι στην Αθήνα, εμφανίζεται στο Φεστιβάλ Αθηνών σε ένα κονσέρτο.
  • 1960-1961. Συνδεδεμένη πια συναισθηματικά με τον Ωνάση, τραγουδάει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου «Νόρμα» και «Μήδεια».
  • 1962. Στη Σκάλα του Μιλάνου αποθεώνεται σαν «Μήδεια» με σκηνοθεσία Αλ. Μινωτή και κοστούμια Γ. Τσαρούχη.
  • 1964. Νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος, αυτή τη φορά στην Όπερα του Παρισιού με την «Νόρμα». *1965, 5 Ιουλίου. Τελευταία της εμφάνιση σε παράσταση όπερας. Είναι στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου με την «Τόσκα» σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλλι.
  • 1970. Γυρίζει ταινία τη «Μήδεια» με σκηνοθέτη τον Πιερ Πάολο Παζολίνι.
  • 1973. Αυτός ο χρόνος μοιάζει να κλείνει την καριέρα της. Με τον Τζουζέπε ντι Στέφανο σκηνοθετεί τον «Σικελικό Εσπερινό» του Βέρντι στο Ρέτζιο του Τορίνο. Μετά εμφανίζονται μαζί σε μια σειρά κονσέρτων με άριες από όπερες στην Ιαπωνία, την Αμερική και την Ευρώπη. Σαν τελευταία δημόσια εμφάνισή της πρέπει να θεωρηθεί η 8η Δεκεμβρίου 1973 που τραγούδησε άριες στην Όπερα του Παρισιού. Την ημέρα εκείνη το κοινό την κάλεσε δέκα φορές στην σκηνή. Η κραυγή «Βίβα Μαρία» συγκλόνιζε την αίθουσα ενώ οι ανθοδέσμες σκέπαζαν την σκηνή» [5].

Εξωτερικές συνδέσεις

Βιβλιογραφία

  • «Η άγνωστη ΚΑΛΛΑΣ», [Νίκου Πετσάλη-Διομήδη, Eκδόσεις «Καστανιώτη», Αθήνα, 1988]

Παραπομπές

  1. [ΓΑΚ αρ. 2211, αύξ. αρ. 48]
  2. Μαρία Κάλλας, Περιοδικό MusicHeaven
  3. [ΓΑΚ Ν. Μεσσηνίας αρ. συμβολ. 511/2.6.1923]
  4. [ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/1960/12 Ιανουαρίου 1998]
  5. [Πηγή: «Μαρία Κάλλας», το 1999, Γιώργος Πανόπουλος, Εκδόσεις «Πανός»]