Κωνσταντίνος Τσάτσος

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, Έλληνας νομικός, φιλόσοφος και πολιτικός που διετέλεσε βουλευτής, υπουργός και πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κι ήταν δισέγγονος του εθνικού ευεργέτη Κωνσταντίνου Ιωνίδη, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1899 και πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1987 στην Αθήνα, από καρκίνο.

Ήταν παντρεμένος σε πρώτο γάμο από τον Φεβρουάριο του 1924, με την Λίλη Ζηρίνη με την οποία χώρισε το 1929 και σε δεύτερο γάμο την Ιωάννα Σεφεριάδου, αδερφή του Γιώργου Σεφέρη, με την οποία παντρεύτηκε στις 30 Ιουνίου 1930 και απέκτησαν δύο κόρες, τη Δέσποινα Τσάτσου, σύζυγο του καθηγητή Κωνσταντίνου Μυλωνά και τη Ντόρα Τσάτσου, χορογράφο και σύζυγο του Αλέξανδρου Συμεωνίδη, καθηγητή της Ιατρικής Σχολής.
Κων/νος Τσάτσος
Συνοπτικές πληροφορίες αξιώματος
- Πρόεδρος Δημοκρατίας -
Έναρξη Θητείας : 19 Ιουλίου 1975
Λήξη θητείας : 10 Μαΐου 1980
Προκάτοχος
Διάδοχος

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Γονείς του ήταν ο δικηγόρος και βουλευτής Δημήτριος Τσάτσος και η Θεοδώρα Ευστρατιάδη, ενώ είχε ένα αδελφό το Θεμιστοκλή Τσάτσο. Μεγάλωσε στο πατρικό του στην οδό Βησσαρίωνος, στην Αθήνα, αλλά και την Τεργέστη, όπου ζούσαν οι γονείς της μητέρας του. Νεαρός μιλούσε γαλλικά και γερμανικά, ενώ διάβαζε φιλοσοφικά έργα και ποιήματα. Σε ηλικία 15 ετών άρχισε να γράφει ποιήματα μαζί με τον παιδικό του φίλο Αλέξανδρο Εμπειρίκο–Κουμουνδούρο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο διάστημα από τοι 1920 έως το 1923 και στη διάρκειά της γνωρίστηκε και έγιναν στενοί φίλοι, με τον ποιητή Κωστή Παλαμά. Το 1930, μαζί με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και Μιχάλη Τσαμαδό πήρε μέρος στην ίδρυση του τριμηνιαίου περιοδικού-οργάνου της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας «Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας Επιστημών», με στόχο να αντιπαρατεθούν τις μαρξιστικές υλιστικές απόψεις και στο οποίο δημοσίευσε πολλά δοκίμιά του.
Επίσκεψη Τσαουσέσκο
Ήδη από το 1941 είχε απολυθεί από τη θέση του στο πανεπιστήμιο, όμως με την απελευθέρωση το 1944 έγινε τακτικός καθηγητής στη Νομική Σχολή.

Το 1947 επισκέφθηκε το Κάιρο και το 1948 την Ρώμη εκπροσωπώντας την ελληνική βουλή στις διακοινοβουλευτικές συσκέψεις που πραγματοποιούνταν. Στις εκλογές του 1950 απέτυχε να εκλεγεί με το κόμμα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και εργάστηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή», ενώ επέστρεψε και στην ενεργό δικηγορία. Το 1951 και το 1952 ήταν υποψήφιος βουλευτής χωρίς επιτυχία και το 1954 κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε οικονομικό σκάνδαλο, όμως αθωώθηκε από την εξεταστική επιτροπή που συστάθηκε. Από το 1961 ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών της οποίας χρημάτισε και πρόεδρος, με 24 ψήφους υπέρ και 6 κατά με έδρα την Φιλοσοφία του Δικαίου. Ήταν πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής συντάξεως του συντάγματος του 1975 και θεωρείται και ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ιδέας. Για την προσφορά του στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού οράματος του απονεμήθηκε το 1980 το μέγα ευρωπαϊκό βραβείο Κουντενχόβε-Καλλέργη. Επίσης, ήταν μέλος πολλών ξένων ακαδημιών.

Σπουδές

Παρακολούθησε μαθήματα βασικής εκπαιδεύσεως στο σχολαρχείο Μακρή, στο Β΄ γυμνάσιο Νεαπόλεως και στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαιδεύσεως, ενώ παράλληλα έκανε μαθήματα στο σπίτι του με τον Jules Basset, ο οποίος τον έστρεψε προς τη λογοτεχνία. Το διάστημα από το 1914 έως το 1918 φοίτησε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1918 συμπεριλήφθηκε στην ελληνική αποστολή για το συνέδριο της ειρήνης στο Παρίσι, συνοδεύοντας τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όπου εγκαταστάθηκε για έναν χρόνο και συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Πήρε άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος το 1920 και το 1921 με το Μαριδάκη ανέλαβαν το γραφείο του πατέρα του, που είχε πεθάνει.

Εγκαταστάθηκε στη Χαϊδελβέργη για τις σπουδές και το διδακτορικό του από το 1924 ως το 1928, όπου σπούδασε φιλοσοφία και φιλοσοφία του δικαίου. Επηρεάστηκε σημαντικά από τους Γερμανούς καθηγητές Heinrich Rickert αναγνωρισμένο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας των αξιών, και Γιάσπερς θεμελιωτή του σύγχρονου υπαρξισμού, αλλά επίσης γνωρίστηκε με τους Γιάννη Θεοδωρακόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Ακαδημαϊκή καριέρα

Όταν επέστρεψε στην Αθήνα ανέλαβε με τον αδερφό του Θεμιστοκλή, το γραφείο του πατέρα του και ως το 1931 ασχολήθηκε με τη δικηγορία, ακολουθώντας παράλληλα ακαδημαϊκή καριέρα. Το 1929 ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Νομικής, με θέμα της διδακτορικής του διατριβής «Η Νομική ως τεχνική και επιστήμη», το 1930 διορίστηκε υφηγητής. Το 1932 εκλέχθηκε έκτακτος καθηγητής στη νεοϊδρυθείσα έδρα «Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου», όπου έως το 1946 ήταν καθηγητής της φιλοσοφίας του δικαίου. Την περίοδο από το 1935 έως το 1938 δίδασκε και φιλοσοφία στην τότε «Πάντειο Σχολή Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών», όμως το 1946 παραιτήθηκε από τις θέσεις του στο Πανεπιστήμιο προκειμένου να πολιτευτεί. Το 1953 ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου δίδαξε για δυο χρόνια στο «Αθήναιον», το ελεύθερο πανεπιστήμιο του Ευάγγελου Παπανούτσου, ενώ το 1961 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1966 [1] πρόεδρός της.

4η Αυγούστου / Κατοχή

Εκτοπίστηκε το 1939 από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά, αρχικά στη Σκύρο και στη συνέχεια ως το 1940 στις Σπέτσες, οπότε και επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το καθεστώς αρνήθηκε να δεχτεί το αίτημα του να καταταγεί εθελοντικά και τον τοποθέτησε μαζί με τους Ιωάννη Κακριδή και τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο στην Πνευματική Επιστράτευση του Πολέμου. Συμμετείχε στις υπό την εποπτεία των Παντελή Πρεβελάκη και Σοφίας Γεδεών περιοδείες και ομιλίες, στις οποίες τους ακολουθούσαν και άλλα επίλεκτα μέλη της Εθνικής διανοήσεως, όπως ήταν οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιωάννης Κακριδής, Κωνσταντίνος Δημαράς με ομιλία για «Το νόημα της Ελευθερίας», και ο Άγγελος Σικελιανός με τη διάλεξη του για «Το βαθύτερο νόημα της Πνευματικής Επιστρατεύσεως», τους οποίους είχε γοητεύσει η ρητορική του καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, καθώς και η προσδοκία της αναγεννήσεως του Έθνους. Μαζί τους ήταν ακόμη οι Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Στίλπων Κυριακίδης, Θρασύβουλος Βλησίδης -που το 1943 ήταν υπότροφος της Γερμανίας, Νικόλαος Λούρος, Νικόλαος Εξαρχόπουλος, Αλέξανδρος Τσιριντάνης -της «Χριστιανικής Ένωσης Επιστημόνων» και ο Φαίδων Κουκουλές, συγγραφέας του «Διατί ενικήσαμεν και διατί θα νικήσωμεν».

Ο Τσάτσος θεωρούσε κομμουνισμό και κεφαλαιοκρατία –παρά την ανοχή προς τη δεύτερη– όψεις του ίδιου νομίσματος και έκρινε πως πραγματικοί ριζοσπάστες ήταν οι «ιδεοκράτες», εχθροί του «σάπιου καθεστώτος» της κεφαλαιοκρατικής αδικίας, υπέρμαχοι της «αταξικής» ενότητας των ανθρώπων στη βάση της ηθικής τους θεωρίας. Στα 1933 ο Τσάτσος απέρριπτε την τυπική –φιλελεύθερη– αντίληψη περί κράτους, υποστηρίζοντας πολιτειακούς τύπους που επιπροσέθεταν «δημιουργικά γνωρίσματα» και επέκτειναν τους «κύκλους της ενεργείας της», ορίζοντάς τη ως έσχατο σκοπό, ιδέα και «καθίδρυμα παιδείας». Ως θεμέλιο αυτής της πολιτείας όριζε την ιδεοκρατική φιλοσοφική σκέψη που διέθετε ελληνικές ρίζες, (πλατωνική σκέψη, ελληνικό έδαφος και φύση, φως και παραδόσεις της φυλής), άρα, μπορούσε και να θεμελιώσει μια πολιτική ρύθμιση με άξονα το «έθνος», και να πληρώσει το οξύ ιδεολογικό κενό της εποχής. Στους κόλπους αυτής της θεώρησης το «ελληνικό» οριζόταν φυλετικά και στατικά, προκειμένου να απορριφθεί οποιοδήποτε στοιχείο ασύμβατο με αυτό.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Τσιγάντε και αποτελούσε τον σύνδεσμο μεταξύ της κυβερνήσεως του Καΐρου και των αντιστασιακών οργανώσεων. Πήρε μέρος σε ομάδα φυγάδευσης Ελλήνων και Άγγλων αξιωματικών και στις οργανώσεις «ΕΟΧΑ», «ΕΚΚΑ» και «Σοσιαλιστική Ένωση», [οργάνωση με αντιβασιλικό και αντικομουνιστικό προσανατολισμό]. Στις 27 Οκτωβρίου 1941, σε ομιλία του στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Αθηνών και αφού παραίνεσε τους παρόντες να ψάλουν τον Εθνικό Ύμνο, κήρυξε την 28η Οκτωβρίου ως επέτειο Εθνικής ελευθερίας. Συνελήφθη και απολύθηκε, ενώ η Σύγκλητος κατέθεσε αίτημα στο Υπουργείο θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας και ζητούσε την ανάκληση απόφασης. Το 1944 διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου ορίστηκε τεχνικός σύμβουλος της κυβερνήσεως Τσουδερού και επέστρεψε μετά την απελευθέρωση.

«Εθνική Εταιρεία Λογοτεχνών»

Στις 24 Απριλίου 1948, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος προσκάλεσε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στην οδό Πατησίων 47, λογοτέχνες της εποχής, με σκοπό να ιδρύσουν μία λογοτεχνική Εταιρία. Εκεί ο Λίνος Καρζής και μαζί του οι Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, Νίκος Προεστόπουλος, Γ. Φουσάρας και Γιάννης Χατζίνης, ανέλαβαν να φροντίσουν για τη σύνταξη και την έγκριση από το Πρωτοδικείο Αθηνών του Καταστατικού του σωματείου που αρχικά έφερε τον τίτλο «Ελληνική Εταιρία Λογοτεχνών», το οποίο αργότερα μετονομάσθηκε σε «Εθνική Εταιρεία των Ελλήνων Λογοτεχνών».

Περιλαμβάνεται [2] μεταξύ των λογοτεχνών που στις αρχές Ιουνίου 1948 αφού αρχικά παραιτήθηκαν ο ίδιος καθώς και οι Κώστας Ουράνης, Ιωάννης Μ. Παναγιωτόπουλος και Πέτρος Χάρης, αποχώρησαν από την «Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών» και δημιούργησαν στις 20 Ιουνίου 1948 την «Εθνική Εταιρεία Λογοτεχνών». Οι λογοτέχνες αυτοί εξέδωσαν ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε την 1η Ιουλίου 1948 στο περιοδικό «Νέα Εστία», με την οποία καταδίκαζαν την κομμουνιστική ένοπλη εξέγερση στην Ελλάδα λέγοντας, «...[...] Οι υπογραφόμενοι λογοτέχνες διακηρύσσουν πως η ανταρσία, που σήμερα αιματοκυλίζει τον τόπο , είναι ένας αντεθνικός αγώνας που υποδαυλίζεται από ξένους και από τους ίδιους ξένους συντηρείται. Κάθε αληθινός Έλληνας (sic) έχει χρέος να πάρει απέναντί της αυτή τη σαφή στάση. Πράξεις σαν το παιδομάζωμα, την αρπαγή γυναικών και το σταύρωμα των ιερωμένων, βρίσκεται σε βαθιάν αντίθεση με τις ευγενικές παραδόσεις της φυλής μας . [...]...».

Συνυπέγραψαν μεταξύ άλλων και οι Τάσος Αθανασιάδης, Λουκής Ακρίτας, Άρης Δικταίος, Άγγελος Δόξας, Χρήστος Ζαλοκώστας, Γεώργιος Θεοτοκάς, Άλκης Θρύλος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Μίτια Καραγάτσης, Ανδρέας Καραντώνης, Λίνος Καρζής, Στράτης Μυριβήλης, Κούλης Αλέπης, Μιχάλης Περάνθης, Μιχάλης Δ. Στασινόπουλος και Γιάννης Χατζίνης.

Πολιτική δράση

Διετέλεσε

  • υπουργός Εσωτερικών και Προνοίας, [το 1945, στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη, όμως παραιτήθηκε μετά από πιέσεις του Τύπου],
  • υπουργός Τύπου και Αεροπορίας, [το 1945, στην κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου ]
  • βουλευτής Αθηνών, [το 1946, με το κόμμα των Φιλελευθέρων],
  • υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων την περίοδο 1949-50,

[οργάνωσε την εθνική πινακοθήκη και συγκρούστηκε με τους καθηγητές στο θέμα της αυξήσεως των μισθών, ενώ πραγματοποιήθηκε η εκλογή νέου αρχιεπισκόπου από την Ιερά Σύνοδο λόγω του θανάτου του Δαμασκηνού και στήριξε τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, ο οποίος εξελέγη. ].

  • Υφυπουργός Συντονισμού την περίοδο 1950-51,
  • υπουργός Προεδρίας την περίοδο 1956-61,

[ως υπουργός της κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή, απαγόρευσε [3] τους ιστορικούς πια «Ορνιθες» του Καρόλου Κουν μετά την «πρώτη» τους στο Ηρώδειο, στις 29 Αυγούστου, δηλώνοντας «Το έργον ατελέστατα προπαρασκευασμένον, απετέλεσε παραμόρφωσιν του πνεύματος του κλασικού κειμένου, ωρισμέναι δε σκηναί αυτού παρουσιάστηκαν κατά τρόπον προσβάλλοντα το θρησκευτικόν αίσθημα του Λαού»].

  • Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας την περίοδο 1962-63,

[στη διάρκεια της θητείας του κατασκευάστηκε το ξενοδοχείο της Πάρνηθας, και ενισχύθηκαν τα Διεθνή Φεστιβάλ Θεάτρου και Μουσικής].

  • Υπουργός Δικαιοσύνης το 1967,

[κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου, στο οποίο παρέμεινε μέχρι την 21η Απριλίου].

  • Υπουργός Πολιτισμού το 1974, [στην κυβέρνηση Εθνική Ενότητας].
  • Βουλευτής Επικρατείας, το Νοέμβριο του 1974,

[με τη «Νέα Δημοκρατία» και στη συνέχεια ανέλαβε την προεδρία της κοινοβουλευτικής επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος].

Υπήρξε συνιδρυτής και από το 1956 ήταν στελέχος του κόμματος της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως, [Ε.Ρ.Ε.] του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις κυβερνήσεις του οποίου πήρε διάφορα υπουργεία. Το 1975 ως Πρόεδρος της Επιτροπής του Συντάγματος διέταξε το κάψιμο των φακέλων πολιτικών φρονημάτων των υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού που είχε συντάξει το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου.

Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Προτάθηκε από το κόμμα «Νέα Δημοκρατία» και η απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή αναγγέλθηκε στην αίθουσα της γερουσίας, όπου συνεδρίαζε η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του. Σύμφωνα με σημείωση του Κωνσταντίνου Τσάτσου στα απομνημονεύματά του, είχε αποδεχθεί τον όρο να παραιτηθεί αν χρειάζονταν, νωρίτερα από τα πέντε χρόνια της θητείας του, ώστε στη θέση του να μεταπηδήσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Στην ψηφοφορία έλαβε τις 210 ψήφους από τις 215 ψήφους των βουλευτών του κόμματός του, σε σύνολο 295 ψηφισάντων. Αντίπαλος του ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που υποστηρίχθηκε από την «Ένωση Κέντρου», ενώ το Πα.Σο.Κ. και η «Ενωμένη Αριστερά» ψήφισαν λευκό. Ορκίστηκε πρόεδρος στις 19 Ιουλίου 1975 και παρέμεινε στη θέση ως τις 10 Μαΐου 1980, όταν τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ως πρόεδρος οργάνωσε το θεσμό και παράλληλα ασχολήθηκε με τα εθνικά θέματα, όπως το σλαβομακεδονικό.

Εργογραφία

Την περίοδο 1921-1924 δημοσίευσε δύο τόμους πονημάτων και θεατρικών έργων με το ψευδώνυμο «Ηβός Δελφός».

Λογοτεχνικά

  • «Η τριλογία της ψυχής μου» το 1923,
  • «Ποιήματα» το 1924,
  • «Δύο Δράματα» το 1924,
  • «Τα ποιήματα του Κ. Τσάτσου» το 1973,
  • «Ένας διάλογος για την ποίηση», [1938-39, επανέκδοση το 1975].

Φιλοσοφικά

  • «Η γνωσιολογία του Καντ»,
  • «Η ηθική φιλοσοφία του Καντ»,
  • «Δοκίμια αισθητικής και παιδείας» το 1960,
  • «Αισθητικά δοκίμια» το 1961,
  • «Διάλογοι σε μοναστήρι» το 1974,
  • «Αισθητικά μελετήματα» το 1977,
  • «Θεωρία της Τέχνης» το 1978,
  • «Η ζωή σε απόσταση» το 1985,
  • «Ο σύγχρονος κόσμος» το 1987,
  • «Πριν από το ξεκίνημα» το 1988.

Κριτικές

  • «Κωστής Παλαμάς» το 1936,
  • «Οι μεγάλοι ρήτορες και η ιστορία τους» το 1968,
  • «Κικέρων» το 1968,
  • «Δημοσθένης» το 1971.

Βιογραφίες

  • «Ελευθέριος Βενιζέλος» το 1986,
  • «Ο άγνωστος Καραμανλής» το 1986,
  • «Λογοδοσία μιας ζωής», [αυτοβιογραφία, το 2000].

Φιλοσοφία δικαίου

  • «Η έννοια του θετικού δικαίου» το 1929,
  • «Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου» το 1932,
  • «Η κοινωνική φιλοσοφία του Καντ» το 1935,
  • «Το πρόβλημα των πηγών του Δικαίου» το 1941,
  • «Ελληνική πορεία», [το 1925, επανέκδοση το 1952],
  • «Έθνος και κομουνισμός» 1952.
  • «Μελέται φιλοσοφίας του δικαίου» το 1960,
  • «Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων» το 1962,
  • «Αφορισμοί και διαλογισμοί», [1965-1969],
  • «Πολιτική, θεωρία πολιτικής δεοντολογίας» το 1965,
  • «Η Ελλάς και η Ευρώπη» το 1978,
  • «Δημοκρατία και Ευρώπη» το 1982.

Άλλα

  • «Αγάπη» το 1950,
  • «Ποιήματα άλλων καιρών και άλλων τόπων», [Μετάφραση, το 1980]
  • «Οράτιος, Βιργίλιος, Προπέρτιος, Κάτουλος», [Μετάφραση, το 1981].

Διακρίσεις

Υπήρξε

  • επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου της Σορβόννης,
  • ξένος εταίρος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού το 1979,
  • ξένος εταίρος της Βασιλικής Ακαδημίας του Μαρόκου,
  • ξένος εταίρος της Ακαδημίας της Ρουμανίας το 1980,
  • μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών Τέχνης και Γραμμάτων.

και τιμήθηκε για την προώθηση της ιδέας της Ενωμένης Ευρώπης

  • με το βραβείο του Ιδρύματος Κουντεχόβε-Καλλέργη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [1] Πρόεδροι της Ακαδημίας Αθηνών
  2. Ιδρυτικά μέλη, «Εθνική Εταιρεία Λογοτεχνών» Ιστότοπος της «Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών»
  3. [2] Δημοσίευμα ημερήσιας εφημερίδας


Πρόεδροι Δημοκρατίας της Ελλάδας
Παύλος Κουντουριώτης | Θεόδωρος Πάγκαλος | Παύλος Κουντουριώτης | Αλέξανδρος Ζαϊμης | Γεώργιος Παπαδόπουλος | Φαίδων Γκιζίκης | Μιχαήλ Στασινόπουλος | Κωνσταντίνος Τσάτσος | Κωνσταντίνος Καραμανλής | Ιωάννης Αλευράς | Χρήστος Σαρτζετάκης | Κωνσταντίνος Καραμανλής | Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος | Κάρολος Παπούλιας | Προκόπης Παυλόπουλος