Μορίς Μπαρές

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μωρίς ή Μορίς Ογκίστ Μπαρές [Γαλλικά: Maurice Auguste Barrés] Γάλλος εθνικιστής, φιλέλληνας, στοχαστής, μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος, πολιτικός, που ήταν μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων, κριτικός, Ιστορικός της Τέχνης, Αισθητικός και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου 1862 στο χωριό Σαρμ-σιρ-Μοζέλ [Charmes-sur-Moselle] της Λωραίνης [1] και πέθανε στις 4 Δεκεμβρίου 1923, από καρδιακή προσβολή στο σπίτι του, στην περιοχή Neuilly-sur-Seine του Παρισιού. Κηδεύτηκε στις 8 Δεκεμβρίου με δημόσια δαπάνη στην Παναγία των Παρισίων με την παρουσία του Alexandre Millerand, του Raymond Poincare και στρατάρχη Φος, ενώ τάφηκε στις 9 Δεκεμβρίου στο νεκροταφείο του Charmes, της γενέτειράς του, όπως ήταν η τελευταία του επιθυμία.

Ήταν παντρεμένος με την Paule Barrès και από το γάμο του απέκτησαν στις 8 Ιουλίου 1896, ένα γιο, το Φιλίπ Μπαρές [Philippe Pierre Auguste Barrès].

Μορίς_Μπαρές

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο μηχανικός Joseph Auguste Barrès, μητέρα του η Anne Claire Luxer Charmes, που κατάγονταν από μια οικογένεια βυρσοδεψών κι είχε μια μεγαλύτερη αδελφή, η οποία γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1860, την Anne-Marie Demange. Παρακολούθησε τα μαθήματα της Βασικής εκπαιδεύσεως στη γενέτειρα του και τον Οκτώβριο του 1873, σε ηλικία δέκα ετών, έγινε οικότροφος στο θρησκευτικό κολέγιο La Malgrange του Νανσί, ενώ από τον Οκτώβριο του 1877 παρακολούθησε τα μαθήματα του Λυκείου στο Νανσί, όπου έγινε φίλος με τον Stanislas de Guaita. Την άνοιξη του 1880 εγκαταλείπει το οικοτροφείο και νοικιάζει ένα μικρό διαμέρισμα, ενώ στις 23 Ιουλίου του ίδιου χρόνου αποφοίτησε από το Λύκειο και τον Νοέμβριο ξεκίνησε Νομικές σπουδές στο Παρίσι. Από το 1880 είχε ήδη αρχίσει να συμβάλει λογοτεχνικά και δημοσιογραφικά στο μηνιαίο περιοδικό «Jeune France», και εξέδωσε ένα δικό του περιοδικό με τίτλο, «Les Taches d'encre», το οποίο επέζησε μόνο για λίγους μήνες. Μ' αυτό τον τρόπο ενεπλάκη σύντομα στη λογοτεχνική ζωή του Καρτιέ Λατέν και απέκτησε φήμη ως επαναστάτης και δανδής, ενώ μετά από τέσσερα χρόνια δημοσιογραφίας εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όπου γνωρίστηκε κι έγνε στενός συνεργάτης του Gabriele d'Annunzio.

Έκανε πολιτική καριέρα ξεκινώντας με θέσεις που έβρισκαν ανταπόκριση στις τάξεις της άκρας Αριστεράς όμως σταδιακά μετακινήθηκε και μαζί με τον Σαρλ Μωρράς χαρακτηρίζεται ως πρωτοφασίστας. Ο Μπαρές που αυτοχαρακτηρίστηκε ως εθνικιστής, ήταν αντισημίτης και υπήρξε ένας από τους βασικότερους πολεμίους του Άλφρεντ Ντρέιφους [2]. Εμφανίστηκε στην πολιτική το 1889, ως υποψήφιος και στις 22 Σεπτεμβρίου εκλέχθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων, για μια θητεία έως τις 14 Οκτωβρίου 1893. Στις ομιλίες του στρέφεται κατά της παρουσίας ξένων εργατών στο έδαφος της Γαλλίας κι αρχίζει να χρησιμοποιεί τη λέξη εθνικισμός. Την 1η Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει την πολιτική καθοδήγηση της εθνικιστικής και λογοτεχνικής εφημερίδας La Ροζέτα, στην ομάδα των συντακτών της οποίας, περιλαμβάνονται ο Paul Bourget, Leon Daudet και Charles Maurras. Στη συνέχεια αν και απέτυχε τέσσερις φορές, εκλέχθηκε εκ νέου στις 6 Μαΐου 1906 έως τις 31 Μαΐου 1910. Έκτοτε επανεκλέχθηκε από τις 24 Απριλίου 1910 έως τις 31 Μαΐου 1914, από τις 26 Απριλίου 1914 έως τις 12 Ιουλίου 1919 και από τις 16 Νοεμβρίου 1919 έως τις 4 Δεκεμβρίου 1923, δηλαδή έως το θάνατό του [3].

Εκλέχθηκε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας [4] στις 25 Ιανουαρίου 1906 στη θέση του θανόντος ποιητή Heredia, όταν επικράτησε με ψήφους 25 υπέρ έναντι 8 του Edmond Hauraucourt. Η υποδοχή της εισδοχής του στην Γαλλική Ακαδημία έγινε στις 17 Ιανουαρίου 1907 από τον υποκόμη Vogue και διατήρησε τη θέση ως το θάνατο του. Συμμετείχε, από κοινού με τον Σαρλ Μωρράς, στους πολιτικούς αγώνες, από τις τάξεις του Εθνικιστικού και μοναρχικού κινήματος της «Action Franηaise», αναπτύσσοντας εθνικιστικές θεωρίες που συνιστούσαν μια πρώιμη μορφή φασισμού. Υπήρξε αντιορθολογιστής, αντιθετικιστής, εχθρός του νατουραλισμού και αντιδημοκρατικός, ενώ ήταν γνωστός Μαρτινιστής και μέλος μιας Ροδοσταυρικής Οµάδας. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε εμπλακεί σε μια εκστρατεία για την αποκατάσταση των κτιρίων της γαλλικής εκκλησίας και βοήθησε στην καθιέρωση της 24ης Ιουνίου ως Ημέρας Εθνικής Μνήμης για την Αγία Ιωάννα της Λωραίνης. Από τα τέλη του 19ου αιώνος έως τον A’ Παγκόσμιο πόλεμο δέσποζε στον ευρύτατο τομέα της γαλλικής διανοήσεως, που αντιδρούσε στην πνευματική κληρονομιά του 19ου αιώνα και της Γαλλικής επαναστάσεως. Σύμφωνα με τον Μισέλ Βινόκ ο αιώνας των διανοουμένων χωρίζεται σε τρεις περιόδους, στην «εποχή Μπαρές», στην «εποχή Ζιντ» και στην «εποχή Σαρτρ». Στην πρώτη περίοδο πρωταγωνιστής είναι ο Μπαρές και χαρακτηριστικό στοιχείο των «ετών Μπαρές» ήταν η θριαμβευτική εισβολή της επιστήμης και της λογικής της.

Οι ιδέες του

Ο Μπαρές θεωρείται, μαζί με τον Charles Maurras, ως ένας από τους βασικούς φιλοσόφους του Ευρωπαϊκού εθνικισμού στην αλλαγή του αιώνα στη Γαλλία. Οι δυο τους σχετίζονται με το Γαλλικό ρεβανσισμό [revanchism] την επιθυμία των Γάλλων να κατακτήσουν την περιοχή της Αλσατίας που προσαρτήθηκε στη νεοσυσταθείσα γερμανική αυτοκρατορία το 1871, στο τέλος του γαλλο-πρωσικού πολέμου. Στην πραγματικότητα, ο Μπαρές καθιέρωσε τη λέξη εθνικισμός στη Γαλλική γλώσσα κι αποκλήθηκε πρωθιερέας του γαλλικού εθνικισμού, ιδεολόγος των δεσμών με τη γη, τους προγόνους και τις παραδόσεις. Υποστήριξε ότι, «Ο εθνικισμός βασιλεύει στο σύμπαν» κι έγραψε πως «..Οι γερμανοί φιλόσοφοι μου έδωσαν το βαθύτερο συναίσθημα της ανθρώπινης ενέργειας, του ατομικισμού, του εγώ». Η ομολογία του τον καθιστά παρόμοιο με τον Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε λόγω της εξελίξεως της σκέψεως του, του περάσματος από τη λατρεία του ατομικού «εγώ» στο συλλογικό «εμείς». Ταυτόχρονα τον διαχωρίζει από τον Φίχτε και τον κάνει να πλησιάσει τον Φρειδερίκο Νίτσε. Ο Μπαρές είναι στοχαστής που ενδιαφέρεται για τα πάντα -από τη λογοτεχνική αισθητική ως τον αθεϊσμό και από την ανθρώπινη ψυχολογία, τη σκιαγράφηση των συναισθημάτων παρά τη λογική οικοδόμηση, ως το κοινωνικό και το πολιτικό. Υπήρξε λάτρης των μνημείων και είναι τεράστια η συμβολή του στη μελέτη και ερμηνεία του έργου του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

Όπως αναφέρει, «...έχοντας επί καιρό δουλέψει την έννοια του εγώ με τη μέθοδο των ποιητών και των μυθιστοριογράφων, με την εσωτερική παρατήρηση, βυθίστηκα, βυθίστηκα στην άμμο χωρίς αντίσταση ώσπου να βρω στον πάτο και για στήριγμα τη συλλογικότητα..», ενώ θεωρεί ότι η υπέρτατη βάση αποτελείται από «...όλους όσους καταδύονται, που σχηματίζουν ένα και μοναδικό ον» και η προσωπική ταύτιση με αυτό το ον είναι «..ένας ίλιγγος στον οποίο το άτομο καταστρέφεται για να ξαναβρεθεί μέσα στην οικογένεια, στη ράτσα, στο έθνος...». Τέλος, αναφερόμενος στον εθνικισμό του διαπιστώνει, «Για ορισμένους ανθρώπους το υπερφυσικό έχει καθαιρεθεί. Η ευλάβεια τους, που επιθυμεί ένα αντικείμενο, δεν το βρίσκει στους ουρανούς. Εγώ έφερα την ευλάβεια μου στη γη, στη γη των νεκρών μου....Δεν είμαστε κύριοι των σκέψεων που γεννιούνται μέσα μας. Δεν προέρχονται από την εξυπνάδα μας. Είναι τρόποι αντίδρασης στους οποίους μεταφράζονται πολύ παλαιές προδιαθέσεις της φυσιολογίας μας... Ο εθνικισμός αποτελεί παραδοχή ενός ντετερμινισμού... Δεν υπάρχει καν ελευθερία σκέψης. Δεν μπορώ να ζω παρά σύμφωνα με τους νεκρούς μου...». Για τον Μπαρρές κανείς δεν μπορεί να είναι Γάλλος επειδή το θεσπίζει ένας ανθρώπινος νόμος. Σύμφωνα με τον ίδιο «το αίμα ακολουθεί πάντοτε τη φυσική τάξη των πραγμάτων και αντιστέκεται στα κηρύγματα και τους ανθρώπινους νόμους» και «τα παιδιά των ξένων δε γεννιούνται Γάλλοι παρά μόνο στη φαντασία του νομοθετικού πλαισίου».

Το ιδανικό του ήταν η κοινοβουλευτική μοναρχία, ενώ απέναντι στον ανταγωνισμό από τη σοσιαλιστική ιδεολογία, ο εθνικισμός του στρέφεται εναντίον των ξένων και των Εβραίων -ίσως να του άρμοζε ο χαρακτηρισμός εθνικοσοσιαλισμός. Πιστεύοντας ότι πρέπει να βεβαιωνόμαστε για την προώθηση των λιγότερο προνομιούχων μελών του έθνους, απομακρύνοντας τους ξένους, ο Μπαρές έγραψε, «...Βλέπουμε πώς ο εθνικισμός γεννά αναγκαστικά το σοσιαλισμό». Το επιχείρημα παραπέμπει στις εκλογικές πτυχές του «Προγράμματος του Νανσί», το οποίο απευθυνόταν το 1898 σε εκλογείς αποκλεισμένους από την κοινοβουλευτική ολιγαρχία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του παραμένει δημοκρατικός, ενώ επιστρέφει και στη θρησκεία, εξετάζοντας τι το ασυμβίβαστο έχει ο ιδεολογικός εθνικισμός με αυτή, «...Αισθάνομαι ότι εδώ και μερικούς μήνες ολισθαίνω από τον εθνικισμό στον καθολικισμό...». Ο Μπαρές -που υπήρξε ένας από τους ευαγγελιστές του Νίκου Καζαντζάκη, ορίζει το 1893, τον «νεο-καθολικισμό» ως «...έναν τρόπο ανάμιξης της ηδυπάθειας με τη θρησκεία..».

Οι εθνικιστικές ιδέες και το έργο του επηρέασαν σημαντικό τμήμα της Ευρωπαϊκής διανοήσεως, όμως επέδρασε καταλυτικά στους Γάλλους συγγραφείς Αντρέ Ζιντ και Αντρέ Μαλρώ. Η γνωριμία του με το Γιάννη Ψυχάρη, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την συντηρητική στροφή του Ψυχάρη. Ο Ψυχάρης στο «Ταξίδι» του με λέξεις γεμάτες από τα ευγενέστερα συναισθήματα, γράφει: «Οι πατέρες μας, που τώρα κοίτουνται στον τάφο, δεν είναι πεθαμένοι, μας δώσανε τη ζωή τους, εμείς την έχουμε σήμερα και τη βαστούμε. Η σειρά δεν τελειώνει, η αλυσίδα δε σπάνει. Θα ‘ρθουνε άλλοι κατόπι που θα πάρουνε, που θα βαστάξουνε και κείνοι μια ώρα την αιώνια ζωή που τους δώσαμε ‘μεις». Ο Ίων Δραγούμης που με το ψευδώνυμο «Ίδας» έγραψε το 1907, το βιβλίο «Μαρτύρων και ηρώων αίμα», όπου εξυμνεί το Μακεδονικό αγώνα, όπως αναφέρει η κριτική της εποχής του δέχθηκε καταλυτική την επίδραση που του άσκησαν ο Φρειδερίκος Νίτσε και ο Μπαρρές, για τον οποίο αναφέρεται συχνά στα ημερολόγια του, όπως στον Ιππόλυτο Ταίν και τον Χέρμπερτ Σπένσερ. Στα ημερολόγιά του ο Δραγούμης αναφέρεται συχνά στον Μπαρρές παραθέτοντας μάλιστα και αποσπάσματα από βιβλία του. Η ιδέα του Μπαρρές σύμφωνα με τη σχέση των νεκρών και των ζωντανών ανθρώπων που τους συνδέει το κοινό αίμα και η κοινή πατρίδα, φαίνεται στο βιβλίο «Σαμοθράκη» του Έλληνα πρωτοφασίστα στο κεφάλαιο «Νεκρικός διάλογος». Στο κεφάλαιο αυτό ο Δραγούμης συζητά με έναν κοσμοπολίτη ο οποίος είναι νεκρός και στο τέλος καταλήγει να του πει «την ψυχή σου την έχω εγώ μέσα μου που είμαι ζωντανός και πατριώτης σου». Ο Μπαρρές προτού εμφανιστούν τα γνωστά κινήματα του Μεσοπολέμου θα ορίσει πως «ο εθνικισμός γεννά τον σοσιαλισμό» και θα επισημάνει την αναγκαιότητα της ένωσης αυτών των δύο ιδεών. Ο Δραγούμης θα είναι ο πρώτος στην Ελλάδα που θα φέρει την Ιδέα αυτή και θα αρχίσει να γράφει για έναν εθνικό σοσιαλισμό στην εφημερίδα «Αθηναϊκή» στις 20 Απριλίου του 1920: «…εις τους Έλληνας σοσιαλιστάς θα υπεδείκνυα αν ήθελον να με ακολουθήσουν…Εθνικόν σοσιαλισμόν, όχι υπό την γνωστήν έννοιαν, αλλ’ υπό την έννοιαν, ότι η εφαρμογή του θα είναι ανάλογος προς το έθνος και προς την κατάστασιν της εξελίξεώς του». Μελέτη για το έργο του Μπαρές έγραψε ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος, Έλληνας πεζογράφος και κριτικός, γνωστός με το ψευδώνυμο Νικολά Σεγκύρ [Nicolas Ségur].

Εργογραφία

Ο Μπαρές έγραψε πολυάριθμα μυθιστορήματα, δοκίμια και άρθρα. Στα μυθιστορήματα του ο νεώτερος ανορθολογισμός και ο εθνικισμός σημείωσαν έναν από τους πρώτους θριάμβους του. Χαρακτηριστική είναι η εξέλιξή του που τον οδήγησε από θέσεις άκρου ατομισμού στη λατρεία της παραδόσεως, της γης και των νεκρών. Δημοσίευσε πολλά βιβλία, εμπνευσμένα από τον πόλεμο και από τα μεγάλα προβλήματα της εποχής του. Υπήρξε ένας από εκείνους που γνώρισαν στους Δυτικούς Ευρωπαίους τον κόσμο του Νότου, την Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα.

Η πορεία του εκφράζεται με την τριλογία

  • «Η λατρεία του εγώ» (1888-91),
  • «O Κήπος της Βερενίκης», [«Le Jardin de Berenice»], το 1891,
  • «Οι ξεριζωμένοι, το 1897,
  • «Μυθιστόρημα της εθνικής δραστηριότητας», τρίτομο έργο, όπου οι νεαροί κύριοι ήρωες συμβολίζουν τον όλεθρο στον οποίο είναι καταδικασμένος όποιος «ξεκόβει» από την εθνική του πραγματικότητα.
  • «Η έκκληση στον στρατιώτη», το 1900 και
  • «Τα πρόσωπά τους», το 1902,
  • «Ταξίδι στη Σπάρτη», το 1906 [5].

Επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Απρίλιο και Μάιο του 1900, ενώ αναφερόμενος στην Τρίπολη της Πελοποννήσου, επισημαίνει τους Τουρκικούς της δρόμους, την έλλειψη των υπολειμμάτων του πρόσφατου Τουρκικού παρελθόντος, «..Ήθελα να βρω ακόμα τις μνήμες του τοπικού πασά και γενικότερα τα σημάδια ενός ανατολίτικου χρώματος...Τίποτε και κανείς δεν μου έδωσε πληροφορίες για τον πασά του Μοριά όπως σώζεται στα δημοτικά τραγούδια -καθισμένο στα περιβόλια του με την Αρβανίτικη φρουρά του, τους μαύρους σκλάβους του να κρατούν όμορφα άλογα, τους φοβερούς του Γενίτσαρους, το γεμάτο Σεράι του με τους ζαχαροπλάστες, τους ακόλουθους, τους γελωτοποιούς, τους μουζικάντηδες, του αθυρόστομους καραγκιοζοπαίχτες του..». O Mπαρές αναφέρει το περιστατικό με τη δίκη του χαρεμιού του Χουρσίτ Πασά που έμεινε απείραχτο κατά τις βιαιότητες που έγιναν στην κατάληψη της Τριπόλεως από τις δυνάμεις του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αλλά και για τις νεαρές γυναίκες του χαρεμιού που δεν έμειναν ασυγκίνητες από την ομορφιά και το σφρίγος, όπως παρατηρεί ο Mπαρές, των νεαρών Ελλήνων πολεμιστών.

  • «Ο Γκρέκο ή το μυστικό του Τολέντο», το 1911, στο οποίο εξηγεί πως κατανόησε τα κρύφια του Ισπανισμού δια μέσου του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Θύελλα αντιδράσεων στη Γαλλία Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 16 Δεκεμβρίου 2009.
  2. [Ο Μωρίς Μπαρές περιγράφοντας τη δίκη του Ντρέϋφους, καταλήγει γράφοντας, «...Σίγουρα δεν υπάρχει ανθρώπινη κοινωνία που να μπορεί να δεχτεί αυτό το άτομο. Μόνο σ’ ένα άθλιο δάσος του προσφέρεται ένα κλαδί δέντρου: για να κρεμαστεί!..».]
  3. Maurice, Auguste BARRÈS assemblee-nationale.fr
  4. Maurice Barres academie-francaise.fr
  5. «Η Ελένη στο μουσείο της Σπάρτης» του Μωρίς Μπαρρές (1906)