Έθνος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Έθνος [Ουσιαστικό ουδέτερο, αγγλικά: nation από το λατινικό nasci που σημαίνει γεννιέμαι] είναι η ανώτερη μορφή κοινωνικού σχηματισμού που χαρακτηρίζεται από κοινά γνωρίσματα όπως η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, η κοινή ιστορία και πολιτισμός, η ομόθυμη θέληση να συνεχίσει η πολιτιστική πορεία και η γεωγραφική καταγωγή, δηλαδή σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε ο Ηρόδοτος για το Ελληνικό έθνος «...αὖτις δὲ τὸ Ἑλληνικόν, ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα τῶν προδότας γενέσθαι Ἀθηναίους οὐκ ἂν εὖ ἔχοι....» [«και κατόπιν ο ελληνισμός, ένας κόσμος που στις φλέβες του κυλά το ίδιο αίμα και που μιλά την ίδια γλώσσα κι έχει κοινά τα λατρευτικά κέντρα των θεών και θυσίες και συνήθειες ίδιες κι απαράλλαχτες -η προδοσία όλων αυτών θα ήταν αίσχος για τους Αθηναίους»] [1] [2] [3]. Το έθνος, μια κοινωνική ή φυλετική ομάδα, μορφοποιείται γύρω από κοινές παραδόσεις οι οποίες δεν αφορούν απλώς ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό αλλά, κυρίως, ένα χωρικά προσδιορισμένο συλλογικό παρελθόν.

Ο εθνικισμός, [ουσιαστικό, ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: εθνικός + -ισμός, αγγλ. nationalism], είναι πολιτική ιδεολογία που υποστηρίζει την αποκλειστική προσήλωση και αγάπη των ανθρώπων προς το έθνος τους και την εθνική τους ταυτότητα, καθώς επίσης τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των ατόμων κάθε έθνους ή μια εθνοπολιτική ιδεολογία με κέντρο την ιδέα του έθνους που επιδιώκει τη συγκρότηση ανεξάρτητου κράτους. Με τον όρο εκφράζεται ακόμη, η απόλυτη και με πάθος προσήλωση των ατόμων στο έθνος τους, η έκφραση και η καλλιέργεια εθνικής συνειδήσεως, η αφοσίωση των ατόμων στο έθνος που ανήκουν, δίχως διάθεση υποτιμήσεως ή περιφρονήσεως άλλου έθνους.

Ορισμός του Έθνους

Γενικά

Ιστορικές μαρτυρίες αναφέρονται σε ανθρώπους που δημιούργησαν ευρείες κοινωνίες, γεωγραφικά διακριτές από την αυγή του ανθρώπινου πολιτισμού. Ο πολιτισμός των Σουμερίων, που άνθησε στην περιοχή των ποταμών Τίγρη και του Ευφράτη περί το 2.500 π.Χ., άφησε γραπτά τεκμήρια τα οποία μαρτυρούν απόψεις που διαφοροποιούσαν εκείνους που προέρχονταν από τη σουμερικά «σπορά», «των αδελφών των υιών του Σουμέρ», από ξένους και αλλόφυλους. Ακόμη, οι Αιγύπτιοι το 16ο αιώνα π.Χ. διαχώριζαν τον εαυτό τους από τους «Ασιατικούς» στα ανατολικά και τους Νούβιους στα νότια. Στην Αγία Γραφή ιδιαιτέρως ο όρος έθνη χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους λαούς που δεν πιστεύουν στον Ιησού Χριστό, αλλά στα είδωλα. Ο Χριστός στην ομιλία Του στο όρος των Μακαρισμών, αναφερόμενος στην εμπιστοσύνη που πρέπει να έχουν οι δικοί του Μαθητές στην πρόνοια του Θεού, την αντιπαραβάλει με την νοοτροπία των ειδωλολατρών και λέγει «πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί» [4]. Ο Χριστός παραδόθηκε στα έθνη [5], και μετά την ανάσταση Του έδωσε εντολή στους μαθητές να πορευθούν εις «πάντα τα έθνη» [6]. Υπάρχουν πάρα πολλά χωρία στην Αγία Γραφή που αναφέρονται σε αυτήν την έννοια του έθνους, δηλαδή ότι τα έθνη ταυτίζονται με τους ειδωλολάτρες που πιστεύουν στα είδωλα.

Ανατρέχοντας στην ιστορία των παλαιών κρατών της Δυτικής και Νοτίου Ευρώπης, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Αγγλία και Σκοτία (μετέπειτα Μεγάλη Βρετανία) διαπιστώνουμε ότι αρχικά υπήρξαν κράτη και όχι έθνη. Η μετεξέλιξη των κρατών σε «εθνικά κράτη» συντελέστηκε στη Δυτική Ευρώπη μετά τη Γαλλική Επανάσταση και τον Μεταρρυθμιστικό Νόμο στη Βρετανία. Το κράτος-έθνος ως οντότητα γεννήθηκε στη Γαλλία και τη Βρετανία. Αντίθετα, οι Γερμανοί φιλόσοφοι διακήρυξαν την ανάγκη της επιστροφής στις παραδόσεις και ότι το έθνος ήταν μια διαχρονική κοινότητα, βασισμένη σε τρία στοιχεία:

  • την ιστορία (το παρελθόν που πιστοποιεί την κοινή προέλευση των μελών του έθνους),
  • την γλώσσα (εύρεση των αρχέγονων μορφών της και υπεράσπισή της),
  • την θρησκεία (μεγάλη η σημασία της, όταν ο κυρίαρχος ήταν αλλόθρησκος, όπως στα Βαλκάνια).

Σύμφωνα µε τον πολιτειολόγο Andrew Heywood [7] τα έθνη είναι σύνθετα φαινόμενα, που σχηματίζονται από πολιτισμικούς πολιτικούς και ψυχολογικούς παράγοντες. Πολιτισμικά, έθνος είναι μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζονται γλώσσα, θρησκεία, ιστορία και παραδόσεις. Πολιτικά, ένα έθνος είναι μια ομάδα ανθρώπων που αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως φυσική πολιτική κοινότητα. Ψυχολογικά, έθνος είναι μια ομάδα ανθρώπων που διακρίνεται από την κοινή αφοσίωση ή αγάπη που παίρνει τη μορφή του πατριωτισμού ή και του εθνικισμού. Σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε ο Ερνέστ Ρενάν «Το έθνος είναι μια μεγάλη αλληλεγγύη, αποτελούμενη από το αίσθημα των θυσιών που έχουν γίνει κι εκείνων που είναι διατεθειμένοι να κάνουν ακόμα όσοι ανήκουν σ’ αυτή την κοινότητα. Προϋποθέτει κάποιο παρελθόν, αλλά συνοψίζεται και στο παρόν χάρη σ’ ένα χειροπιαστό γεγονός: τη συγκατάθεση, την καθαρά εκφρασμένη επιθυμία συνέχισης της κοινής ζωής. Η ύπαρξη ενός έθνους είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα....». Ο Μαξ Βέμπερ υποστηρίζει [8] ότι ο όρος ανήκει στη σφαίρα των αξιών: «πάνω απ’ όλα σημαίνει ότι είναι νόμιμο να περιμένουμε από συγκεκριμένες συλλογικότητες να επιδεικνύουν αισθήματα κοινοτικής αλληλεγγύης που τις διαφοροποιούν από άλλες ομάδες».

Έθνος & Ελληνική ιστορία

Η λέξη «έθνος», που δεν αποτελεί νομική έννοια, υπάρχει στην ελληνική γλώσσα από τους αρχαίους χρόνους, ήδη από τα έργα του Ομήρου, όπου απαντώνται οι φράσεις «έθνος λαών», «Αχαιών έθνος», «Λυκίων μέγα έθνος», «έθνεα πεζών» και άλλες. Ο όρος αναφέρεται ακόμη από τον Όμηρο και στο σύνολο των νεκρών: «έθνεα νεκρών», ενώ αποδίδεται και στα σμήνη και τις ομάδες των εντόμων και των ζώων. Είναι χαρακτηριστικές οι φράσεις «έθνεα μυιάων, μελισσάων, ορνίθων». Από διαφόρους άλλους αρχαίους συγγραφείς η λέξη ταυτίζεται με τον λαό, αποδίδεται σε διάφορες φυλές «το Θετταλών... Πενεστικόν έθνος», σε ιδιαίτερες τάξεις ανθρώπων, όπως «έθνος κηρυκικόν, ραψωδών», καθώς επίσης αποδίδεται και σ’ ένα συγκεκριμένο φύλο, όπως «το θήλυ έθνος» [9]. Γενικά από την μελέτη των πηγών συμπεραίνεται ότι η λέξη έθνος είχε κατ’ αρχάς φυλετικό χαρακτήρα και έδειχνε τα κοινά γνωρίσματα που συγκροτούν μια ιδιαίτερη φυλή. Ο πρώτος ορισμός του έθνους δόθηκε από τον Ηρόδοτο, όταν ο Ξέρξης λέει ότι:

  • - «Θα έρθω και θα πάρω την Ελλάδα σε έναν περίπατο». Και του λέει ο Δημάρατος:
  • - «Προσέξτε, βασιλεύ, γιατί είναι μεν χωρισμένοι σε πόλεις οι Έλληνες, αλλά, όταν έρθει ο ξένος, θα είναι σαν ένα χέρι δεμένο». Και του λέει ο Ξέρξης
  • - «Γιατί;». Και απαντά ο Δημάρατος:
  • - «Για το ομόηθες, το ομόθρησκον, το όμαιμον, το ομόγλωσσον» [10].

Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης διαχώριζαν τους ανθρώπους σε Έλληνες και Βαρβάρους [11]. Ο Αρριανός στην ιστορία της εκστρατείας του Μεγάλου Αλέξανδρου αφηγείται την τιμωρία που επέβαλε ο Αλέξανδρος σε Έλληνες μισθοφόρους που υπηρετούσαν στον περσικό στρατό και αιχμαλωτίστηκαν κατά τη μάχη στο Γρανικό ποταμό με τα λόγια «Τούτους ο Αλέξανδρος δήσας απέστειλε εις Μακεδονίαν εργάζεσθαι», καθώς «Έλληνες όντες παρά τα κοινή δόξαντα τοις Έλλησιν εναντία τη Ελλάδι υπέρ των βαρβάρων εμάχοντο». Ο Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων σε υπόμνημα του προς τον αυτοκράτορα «Μανουήλον» Παλαιολόγο (περί το 1420 μ.Χ.) έγραφε: «Έλληνες εσμέν ων ηγείσθε και βασιλεύετε, ως η φωνή ημών και η πάτριος γλώσσα μαρτυρεί». Το 1783 ο Δημήτριος Καταρτζής [12] εξηγεί γιατί οι Έλληνες αποτελούν έθνος, μολονότι δεν έχουν κράτος: «...Ομολογώ στον αυτόν καιρό, πως εμείς δεν είμαστε έθνος που να φορμάρουμε καθ’ αυτό πολιτεία, αλλά είμαστε υποτελείς σε άλλο επικρατέστερο. για τούτο και πέρνωντάς το απ' τόν ορισμό του πολίτη που δίδ’ ο Αριστοτέλης, μας κατηγορούνε μερικοί Φράγκοι πως δεν έχουμ’ εμείς πατρίδα. δεν είν’ όμως έτζη: γιατί ο ρηθείς, με τούτο διακρίνει τον πολίτη απ' τά αιχμάλωτα έθνη, που ελέγουνταν είλωτες και περίοικοι, οι οποίοι εδούλευαν τους Σπαρτιάταις και τους Κρητικούς σαν καθ’ αυτό γεωργοί τους. Εμείς όμως συν Θεώ δεν είμαστε τέτοιοι, κ’ ανίσως, ναι, δε μετέχουμε στη διοίκησι της πολιτείας των κρατούντων μας κατά πάντα, μ’ όλον τούτο δεν είμαστε σ’ αυτήνα με την ολότη αμέτοχοι. Όθεν και συνιστούμ’ ένα έθνος που εν ταυτώ μας δένουν οι εκκλησιαστικοί μας άρχοντες με τη διοίκησι την ανώτατη κ’ αναμεταξύ μας. αυτοί και σε πολλά είναι κ’ άρχοντες μας πολιτικοί. {...} Να πούμε κ’ άλλο, αφ’ ου ένας Ρωμηός συλλογιστή μια φορά πως κατάγεται από τον Περικλέα, Θεμιστοκλέα και άλλους παρόμοιους Έλληνες, ή απ' τούς συγγενείς του Θεοδόσιου, του Βελισάριου, του Ναρσή, του Βουλγαροκτόνου, του Τζιμισκή κ’ άλλων τόσων μεγάλων Ρωμαίων, ή έλκει το γένος του από κανέναν άγιο, ή από κανέναν του συγγενή, πώς να μην αγαπά τους απογόνους εκείνων κ’ αυτωνών των μεγάλων ανθρώπων; Πώς να μην το ’χη χαρά του να δυστυχή σε τέτοια πολιτική κοινωνία που συναπαρτίζουν αυτοί; Πώς να μην πονή αιωνίως το έδαφος που τους ανάθρεψ’ εκεινούς και αυτουνούς; Και τραβώντας άσμενος το δούλειό του ζυγό, πώς να μη βρέχη με δάκρυα τον τόπο που έβαψαν με το αίμα τους, εκείνοι για δόξα, κ’ αυτοί για τη σωτηρία τους;...» [13].

Η Προκήρυξη του Αχαϊκού Διευθυντηρίου, η οποία συντάχθηκε στις 26 Μαρτίου 1821 στην Πάτρα κι είναι το πρώτο διπλωματικό έγγραφο των Ελλήνων προς τις ξένες δυνάμεις, επιδόθηκε στους προξένους των ξένων δυνάμεων που βρίσκονταν στην πόλη, επισημαίνει ότι το ελληνικό έθνος καταπιέζεται από τους Οθωμανούς. Το πρώτο Ελληνικό σύνταγμα που ψηφίστηκε την 1η Ιανουαρίου 1822 στην Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ξεκινούσε με τη φράση: «Το Ελληνικόν έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διά των νομίμων Παραστατών του, εις Εθνικήν συνηγμένην Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, «την Πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν». Παράλληλα, το σύνταγμα που ψήφισαν οι Έλληνες στην Τροιζήνα το 1827, αναγνώριζε ότι η εξουσία πηγάζει από το έθνος. Συνεπακόλουθα ο εθνικισμός έχει προοδευτικό χαρακτήρα και εκπροσωπήθηκε από σημαντικούς ηγέτες όπως ο Γαριβάλδης στο κίνημα του 19ου αιώνα για τη «Νέα Ιταλία», ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και άλλοι Φιλικοί στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Ελληνικό έθνος & Ορθoδοξία

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, υπερασπιστής της αυτονομίας της Ορθόδοξης εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υποστηρίζει: «...Τον Ιούλιον του 1833 έτους διεκηρύχθη Αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος η εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος. [...] Το Ελληνικόν έθνος, διακηρύξαν εξ αρχής της ενδοξοτάτης αυτού επαναστάσεως ενώπιον Θεού και ανθρώπων την εαυτού πολιτικήν αυτονομίαν και ανεξαρτησίαν, απέδειξεν εν ταυτώ, καθ’ α είχεν αφ’ εαυτού δίκαια, [...] και την εαυτού Εκκλησίαν Αυτοκέφαλον και ανεξάρτητον. διότι και ο σκοπός του ιερού αυτού αγώνος ήτον όχι μόνον η πολιτική, αλλά και η εκκλησιαστική αυτονομία και ανεξαρτησία [...] δεν είχεν χρείαν αδείας ή συγκαταθέσεως [γιατί] η πολιτική αυτονομία και ανεξαρτησία φέρει μεθ’ εαυτής αναγκαίως, κατά την δόξαν της ορθοδόξου Εκκλησίας και την εκκλησιαστικήν [...] χωρίς τινος άλλης περί τούτου ιδιαιτέρας πράξεως ή συνθήκης. διότι επικράτεια και Εκκλησία είναι εν κατά το εξωτερικόν αυτής είδος [...]...». [14]. Από τη δική του πλευρά, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, οπαδός της παραμονής στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως- γράφει: «...Τι δεν έπαθον υπέρ της ελευθέρας Ελλάδος οι έξω ταύτης μείναντες αδελφοί; Και όμως εκείνους ουδ’ Έλληνας ουδ’ αδελφούς αξιούτε ονομάζειν αλλά κατοίκους της Τουρκίας και δούλα τής (ως λέγετε) δεδουλωμένης εκκλησίας μέλη! Τοιουτοτρόπως αποχωρίζετε (το εφ’ υμίν) την Ελλάδαν από της Ελλάδος και τους Έλληνας απ’ αλλήλων, κατακερματίζοντες το έθνος, και διασπείροντες διχόνοιας θρησκευτικάς, αίτινες γεννώσιν εμφυλίους νόσους, και χαλεπούς πολέμους αδελφών. Τοιουτοτρόπως, τέλος, συστέλλετε το κράτος των Ελλήνων εις όρια στενότατα, και κωλύετε τας προόδους του θεοστήρικτου βασιλείου της Ελλάδος, και ματαιούτε (το γ’ υφ’ υμίν) τας ευχάς και τας ελπίδας όλου του έθνους και τοσούτων αιώνων και τοσούτων φιλελλήνων χριστιανικών εθνών! Ω άνθρωποι ποι φέρεσθε;» [15].

Εθνικότητα-Υπηκοότητα [16]

Οι άνθρωποι που κατοικούν μόνιμα σε έναν τόπο ανέπτυξαν κοινούς στόχους και επιδιώξεις. Για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν την κοινή γλώσσα, πίστευαν στον ίδιο Θεό, σε κοινούς μύθους κι είχαν κοινές συνήθειες. Ο πολιτισμός περνούσε από γενιά σε γενιά μαζί με τη συνείδηση ότι ανήκουν στο έθνος. Υπάρχουν περιπτώσεις που οι άνθρωποι που ανήκουν στο ίδιο έθνος δεν κατοικούν στην ίδια χώρα καθώς το έθνος είναι πιο ευρύ από το κράτος. Οι Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες, αποτελούν το ελληνικό έθνος. Με την εξ ορισμού άποψη ότι έθνος είναι σύνολο ανθρώπων με κοινή ιστορική, γλωσσική, θρησκευτική ή πολιτιστική καταγωγή, στο ίδιο έθνος περιλαμβάνονται και υπήκοοι διαφορετικών κρατών. Ενδεικτικά κι όχι περιοριστικά, περιλαμβάνονται στο Ελληνικό έθνος, οι Έλληνες της Κύπρου ή οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, της Κωνσταντινουπόλεως και της Μικράς Ασίας ή οι Έλληνες της διασποράς, της Αυστραλίας, των ΗΠΑ, του Καναδά και άλλων κρατών, αν και είναι υπήκοοι διαφορετικών κρατών, ενώ και όσοι κατοικούν μόνιμα στην Ελλάδα δεν ανήκουν όλοι στο ελληνικό έθνος.

Έτσι έχουμε ως έννοιες:

  • την εθνικότητα, που αφορά δεσμό αίματος, κοινής καταγωγής, πολιτικό ή πολιτιστικό δεσμό και συνδέουν πρόσωπα που είναι ή μπορεί να είναι πολίτες (και) περισσότερων κρατών, και
  • την υπηκοότητα που αφορά το νομικό δεσμό, τη νομική σχέση μεταξύ ενός προσώπου και των μόνιμων ή προσωρινών ορίων του κράτους στο οποίο κατοικεί.

Η εθνικότητα και η υπηκοότητα μπορεί να έχουν κοινό νόημα αποκλειστικά στην περίπτωση που ένα κράτος συγκροτείται μόνο από πολίτες που ανήκουν στο ίδιο έθνος, κάτι το οποίο στο σύγχρονο κόσμο μοιάζει αδύνατο. Πάντως ένα πρόσωπο μπορεί να έχει περισσότερες υπηκοότητες ενώ και οι πολίτες ενός κράτους μπορεί να συγκροτούν εθνική πλειονότητα ή και μειονότητα. Χαρακτηριστικά, στην Ελλάδα ή την Κύπρο οι πολίτες ελληνικής εθνικότητας είναι πλειονότητα σε ποσοστό που αγγίζει το απόλυτο, ενώ αντίθετα στα όρια του Αλβανικού κράτους οι πολίτες ελληνικής εθνικότητας αποτελούν μειονότητα και πρέπει να απολαμβάνουν ειδικής προστασίας δυνάμει διεθνών και ευρωπαϊκών συμβάσεων.

Η συνειδητοποίηση της ιδέας του έθνους, στη σύγχρονη εποχή, είχε ως αποτέλεσμα εθνικές διεκδικήσεις, καθώς πληθυσμοί με εθνική συνείδηση δε διέθεταν και αντίστοιχο κράτος, επειδή:

  • Ζούσαν σε μεγάλες πολυεθνικές αυτοκρατορίες (Αυστριακή, Οθωμανική).
  • Ζούσαν διάσπαρτοι σε διάφορα κράτη (γερμανικό, ιταλικό, πολωνικό έθνος) και διεκδίκησαν την δημιουργία δικών τους ανεξάρτητων κρατών.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Διαβάστε τα λήμματα

Παραπομπές

  1. [Ηρόδοτος «Ιστορίαι» (8.144.3).]
  2. [Ηρόδοτος, «Ουρανία» 144, μετάφραση Άγγελου Βλάχου, εκδόσεις «Γαλαξίας», Αθήνα, 1971.]
  3. Διαβάστε ολόκληρο το βιβλίο του Ηρόδοτου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα.
  4. [Ματθαίος, Κεφάλαιο Στ', στίχος 32ος.]
  5. [Ματθαίος, Κεφάλαιο Κ', στίχος 19ος.]
  6. [Ματθαίος, Κεφάλαιο Κη', στίχος 19ος.]
  7. [Andrew Heywood, «Εισαγωγή στην Πολιτική», σελίδα 159η.]
  8. [Μax Weber, «Wirtschaft und Gesellschaft», Κολωνία 1964 (Tübingen 1956), σελίδα 675η.]
  9. [Liddel-Scott, «Μέγα Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης», τόμος 2ος, σελίδα 22η.]
  10. Χάσαμε το Έθνος. Το ενδιάμεσο που είχαμε κάποτε και το ξεχάσαμε. Εφημερίδα «Δημοκρατία», 21 Ιουνίου 2016.
  11. [Ο όρος βάρβαρος, ως συλλογικός προσδιορισμός, αφορμάται από τις ακατάληπτες (φωνητικό ρέκασμα βρ..βρρ) γλώσσες, για τους Έλληνες, που μιλούσαν οι λαοί της Μικράς Ασίας. Μετά τους Περσικούς πολέμους ο όρος απέκτησε ένα υποτιμητικό νόημα που έκτοτε διατηρείται.
  12. Δημήτριος Καταρτζής (1730-1807) ήταν φαναριώτης λόγιος. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη αλλά έζησε στο Βουκουρέστι, όπου υπηρέτησε ως ανώτατος δικαστικός λειτουργός. Εμπνευσμένος από τις ιδέες του Διαφωτισμού, οραματίστηκε έναν ελληνικό κόσμο προσαρμοσμένο στα δυτικά πρότυπα τα οποία είχαν αποτυπωθεί στην Εγκυκλοπαίδεια του Ντιντερό και του Ντ’ Αλαμπέρ. Ανέπτυξε πρόγραμμα μεταρρυθμίσεως της ελληνικής παιδείας, βασισμένο στη χρήση της δημοτικής γλώσσας, που κατά τη γνώμη του, θα ήταν ένα πρώτης τάξεως «εθνικό έργο».]
  13. [Δημήτριος Καταρτζής, «Συμβουλή στους νέους πως να ωφελιούνται και να μη βλάπτουνται απτά βιβλία τα φράγκικα και τα τούρκικα, και ποια ‘ναι η καθ’ αυτό τους σπουδή», στο Κ. Θ. Δημαράς (επιμέλεια), «Δημήτριος Καταρτζής. Τα ευρισκόμενα», Αθήνα 1970, σελίδες 44η-45η.]
  14. [Παρασκευάς Ματάλας, «Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «Ελλαδικό» στο Βουλγαρικό σχίσμα», Ηράκλειο 2002, σελίδα 49η.]
  15. [Κωνσταντίνος Οικονόμος, «Επίκρισις εις την περί Νεοελληνικής Εκκλησίας σύντομον απάντησιν του σοφού διδασκάλου K. Νεόφυτου Βάμβα», Αθήναι 1839, σελίδες 336η-337η.]
  16. Σε τι διαφέρει ο λαός από το έθνος; Αιμιλιανίδης Κ. Αχιλλεύς, Δικηγόρος, Καθηγητής Νομικής και Κοσμήτορας Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.