Πέτρος Πετρίδης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Πέτρος Ιωάννης Πετρίδης Έλληνας εθνικιστής μουσικοσυνθέτης, από τους πρωτεργάτες και τους επιφανέστερους εκπροσώπους της «Ελληνικής Εθνικής Σχολής», μαέστρος και Ακαδημαϊκός [1], γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου 1892 στην πόλη Νίγδη [Niğde] πρωτεύουσα της επαρχίας Νίγδης της Καππαδοκίας, στην περιοχή της Κεντρικής Ανατολίας της Τουρκίας και πέθανε τη νύκτα της 19ης προς 20η Αυγούστου 1977 στην Κηφισιά Αττικής.

Η κηδεία του έγινε την Κυριακή 21 Αυγούστου και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών [2] [3] [4]. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Πέτρος Χάρης, ενώ στεφάνι κατέθεσε εκπρόσωπος του Υπουργείου Πολιτισμού.

Πέτρος Πετρίδης

Βιογραφία

Μεγάλωσε κι έζησε από το 1899 έως το 1911, στην Κωνσταντινούπολη, όπου έλαβε τα πρώτα μαθήματα μουσικής μέσα από την οικογένειά του, καθώς οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί του ήταν φιλόμουσοι και ερασιτέχνες μουσικοί. Στα δώδεκα χρόνια του διδάχθηκε αρμονία και πιάνο με τον πιανίστα Χέγκευ, που υποστήριζε ότι ήταν μαθητής του Λιστ, και με τον Ιταλό δάσκαλο της μουσικής Σελβέλλι. Φοίτησε στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο Κωνσταντινουπόλεως από το 1902 έως το 1906, καθώς και στο αμερικανικό Ροβέρτειο Κολλέγιο, από το οποίο αποφοίτησε το 1911 και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους μετέβη για Νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης στο Παρίσι και παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα Πολιτικών επιστημών στην Ελεύθερη Σχολή Πολιτικών Επιστημών.

Διέκοψε τις σπουδές του με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων και κατατάχθηκε ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό και συμμετείχε σε επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Τραυματίστηκε στο Μπιζάνι, στη μάχη της Αετορράχης, πολέμησε στη Σιάτιστα και ως μέλος της 8ης Μεραρχίας, πήρε μέρος στην πολιορκία των Ιωαννίνων και καθώς ήταν άριστος γνώστης της Τουρκικής γλώσσας χρησιμοποιήθηκε ως επίσημος διερμηνέας κατά την παράδοση του Μπιζανίου. Το 1913 επέστρεψε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, έχοντας αποκτήσει και την Ελληνική υπηκοότητα, ενώ στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρέμεινε στη Γαλλία.

Το 1914 παρακολούθησε το έργο «Λόενκριν» του Ρίχαρντ Βάγκνερ στην Όπερα της Βιέννης και απεφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά τις Νομικές του σπουδές και να αφοσιωθεί στη μουσική. Μαθήτευσε περιστασιακά κοντά στους Αλμπέρ Βόλφ [Albert Wolff] το 1914, Φλοράν Σμιτ και Aλμπέρ Ρουσέλ [Albert Roussel] το 1919, ενώ τα πρώτα του μουσικά έργα είδαν το φως αυτή την εποχή. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του αυτοδίδακτο στην σύνθεση. Ασχολήθηκε με τη μουσικοκριτική και υπήρξε συνεργάτης ελληνικών, γαλλικών, αγγλικών και αμερικανικών εφημερίδων και περιοδικών επί θεμάτων μουσικής, φιλολογίας και θεάτρου. Το 1915, ξεκίνησε την μακρόχρονη δραστηριότητά του ως μουσικοκριτικός και μουσικός αρθρογράφος, για λογαριασμό Ελληνικών, γαλλικών, αγγλικών αλλά και αμερικανικών εφημερίδων και περιοδικών εντύπων. Πιθανόν τα πρώτα άρθρα του Πετρίδη για την ελληνική μουσική, δημοσιεύτηκαν στην ελληνική εφημερίδα «Εσπερία» του Λονδίνου, από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο του 1916. Πρόκειται για τα «Υπάρχει ελληνική μουσική;» στις 5 Μαΐου, «Ολίγα περί Βυζαντινής μουσικής» στις 12 Μαΐου, «Η εναρμόνισις της Βυζαντινής μουσικής» στις 19 Μαΐου, «Δημώδης μουσική» στις 2 Ιουνίου, «Η Ελληνική μουσική. Ποια η μέθοδος;» στις 16 Ιουνίου, «Κυπριακά άσματα και χοροί» στις 23 Ιουνίου, «Μάριος Βάρβογλης» στις 30 Ιουνίου, «Η Ελληνική μουσική. Παρατηρήσεις και συμπληρωματικαί επεξηγήσεις» στις 7 Ιουλίου [5]

Διατέλεσε για είκοσι χρόνια ανταποκριτής στο Παρίσι των «Μουσικών Τάιμς» [«The Musical Times»] του Λονδίνου και την περίοδο από το 1925 έως το 1927, της εφημερίδας «Christian Science Monitor» της Βοστώνης. Ως μουσικοκριτικός συνεργάστηκε σποραδικά, όμως για μεγάλα διαστήματα, με τις ελληνικές εφημερίδες «Ελεύθερο Βήμα» από το 1922 έως το 1925, «Πρωία» από το 1934 έως το 1936, «Καθημερινή» από το 1939 έως το 1941, «Βήμα» από το 1955 έως το 1957. Την περίοδο 1918-19 διατέλεσε προϊστάμενος του γραφείου Τύπου και πληροφοριών της Ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο, δίνοντας παράλληλα διαλέξεις για την Ελληνική λαογραφία και μουσική στο Βασιλικό Κολέγιο [King's College] του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, ενώ από το 1919 έως το 1921 διετέλεσε λέκτορας της νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, διδάσκοντας νέα ελληνικά στη Σορβόννη, στο νεοσύστατο τότε Τμήμα του νεοελληνιστή Ουμπέρ Περνώ. Μετά το 1922 διέμενε είτε στην Αθήνα, είτε στο Παρίσι. Το 1930 μαζί με τους Νικόλαο Σκαλκώτα και Γεώργιο Πονηρίδη, κλήθηκαν και συμμετείχαν στην προσπάθεια του Μουσικού Λαογραφικού Μουσείου, που είχε σκοπό την καταγραφή σε πεντάγραμμο, το σχολιασμό και την ηχογράφηση της Δημοτικής μουσικής.

Συμμετείχε με τους Αλέξανδρο Κανελλόπουλο, Κυβερνητικό Επίτροπο της Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας [Ε.Ο.Ν.], την ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη και τον Κωστή Μπαστιά, στην επιτροπή βραβείων των καλλιτεχνικών αγώνων Νεολαίας που διοργάνωνε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Μετά το 1949 διατέλεσε μέλος του Διοικητικού Ανωτάτου Συμβουλίου Μουσικής [Δ.Α.Σ.Μ.], μαζί με τους Μανόλη Καλομοίρη, Γεώργιο Πονηρίδη και Φαραντάτο. Το 1958 εξελέγη αντεπιστέλλον μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών στη θέση του Γιαν Σιμπέλιους που είχε πρόσφατα πεθάνει. Το 1959, εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών [6] στην έδρα Μουσικής Συνθέσεως, μετά από πρόταση του Μανόλη Καλομοίρη.

Εργογραφία

Υπήρξε σημαντική μορφή της ελληνικής μουσικής στο πρώτο μισό του 20ού αιώνος κι είχε ως πρότυτο το Γερμανό συνθέτη Σεμπάστιαν Μπαχ. Το μουσικό του έργο [7] είναι ιδιότυπο και προσωπικό. Κύρια υφολογικά χαρακτηριστικά της μουσικής του συνιστούν η τροπικότητα της αρμονίας του, η αντιστικτικότητα της γραφής του καθώς και ένας προοδευτικός ασκητισμός. Αρχικά προβληματίστηκε ως προς την εναρμόνιση του δημοτικού τραγουδιού, ενώ αργότερα ενέταξε στοιχεία του βυζαντινού μέλους και διερεύνησε τις τροπικές κλίμακες.

Συνέθεσε πολλά έργα συμφωνικής μουσικής, μία όπερα, έργα μουσικής δωματίου και φωνητικά. Έγραψε δύο όπερες, ορατόρια, την «Ιωνική σουίτα», Κλέφτικους χορούς, συμφωνίες, κοντσέρτα, έργα για πιάνο, τραγούδια και άλλα. Έργα του παίχθηκαν στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ, όπως στο Baden Baden το 1936, στις Bρυξέλλες το 1938, στη Φρανκφούρτη το 1939 και αλλού. Στο διάστημα από το 1944 έως το 1975 συνεργάστηκε με την «Εθνική Λυρική Σκηνή» [«Ε.Λ.Σ.»] ως αρχιμουσικός, διευθύνοντας το ορατόριο «Άγιος Παύλος», που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο το 1951, στο πλαίσιο του Εορτασμού των 1.900 χρόνων από την άφιξη του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα, καθώς και το χορόδραμα του «Ο Πραματευτής», τις περιόδους 1943-44, 1947-48 και 1957-58.

Άρχισε να γίνεται γνωστός από το 1917, συνθέτοντας ελληνικά τραγούδια, όπως τα

Το 1921 αρχίζει η περίοδος των σημαντικότερων έργων του, όπως,

  • «Εισαγωγή σε 3 ελληνικά θέματα»,
  • «Πανηγύρι», την περίοδο 1920-24, σε 3 μέρη, από τα οποία οι «Κλέφτικοι χοροί» εκτελέστηκαν στις συναυλίες «Κολόν» του Παρισιού, υπό την διεύθυνση του φιλέλληνα Γκαμπριέλ Πιερνέ.
  • «Θρύλος αγάπης», Κύκλος τραγουδιών σε στίχους του Λάμπρου Πορφύρα, το 1925.

Τα έργα του

  • «13 τραγούδια σε στίχους Άγγλων ποιητών»,
  • «The modal and bimodal keyboard» [«Το τροπικό και διτροπικό πληκτροφόρο»],
  • «Απόστολος Παύλος», ορατόριο,
  • «Βυζαντινή θυσία»,
  • «Διγενής Ακρίτας»,
  • «Εισαγωγή επί Ελληνικών θεμάτων»,
  • «Εισαγωγή πάνω σε δύο ελληνικά θέματα»,
  • «Εισαγωγή πένθιμη και ηρωική»,
  • «Εμβατήριο πορείας»,
  • «Ζεφύρα, 3»,
  • «Ήχος και φως»,
  • «Θησέας»,
  • «Ιφιγένεια εν Ταύροις»,
  • «Ιωνική σουίτα»,
  • «Κλέφτικη συμφωνία»,
  • «Κλέφτικοι χοροί», το 1922.

Το έργο, σύμφωνα με τα λόγια του συνθέτη, αποτελεί δείγμα «…διεκπεραίωσης της ελληνικής δημοτικοφάνειας με κύριο σκοπό την κατάκτηση ορισμένων μορφών συμφωνικής μουσικής». Είναι εμπνευσμένο από γνωστά κλέφτικα δημοτικά μοτίβα. Αρχικά γράφτηκαν στα 1922, με νέα ενορχήστρωση μετά το 1926, κι είναι ένα από τα τρία βασικά συμφωνικά έργα που θεμελιώνουν τη σχέση του συνθέτη με την ελληνική μουσική παράδοση, μαζί με την Συμφωνία αρ. 1 «Ελληνική», και την «Ελληνική σουίτα». Οι Κλέφτικοι Χοροί αποτελούν έργο ενιαίου μέρους στην διάρθρωση του. Η θεματική διάρθρωση βασίζεται σε δημοτικοφανές, πρωτότυπης συλλήψεως μελωδικό υλικό, που υφίσταται συνεχή επεξεργασία κατά τρεις διαδοχικές ενότητες. Η εκμετάλλευση των ασύμμετρων ρυθμών (5/4 και 7/4) αποτελεί την προφανέστερη εκδήλωση «ελληνικότητας» στο έργο, με την διαστηματική υφή να έπεται, ενώ η θεματική μεταμόρφωση του αρχικού τροπικού μελωδικού υλικού βάσει εναλλαγής διατονικών και χρωματικών γραμμών και η καθαρά τροπική εναρμόνιση σε συνδυασμό με ελεγχόμενη χρωματικότητα και ισοκράτη, αποτελούν, επίσης, βασικά στοιχεία της εδώ γραφής του συνθέτη.

  • «Κοντσέρτο αρ. 1 για πιάνο»,
  • «Κοντσέρτο αρ. 2 για πιάνο»,
  • «Κοντσέρτο για 2 πιάνα»,
  • «Κοντσέρτο για βιολί»,
  • «Κοντσέρτο για βιολοντσέλο»,
  • «Κοντσέρτο γκρόσο»,
  • «Κουαρτέτο εγχόρδων»,
  • «Κυρά Φροσύνη»,
  • «Λάργκο»,
  • «Μελωδίες της Χίου, εναρμονίσεις σαράντα δημοτικών τραγουδιών»,
  • «Ο θρύλος της αγάπης»,
  • «Ο πραματευτής»,
  • «Πανηγύρι»,
  • «Πένθιμο εμβατήριο»,
  • «Πέντε ελληνικές μελωδίες» (5 Mιlodies Grecques):1. Chanson des vendanges [Το τραγούδι του τρύγου], 2. La nerιide [Η νεραίδα], 3. Tombeau [Ο τάφος], 4. L'oubli [Η λήθη], 5. Trois soeurs [Τρεις αδερφές],
  • «Ρέκβιεμ για τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο»,
  • «Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο»,
  • «Σονάτα για φλάουτο και πιάνο»,
  • «Σπουδές για μικτή ορχήστρα»,
  • «Συμφωνία αρ. 1», «Ελληνική», το 1926 [8]. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στις 16 Ιανουαρίου 1933 από τη Συμφωνική ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών με διευθυντή το Δημήτρη Μητρόπουλο.
  • «Συμφωνία δωματίου»
  • «Συμφωνία, αρ. 2», «Λυρική»,
  • «Συμφωνία, αρ. 3», «Παρισινή»,
  • «Συμφωνία, αρ. 4», «Δωρική» [Πίνδος],
  • «Συμφωνία, αρ. 5», «Ποιμενική»,
  • «Ελληνική σουίτα», το 1929,
  • «Τέσσερις ελληνικές μελωδίες» (Quatre mιlodies Grecques): 1. La rayon [Η αχτίδα], 2. Berceuse [Νανούρισμα], 3. Chanson de sarlcage [Το τραγούδι του ξεχορταριάσματος], 4. Berceuse populaire Grecque[Νανούρισμα δημοτικό],
  • «Τρίο»,
  • «Χορικό και παραλλαγές αρ. 1» «Κύριε των Δυνάμεων», χορικό και παραλλαγή για ορχήστρα εγχόρδων,
  • «Χορικό και παραλλαγές αρ. 2» «Χριστός Ανέστη», χορικό και παραλλαγή για ορχήστρα εγχόρδων, το 1941-43. Έργο βασισμένο στην πασίγνωστη βυζαντινή μελωδία του «Χριστός Ανέστη», που παίχτηκε σε πρώτη εκτέλεση στις 20 Μαΐου 1945.
  • «Κοντσέρτο γκρόσσο για ξύλινα πνευστά, χάλκινα και τύμπανα, opus 11».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  2. Πέτρος Πετρίδης Εφημερίδα «Μακεδονία», Τρίτη 23 Αυγούστου 1977, σελίδα 2.
  3. Κηδεύτηκε ο μουσουργός και Ακαδημαϊκός Πέτρος Πετρίδης Εφημερίδα «Μακεδονία», Τρίτη 23 Αυγούστου 1977, σελίδα 3.
  4. Κηδεύτηκε ο Πέτρος Πετρίδης Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», Τρίτη 23 Αυγούστου 1977, σελίδα 4.
  5. [Οι τίτλοι συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν από τον Βύρωνα Φιδετζή στο περιοδικό «Μουσικολογία» 7-8/1989, σελίδες 130–146, 153–163, μαζί με την παρουσίαση «Πέτρος Ι. Πετρίδης. Τα πρώτα (;) κείμενα», σελίδες 119–129.
  6. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  7. Πέτρος Πετρίδης
  8. P.Petridis - Symphnoy No.1 "Hellenic"-I. Allegro