Γεώργιος Δροσίνης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Δροσίνης Έλληνας εθνικιστής, λυρικός ποιητής, πεζογράφος, δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός, από τους πρωτοπόρους της ανανεωτικής Νέας Αθηναϊκής Σχολής στην ποίηση και της ηθογραφίας στην πεζογραφία, γεννήθηκε στις 9/21 Δεκεμβρίου 1859 στη συνοικία της Πλάκας [1], κι ήταν υπερήφανος που γεννήθηκε κάτω απ' τη «..σκιά της Ακροπόλεως..», στην Αθήνα και πέθανε [2] από πνευμονία, το πρωί της Τετάρτης 3 Ιανουαρίου 1951 στην Κηφισιά, στην ιδιόκτητη έπαυλη «Αμαρυλλίδα», όπου έμενε μόνιμα. Η κηδεία του έγινε στις 11 το πρωί της Πέμπτης 4 Ιανουαρίου, από τον ναό του Αγίου Δημητρίου Κηφισιάς, τον επικήδειο εκφώνησε ο Σωτήρης Σκίπης και τάφηκε στο Δημοτικό κοιμητήριο της Κηφισιάς.

Ήταν παντρεμένος από το 1891 με τη Μαίρη Κασσαβέτη, κόρη του Δημητρίου Κασσαβέτη, πολιτευτή από τη Ζαγορά του Πηλίου και εμπόρου βαμβακιού στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Από το γάμο τους γεννήθηκαν η Μπέμπα, ο Κωνσταντίνος και η Αγγελική Δροσίνη-Κορτίνη, μόνιμη κάτοικος Ρώμης. Αδέλφια της συζύγου του ήταν ο Κωνσταντίνος, η Ελένη, ο Αλέξανδρος και ο Τζων. Όταν ο γάμος του διαλύθηκε, δίχως όμως να εκδοθεί ποτέ διαζύγιο, η γυναίκα του μαζί με τα παιδιά τους, εγκαταστάθηκε στη Λοζάνη της Ελβετίας όπου και πέθανε, ενώ ο Δροσίνης έζησε ως το τέλος με τον καημό για τη στέρηση των παιδιών του.

Γεώργιος Δροσίνης

Βιογραφία

Κατάγονταν από εύπορη οικογένεια από το Μεσολόγγι και οι πρόγονοί του, από την πλευρά του πατέρα καθώς και της μητέρας του, είχαν σημαντική συνεισφορά στην Επανάσταση του 1821, ενώ οι οι ρίζες της φτάνουν ως τη Βυζαντινή εποχή. Προπάππος του ήταν ο Καπετάν-Αναστάσης Δροσίνης, γνωστός Πρωτοκλέφτης των Αγράφων και παππούς του ο Γεώργιος Δροσίνης ή Καραγιώργος, που πολέμησε και σκοτώθηκε στις 12 Απριλίου 1826, στην Έξοδο του Μεσολογγίου. Το όνομα του έχει αριθμό 53 στον τιμητικό κατάλογο των 143 ονομάτων, ενώ η αρμόδια επιτροπή τον κατέταξε στην Τέταρτη Τάξη των αξιωματικών, με βαθμό Ταγματάρχη, όμως στην υπ’ αριθμό 486 συνεδρίαση της, τον μετέφερε στην Τρίτη Τάξη, με βαθμό Αντισυνταγματάρχη. Στα μητρώα των αγωνιστών της Επαναστάσεως του 1821, είναι καταχωρημένοι τρεις αδελφοί Δροσίνη, ο Γιώργος ή Καραγιώργος, ο Γιάννης ή Γιαννακός και ο Κωνσταντίνος ή Καρακώστας, οι οποίοι φέρονται και ως φονευθέντες [3].

Πατέρας του ήταν ο Χρήστος Δροσίνης, ανώτατος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών και μητέρα του η Αμαλία Πετροκόκκινου, της οποίας η οικογένεια ακολούθησε τον Ιωάννη Καποδίστρια κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο Δροσίνης γεννήθηκε σε ένα διώροφο αρχοντικό στη γωνία των οδών Αδριανού και Τριπόδων, ενώ είχε δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και το Στράτο και μια αδελφή, την Κάτια. Αργότερα η οικογένεια του εγκαταστάθηκε σε οικία της οδού Παρθεναγωγείου, απέναντι από το Αρσάκειο, η οποία μετονομάστηκε σε οδό Ιωάννου Πεσμαζόγλου. Θείος του ήταν ο Διομήδης Κυριακός, νομικός και πολιτικός που διατέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδος.

Σπουδές

Παρακολούθησε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Σχολή Καλογραιών στην Πλάκα, όπου ξεκίνησε να μαθαίνει τη Γαλλική γλώσσα και συνέχισε το Ελληνικό Σχολείο στο Λύκειο Σουρμελή και στη συνέχεια φοίτησε στη Βαρβάκειο Σχολή. Ως μαθητής έδειξε ιδιαίτερη κλίση στα φυσικομαθηματικά, όμως, τελικά, ξεκίνησε νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όμως μεταγράφηκε στη Φιλοσοφική σχολή μετά από σύσταση του Νικόλαου Πολίτη, την οποία εγκατέλειψε. Το 1885 συνέχισε τις σπουδές του έως το 1888, στην Ιστορία των Καλών Τεχνών και Ξένες Λογοτεχνίες στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του Βερολίνου, στη Γερμανία, χωρίς να πάρει πτυχίο, καθώς ασχολήθηκε με την επιμέλεια των καλλιτεχνικών εικονογραφημένων εκδόσεων του Γεωργίου Κασδόνη, του «Τυπογραφείου της Εστίας». Παράλληλα για να καλύπτει ένα μέρος από τα έξοδά του ξεκίνησε συνεργασία με την εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη, στην οποία δημοσίευσε θέματα για την πολιτιστική κίνηση στη Λειψία και με το περιοδικό «Εστία», στο οποίο δημοσίευε πεζά και ποιήματα, θέματα μακρινά από τις σπουδές του, κι όπως έλεγε, έμεινε «..αιώνιος φοιτητής».

Δημοσιογραφική & Κοινωνική δράση

Το 1879, στη διάρκεια των σπουδών του και πριν την αναχώρηση του στη Γερμανία, προχώρησε στην έκδοση του εβδομαδιαίου σατυρικού εντύπου «Καλησπέρα σας» το καλοκαίρι του 1889, όμως η κυκλοφορία του διακόπηκε με εισαγγελική παρέμβαση, διότι ο συνεκδότης του Δημήτριος Ηλιόπουλος, δημοσίευσε ένα άρθρο υβριστικό για τον τότε βασιλιά. Ανέλαβε, από το 1889 έως το 1897, τη διεύθυνση του περιοδικού «Η Εστία» στην αρχή από κοινού με το Νικόλαο Πολίτη και στη συνέχεια μόνος του, το οποίο μετέτρεψε το 1894, σε καθημερινή απογευματινή εφημερίδα. Το 1883 δημοσίευσε το τότε περιοδικό «Εστία», την «Προκήρυξις της Εστίας», στην οποία υποδεικνύει με πολύ αφηρημένο τρόπο, τους παιδαγωγικούς και πατριωτικούς προσανατολισμούς της καινούριας νεοελληνικής διηγηματογραφίας. Το 1891, δημοσίευσε στις σελίδες του περιοδικού τη «Ζούλια» του Ιωάννη Ψυχάρη και το «Θάνατο του παλληκαριού» του Κωστή Παλαμά, που ήταν γραμμένα στη δημοτική. Με την «Εστία» υπερασπίστηκε την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη και στράφηκε εναντίον του Θεόδωρου Δηλιγιάννη και των ανακτόρων.

Το 1882 ίδρυσε μαζί με το Νικόλαο Πολίτη, το Σπυρίδωνα Λάμπρο και τον Τιμολέοντα Φιλήμονα που εκλέχθηκε πρόεδρος, ενώ ο ίδιος ανέλαβε αντιπρόεδρος, την «Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος» [Ι.Ε.Ε.Ε.] [4], μέλη της οποίας δημιούργησαν την «Εθνική Εταιρεία», στην οποία εντάχθηκε ως μέλος, στις 9 Δεκεμβρίου 1895/αριθμός Μητρώου 100 [5]. Το 1897 αποχώρησε από την «Εστία», την οποία ανέλαβε η οικογένεια Κύρου και την ίδια χρονική περίοδο, εξέδωσε από κοινού με τον Γεώργιο Κασδόνη το εικονογραφημένο ημερολόγιο «Νέα Ελλάς», που κυκλοφόρησε για μικρό χρονικό διάστημα. Το 1897 θεωρώντας ότι έπρεπε να δημιουργηθεί «...έθνος πολιτών κοινωνικώς και πολιτικώς πεφωτισμένων..», δεδομένου ότι η «...τελευταία εκ του πολέμου συμφορά απεκάλυψε ως κυριοτάτην αφορμήν του ολέθρου την έλλειψιν εθνικής αγωγής...», ίδρυσε και έως το 1904, διηύθυνε το περιοδικό «Εθνική Αγωγή» και το 1907 ίδρυσε και διηύθυνε το περιοδικό «Μελέτη». Για ένα χρόνο συνέβαλε στην έκδοση της ημερήσιας εφημερίδος «Το Άστυ». Την ίδια εποχή, συνέβαλε στη δημιουργία και τη λειτουργία του συλλόγου «Σκοπευτική Εταιρεία», καθώς θεωρούσε την εξάσκηση των νέων στη χρήση των όπλων, ως σημαντικό παράγοντα για την υγιή διάπλαση τους σε συνδυασμό με την πολεμική τους ετοιμότητα και για το λόγο αυτό το 1907, εξέδωσε το βιβλίο

  • «Η σκοπευτική άσκησις του έθνους».

Υπήρξε συνεργάτης μεγάλων περιοδικών στην Αμερική, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Σουηδία, την Κύπρο και την Τουρκία, ενώ από το 1922 έως το 1936 φρόντιζε την έκδοση και διηύθυνε το ετήσιο «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος».

Υπέγραψε διαμαρτυρία η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» της 10ης Νοεμβρίου 1940 [6], την οποία προσυπέγραψαν πολλοί Έλληνες διανοούμενοι και άνθρωποι των γραμμάτων, εναντίον της Ιταλικής επιθέσεως σε βάρος της Ελλάδος. Μεταξύ των ονομάτων που υπέγραψαν περιλαμβάνονταν επίσης οι Άριστος Καμπάνης, Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτρης Μητρόπουλος, Κωνσταντίνος Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κωνσταντίνος Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος και Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς.

Διευθυντής Υπουργείου Παιδείας

Διετέλεσε από το 1908 έως το 1923, μετά από πρωτοβουλία του υπουργού Σπύρου Στάη, ανώτερος υπάλληλος στο Υπουργείο Παιδείας, χρημάτισε Διευθυντής Δημοτικής κι αργότερα Ανώτατης Εκπαιδεύσεως καθώς και διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών στο ίδιο υπουργείο. Από τη θέση του βοήθησε στη σύνταξη του «Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας» και στην εφαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου, ενώ το 1923 υπό τη διεύθυνσή του, οργανώθηκε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών. Παράλληλα δημιούργησε το Γραφείο Σχολικής Υγιεινής και καθιέρωσε τη γιορτή της Σημαίας.

Επιγραμματικά,

  • Απέσπασε τη Σχολή Καλών Τεχνών από τις Βιομηχανικές Τέχνες,
  • δημιούργησε την Εθνική Πινακοθήκη,
  • καθιέρωσε τη Διαρκή Καλλιτεχνική Έκθεση,
  • ίδρυσε το Ωδείο στη Θεσσαλονίκη, συνετέλεσε στη σύνταξη του Πρώτου Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας,
  • δημιούργησε μέσα στο Υπουργείο Παιδείας το γραφείο Σχολικής Υγιεινής, δηλαδή την επιθεώρηση των σχολείων και την παρακολούθηση της υγείας των μαθητών από σχολιάτρους, διοργάνωσε μαθητικά συσσίτια, καθιέρωση την διενέργεια αντιτραχωματικών, αντιφυματικών εξετάσεων και τις αναρρωτικές άδειες αναρρωτικές στους εκπαιδευτικούς.
  • Εισήγαγε τη Γυμναστική στα σχολεία,
  • δημιούργησε την Εθνική Βιβλιοθήκη, καθώς και 10 ακόμη, βιβλιοθήκες σε όλη την Ελλάδα, τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, ενώ επέβαλλε με νόμο τη δημιουργία δημόσιας βιβλιοθήκης σε κάθε πόλη με πληθυσμό άνω των 30.000 κατοίκων,
  • καθιέρωσε την Εορτή της Σημαίας και επέβαλλε την παρουσία έργων επώνυμων ποιητών και πεζογράφων στα σχολικά βιβλία,
  • καθιέρωσε το Αριστείον Γραμμάτων και Καλών Τεχνών, το οποίο ο ίδιος είχε προτείνει ως θεσμό,
  • προχώρησε στην οργάνωση των αρχείων του Κράτους στα υπόγεια της Ακαδημίας και επίσης τα αρχεία της Κέρκυρας και της Ύδρας,
  • Αναδιοργάνωσε το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο,
  • όρισε Επιτροπή Εθνικής Μουσικής, η οποία φρόντισε για τη συγκέντρωση φωνογραφικών κυλίνδρων και κινηματογραφικών ταινιών,
  • προχώρησε στην ανασύσταση του Λαογραφικού Τμήματος και ίδρυσε το πρώτο Λαογραφικό Μουσείο στο παλιό τζαμί στο Μοναστηράκι,
  • οργάνωσε το Λαογραφικό Αρχείο,
  • πρότεινε νόμο, ο οποίος εγκρίθηκε, για την οικονομική βοήθεια στο Εθνικό Θέατρο και στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών και ένα ποσό για την περίθαλψη των θεατρικών συγγραφέων,
  • με δικές του ενέργειες πέτυχε την είσοδο της Ελλάδας στη Διεθνή Ένωση της Βέρνης, για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας,
  • εξέδωσε την πρώτη Λαογραφική Εγκυκλοπαίδεια, μέσω του Συλλόγου Ωφελίμων Βιβλίων.

«Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων»

Στις 2 Μαΐου 1899 στο σπίτι του Δημητρίου Βικέλα, στην οδό Βαλαωρίτη και Κριεζώτου, ίδρυσαν το σωματείο «Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων» [Σ.Ω.Β.] [7], που εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες, στον οποίο διατέλεσε γενικός γραμματέας. Επειδή το ισόγειο του σπιτιού του Βικέλα, όπου αρχικά είχε εγκατασταθεί ο Σύλλογος, αποδείχθηκε ανεπαρκής, με πρωτοβουλία του Βικέλα εξασφαλίστηκε οικόπεδο, όπου, με δικά έξοδά του, αναγέρθηκε οίκημα το γνωστό «Κόκκινο σπιτάκι», το οποίο ο Βικέλας κληροδότησε στο Σύλλογο. Το οίκημα βρίσκονταν στην οδό Ακαδημίας 54, μεταξύ των οδών Ιπποκράτους και Ασκληπιού, και έχει ανεγερθεί πολυκατοικία, ιδιοκτησίας του Συλλόγου. Το 1901 στα πλαίσια του Συλλόγου, δημιουργήθηκε ο θεσμός των σχολικών βιβλιοθηκών [8] και η Ελληνική πολιτεία ανέθεσε την εκπόνηση σχεδίου για την ίδρυση, την προμήθεια και τον εξοπλισμό τους στο Σύλλογο, η διοργάνωση του Α' Εκπαιδευτικού Συνεδρίου του 1904, η ίδρυση του Εκπαιδευτικού Μουσείου, η ίδρυση του Οίκου Τυφλών στις 7 Μαΐου του 1906, η δημιουργία το 1908, της «Σεβαστοπούλειας Εργατικής Σχολής», του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου, του Κέντρου Γυναικείας Μορφώσεως, καθώς και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας. Πρωτοβουλία του Συλλόγου ήταν η έκδοση των περιοδικών «Μελέτη» από το 1907 έως το 1912 και «Ελληνικά», που το 1936 παραχωρήθηκαν στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.

Οίκος Τυφλών

Ο Δροσίνης ήδη από το 1896, συγκέντρωνε στοιχεία για τη ζωή των τυφλών και έκανε όνειρο του, την ίδρυση ενός οίκου για τους τυφλούς. Οι πρώτες χρηματικές καταθέσεις γι' αυτό το σκοπό έγιναν στην Εθνική Τράπεζα, 25.000 δραχμές και από τον ιδιώτη Αλέξανδρο Πλατιανό, ποσό 25.000 φράγκα σε τράπεζα της Κέρκυρας. Το βιβλίο του Δροσίνη «Οι τυφλοί», που τυπώθηκε από το «Σύλλογο προς Διάδοση Ωφελίμων Βιβλίων», είναι παγκόσμια έρευνα για τη θέση των τυφλών μέσα στην κοινωνία, από τον 18ο μέχρι τον 20ό αιώνα. Ο «Οίκος Τυφλών», το σημερινό Κ.Ε.Α.Τ., είναι δικό του έργο, καθώς αφού εισέπραξε αρνητική απάντηση από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, όταν τον επισκέφθηκε και του ζήτησε βοήθεια, αποφάσισε να πραγματοποιήσει το έργο με τις δικές του δυνάμεις. Όπως γράφει, «...Όλη την ενέργεια για την πραγματοποίηση της πρωτοβουλίας μου για την εκπαίδευση και την προστασία των τυφλών, την έκαμα στις στήλες της εφημερίδας «Αθήναι», με άρθρα δικά μου και φίλων, δημοσίευσα και ένα γράμμα της Ειρήνης Λασκαρίδου από τη Σχολή Τυφλών της Αλσατίας, που την είχα στείλει να μορφωθεί ως υπότροφος με τη χορηγία της Ιφιγένειας Συγγρού...».

Επιπλέον δραστηριοποιήθηκε στα πλαίσια του «Συλλόγου προς Διάδοση Ωφελίμων Βιβλίων» και έπεισε για τη χρησιμότητα του σκοπού του, και το Δημήτριο Βικέλα, ο οποίος πραγματοποίησε σειρά ταξιδιών στο εξωτερικό, στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ελβετία, όπου επισκέφθηκε ανάλογα ιδρύματα και βιβλιοθήκες για τυφλούς. Στη συνεδρίαση του Συλλόγου, στις 22 Οκτωβρίου 1905, με τη συμπαράσταση του Βικέλα, έγινε ο πρώτος λόγος για την εκπαίδευση των τυφλών και στις 7 Μαΐου 1906, ιδρύθηκε ο «Οίκος Τυφλών», από εταίρους και φίλους του Συλλόγου. Στις αρχές Ιανουαρίου 1907 έγιναν τα εγκαίνια της Σχολής στην Καλλιθέα και πρώτη Διευθύντρια της διορίσθηκε η Ειρήνη Λασκαρίδου, ενώ ο Δροσίνης βοήθησε μέσω του Σ.Ω.Β. να γίνουν βιβλία για τους τυφλούς και το Σεπτέμβριο του 1905, εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Συνέδριο των τυφλών που έγινε στο Εδιμβούργο.

Η σχέση του με την Αικατερίνη Τυπάλδου

Το 1911 δημιούργησε ερωτική σχέση με την Αικατερίνη Ευλαμπίου, τότε σύζυγο Αναστασίου Τυπάλδου, πρεσβευτή της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη. Η σχέση τους επιβεβαιώθηκε από το διαζύγιο των Τυπάλδων το 1917, αν και ο ίδιος δεν χώρισε ποτέ επίσημα, με τη Μαίρη Κασσαβέτη. Όπως έγραψε ο Δροσίνης στο ημερολόγιο του, «...είχα μια φοβερή αποτυχία στο 1891..{...}...για να έλθη μετά 20 χρόνια η μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής μου, η συνάντηση και ο στενότατος δεσμός μου με την Αθάνατη Φίλη του ΕΙΠΕ..». Η Αικατερίνη Ευλαμπίου, που διατήρησε το δικαίωμα να φέρει το επώνυμο του συζύγου της, συζούσε με το Δροσίνη για περίπου 30 χρόνια [9], όμως στο τέλος της ζωής τους συναντήθηκαν ελάχιστες φορές. Η Αικατερίνη Τυπάλδου πέθανε το 1950, λίγους μήνες πριν το θάνατο του Δροσίνη και τάφηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών, στον οικογενειακό τάφο των Τυπάλδων, όπου βρίσκονταν θαμμένα και τα δύο της παιδιά, για τα οποία ο Δροσίνης, έγραψε τη συλλογή σονέτων «Λαμπάδες».

Απόψεις

Ήταν Ελληνολάτρης, δίχως τη μαχητικότητα του Περικλή Γιαννόπουλου, και επιθυμούσε να τον συμπεριλαμβάνουν στους Εθνικούς ποιητές. Σύμφωνα με όσα είπε σε συνέντευξη που παραχώρησε, ήταν φανατικός ακροατής του ραδιοφώνου και θαυμαστής της μουσικής του Μπετόβεν, ενώ εξέφρασε την αγάπη του για τη Δρέσδη και τη Βενετία, αγαπούσε τους μακρινούς περιπάτους και έλεγε ότι αν άρχιζε τη ζωή του από την αρχή θα ήθελε να γίνει μουσικός. Φροντίδα του ήταν η μόρφωση του λαού και η αναγέννηση του έθνους. Αγαπούσε τα παιδιά και τη φύση, την πατρίδα, την οικογένεια και τη θρησκεία.

Το τέλος του

Στο χωριό Γούβες που ανήκει στον Δήμο Ιστιαίας-Αιδηψού, ο οποίος βρίσκεται στη Βόρεια Εύβοια, υπάρχει ένα παλαιό αρχοντικό με δύο θολωτούς πυργίσκους κι είναι γνωστό ως «ο πύργος του Δροσίνη». Το κτίσμα ανήκε στον παππού του ποιητή, όμως τον είχε επισκεφθεί και ο Γεώργιος Δροσίνης, για να περάσει τα καλοκαίρια του ή για να γράψει αμέριμνος κι απερίσπαστος. Τα τελευταία χρόνια το κτίσμα έχει εγκαταλειφθεί, παρά τις αρχικές προσπάθειες των τοπικών αρχών και δεν υπάρχει κλειδαριά, ενώ ο ξύλινος εξώστης της πέτρινης σκάλας είναι έτοιμος να καταρρεύσει και το εσωτερικό του είναι σε τραγική κατάσταση [10]. Το οίκημα λειτουργούσε ως μουσείο και περιλάμβανε μια σημαντική λαογραφική συλλογή.

Το 1918 ο Γεώργιος Δροσίνης μαζί με τον αδελφό του, αγόρασαν το σπίτι του θείου τους Διομήδη Κυριακού στην Κηφισιά, παλαιό αρχοντικό της οικογένειας Χατζηανάργυρου, το οποίο μετονόμασαν σε έπαυλη «Αμαρυλλίς», αγαπημένο όνομα του Δροσίνη και τίτλο της ομώνυμης νουβέλας του. Το 1939 αποσύρθηκε στο σπίτι αυτό, όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του. Στη διαθήκη του, την οποία συνέταξε στις 20 Μαΐου 1942 και ανοίχθηκε στο Πρωτοδικείο στα μέσα του Ιανουαρίου 1951, αναφέρει, «...Το χρυσό ρολόι, το δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο και το ασημένιο γιαταγάνι, όλα αυτά του παππού μου Γεωργίου Δροσίνη Καραγεώργου και διάφορα ιστορικά έγγραφα, αφήνω προς φύλαξη στο Μουσείο Μπενάκη, με την παράκληση να δοθούν στο Μουσείο Μεσολογγίου, όταν τούτο καταστεί ασφαλές...». Τα κειμήλια που αναφέρονται βρίσκονται σε προθήκη στο Μουσείο Ιστορίας και Τέχνης στη Δημοτική Πινακοθήκη Μεσολογγίου, που βρίσκεται στην κεντρική πλατεία Μάρκου Μπότσαρη. Επίσης, άφησε [11] το ήμισυ της κατοικίας του στην Κηφισιά στη αδελφή του Κάτια, η οποία ήδη από το 1942, είχε στην ιδιοκτησία της το υπόλοιπο μισό του σπιτιού, από κληρονομιά του θανόντος αδελφού τους Στράτου. Η Κάτια μετά το θάνατό της παραχώρησε, με διαθήκη, το σπίτι της Κηφισιάς στο Ελληνικό Δημόσιο, με τον όρο να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία «Μουσείου Δροσίνη» και στη συνέχεια το 1988, παραχωρήθηκε από το Δημόσιο στο Δήμο Κηφισιάς. Στην έπαυλη «Αμαρυλλίς», στη συμβολή των οδών Διομήδη Κυριακού & Αγίων Θεοδώρων, που έχει αναπαλαιωθεί, στεγάζεται από το 1991 η Δημοτική Βιβλιοθήκη και από τις 27 Σεπτεμβρίου 1997 στο χώρο της λειτουργεί και το «Μουσείο Δροσίνη». Στα εκθέματα του περιλαμβάνονται αντικείμενα που καλύπτουν την προσωπική ζωή του, όπως κειμήλια, ιδιόγραφα χειρόγραφα, φωτογραφίες και τεκμήρια που πιστοποιούν την προσφορά του στο Έθνος των Ελλήνων. Τα πνευματικά δικαιώματα των έργων του τα κληροδότησε στο «Σύλλογο προς διάθεσιν Ωφελίμων Βιβλίων».

Διακρίσεις

Διορίστηκε

  • τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών [12] από την ίδρυση της το 1926, διορισμένος με την συντακτική πράξη ιδρύσεως της Ακαδημίας.

Από κοινού με το Δημήτρη Αιγινήτη, τότε υπουργό Παιδείας και δημιουργό της Ακαδημίας, κατάρτισαν τον εσωτερικό κανονισμό του Ιδρύματος και την Οργάνωση της.

  • Διατέλεσε πρώτος Γραμματέας των Δημοσιευμάτων της Ακαδημίας Αθηνών [13], την περίοδο από το 1926 έως το 1927,

Τιμήθηκε με

  • Παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής του Γαλλικού κράτους, το Φθινόπωρο του 1924 [14]. Το παράσημο βρίσκεται στο Μουσείο Δροσίνη στην Κηφισιά.
  • Εθνικό Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών το 1918, για την ποιητική συλλογή «Φωτερά σκοτάδια 1903-1914».

Το 1946 προτάθηκε από το Ελληνικό Κράτος για το

  • βραβείο Νόμπελ, σε αναγνώριση της αξίας του έργου του.

Tην 1η Αυγούστου του 1946 υποβλήθηκε η υποψηφιότητά του, η οποία υποστηρίζονταν από την Ακαδημία Αθηνών, το Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» και την «Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία», ενώ κάτι ανάλογο έπραξε ο Αθανασάκης, με επιστολή του προς τον Πρίγκιπα Κάρολο της Σουηδίας, που ήταν προσωπικός του φίλος. Στις 14 Νοεμβρίου 1947 το βραβείο απoνεμήθηκε στο Γάλλο λογοτέχνη Αντρέ Ζιντ, [Andre Gide].

Εργογραφία

Ανήκει στη γενιά του 1880, που κορυφαίος εκπρόσωπος της ήταν ο Κωστής Παλαμάς και υποστήριξε τη δημοτική γλώσσα, τουλάχιστον στις ποιητικές του συλλογές, καθώς στα πεζά του ο τρόπος γραφής ήταν η ευκολοδιάβαστη καθαρεύουσα. Ήταν από τους ιδρυτές της Σχολής που άκμασε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ μαζί με το δάσκαλο του Νικόλαο Πολίτη, θεωρείται ένας από τους πατέρες της Ελληνικής ηθογραφίας. Στα ποιήματα του ήταν φανερή η επίδραση της γαλλικής ποιήσεως και του Παρνασσισμού. Πρόκειται για ένα σπουδαίο Έλληνα ποιητή, που το έργο του έχει παραγκωνισθεί για λόγους άσχετους με τη λογοτεχνική του αξία, κυρίως όμως, επειδή το έργο του μιλάει για την Ελλάδα. Μετέφρασε [15] έργα και κείμενα από την Αγγλική, Γαλλική και Γερμανική γλώσσα.

Δημοσίευσε για πρώτη φορά το 1878 με το ψευδώνυμο «Αράχνη» στο φιλολογικό περιοδικό «Ραμπαγάς», τη μετάφραση μιας γαλλικής κωμωδίας «Ο παράδοξος γάμος» που έχει και παρασταθεί στο θέατρο και ακολούθως το 1880, στη σατιρική φιλολογική εφημερίδα «Μη χάνεσαι». Στους πρώτους του στίχους περιλαμβάνεται το μελοποιημένο ποίημα του «Μυγδαλιά», που δημοσιεύθηκε το 1882 στο περιοδικό «Ραμπαγάς» και το εμπνεύστηκε βλέποντας στον κήπο του σπιτιού της στα Πατήσια, την 16χρονη μαθήτρια του Αρσακείου και εξαδέλφη του Δροσίνα Δροσίνη, μετέπειτα σύζυγο του δικηγόρου Μελέτη Μελετόπουλου.

Επηρεασμένος από τις σπουδές και τη διαμονή του στη Γερμανία, υπήρξε, σε ολόκληρη τη ζωή του, θαυμαστής των Schiller, Wagner και Goethe. Πολλά ποιήματα του μελοποιήθηκαν [16] από γνωστούς Έλληνες συνθέτες και τραγουδήθηκαν από κορυφαίους ερμηνευτές. Έγραψε τριάντα περίπου έργα, 14 ποιητικά και 16 πεζά.

Ποιητικές συλλογές

Έγραψε κι εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές,

  • «Ιστοί Αράχνης» το 1880, σελίδες 92, εκδόσεις Τυπογραφείο Ανδρέα Κορομηλά, την οποία ο ίδιος θεωρούσε, «...αντίδραση του εύθυμου τραγουδιού της ζωής προς τη ρομαντική θρηνωδία..». Η συλλογή σηματοδότησε την εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.
  • «Σταλακτίται» το 1881, σελίδες 98, εκδόσεις Τυπογραφείο Ανδρέα Κορομηλά,
  • «Τα Ειδύλλια» το 1884, σελίδες 136, εκδόσεις Τυπογραφείο Αττικού Μουσείου,
  • «Αμάραντα» το 1891 [17], σελίδες 149, εκδόσεις Τυπογραφείο Αδελφών Περρή,
  • «Γαλήνη 1891-1902» το 1902, σελίδες 111, εκδόσεις Τυπογραφείου «Εστία»,
  • «Φωτερά σκοτάδια 1903-1914» το 1918, σελίδες 154, εκδόσεις Τυπογραφείου «Εστία». Η συλλογή τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Γραμμάτων και Τεχνών.
  • «Κλειστά βλέφαρα 1914-1917» το 1918, σελίδες 182, εκδόσεις «Ν.Ι. Σιδέρης»,
  • «Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες 1912-1921» το 1921, σελίδες 127, Τυπογραφείο Εταιρείας Στ. Χρίστου,
  • «Το μοιρολόι της όμορφης» το 1927, σελίδες 22, εκδόσεις «Ν.Ι. Σιδέρης»,
  • «Θα Βραδιάζει 1915-1922» το 1930, σελίδες 180, εκδόσεις «Ν.Ι. Σιδέρης»,
  • «Είπε: (1912-1932)» το 1932, σελίδες 136, εκδόσεις «Ν.Ι. Σιδέρης»,
  • «Φευγάτα Χελιδόνια 1911-1935» το 1936, σελίδες 254, εκδόσεις «Ν.Ι. Σιδέρης»,
  • «Σπίθες στη στάχτη» το 1940, σελίδες 222, εκδόσεις «Ν.Ι. Σιδέρης»,
  • «Λαμπάδες» το 1948, σελίδες 93, εκδόσεις «Ν.Ι. Σιδέρης».

Τα σονέτα της συλλογής είναι γραμμένα το 1925, όταν και τυπώθηκε το βιβλίο σε 250 αριθμημένα αντίγραφα και όπως σημειώνεται στο εσώφυλλο του βιβλίου, «...η έκδοση αυτή θεωρείται χειρόγραφη και απαγορεύεται κάθε ανατύπωση από το περιεχόμενο της..». Είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Φωτεινής Τυπάλδου και του μικρού της αδελφού που πέθαναν στις 26 Δεκεμβρίου 1923 και το 1944 αντίστοιχα, από φυματίωση. Η συλλογή κυκλοφόρησε είκοσι τρία αργότερα, χάρη στην επιμονή της κόρης του και αφού ο ποιητής ήταν βέβαιος ότι δεν θα τάραζαν την ψυχική ηρεμία της οικογένειας Τυπάλδου. Το 1925 κατατέθηκαν δυο αντίγραφα της συλλογής στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων, όμως δόθηκε στη δημοσιότητα το 1948, οπότε έγινε η εισαγωγή αντιτύπων στην Ελληνική Εθνική Βιβλιοθήκη.

Πεζογραφία

Μυθιστορήματα

  • «Χρυσούλα» το 1883, τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο στον πρώτο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Η Εστία»,
  • «Αμαρυλλίς» το 1886, δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην «Εστία» κι έχει μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες,
  • «Το βοτάνι της αγάπης», κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1901.

Είναι το πρώτο πεζό του έργο γραμμένο στη δημοτική γλώσσα. Πρωτοδημοσιεύθηκε το 1888, σε συνέχειες στο περιοδικό «Η Εστία». Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

  • «Έρση» το 1922,
  • «Ειρήνη» το 1945, το οποίο αναφέρεται στον πόλεμο του 1940 και είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα.

Συλλογές διηγημάτων

  • «Αγροτικαί επιστολαί» το 1882, έχουν δημοσιευθεί σε οκτώ συνέχειες, από τις 4 Ιουλίου έως τις 17 Οκτωβρίου, στο περιοδικό «Εστία».

Αποτελείται από δώδεκα κεφάλαια και αναφέρεται στις Γουβιές και τις γύρω περιοχές, με κεντρική ιδέα την περιγραφή της τέλειας γυναίκας κατά τον Δροσίνη, της «Αμαρυλλίδας».

  • «Διηγήματα και αναμνήσεις» το 1886,
  • «Διηγήματα των αγρών και της πόλεως» το 1904,
  • «Το ανθισμένο ξύλο-Τρεις εικόνες» το 1948.

Παραμύθια

  • «Παιδικά παραμύθια» το 1889,
  • «Ελληνική Χαλιμά. Τα ωραιότερα παραμύθια του ελληνικού λαού» το 1921 και το 1926.

Διάφορα έργα

  • «Παράδοξος γάμος», κωμωδία μονόπρακτη), το 1878,
  • «Οδοιπορικαί εντυπώσεις:Τρεις ημέρες εν Τήνω» το 1883, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εστία» και το 1888, κυκλοφόρησε σε βιβλίο.
  • «Οδοιπορικαί εντυπώσεις:Ρούμελη» το 1883,
  • «Το μήλον», κωμωδία, το 1884,
  • «Αι μέλισσαι» το 1890,
  • «Αι όρνιθες» το 1895,
  • «Οι τυφλοί» το 1906, τυπώθηκε από το «Σύλλογο προς Διάδοση Ωφελίμων Βιβλίων»,
  • «Η σκοπευτική άσκησις του έθνους» το 1907,
  • «Το ψάρευμα» το 1908,
  • «Απομνημονεύματα Ανδρέα Συγγρού» σε τρεις τόμους, από κοινού συγγραφή και επιμέλεια με το Δημήτριο Βικέλα,
  • «Συλλογαί φυσικής ιστορίας» το 1912,
  • «Ο κυνηγός» το 1948,
  • «Σκόρπια φύλλα της ζωής μου», προσωπικές αναμνήσεις.

Μεταθανάτιες εκδόσεις

  • «Ημερολόγιο της πολιορκίας του Μεσολογγίου» το 1958,
  • «Γεώργιος Νάζος» το 1966,
  • «Επιστολαί του Νικολάου Γύζη» το 1969,
  • «Ο Μπάρμπα-Δήμος» το 1974,
  • «Θαλασσινά τραγούδια» το 1973,
  • «Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», εκδόσεις «Δωρική» το 1972.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [«...Ψηλά σε μια κλεφτοκορφή της Ρούμελης/ αν ρίζωσε και βλάστησε η γενιά μου,/ εγώ της παλιάς Αθήνας γέννημα,/ κι ήταν η Πλάκα πρώτη γειτονιά μου...».] Στρoφή από ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη
  2. [Εφημερίδα «Εμπρός», Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 1951, σελίδα 2]
  3. Οικογένεια Δροσίνη Ιστορίες Ανώνυμων Εξοδιτών
  4. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος
  5. [Η «Εθνική Εταιρία» ήταν μια οργάνωση αξιωματικών που ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου του 1894 κι έφτασε στην ακμή της μετά το Σεπτέμβριο του 1895, όταν τροποποιήθηκε το καταστατικό της και μέλη της μπορούσαν να είναι και μη στρατιωτικοί. Σε αυτή συμμετείχαν και πολύ γνωστά ονόματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως οι Λουκάς Μπέλλος, Νικόλαος Πολίτης, Γεώργιος Χατζιδάκις, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Γεώργιος Σουρής, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Παύλος Μελάς, που θεωρείται από τους ιδρυτές της, ο Παναγιώτης Δαγκλής καθώς και ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος.]
  6. [«..Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ' αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος..»]
  7. «Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων»
  8. [Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, 4 Δεκεμβρίου 1901
  9. [«….για 30 χρόνια σχεδόν όλα τα Χριστούγεννα, συμφωνούσαμε με την Αθάνατη Φίλη να διαβάζουμε την παραμονή των Χριστουγέννων, πλαγιασμένοι στο κρεβάτι, την συναρπαστική σκηνή από τον Brand του Ίψεν...»] Απόσπασμα από το Ημερολόγιο του Δροσίνη
  10. Η θλιβερή ιστορία του πύργου του Δροσίνη εφημερίδα «Η Καθημερινή», 18 Σεπτεμβρίου 2013
  11. [Εφημερίδα «Εμπρός», Κυριακή 28 Ιανουαρίου 1951, σελίδα 5]
  12. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  13. Γραμματείς επί των Δημοσιευμάτων της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυση της
  14. [«..Μια από τις ωραιότερες συγκινήσεις στη ζωή μου δοκίμασα το φθινοπωρινό εκείνο βράδυ του 1924, που μου έφεραν από τη Γαλ­λική Πρεσβεία το Παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής, όχι μόνον με το τυπικό δίπλωμά του, αλλά και με το προσωπικό έγγραφο του Πρεσβευτού της Γαλλίας, που αιτιολογεί την απονομή...».] Απόσπασμα από το έργο «Στα Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου»
  15. Ο Γεώργιος Δροσίνης ως μεταφραστής
  16. Γεώργιος Δροσίνης (Στιχουργός)
  17. «Αμάραντα» Ολόκληρο το βιβλίο