Τζορτζ Πολκ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Τζορτζ Ουάσιγκτον Πολκ, [αγγλικά: George Washington Polk], Αμερικανός φιλελεύθερος δημοσιογράφος έντυπων μέσων και του Ραδιοφώνου του δικτύου C.B.S., [Columbia Broadcasting System] της Νέας Υόρκης και βετεράνος πιλότος της Αεροπορίας του Αμερικανικού Ναυτικού, γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1913 στο Φορτ Γουόρθ [Fort Worth] του Τενεσί στην πολιτεία του Τέξας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και δολοφονήθηκε στις 15 Μαΐου 1948, το τρίτο έτος του συμμοριτοπολέμου στην Ελλάδα, σ' ένα πολιτικό έγκλημα που σηματοδότησε την έναρξη του Ψυχρού πολέμου [1], από τα στελέχη του Κ.Κ.Ε., Αδάμ Μουζενίδη και Ευάγγελο Βασβαδά, με την συμπαράσταση και ηθική αυτουργία του κομμουνιστή δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου. Το πτώμα του Πολκ βρέθηκε να επιπλέει 150 μέτρα από την ακτή στα νερά του Θερμαϊκού Κόλπου, κοντά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, στις 16 Μαΐου από τον γηραιό βαρκάρη Λάμπρο Αντώναρο. Τα σπλάχνα του Πολκ τάφηκαν σε νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης, ενώ η σορός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα και τάφηκε στο Α' νεκροταφείο της πόλεως, όπως φέρεται να ήταν η επιθυμία που είχε εκφράσει στη σύζυγο του.

Στις 21 Ιουνίου 1940, στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου στη Νορμανδία, ο Πολκ παντρεύτηκε με την Μαίρη Κάθριν Φίλιπς [Mary Catherine Phillips], κόρη Αμερικανού στρατιωτικού γιατρού με την οποία πήραν διαζύγιο τον Οκτώβριο του 1946. Ο Πολκ το καλοκαίρι του 1947, στη διάρκεια ενός ταξιδιού του σε πτήση από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα, γνωρίστηκε και στις 11 Σεπτεμβρίου 1947 παντρεύτηκε στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου στο Κολωνάκι της Αθήνας, με την 21χρονη Ρέα Κοκκώνη [2], αεροσυνοδό της Τ.Α.Ε., του πρώτου Ελληνικού αερομεταφορέα και προδρόμου της «Ολυμπιακής Αεροπορίας», με την οποία δεν απέκτησε κληρονόμους. Στην Ελλάδα κατοικούσε στο πατρικό σπιτι της συζύγου του στην οδό Σκουφά στην Αθήνα.

Τζορτζ Πολκ

Βιογραφία

Ο Τζορτζ καταγόταν από μεγαλοαστική οικογένεια Νοτίων που είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή των Η.Π.Α. Ο Τζέιμς Κ. Πολκ (1795–1849) υπήρξε ο 11ος Πρόεδρος των ΗΠΑ από το 1845 έως το 1849. Ο Τζόρτζ ήταν ένα από τα πέντε παιδιά του δικηγόρου George Washington Polk Jr. και της Adelaide Elizabeth Roe, ενώ αδελφός του ήταν ο επίσης δημοσιογράφος, Ουίλιαμ Πολκ, [William Polk]. Ο Τζορτζ ανατράφηκε σε ένα σπίτι είκοσι δωματίων, με τη φροντίδα υπηρετριών, απογόνων των δούλων που είχε ο παππούς του. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο του Stripling, ένα από τα καλύτερα στη γενέτειρα του, όπου οι καλές του επιδόσεις του εξασφάλισαν μια θέση στο Κολέγιο. Έχοντας περάσει μια τριετή εκπαίδευση στο Στρατιωτικό Ινστιτούτο Virginia, ο Πολκ είχε σκληραγωγηθεί σε μεγάλο βαθμό για να αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις, παρότι δεν κατάφερε να αποφοιτήσει από το κολέγιο λόγω της οικονομικής κρίσεως που ξέσπασε το 1929, ενώ η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε η οικογένεια Polk οδήγησε σε διαζύγιο τους γονείς του και ανάγκασε την μητέρα του Αδελαΐδα να αναζητήσει εργασία ως βιβλιοθηκάριος σε σχολείο.

Επαγγελματική σταδιοδρομία

Το 1933 ο Τζορτζ υποχρεώθηκε να δουλέψει ως πωλητής στην εταιρεία πετρελαίων Continental Oil Company. Στα είκοσι τρία του ζούσε στο Σακραμέντο όπου συχνά κατέφευγε στο ποτό και περιφέρονταν μεθυσμένος. Τον Ιούνιο του 1937, έχοντας συγκεντρώσει χίλια δολάρια, παραιτήθηκε από την Con.o.co. και εγκατέλειψε την εργασία του πωλητού πετρελαιοειδών και μετακόμισε στην πολιτεία της Αλάσκα. Η πρώτη του δουλειά στην πολιτεία του βορρά ήταν σε κονσερβοποιείο σολομών στην πόλη Wrangell, όπου απέκτησε το παρατσούκλι Τεξανός. Ταυτοχρόνως γράφτηκε στη Γεωργική σχολή του Πανεπιστημίου του Fairbanks της Αλάσκα και σ' ένα ταξίδι του στη γενέτειρα του ο εκδότης της εφημερίδος Fort Worth Press, του ζήτησε να αρθρογραφεί για τις δυσκολίες επιβιώσεως στην Αλάσκα. Ο Πολκ έλαβε μέρος σε εξερευνητική αποστολή του ποταμού Γιούκον και οι εμπειρίες του από την Αλάσκα δημοσιεύτηκαν ως ανταποκρίσεις στην εφημερίδα της γενέτειράς του. Το φθινόπωρο του 1938, αμέσως μετά την αποφοίτηση του από το Πανεπιστήμιο, εγκατέλειψε την Αλάσκα με ένα γιαπωνέζικο πλοίο, που μετέφερε σίδηρο στην Άπω Ανατολή, εργαζόμενος ως ναύτης. Αποβιβάστηκε στην Σαγκάη και τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Εσπερινά Νέα της Σανγκάης», με ανταποκρίσεις που κάλυπταν την Κίνα και την Ιαπωνία, κατά τη διάρκεια του Β' Σινο-ιαπωνικού πολέμου. Έξι μήνες αργότερα παραιτήθηκε και με ένα φορτηγό πλοίο έφτασε στην Μανίλα στις Φιλιππίνες, όπου σ' ένα κλαμπ, στο οποίο σύχναζαν οι Αμερικανοί ναυτικοί, συνάντησε την 23χρονη Μαίρη Κάθριν Φίλιπς, κόρη στρατιωτικού γιατρού. Τον Αύγουστο του 1939 ο Πολκ με την Μαίρη εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι όπου ο Τζορτζ εργάστηκε ως ανταποκριτής της εφημερίδας «New York Herald Tribune».

Επιστροφή στις ΗΠΑ

Την άνοιξη του 1940, οι Γερμανοί κατέλαβαν τις Κάτω Χώρες και τον Ιούνιο πλησίαζαν στο Παρίσι. Το ζεύγος Πολκ εγκατέλειψε τη Γαλλία με ένα Αμερικανικό πλοίο και αποβιβάστηκε στη Νέα Υόρκη, όπου ο Τζορτζ εργάστηκε για την ίδια εφημερίδα. Παράλληλα σπούδαζε στο νυχτερινό τμήμα του Columbia University και στο τέλος το πανεπιστήμιο του προσέφερε μια θέση διδασκαλίας, έτσι ο Πολκ ζήτησε ένα χρόνο αδείας από την εφημερίδα, για να πάρει μεταπτυχιακό στη σύγχρονη ιστορία που θα του διασφάλιζε μια καλύτερη θέση.

Το 1941, μετά την επίθεση στο Πέρλ Χάρμπορ και την είσοδο των Η.Π.Α. στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ο Τζορτζ αξιοποιώντας την άδεια πιλότου που είχε αποκτήσει κατετάγη στην αεροπορία του Ναυτικού και συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Νότιου Ειρηνικού ως έφεδρος αξιωματικός. Το ταξίδι στον Ειρηνικό ωκεανό και οι ατελείωτες ώρες στο πλοίο δεν ήταν κάτι που τον ενθουσίασε. Η ζωή στη θάλασσα δεν του ταίριαζε όπως παραδεχόταν στα γράμματα που έστελνε στην μητέρα του. Τελικός προορισμός τους ήταν η ζούγκλα στα νησιά Σολόμωντα, όπου ο Πολκ ήταν από τους πρώτους πεζοναύτες των Η.Π.Α. που προσγειώθηκαν στις 16 Αυγούστου 1942 στο στρατιωτικό αεροδρόμιο Henderson στο Guadalcanal, και βοήθησε να δημιουργηθεί ένας διάδρομος ασφαλούς επικοινωνίας και εφοδιασμού μεταξύ των Αμερικανικών δυνάμεων, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. Λίγους μήνες αργότερα τραυματίστηκε σε αεροπορικό ατύχημα, γεγονός που του προκάλεσε βλάβη στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να κάνει πλαστική εγχείριση στη μύτη και να προσέχει έκτοτε πολύ την τροφή του η οποία έπρεπε να είναι λίγη και επιλεγμένη. Για αυτήν και άλλες δράσεις, η ομάδα του βραβεύτηκε, ενώ έλαβε το μετάλλιο της «Πορφυρής Καρδιάς» για λογαριασμό της μονάδας που διοικούσε και την ηρωική δράση του κατά τη διάρκεια της μάχης στα νησιά Σολομώντα. Στις αρχές του 1944, έπειτα από μακρόχρονη νοσηλεία, απολύθηκε από τον στρατό και το φθινόπωρο επέστρεψε στο γραφείο της Herald Tribune στην Ουάσιγκτον. Για τις στρατιωτικές υπηρεσίες του έλαβε σύνταξη, την οποία διέθεσε στα πανεπιστήμια «Howard» και «New York University», για να προσφέρουν υποτροφίες σε φοιτητές.

Στις 11 Νοεμβρίου 1944 πέτυχε την πρώτη ουσιαστική καταξίωση της εργασίας του καθώς άρθρο του για τη νίκη του Προέδρου Ρούσβελτ δημοσιεύθηκε πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα. Στη συνέχεια ταξίδεψε στο San Francisco όπου κάλυψε την ιδρυτική διάσκεψη του Ο.Η.Ε., [Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών], την ώρα που ο πόλεμος στην Ευρώπη συνεχίζονταν. Ο Πολκ υπέβαλε την παραίτησή του από την «Herald Tribune, ανέλαβε ανταποκριτής της εφημερίδας «Los Angeles Daily News», με μισθό 100 δολάρια την εβδομάδα συν τα έξοδά του, υπέγραψε συμβόλαιο με το «United Daily Features Syndicate», και στις αρχές Οκτωβρίου του 1945 το ζεύγος Πολκ επιβιβάστηκε στο πλοίο «Queen Mary» με προορισμό το Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Στις αρχές του 1946 ο Πολκ ταξίδεψε στην κατεχόμενη Γερμανία, όπου ως ελεύθερος ρεπόρτερ και ανταποκριτής του αμερικανικού ραδιοφωνικού δικτύου «Columbia Broadcasting System» (C.B.S.) και του περιοδικού «Newsweek», από τον Νοέμβριο του 1945 έως τον Οκτώβριο του 1946, παρακολούθησε τη δίκη της Νυρεμβέργης, στο Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο. Στη συνέχεια πήγε στη Μέση Ανατολή, που τελούσε υπό αγγλική κυριαρχία, συμμετέχοντας σε ομάδα δημοσιογράφων του C.B.S. και έζησε στο ξενοδοχείο «Shepheard» του Καΐρου. Ο Πολκ εξασφάλισε μια συνέντευξη με τον Ισμέτ Ινονού, μέσω της οποίας ο Τούρκος πρωθυπουργός ζήτησε την βοήθεια των ΗΠΑ και στις 7 Απριλίου 1946 ανέλαβε επικεφαλής του γραφείου του C.B.S. για τη Μέση Ανατολή.

Αποστολή στην Ελλάδα

Τζορτζ Πολκ-Ρέα Κοκκώνη

Ο Πολκ επισκέφτηκε πρώτη φορά την Αθήνα το 1939 και ακολούθως το διάστημα από τις 24 Σεπτεμβρίου έως και τις 7 Οκτωβρίου του 1946, ως διαπιστευμένος πολεμικός ανταποκριτής και για τη Μέση Ανατολή, επικεφαλής-απεσταλμένος του δικτύου C.B.S., έχοντας και την ταυτότητα της A.M.A.G., της Αμερικανικής Επιτροπής Βοήθειας προς την Ελλάδα, με σκοπό να καλύψει πτυχές του εν εξελίξει συμμοριτοπολέμου. Έκτοτε η Ελλάδα έγινε ο ενδιάμεσος σταθμός των πτήσεων του. Τον Ιανουάριο του 1947 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου στις 27 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου παρακολουθούσε την άφιξη του βασιλιά Γεωργίου Β' στον Πειραιά, περιγράφοντας το δημοψήφισμα για την επιστροφή του ως νοθευμένη διαδικασία. Ως τον Μάιο του 1948 ταξίδευε συχνά στην Κωνσταντινούπολη, το Κάιρο και την Παλαιστίνη, αλλά και στο εσωτερικό της Ελλάδος. Οι πληροφορίες της εποχής από ανθρώπους που τον γνώρισαν τον περιγράφουν ως ένα ατρόμητο δημοσιογράφο που συγκέντρωνε πληροφορίες, πολλές από τις οποίες ήταν επικριτικές τόσο για μέρος των Ελλήνων πολιτικών της εποχής, όσο και για τους συμμορίτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, τους οποίους αποκαλούσε «γκάγκστερς». Στην Ελλάδα ο Πολκ, με σύσταση της Ελληνοαμερικανίδας δημοσιογράφου Ελένης Μάμας που διατηρούσε σχέσεις με τους κομμουνιστές στην Ελλάδα, ο Πολκ συνδέθηκε με επαγγελματική και στενή φιλική σχέση με τον Κώστα Χατζηαργύρη θετό γιο του πρωθυπουργού Θεμιστοκλή Σοφούλη, δημοσιογράφο στην εφημερίδα «Το Βήμα» και ανταποκριτή της Αμερικανικής εφημερίδας «Christian Science Monitor», τον αποκαλούμενο «...ικανότερο πράκτορα του Κ.Κ.Ε.», για τον οποίο η Αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα είχε καταγράψει ότι διατηρούσε «επαφές με τη σοβιετική πρεσβεία», ενώ οι Αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες διαπιστώνουν επαφές του Πολκ με το Σοβιετικό ανταποκριτή του πρακτορείου ειδήσεων TASS στην Ελλάδα, Λεονίντ Βελιτσάνσκι, στην πραγματικότητα εκπρόσωπο των υπηρεσιών κατασκοπείας της Ρωσίας. Την 1η Οκτωβρίου 1947 ο Πολκ επέστρεψε στο Κάιρο για να πακετάρει και να μεταφέρει στην Αθήνα τα πράγματά του.

Στις 22 Νοεμβρίου 1947, ο Πολκ βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη κι ετοιμάζονταν να επιστρέψει στην Αθήνα. Στα τέλη του 1947 ο Πολκ δημοσίευσε άρθρο του στο Αμερικανικό περιοδικό «Harper’s Magazine», άρθρο που αναδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Το Βήμα», με τη συνεργασία του Χατζηαργύρη, και φέρεται ότι προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της Ελληνικής κυβερνήσεως. Ο μόνιμος υφυπουργός Εξωτερικών, ο βασιλόφρονας πολιτικός Παναγιώτης Πιπινέλης, υπέδειξε ότι το άρθρο του Πολκ ενέχει «εν αυτώ ψευδολογίας υπερβαινούσας όρια επιπολαιότητος, αίτινες όμως είναι επιδεκτικαί να προκαλέσωσι δυσφορίαν αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι βοηθείας εις Ελλάδαν». Στο διάστημα μεταξύ 27ης Φεβρουαρίου και 4ης Μαρτίου ο Πολκ βρέθηκε εκ νέου στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τη μητέρα του, την οποία στη συνέχεια συνόδευσε στην Αθήνα. Στις 16 Μαρτίου 1948 συνοδευόμενος από την μητέρα του και τη Ρέα, ταξίδεψε στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια, όπου ζούσαν η μικρότερη αδελφή της Ρέας με τη μητέρα τους, η οποία είχε ξαναπαντρευτεί. Εκεί αποχαιρέτησε σύζυγο και μητέρα, κατευθύνθηκε στην Ιερουσαλήμ και επέστρεψε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου. Στις 6 Μαΐου, ο Πολκ συνομιλώντας με συνάδελφό του, έκανε λόγο για ένα διήμερο ταξίδι αποχαιρετισμού στην Καβάλα και την Κόνιτσα, κάτι πρακτικά ανέφικτο, αφού θα έπρεπε να διασχίσει μια μεγάλη απόσταση σε μια περιοχή υπό τον έλεγχο των κομμουνιστών, ακόμη και με το δεδομένο ότι θα μετέβαινε αεροπορικώς στην Καβάλα και στη Θεσσαλονίκη.

Ο Πολκ ήταν ένας από τους τελευταίους Αμερικανικούς πολεμικούς ανταποκριτές στην Ελλάδα, καθώς οι περισσότεροι είχαν εγκαταλείψει τη χώρα υπό τις πιέσεις Ελλήνων και Αμερικανών αξιωματούχων. Οι κρίσιμες αποστολές του Πολκ για λογαριασμό του C.B.S. τον είχαν μετατρέψει σε στόχο και πολλοί αξιωματούχοι τόσο της Αμερικανικής όσο και της Ελληνικής κυβερνήσεως αλλά και των συμμοριτών τον είχαν κατατάξει στους εχθρούς τους. ο Πολκ γράφοντας από την Ελλάδα, περιγράφει ένα κρατικό σύστημα «διεφθαρμένον μέχρι μυελού οστέων», όπου «τριάντα πέντε οικογένειες κυριαρχούν της χώρας οικονομικώς {...} με επίκεντρο της Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ιδιωτικό ίδρυμα». Ο Πολκ αντιστάθηκε με επιτυχία σε μια «έντονη διαμαρτυρία» εναντίον του, την οποία κατέθεσε στην Αμερικανική κυβέρνηση ο τότε Έλληνας Πρέσβης στις ΗΠΑ. Παράλληλα όμως ήταν και σφοδρότατος επικριτής και των κομμουνιστοσυΜμοριτών τους οποίους αποκαλούσε «Γκάνγκστερ», οι οποίοι όπως έγραφε, «..διεξάγοντας μια συστηματική εκστρατεία βίας, απαγωγών, δολοφονιών, λεηλασιών και το κάψιμο χωριών, ανάγκαζαν τον πληθυσμό να γίνουν πρόσφυγες» και συμπλήρωνε ότι «...Στόχος των κομμουνιστών είναι η δημιουργία φόβου, αθλιότητας, χάους και τελικά η κυριαρχία αυτής της δυστυχούς χώρας από μια φιλο-σοβιετική κυβέρνηση» [3].

Δολοφονία Πολκ

Ο Πολκ το βροχερό πρωινό της Παρασκευής, 7ης Μαΐου 1948, αναχώρησε από την Αθήνα μ' ένα παλιό επιβατικό-μεταγωγικό αεροσκάφος DC-3. Το εισιτήριο του ήταν για Καβάλα, όμως το ταξίδι του Polk σταμάτησε στη Θεσσαλονίκη διότι το αεροδρόμιο της Καβάλας είχε πλημμυρίσει λόγω κακοκαιρίας. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Σέδες της Θεσσαλονίκης, όπου ο Polk αποβιβάστηκε μαζί με τον τότε Αμερικανό στρατιωτικό ακόλουθο στην Ελλάδα, τον συνταγματάρχη Χάρβεϊ Σμιθ και τη σύζυγο του συνταγματάρχη, με τους οποίους διέμεναν στο φρουρούμενο από τις Αρχές ξενοδοχείο «Αστόρια» [4], σε συγκοινωνούντα δωμάτια. Κύριος στόχος της επισκέψεως του ήταν να αποσπάσει συνέντευξη από τον αρχηγό των συμμοριτών Μάρκο Βαφειάδη. Την επόμενη ημέρα ο Πολκ συναντήθηκε με τον Άγγλο Ράνταλ Κόουτ, προϊστάμενο του Βρετανικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και φερόμενο ως πράκτορα της Intelligence Service στη Βόρειο Ελλάδα και του ζήτησε να τον βοηθήσει να συναντήσει τον Βαφειάδη. Ο Κόουτ, του είπε ότι δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Στη συνέχεια, ο Πολκ συναντήθηκε με τον Τζέραλντ Ντριού, που ήταν επικεφαλής της Αμερικανικής αντιπροσωπείας στη Βαλκανική Επιτροπή που συνεδρίαζε στη Θεσσαλονίκη [5]. Από το πρωί της 7ης Μαΐου, που έφτασε στην πόλη έως αργά το Σάββατο, ο Πολκ συναντήθηκε με Έλληνες, Βρετανούς και Αμερικανούς. Στις 23:00 το βράδυ της 8ης Μαΐου αναχώρησε από το ξενοδοχείο που έμενε προς άγνωστη κατεύθυνση και έκτοτε χάνονται τα ίχνη του. Στις 10 Μαΐου οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου αναφέρουν την εξαφάνισή του στις αστυνομικές αρχές της Θεσσαλονίκης.

Στις 11 Μαΐου, ένας λευκός φάκελλος [6] στον οποίο δεν είχε επικολληθεί γραμματόσημο και αναγράφονταν τα στοιχεία του αποστολέα, που περιείχε την ταυτότητα του Πολκ βρέθηκε σε γραμματοκιβώτιο στο ταχυδρομείο του Λευκού Πύργου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ο φάκελλος παραδόθηκε στο Γ' Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης κι από εκεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών. Στις 12 Μαΐου έφτασε στη Θεσσαλονίκη η σύζυγός του Ρέα η οποία λίγο αργότερα επιβεβαίωσε ότι ο σύζυγος της εξαφανίστηκε. Στον στενό κύκλο των συνεργατών του Polk ήταν γνωστό ότι μέσω συνδέσμων του στο Κ.Κ.Ε. είχε πετύχει να οριστεί και προετοιμάζονταν για μια μυστική συνάντηση-συνέντευξη με τον Μάρκο Βαφειάδη, τον αρχηγό των κομμουνιστοσυμμοριτών, που ήταν προγραμματισμένη να γίνει στο αρχηγείο των συμμοριτών σε δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή στην Πιερία Ολύμπου. Η συνέντευξη αυτή αποτελούσε πιθανόν την τελευταία αποστολή του Πολκ στην Ελλάδα καθώς είχε προγραμματίσει να επιστρέψει με τη σύζυγο του στις Η.Π.Α. και είχε ήδη αγοράσει εισιτήρια για τον ίδιο και τη σύζυγό του, για να ξεκινήσει σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ως υπότροφος του προγράμματος «Neiman». Στις 14 Μαΐου, δύο μέρες πριν την ανακάλυψη του πτώματος του Πολκ, άρχισαν να διοχετεύονται πληροφορίες προς τις εφημερίδες, ότι ο Αμερικανός δημοσιογράφος ήταν νεκρός.

Η σορός του Πολκ βρέθηκε στις 9 το πρωί της 16ης Μαΐου να επιπλέει στα νερά του Θερμαϊκού Κόλπου μπροστά στο κέντρο «Τριανόν», κοντά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, από τον ψαρά και βαρκάρη Λάμπρο Αντώναρο. Η σορός είναι σε άθλια κατάσταση, τα ψάρια είχαν φάει τα μάτια του νεκρού, τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα με καραβόσχοινο και είχε πυροβοληθεί με μια σφαίρα στον αυχένα, στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Αστυνομίας, «...το πτώμα ήτο δεμένον κατά τας χείρας και τους πόδας δια σχοινίου και έφερε τραύμα δια πυροβόλου όπλου εξ επαφής κατά την μέσην ινιακήν χώραν του κρανίου με έξοδον εις το αριστερόν πτερύγιον της ρινός» [7]. Στο χέρι του έφερε τη βέρα του γάμου του, ενώ στις τσέπες του υπήρχαν τα προσωπικά του αντικείμενα και επτά δολάρια, όμως χάθηκαν η ατζέντα και το σημειωματάριο του. Η σορός του μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο του Κεντρικού Δημοτικού Νοσοκομείου και ετέθη υπό φρούρηση μέχρι να διενεργηθεί νεκροψία από τον ιατροδικαστή Κωνσταντίνο Ηλιάκη και τον βοηθό του Ρεβύθη. Ακολούθησε έρευνα στο δωμάτιο αριθμός 25 του ξενοδοχείου «Αστόρια» όπου έμενε, βρέθηκε η φωτογραφική μηχανή του, διάφορα προσωπικά του αντικείμενα και δύο επιστολές. Η μία προς τη μητέρα του και η δεύτερη προς τον φίλο και συνάδελφό του στο C.B.S. Έντουαρντ Μάροου, στον οποίο έγραφε, μεταξύ άλλων: «...ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη {...} για να βρω κάποιο είδος άμεσης, πραγματικά επαγγελματικής επαφής με τους ανθρώπους της κυβέρνησης του Μάρκου» [8]. Κατασχέθηκαν τα προσωπικά αντικείμενά του και το δωμάτιο σφραγίστηκε, ενώ η σύζυγος του μετακόμισε στο «Κοσμοπολίτ», όπου είχε τη συντροφιά της Έλεν Μάμας.

Νεκρώσιμη ακολουθία

Στις 19 Μαΐου 1948, η Ρέα και ο πατέρας της Ματθαίος Κοκκώνης, ο οποίος ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη τη Δευτέρα 17 Μαΐου, επέστρεψαν στην Αθήνα, συνοδεύοντας τη σορό του Πολκ. Το στρατιωτικό αεροσκάφος προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού λίγο πριν τις τρεις το μεσημέρι της ίδιας ημέρας και στο νεκρό αποδόθηκαν τιμές από στρατιωτικό άγημα. Το φέρετρο με τη σορό του Πολκ, που ήταν σκεπασμένο με μεταξωτή Αμερικανική σημαία, μεταφέρθηκε και εναποτέθηκε στην Αγγλικανική Εκκλησία των Αθηνών. Στις 21 Μαΐου αφίχθη στην Αθήνα από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής η μητέρα του Πολκ προκειμένου να παραβρεθεί στην νεκρώσιμη ακολουθία και την ταφή του γιου της. Η κηδεία του Πολκ τελέστηκε δημοσία δαπάνη. Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη εις την Αγγλικανική εκκλησία των Αθηνών και ακολούθως το μεσημέρι της 22ας Μαΐου η σορός του ενταφιάστηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών.

Λίγες μόνο εβδομάδες μετά τη δολοφονία του Αμερικανοί συνάδελφοί του, σε συνεργασία με το Long Island University στη Νέα Υόρκη, δημιούργησαν το «Βραβείο Τζορτζ Πολκ», [George Polk Award], για την καλύτερη δημοσιογραφική δουλειά. Το βραβείο θεωρείται το σημαντικότερο του είδους του στις Η.Π.Α. και μ' αυτό έχουν βραβευτεί μερικοί από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς δημοσιογράφους του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου.

Ανακριτική διαδικασία

Κηδεία Τζορτζ Πολκ

Η βαρύνουσας σημασίας δολοφονία του Πολκ υπήρξε πολιτικό έγκλημα [9] και αποτέλεσε το πλέον κρίσιμο γεγονός για την Αμερικανική δημοσιογραφία το έτος 1948. Ο πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης μετά την ανακάλυψη του πτώματος δήλωσε ότι «Αποτελεί ζήτημα τιμής διά την Ελλάδα η ταχεία ανακάλυψις των δραστών και των αιτίων του στυγερού αυτού εγκλήματος. Η κυβέρνησις θέλει καταβάλει πάσαν προσπάθειαν όπως ανακαλυφθούν οι αποτρόπαιοι εγκληματίαι και τιμωρηθούν αμειλίκτως. Ήδη, επελήφθην προσωπικώς του ζητήματος και έδωσα εντολήν όπως κινητοποιηθεί ολόκληρος η αστυνομία της χώρας δια την ανακάλυψιν των δραστών», ενώ η Αμερικανική Ένωση Δημοσιογράφων σε ανακοίνωσή της τόνιζε ότι «...είναι απαράδεκτο καθ' ον χρόνον η Αμερικανική Κυβέρνηση ενισχύει οικονομικώς την Ελλάδα εις βάρος των Αμερικανών φορολογουμένων, οι Έλληνες να δολοφονούν Αμερικανούς πολίτες». Τη Δευτέρα 17 Μαΐου, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Κωνσταντίνος Ρέντης, ανακοίνωσε αμοιβή 25.000.000 δραχμές για όποιον θα έδινε πληροφορίες που θα οδηγούσαν στη σύλληψη του/των ενόχου/ων. Επικεφαλής των ερευνών ετέθη ο εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Κωνσταντινίδης.

Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Κωνσταντίνο Ηλιάκη, που με την υπ΄ αριθ. 352/16 Μαΐου 1948 έκθεση του ανέφερε τα αποτελέσματα της νεκροτομής που διενήργησε και στις 27 του ίδιου μήνα έδωσε συμπληρωματικά στοιχεία,

- ο Polk πρέπει, με απόκλιση, 10-12 ωρών να δολοφονήθηκε το Σάββατο 8 Μαΐου 1948, περίπου τα μεσάνυχτα, καθώς το το ρολόι του είχε σταματήσει στις 12:20, την νύκτα του Σαββάτου προς Κυριακή.
- έφερε τραύμα από σφαίρα στην ινιακή χώρα και στους πνεύμονες του βρέθηκε θαλασσινό νερό. Ως εκ τούτων το πτώμα του ρίφθηκε στη θάλασσα μετά τον πυροβολισμό ενώ ακόμη ήταν εν ζωή. Ο θάνατος του, δηλαδή ήταν απόρροια και των δύο ως άνω αιτιών. Βέβαια και μόνο από το τραύμα στην ινιακή χώρα ο Polk θα πέθαινε αλλά μετά από μισή ή μία ώρα.
- ο Polk απεβίωσε 10-12 ώρες μετά από την τελευταία φορά που ξυρίστηκε και μισή περίπου ώρα μετά το τελευταίο γεύμα του.
- το τελευταίο γεύμα του, αστακός με αρακά και μαύρο ψωμί συνοδεία αλκοολούχου ποτού, βρέθηκε άπεπτο στο στομάχι του. Επίσης διαπιστώθηκε ότι εντός της ίδιας ημέρας είχε γευματίσει πάλι διότι βρέθηκε, σε προχωρημένη πέψη, ποσότητα κρέατος. Λόγω του γεγονότος ότι το τελευταίο του γεύμα βρέθηκε άπεπτο ο ιατροδικαστής υπέθεσε ότι πρέπει να έφαγε υπό πίεση ή υπό συγκινησιακά φορτισμένη κατάσταση.
- οι σύνδεσμοι των σκοινιών στα άκρα του ήταν χαλαροί και από το γεγονός ότι δεν έφερε σημάδια πάλης ή μώλωπες στα άκρα πρέπει είτε να δέθηκε με τη θέληση του είτε να δέθηκε μετά τον πυροβολισμό όντας αναίσθητος.

Προκειμένου να μην δημιουργηθούν προβλήματα από την επέµβαση πολλών διαφορετικών υπηρεσιών και τον μοιραία μεταξύ τους ανταγωνισμό, ο διορισμένος από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ειδικός ανακριτής Φρέντερικ Έρ ζήτησε από τους υπουργούς Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως να υπογράψουν μια δήλωση µε την οποία καθιστούσαν το Μουσχουντή μοναδικό και αποκλειστικό υπεύθυνο των ανακρίσεων, με την ιδιότητα του Διοικητού της Γενικής Ασφαλείας, ενώ οι υπηρεσίες των άλλων φορέων ετίθεντο στη διάθεσή του και ο ειδικός ανακριτής συγκατατέθηκε. Τη διαλεύκανση της δολοφονίας ανέλαβε η Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης [10]. O διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, Ταγματάρχης Νικόλαος Μουσχουντής που ανέλαβε -εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά, τη διεξαγωγή των ανακρίσεων έστρεψε την προσοχή του προς την κατεύθυνση του Κ.Κ.Ε., ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα, δια του στελέχους του Γιάννη Ιωαννίδη, δήλωσε ότι «...ο Πολκ δολοφονήθηκε από τους εγκληματίες της Ειδικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, για να μην έρθει στην Ελεύθερη Ελλάδα και για να αποδοθεί η δολοφονία του στους δημοκρατικούς». Παράλληλα, δημοσίευμα της 18ης Μαΐου 1948, που καταγράφηκε στο ημερήσιο Δελτίο Ειδήσεων του αυτοαποκαλούμενου Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που εκδιδόταν στο βουνό, αποκάλεσε «Μοναρχοφασιστική προβοκάτσια» τους ισχυρισμούς των Αρχών και αναφέρει ότι: «Η συκοφαντία όμως, είναι τόσο ανόητη και γελοία, ώστε δεν έπιασε σε κανένα και οι μοναρχοφασίστες τρέμουν τώρα και κάνουν πως αναζητούν τους δολοφόνους..». Η διεύθυνση του ραδιοφωνικού δικτύου «Columbia», πραγματοποίησε διάβημα προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών για την υπόθεση Πολκ, ενώ ο αποκαλούμενος «Υπουργός Εσωτερικών της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης» Γιάννης Ιωαννίδης, δήλωσε: «Κι ένα μικρό παιδί καταλαβαίνει πως μόνο οι κομμουνιστές δεν είχαν συμφέρον να σκοτώσουν το δημοσιογράφο».

Ο Εισαγγελέας Κωνσταντινίδης εξέτασε ακόμη και την πιθανότητα να ενέχονται στη δολοφονία Πολκ η σύζυγος του Ρέα, η οποία αφού ανακρίθηκε με ιδιαίτερη ένταση της επετράπη να εγκαταλείψει την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες απ' όπου δεν επέστρεψε για πολλά χρόνια, παρά μόνο μετά το θάνατο και του δεύτερου συζύγου της, καθώς και ο στενός του φίλος, δημοσιογράφος Κώστας Χατζηαργύρης. Σύμφωνα με την κατάθεση του Ματθαίου Κοκκώνη ότι την Τετάρτη 5 Μαΐου, οι Πολκ και Χατζηαργύρης συμφώνησαν να συνταξιδεύσουν οικογενειακώς στην Καβάλα και την Αλεξανδρούπολη. Ο Πολκ θα συνέχιζε μόνος του για Κόνιτσα, ενώ οι άλλοι θα επέστρεφαν στην Αθήνα. Ο Κοκκώνης κατέθεσε ότι ήταν παρών την Πέμπτη το μεσημέρι όταν τηλεφώνησε ο Χατζηαργύρης και είπε ότι δεν θα συνόδευαν το ζεύγος Πολκ στη Θεσσαλονίκη -κι όχι στην Καβάλα, προφασιζόμενος ασθένεια του παιδιού του. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει την άρνηση της κόρης του να συνοδέψει το σύζυγό της, είπε πως όταν η Ρέα πληροφορήθηκε ότι δεν θα πήγαινε το ζεύγος Χατζηαργύρη, ανακοίνωσε στον Τζορτζ ότι θα έμενε και αυτή στην Αθήνα για να ράψει φορέματα. Παράλληλα η Δέσποινα Βρούτση, υπηρέτρια στην οικία Κοκκώνη, ανέφερε στις 19 και 30 Μαΐου διάλογο που είχε με τη Ρέα, το πρωί της Πέμπτης για το ταξίδι στην Καβάλα, όπου θα τον ακολουθούσε και εκείνη, ενώ σε επόμενη κατάθεση της είπε ότι ίσως η Ρέα τον συνόδευε στη Θεσσαλονίκη, ενώ ο Γεώργιος Γεωργαντάς, εξάδελφος της Ρέας, με τον οποίο συνέφαγαν στις 5 Μαΐου, κατέθεσε ότι εξέλαβε ως αστείο το σχόλιο του Πόλκ: «ποιος ξέρει τι θα μου συμβεί τώρα που θα πάω στον Μάρκο».

Σύλληψη Γρηγόρη & Άννας Στακτόπουλου

Το όνομα του Στακτόπουλου προέκυψε από τις αναφορές του προξένου Γκίμπσον, του Ελληνοαμερικανού Σμηναγού Κέλλις και του Μπερντέτ. Ακόμη, σε μια δεξίωση της Ενώσεως Συντακτών στις 17 Μαΐου, οι περίεργες και επίμονες ερωτήσεις του Στακτόπουλου σχετικά με την πρόοδο της έρευνας για τη δολοφονία του Πολκ, κίνησαν υπόνοιες στον Γενικό Διοικητή Βορείου Ελλάδος Αριστείδη Μπασιάκο, ο οποίος ενημέρωσε άμεσα τον Μουσχουντή. Εκείνη την ημέρα άρχισε η διακριτική παρακολούθηση του Στακτόπουλου από αστυνομικούς και η λήψη δειγμάτων γραφής από δημοσιογράφους της Θεσσαλονίκης, των μελών των οικογενειών τους και από τον πρώην βουλευτή Βασίλειο Βασιλικό. Αν και ο Στακτόπουλος θεωρείτο ύποπτος, η προσαγωγή του καθυστέρησε τρεις μήνες, προκειμένου να ελεγχθούν και να αποκλειστούν όλοι οι άλλοι. Νωρίς το απόγευμα της 14ης Αυγούστου 1948 η Διεύθυνση Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης συνέλαβε κοντά στην ταβέρνα «Κληματαριά», τον Γρηγόρη Στακτόπουλο, κομμουνιστή δημοσιογράφο της εφημερίδας «Μακεδονία» και ανταποκριτή του Αμερικανικού πρακτορείου ειδήσεων «Ρόιτερς», [«Reuters»], στη Θεσσαλονίκη. Ο Στακτόπουλος καθόταν αμέριμνος με δυο συναδέλφους του στην ταβέρνα «Κληματαριά», απέναντι από το καφενείο «Αστόρια». Όταν τελείωσαν το φαγητό του κατευθύνθηκε προς τη στάση του λεωφορείου. Ένας άγνωστος τον πλησίασε, του ζήτησε ταυτότητα για αναγνώριση στοιχείων και του είπε να τον ακολουθήσει στην Ασφάλεια για μια «αναγνώριση». Ο Στακτόπουλος, τον ακολούθησε καθώς θεώρησε ότι η κλήση αφορούσε μια κλοπή που σημειώθηκε προ ημερών στο πατρικό του σπίτι. Από εκείνο το Σάββατο παρέμεινε έγκλειστος στα κρατητήρια της Ασφάλειας.

Δύο μέρες αργότερα, η 67χρονη μητέρα του Άννα Στακτοπούλου, οδηγήθηκε στην Ασφάλεια, όπως οι αδερφές του Εύχαρη και Αδριανή καθώς και η οικιακή βοηθός τους Ελισάβετ Καλαντίδου, οι οποίες αφέθηκαν ελεύθερες λίγες ημέρες αργότερα. Στις 19 Αυγούστου 1948, δημοσιεύθηκε η είδηση ότι κρατούνται για τη δολοφονία του Πολκ, ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, η μητέρα του και 4 υπάλληλοι του ξενοδοχείου «Αστόρια» όπου διέμενε ο δημοσιογράφος και στις 2 Σεπτεμβρίου 1948, με την υπ’ αριθμό 12.455 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Χρήστου Μουστάκη, απαγορεύθηκε απολύτως η αναγραφή ειδήσεων για την υπόθεση. Στο πλαίσιο της ανακρίσεως συνελήφθη η Ευδοξία Μολυβδά, σύζυγος και πρώτη εξαδέλφη του Μουζενίδη [11] και τα περισσότερα μέλη της οικογένειας του τα οποία διέμεναν στην Αθήνα, ενώ στις 12 Ιανουαρίου 1949 συνελήφθη ο αδελφός του, Στέλιος Μουζενίδης, γνωστός οδοντίατρος της Θεσσαλονίκης, η γυναίκα του Ζουμπουλία και η γυναικαδελφή του και ερωμένη του Αδάμ Μουζενίδη, Άννα Μολυβδά.

Ανακοινώσεις για τη δολοφονία Πολκ

Την 1η Οκτωβρίου 1948 απαγγέλλονται κατηγορίες στον Γρηγόρη Στακτόπουλο και τη μητέρα του. Ο Στακτόπουλος κατηγορείται ότι παρείχε κάθε βοήθεια στους φυσικούς αυτουργούς και η μητέρα κατηγορείται ότι καθ’ υπόδειξη του υιού της ανέγραψε την ένδειξη «Προς το 3ον Τρίτο Αστυνομικόν Τμήμα. Ενταύθα» στο φάκελο που περιείχε την ταυτότητα του δημοσιογράφου και το διαφημιστικό της Panamerican. Στις 17 Οκτωβρίου, σε κοινή συνέντευξη Τύπου των υπουργών Δημοσίας Τάξεως Κωνσταντίνου Ρέντη και Δικαιοσύνης Γεωργίου Μελά και παρουσία της ηγεσίας της Χωροφυλακής ανακοινώθηκε ότι το φόνο είχε σχεδιάσει η Κομινφόρμ προκειμένου να εκθέσει την Ελλάδα στο εξωτερικό, να πλήξει τις Ελληνοαμερικανικές σχέσεις και να εμποδίσει την βοήθεια που παρείχαν οι Η.Π.Α. στην Ελλάδα. Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν ένοχοι για τη δολοφονία είναι ο Γρηγόριος Ι. Στακτόπουλος, ο Αδάμ Μουζενίδης και ο Ευάγγελος Βασβανάς, σημαντικά πρόσωπα στην ιεραρχία του Κ.Κ.Ε. Η Διεύθυνση Χωροφυλακής ανακοίνωσε ότι σύμφωνα με την ομολογία του, ο Στακτόπουλος συνάντησε τον Πολκ στις 7 Μαΐου και του υποσχέθηκε ότι θα τον έφερνε σε επαφή με τον Μάρκο.

Στις 9 Μαΐου, ο Πολκ συναντήθηκε με τον Στακτόπουλο που του είπε ότι στελέχη του Κ.Κ.Ε. θα τον οδηγήσουν στον Βαφειάδη με μια βάρκα. Στις 10 του μηνός ο Στακτόπουλος επιβίβασε τον Πολκ σε μια βάρκα στην οποία κωπηλάτης ήταν το επιτελικό στέλεχος του Κ.Κ.Ε. Αδάμ Μουζενίδης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι Πολκ, Στακτόπουλος και Μουζενίδης κατευθύνθηκαν προς το κέντρο «Παπαρούνα», όπου τους συνάντησαν οι Βαγγέλης Βασβανάς κι ένας άγνωστος. Εκεί ο Πολκ δέχθηκε να του δέσουν τα μάτια, τα χέρια και τα πόδια, για λόγους ασφαλείας. Τότε ο Μουζενίδης τον πυροβόλησε από πίσω. Μετά τον φόνο, ο Μουζενίδης, απειλώντας τον Στακτόπουλο, τον υποχρέωσε να πάρει τη δημοσιογραφική ταυτότητα του Πολκ και μια κάρτα της «Παναμέρικαν» και τον διέταξε να τις ταχυδρομήσει. Ο Στακτόπουλος επιστρέφοντας σπίτι του έβαλε τη μητέρα του να γράψει σ' ένα φάκελο «Προς Γ' Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης» και ο ίδιος απέστειλε τον φάκελο στις 10:30 π.μ. της 10ης Μαΐου 1948 γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τους υπαλλήλους του Ταχυδρομικού Γραφείου Λευκού Πύργου Ν. Δημόπουλο και Αλ. Τζήμα οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως ότι βρήκαν τον φάκελο στις 11:00 π.μ. της ίδιας ημέρας. Οι αρχές παρουσίασαν ως στοιχείο ενοχής τους την ταυτότητα του Πολκ, η οποία ταχυδρομήθηκε στο Γ' Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης στις 13 Μαΐου, τρεις μέρες πριν από την ανακάλυψη του πτώματός του, και σύμφωνα με το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξετάσεως ο ταχυδρομικός φάκελλος ήταν γραμμένος με το χέρι της Άννας Στακτοπούλου, της μητέρας του Στακτόπουλου.

Δίκη των δολοφόνων

Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, ο οποίος δικάστηκε ως στέλεχος του Κ.Κ.Ε., και η μητέρα του Άννα προσήχθησαν σε δίκη στις 12 Απριλίου 1949 ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ οι Αδάμ Μουζενίδης και Βαγγέλης Βασβανάς δικάσθηκαν με τη διαδικασία κατ' απόντων και φυγοδίκων και η απόφαση εκδόθηκε στις 22 Απριλίου. Στη δίκη ήταν παρών και ο ο αδελφός του δολοφονημένου δημοσιογράφου, ο William R. Polk. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο Πολκ συναντήθηκε με τον Στακτόπουλο ο οποίος τον οδήγησε στον Αδάμ Μουζενίδη. Η συνάντηση τους έγινε σε μια βάρκα με την οποία θα τον οδηγούσαν στον Μάρκο Βαφειάδη. Στη βάρκα για λόγους ασφαλείας έδεσαν τα μάτια, τα χέρια και τα πόδια του Πολκ, και στη συνέχεια ο Μουζενίδης τον πυροβόλησε και υποχρέωσε τον Στακτόπουλο να ταχυδρομήσει την ταυτότητα του θύματος. Ο Στακτόπουλος κατά την απολογία του, δήλωσε ότι απέκρυψε το κλισέ του φακέλου που βρισκόταν στα γραφεία της εφημερίδας «Μακεδονία», προκειμένου να μην δημοσιευθεί, το αναγνωρίσει η μητέρα του, η οποία διάβαζε καθημερινά, την εν λόγω εφημερίδα, και συμπεράνει ότι ήταν αναμεμειγμένος στην δολοφονία του Polk. Κίνητρο της δολοφονίας υπήρξε η προσπάθεια των κομμουνιστών να ενοχοποιηθεί η Ελληνική κυβέρνηση και να διαβληθεί στην Αμερικανική κοινή γνώμη ως εγκληματική. Ο Στακτόπουλος με την υπ’ αριθμόν 29 απόφαση καταδικάστηκε ως ένοχος συνέργειας σε φόνο, του επεβλήθη ποινή ισοβίων δεσμών και υποχρεώθηκε σε καταβολή των δικαστικών εξόδων και η Άννα Στακτοπούλου αθωώθηκε, αν και σύμφωνα με την γραφολογική έκθεση των Αριστείδη Πουλαντζά και Σωκράτη Κουγέα εκείνη έγραψε την ένδειξη επί του φακέλου που απεστάλη στο 3ο Αστυνομικό Τμήμα.

Η τύχη του Στακτόπουλου

Ο Στακτόπουλος επέλεξε την φυλάκιση και δεν άσκησε το δικαίωμα της εφέσεως. Μετά τη δίκη ο Ουίλιαμ Πολκ, αδελφός του Τζορτζ, ρωτήθηκε από τους δημοσιογράφους αν πείστηκε πως το έγκλημα διεπράχθη από το Κ.Κ.Ε. και απάντησε: «Εγώ ενδιαφερόμην να πεισθώ αν ο Γρηγόρης Στακτόπουλος είναι ένοχος δια τον φόνον. Περί τούτου επείσθην», αποφεύγοντας να εμπλακεί σε πολιτική συζήτηση. Λίγο καιρό αργότερα, στις 16 Οκτωβρίου 1948 με την απόφαση Αριθμός 1, Δικ.24/1948, οι Αδάμ Μουζενίδης και Βαγγέλης Βασβανάς καταδικάστηκαν ερήμην στην ποινή του θανάτου ως φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας Πολκ. Ο Στακτόπουλος μετά την καταδίκη του κρατήθηκε επί τέσσερα χρόνια σε κελί στην Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, μετά από προφορικό αίτημα που υποβλήθηκε για λόγους δικής του ασφαλείας, και μεταφέρθηκε στις φυλακές Επτυαπυργίου με εντολή του εισαγγελέα Σακελλαρίου, μετά την αποκάλυψη του τόπου όπου εκρατείτο. Η παραμονή του στην Ασφάλεια προϋπέθετε τη σύμφωνη γνώμη κυρίως του ίδιου, των συνηγόρων του, της Αστυνομικής Διευθύνσεως Θεσσαλονίκης, αλλά και της εισαγγελίας, αν και ο Νικόλαος Μουσχουντής κατηγορήθηκε ότι τον κράτησε παράνομα και κρυφά.

Στις 27 Δεκεμβρίου 1956 η ποινή του Στακτόπουλου μειώθηκε με Βασιλικό Διάταγμα σε εικοσαετή φυλάκιση και με ανάλογο διάταγμα από το Συμβούλιο Χαρίτων στις 17 Ιουνίου 1960 μειώθηκε σε δεκαεπταετή. Ο Στακτόπουλος, έχοντας εκτίσει τα δύο τρίτα της ποινής του, αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Αίγινας, όπου τότε εκρατείτο, στις 11 Αυγούστου του 1960, από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή με υπουργό επί της Δικαιοσύνη τον Κωνσταντίνο Καλλία. Στον Στακτόπουλο επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της μονίμου διαμονής του στη Θεσσαλονίκη και του χορηγήθηκε αναστολή στο υπόλοιπο της ποινής του, το οποίο ανέρχονταν σε πέντε έτη και τρεις ημέρες. Μετά την αποφυλάκιση του ο Στακτόπουλος διακήρυττε την αθωότητά του και υποστήριζε ότι η ομολογία του ήταν αποτέλεσμα βασανιστηρίων. Το 1976 ο Γρηγόριος Ι. Στακτόπουλος γνώρισε στην Αθήνα, όπου εργαζόταν ως διευθυντής του γραφείου της εφημερίδας «Μακεδονία», τον Στέλιο Παπαθεμελή ο οποίος προσφέρθηκε να αναλάβει την διαδικασία υποβολής αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας, στον Άρειο Πάγο. Στις 27 Αυγούστου 1977 ο Στακτόπουλος, υπέβαλε αίτηση για την αναψηλάφηση της δίκης του η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμόν 795/1979 απόφαση του Αρείου Πάγου. Την εμπλοκή του στην υπόθεση της δολοφονίας του Πολκ με στοιχεία για την κατά την άποψη του σκευωρία, με πρόλογο του Παναγιώτη Κανελόπουλου και επίμετρο του συνηγόρου του Στέλιου Παπαθεμελή, κατέθεσε στο βιβλίο του «Υπόθεση Πολκ. Η προσωπική μου μαρτυρία», που εκδόθηκε το 1984 και σημείωσε απανωτές εκδόσεις. Η Θεοδώρα Στακτοπούλου, η σύζυγος του Γρηγόρη, μετά το θάνατο του συζύγου της [12] στις 28 Φεβρουαρίου 1998, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του Κ.Π.Δ. υπέβαλε άλλες τρεις αιτήσεις. Η πρώτη αίτηση υποβλήθηκε στις 12 Μαρτίου 1999 [13], την δεύτερη στις 2 Δεκεμβρίου 2002 [14] και την τρίτη στις 16 Μαρτίου 2006 [15]. Η Θεοδώρα Στακτοπούλου πέθανε στο Αγρίνιο, όπου και ενταφιάστηκε [16] [17].

Απόψεις για τη δολοφονία

Κατά την άποψη του Εισαγγελέως Παναγιώτη Κωνσταντινίδη, ο οποίος ανέλαβε την προανακριτική ευθύνη, η Ρέα δεν ήταν ειλικρινής και οι ενέργειες του Χατζηαργύρη [18] ήταν ύποπτες. Ο Ανακριτικός λειτουργός διερωτάτο πως ήταν δυνατόν, αν και ο στενότερος φίλος του θύματος, να μην είχε σπεύσει στη Θεσσαλονίκη μετά την εξαφάνισή του, ενώ εξέφρασε αμφιβολίες για τη δικαιολογία που προέβαλε ότι δεν συνταξίδεψε με τον Πολκ λόγω ασθενείας του παιδιού του. Για τον εισαγγελέα το γεγονός ότι ουδείς αριστερός εμφανίστηκε να δώσει πληροφορίες για το έγκλημα ήταν μια επιπλέον απόδειξη ότι δεν είχαν στοιχεία για όσα έλεγαν περί ενοχής της κυβερνήσεως, γιατί διαφορετικά θα είχαν σπεύσει να εισπράξουν την αμοιβή, αλλά κυρίως να εκθέσουν την συντηρητική κυβέρνηση. Ο Αμερικανός συνταγματάρχης Walter Lippmann, ο οποίος ανάλαβε την επίσημη έρευνα για λογαριασμό της κυβερνήσεως του το 1948, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Πολκ δολοφονήθηκε από μέλη της οργανώσεως του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, με σκοπό ο θάνατος του να χρεωθεί στην Ελληνική συντηρητική παράταξη και στις Αρχές Ασφαλείας του Ελληνικού κράτους, προκειμένου να βλάψει την εικόνα της Ελλάδος και γενικότερα το Ελληνικό ζήτημα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ο αείμνηστος κορυφαίος Αμερικανός δημοσιογράφος I.F. Stone δήλωνε βέβαιος ότι η δολοφονία του Πολκ διεπράχθη από όργανα της Ελληνικής κυβερνήσεως και αποκαλούσε τον Πολκ «...το πρώτο ατύχημα του Ψυχρού Πολέμου»'. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι η υπόθεση της δολοφονίας του Πολκ δίχασε βαθιά τους Αμερικανούς δημοσιογράφους. Από τη μια πλευρά ήταν ο Lippmann και άλλοι που είτε πίστευαν στην έκθεση της επιτροπής του είτε επέλεξαν να παραμείνουν σιωπηλοί. Από την άλλη πλευρά υπήρξε μια ομάδα σκεπτικιστών δημοσιογράφων, συμπεριλαμβανομένου του αδελφού του Πολκ, που προσπαθούσε να προωθήσει μια ανεξάρτητη έρευνα. Μέλος αυτής της ομάδας ήταν ο John Donovan, δημοσιογράφος του δικτύου N.B.C., ο οποίος απομακρύνθηκε από τη θέση του λόγω της αρνήσεως του να παραιτηθεί από μια επιτροπή που διερεύνησε τη δολοφονία.

Τα χρόνια που ακολούθησαν διατυπώθηκε η θεωρία ότι τον Πολκ δολοφόνησε ο Άγγλος πράκτορας της «Ιντέλιτζενς Σέρβις», Ράνταλ Κόουτς, για να εκδικηθεί την παράδοση της Ελλάδας στους Αμερικανούς, όμως ο δημοσιογράφος Φοίβος Οικονομίδης, στην εισαγωγή του βιβλίου του «Πόλεμος, διείσδυση και προπαγάνδα», σημειώνει ότι «...κύριος οργανωτής της συνωμοσίας εναντίον του Πολκ ήταν ο στρατιωτικός ακόλουθος της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα, συνταγματάρχης Χάρβι Σμιθ». Ο Ελίας Βλάντον και ο Ζακ Μέτγκερ στο βιβλίο τους «Ποιος σκότωσε τον Τζορτζ Πολκ» υποστηρίζουν την εκδοχή του οργανωμένου εγκλήματος και αναφέρουν ότι ο Αμερικανός δημοσιογράφος δεν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει τον Βαφειάδη, αλλά για να ερευνήσει την κακοδιαχείριση της Αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα. Στο αρχείο του Άγγλου Ράνταλ Κόουτ, προϊστάμενο του Βρετανικού Γραφείου της Θεσσαλονίκης και φερόμενου ως πράκτορα της Intelligence Service στη Βόρειο Ελλάδα υπάρχει επιστολή γραμμένη από Γάλλο δημοσιογράφο προς τον «αρχιαντάρτη του Ολύμπου» που συνιστά «...τον σύντροφο Κόουτ, παλαιό μέλος του ΕΛΑΣ που επιθυμεί να αποκαταστήσει επαφή... {...}...όλοι οι αντάρτες πρέπει να συνοδεύσουν τον κομιστή αυτής της άδειας στον αρχηγό χωρίς καθυστέρηση.»

Το 1956 οι δημοσιογράφοι Στέλιος Ανεμοδουράς, Βάσος Τσιμπιδάρος, Χρήστος Πασσαλάρης, και Απόστολος Μαγγανάρης ασχολήθηκαν με την δολοφονία του Polk γράφοντας σειρά σχετικών άρθρων–ερευνών στην εφημερίδα «Τέταρτη Εξουσία» και επί της ουσίας μέσω του έργου των συγκεκριμένων δημοσιογράφων τέθηκε για πρώτη φορά, από τον τύπο, υπό αμφισβήτηση η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης υπ’ αριθμόν 29/1949. Την Δευτέρα 7 Μαρτίου 1966, η φιλοκομμουνιστική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, «Μακεδονική Ώρα», της οποίας διευθυντής ήταν ο πρώην βουλευτής της ΕΔΑ Αλέξιος Παπαλεξίου, δημοσίευσε ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο την ημέρα της δολοφονίας του Πολκ, ο λιμενεργάτης Ευθύμιος Μπάμιας, βρήκε στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης, κοντά στο κέντρο «Τριανόν», σε μικρή απόσταση από τον Λευκό Πύργο, να επιπλέει ένα πορτοφόλι. Το άνοιξε και είδε ότι η ταυτότητα και τα άλλα χαρτιά ήταν στ’ αγγλικά. Πήγε τα έγγραφα στο μπακάλικο του γνωστού του Σάββα Καραμιχάλη, τον οποίο παρακάλεσε, επειδή ο ίδιος ήταν αγράμματος, να του γράψει τη διεύθυνση και να το στείλει προς το Γ' αστυνομικό τμήμα. Μετά τη Μεταπολίτευση, ο τότε βουλευτής της ΕΔΗΚ, Στέλιος Παπαθεμελής, βρήκε τον Μπάμια, ο οποίος στις 3 Νοεμβρίου 1977 έδωσε ένορκη κατάθεση με την οποία επιβεβαίωνε τα παραπάνω. Καθώς ο Καραμιχάλης είχε πεθάνει τον Μάιο του 1954, ο γιος του Ευάγγελος παρέδωσε για εξέταση φωτογραφίες και ένα εικόνισμα όπου υπήρχαν τα γράμματα του αποβιώσαντος πατέρα του, από τα οποία φέρεται να προέκυψε ότι ο γραφικός χαρακτήρας στον ταχυδρομικό φάκελο, ανήκε στον παντοπώλη. Παράλληλα ο διευθυντής του Ελληνικού Γραφολογικού Ινστιτούτου Δ. Βαληνδράς και οι γραφολόγοι Ν. Λιαρίκου και Δ. Θωμάς, δήλωσαν ότι η γραφή στον ταχυδρομικό φάκελο δεν ανήκει στην Άννα Στακτοπούλου [19], καθώς εξετάστηκε η γραφή με τη χρήση φωτογραφίας του πρωτότυπου φακέλου [20]. Απολύτως συμπτωματικά, τον Φεβρουάριο του 1977, διαπιστώθηκε πως μέρος της δικογραφίας είχε χαθεί μετά το 1975 και την αποκαλούμενη Μεταπολίτευση. Στα εξαφανισθέντα τεκμήρια περιλαμβανόταν και ο φάκελος με τον γραφικό χαρακτήρα της Άννας Στακτοπούλου που τεκμηρίωνε την ενοχή της και τα είκοσι επτά δείγματα γραφής που ελήφθησαν από την οικογένεια Στακτόπουλου, έτσι η σύγκριση της γραφής του φακέλου με αυτή του Καραμιχάλη δεν ήταν πλέον εφικτή, αφού υπήρχαν μόνο φωτοτυπίες, ανίσχυρες για να τεκμηριωθεί η έρευνα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Γρηγοράτος πραγματοποίησε πολυετή έρευνα 2,5 για τις ανάγκες της ταινίας-ντοκιμαντέρ του «Ο φάκελος Πολκ στον αέρα». Στην ταινία αναφέρεται ότι ίσως ο Πολκ δολοφονήθηκε από πράκτορες εξαιτίας ενός βιβλίου, με τίτλο: «Το μωσαϊκό της Μέσης Ανατολής», που ετοίμαζε, καθώς πριν έρθει στην Ελλάδα, κάλυπτε το θέμα της πετρελαϊκής διαμάχης στο χώρο του Ιράν και αργότερα τον πόλεμο μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων. Ακόμα, ο Στέφανος Γ. Ξύδης, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο «Hunter College» του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, σε άρθρο του στο περιοδικό «Southern Europe (L’ Europe du Sud)» [21], διατυπώνει την άποψη πως τον Πολκ δολοφόνησε ο Βρετανός Κόουτ, προκειμένου να εκτεθούν οι Αμερικανοί. Σύμφωνα με την άποψη του καθηγητή Ξύδη, ο Κόουτ ήταν πράκτορας των Σοβιετικών και στενός συνεργάτης του διπλού πράκτορα Βρετανού Κιμ Φίλμπι, ο οποίος εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τον καθηγητή Ξύδη, το σχέδιο εξυφάνθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Φίλμπι είχε συναντήσει τον Πολκ σε κάποιο από τα ταξίδια του δεύτερου, και εκτελέστηκε στη Θεσσαλονίκη, ώστε οι Σοβιετικοί να εκθέσουν ταυτόχρονα τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς.

Δολοφόνοι: Αδάμ Μουζενίδης & Βαγγέλης Βασβανάς

Σύμφωνα με την ομολογία του Στακτόπουλου, τον Πολκ πυροβόλησε ο Αδάμ Μουζενίδης. Ο Στακτόπουλος είπε στον ανακριτή: «...Πέντε-δέκα λεπτά μετά σε απόσταση ενός μιλίου από την ακτή άκουσα έναν πυροβολισμό να σφυρίζει δίπλα μου, σηκώθηκα αμέσως και είδα τον Πόλκ να κουλουριάζεται προς τα κάτω. Τον πυροβολισμό έριξε ο Μουζενίδης. Ήταν ξαφνικό. Ο Πολκ δεν είπε ούτε ωχ, ούτε σφάδαζε». Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος και οι συνοδοιπόροι του προσπάθησαν με κάθε πρόσφορο τρόπο και μέσο να αποσείσουν τις ευθύνες του κόμματος και των στελεχών του για τη δολοφονία του Πολκ. Έτσι, από την πρώτη στιγμή οι άνθρωποι του Κομμουνιστικού Κόμματος ισχυρίστηκαν ότι ο Μουζενίδης σκοτώθηκε μήνες πριν τη δολοφονία του Πολκ, ενώ ο Βασβανάς ήταν πολύ μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Την Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 1948, η εκπομπή των ανταρτών, στις 09.50' και το Δελτίο Ειδήσεων, ανέφεραν ότι ο Μουζενίδης σκοτώθηκε τον Μάρτιο στα Κρούσια. Στις 14.15', της ίδιας ημέρας, υποστήριζαν ότι σκοτώθηκε τον Απρίλιο. Την επομένη ημέρα, ο Πορφυρογένης, από την Πράγα, δήλωσε ότι ο Μουζενίδης «απέθανε τραυματισθείς από βλήμα αεροπλάνου και πυροβολικού εις τα βουνά την 5ην Απριλίου ε.ε.». Όλοι έδιναν διαφορετικές ημερομηνίες για το πότε είχε σκοτωθεί.

Παράλληλα την Τρίτη 19 Οκτωβρίου 1948 ο ραδιοσταθμός του Λονδίνου μετέδωσε τηλεγράφημα από την Πράγα, σύμφωνα με το οποίο ο υπουργός Δικαιοσύνης της Τσεχοσλοβακίας δήλωσε ότι «...ο κατηγορούμενος δια την δολοφονίαν του Πόλκ, Αδάμ Μουζενίδης είχε καταφύγει εις την Τσεχοσλοβακίαν ένα μήνα ήδη προ της ημέρας, κατά την οποίαν εδολοφονήθη ο Αμερικανός δημοσιογράφος», ομολογώντας ότι ο Μουζενίδης, την ημέρα της δολοφονίας του Πολκ ήταν εν ζωή. Την ίδια μέρα ο Πορφυρογένης δήλωσε στους δημοσιογράφους πως δεν ανακοινώθηκε εγκαίρως ο θάνατος του Μουζενίδη, προκειμένου να ετοιμαστεί η νεκρολογία, αφού επρόκειτο για σημαίνον κομματικό στέλεχος, αν και την προηγουμένη ημέρα, 18η Οκτωβρίου, ο σταθμός των ανταρτών είχε ανακοινώσει ότι η νεκρολογία του Μουζενίδη έγινε στις 17 Μαΐου. Τέλος στο βιβλίο του Δημήτρη Κατσή περιλαμβάνεται κατάλογος των πεσόντων κομμουνιστών στα διάφορα μέτωπα, αλλά δεν υπάρχει ούτε αναφορά στο όνομα του Μουζενίδη, ενώ και στο βιβλίο για τον αποκαλούμενο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος παρατίθενται οι ημερομηνίες θανάτου όλων των πεσόντων, πλην του Αδάμ Μουζενίδη.

Το 2001, η Αθηναϊκή εφημερίδα «Τα Νέα», αναδημοσίευε απόσπασμα συνεντεύξεως του Ευάγγελου Βασβανά, από το Νοέμβριο του 1975: «Την εποχή της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου εγώ βρισκόμουν στην Ανατολική Μακεδονία. Μεσούντος του εμφυλίου πολέμου, οι περισσότεροι μηχανισμοί και σύνδεσμοι του κόμματος είχαν εξαρθρωθεί κι εγώ δεν είχα δυνατότητα να κατέβω στη Θεσσαλονίκη, να σκοτώσω τον Αμερικανό και να επιστρέψω πάλι πίσω. Αυτά είναι αστεία πράγματα {...}. Θέλω ακόμη να πω ότι κάποια στιγμή ο αδελφός του δολοφονημένου Γουίλιαμ Πολκ συναντήθηκε στην Πράγα με τον δικό μας, τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη. Όταν ο τελευταίος τον ρώτησε αν ήθελε να με συναντήσει για να του δώσω ό,τι εξηγήσεις μπορούσα, ο Γουίλιαμ Πολκ απάντησε: "Γνωρίζω ότι το ΚΚΕ δεν έχει ανάμιξη στη δολοφονία του αδελφού μου". Ο Πορφυρογένης δεν ζει για να επιβεβαιώσει όσα λέγω. Αλλά ζει ο αδελφός Πολκ και μπορείτε να τον ρωτήσετε». Αντίθετα με ότι υποστηρίζει ο Βασβανάς, ο Βλαντάς, στο ημερολόγιο του, γράφει για τη συνεργασία που είχε μαζί του στο Καϊμάκτσαλαν στις 20 και 21 Απριλίου και ξανά στις 22 Ιουνίου. Σύμφωνα με τον Αριστείδη Ιορδανίδη (Γιώτη), ο Βασβανάς, στις αρχές Μαΐου είχε περάσει στα Πιέρια, ενώ πηγαινοερχόταν με βάρκα στη Θεσσαλονίκη και μόνο τον Αύγουστο του 1949, έφυγε οριστικά από την πόλη, ενώ το ίδιο κατέθεσε και η αντάρτισσα Μαρία Ζαφειρίου: «Το Μέγα Σάββατο, 1η Μαΐου στο Ξηρολίβαδο Βεροίας συνάντησα το Βασβανά, ο οποίος κατευθυνόταν προς τα Πιέρια».

Ξεκάθαρη αναφορά των κινήσεων Βασβανά έδωσε ο Ιωάννης Τσιτσιρίκος (Δούκας). Οι δυο τους συναντήθηκαν στη θέση Σπήλαιο στα Πιέρια στις 2 ή 3 Μαΐου και στις 4 ή 5 Μαΐου. όπως είπε ο Τσιτσιρίκος: «Κατά τας 19 ή 20 Μαΐου επιστρέφουν όλοι οι λόχοι [...] εις την θέσιν Σαμάρι [...] Εκεί βρίσκουμε και πάλι τον Βασβανάν. Παρέμεινε ακόμη δυο ή τρεις ημέρας και αφού ανασυγκρότησε τας δυνάμεις των Πιερίων και ανέθεσε την διοίκησιν των αρχηγείων εις εμέ έφυγε», ενώ από τον ομαδάρχη Μαυρομιχάλη που πηγαινοερχόταν στη Θεσσαλονίκη έμαθε ότι «πρόσφατα κατέβηκε στην πόλη με τον Βασβανάν». Αυτό έγινε το διάστημα που βρήκαν τον Πολκ «ήτοι από 1-2/5/48 μέχρι τέλους Μαΐου». Ο Τσιτσιρίκος κρίνοντας από τις ανακοινώσεις των ανταρτών που έλεγαν ότι ο Βασβανάς εκείνη την περίοδο βρισκόταν στον Έβρο, ενώ ήταν μαζί του, συμπέρανε ότι «αυτός ήτο ο δολοφόνος, έχοντας υπ’ όψιν μου και τις τότε ύποπτες κινήσεις του εις τα Πιέρια». Η επιχείρηση συγκάλυψης των κινήσεων του Βασβανά μετήλθε κάθε πρόσφορου μέσου. Το Κ.Κ.Ε. δήλωσε ότι την περίοδο εκείνη ο Βασβανάς ήταν στην Τσεχοσλοβακία, ενώ στην προσπάθεια της κομμουνιστικής κυβερνήσεως της Πράγας να βοηθήσει το κομμουνιστικό κόμμα και τον κατηγορούμενο, παρουσιάστηκε και το «θεωρημένο» διαβατήριό του από τις αρχές της Τσεχοσλοβακίας. Άλλοθι στον Βασβανά επιχείρησε να προσφέρει και ο αντάρτης Δημήτρης Παπαδόπουλος, μιλώντας στην Αθηναϊκή συντηρητική εφημερίδα Ακρόπολις και είπε, πως όταν έγινε η δολοφονία Πολκ έμεναν μαζί στην ίδια καλύβα στις Μουριές στο Μπέλες, επτά ημέρες απόσταση από τη Θεσσαλονίκη, ενώ πρόσθεσε ότι ο Βασβανάς ποτέ δεν απομακρύνθηκε από εκεί το διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 1948 και Μαρτίου 1949. Με την μαρτυρία του ο Παπαδόπουλος διέψευδε τον ίδιο τον Βασβανά, το Κ.Κ.Ε. και τους Τσέχους. Τέλος στην από 12ης Μαρτίου 1999 αίτηση της χήρας του Γρηγόριου Στακτόπουλου, για ανψηλάφιση της δίκης του θανόντος Στακτόπουλου, αναφέρεται ότι εκείνη την εποχή ο Ευάγγελος Βασβανάς βρισκόταν στα Λουτρά Πόζαρ πλησίον του Χωρίου Λουτράκι στο Νομό Πέλλης ενώ σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 73588/1998 ένορκη βεβαίωση του Δημήτριου Γουσίδη ο Ευάγγελος Βασβανάς βρισκόταν στην Ανατολική Μακεδονία, Είναι άλλωστε γνωστό ότι ούτε η οικογένεια του Αδάμ Μουζενίδη ούτε ο ίδιος ο Ευάγγελος Βασβανάς υπέβαλαν αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως 29/1949 για την αποκατάσταση του ονόματος τους, διότι ενεπλέκησαν σε μία δικαστική περιπέτεια στην οποία τους οδήγησε ο Γρηγόριος Ι. Στακτόπουλος κατονομάζοντας τους ως τους φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας του Polk, πράξη που οδηγεί στο αβίαστο συμπέρασμα ότι αποδέχθηκαν την ορθότητα της καταδίκης τους.

Γρηγόρης Στακτόπουλος

Τρεις ημέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Στακτόπουλος που από το 1943 είχε ενταχθεί στις τάξεις του Κ.Κ.Ε., με εντολή του ΕΑΜ προήδρευσε σε συγκέντρωση δημοσιογράφων, από τους οποίους απαίτησε να υπογράψουν πρωτόκολλο, με το οποίο θα δεσμεύονταν να μην εργάζονται σε μέσα που δεν ελέγχονταν από την Αριστερά και φέρεται να εκβίασε τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας «Το Φως να μισθώσει το τυπογραφείο του στο Κ.Κ.Ε., ενώ «όχι απλώς κάλεσε τους συναδέλφους του να μην εργάζονται σε αστικές εφημερίδες αλλά τους απείλησε, θέτοντας ζήτημα ζωής ή θανάτου». Στο δικαστήριο όλοι οι μάρτυρες δημοσιογράφοι κατέθεσαν ότι η διαγραφή του Στακτόπουλου από το Κ.Κ.Ε. ήταν εικονική, κάτι απολύτως συνηθισμένο, για να μπορούν τα μέλη του κόμματος να κινούνται και να δρουν χωρίς την ασφυκτική παρακολούθηση της αστυνομίας. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1948, προτού διαρρεύσει η ομολογία Στακτόπουλου στην οποία κατονόμαζε τους Μουζενίδη και Βασβανά, ο ραδιοσταθμός των συμμοριτών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος επέρριπτε την ευθύνη της δολοφονίας στην κυβέρνηση, η οποία όπως μετέδιδε ο ραδιοσταθμός προσπαθούσε «να φορτώσει το έγκλημα στις πλάτες ενός τιμίου δημοσιογράφου, του Στακτόπουλου, και δυο άλλων τίμιων βιοπαλαιστών των γκαρσονιών του ξενοδοχείου «Αστόρια». Ένα μήνα αργότερα και συγκεκριμένα στις 19 Οκτωβρίου 1948, όταν είχε γίνει γνωστή η μαρτυρία του Στακτόπουλου, ο ραδιοσταθμός χαρακτήριζε τον Στακτόπουλο «...αποδεδειγμένο πράκτορα της Ιντέλλιτζενς Σέρβις, ο οποίος διεγράφη από το Κ.Κ.Ε., αλλά εξακολούθησε να την υπηρετεί και χρησιμοποιήθηκε από τους Βρετανούς στην Κατοχή....», ενώ πρόσθετε ότι ο Στακτόπουλος «...Μετά την Βάρκιζα αμέσως προσελήφθη εις την AGIS από τον Άγγλον ταγματάρχη Λόγκ, με τον οποίο συνέχισε να έχει επαφές, ακόμη και όταν εκείνος μετατέθηκε στο Λονδίνο» και «τον λοχαγό Παπαδόπουλον που ήταν πράκτορες της Ιντέλλιτζενς Σέρβις». Ο ραδιοσταθμός απηύθυνε τις κατηγορίες σε βάρος του Στακτόπουλου, δίχως να εξηγεί γιατί ενώ το Κ.Κ.Ε. γνώριζε ότι ήταν άνθρωπος των Γερμανών και μετά των Βρετανών τον δέχθηκε ως μέλος του.

Ο ίδιος ο Στακτόπουλος απολογούμενος στη δίκη του είπε ότι σε ηλικία 22 ετών ήρθε σε επαφή με την Αριστερά, στην εφημερίδα «Το Φως», με την συνδρομή του βουλευτού του Κ.Κ.Ε. και αρχισυντάκτη της εφημερίδος Χαΐνογλου, μέσω του οποίου γνωρίστηκε με τον βουλευτή Μάξιμο, που οι δυο τους αποτέλεσαν την «καθοδήγηση» του. Όταν η εφημερίδα πέρασε στα χέρια των Γερμανών με την ονομασία «Νέα Ευρώπη», ο Στακτόπουλος εργαζόταν στο Γερμανικό γραφείο Τύπου και Λογοκρισίας των κειμένων. Ο Στακτόπουλος χαρακτήρισε τον εαυτό του κλητήρα, λέγοντας πως γνώριζε τους Φόκλερ, Λαγκχάμμερ και Βέρνερ, γιατί ήταν του γραφείου. Μετά την απελευθέρωση είπε ότι προσελήφθη στη Λαϊκή Φωνή, όπου γνώρισε τον Αδάμ Μουζενίδη και τον Βαγγέλη Βασβανά με τους οποίους «Το '43 [...] κάναμε εις την Ένωσιν Συντακτών ένα τμήμα του ΕΑΜ». Τέλος είπε ότι από την κομμουνιστική εφημερίδα «Λαϊκή Φωνή» έφυγε το 1946 και τον Οκτώβριο ακολούθησε η εικονική διαγραφή του από το κόμμα, για να μπορεί να εργάζεται σε οποιαδήποτε εφημερίδα. Ενδεικτική της εμπλοκής του Κομμουνιστικού Κόμματος και των στελεχών του -Μουζενίδη, Βασβανά και Στακτόπουλου, στη δολοφονία του Τζορτζ Πολκ είναι οι λεπτομέρειες που μετέδωσε ο ραδιοσταθμός των συμμοριτών στις 29 Μαΐου 1948, πριν καν προκύψουν οι λεπτομέρειες της δολοφονίας. Συγκεκριμένα στην εκπομπή εκείνης της ημέρας ο Σταθμός μετέδωσε ότι, «...Ο Πολκ έφτασε στη Θεσσαλονίκη, εκεί τον περίμεναν οι άνθρωποι του Ρέντη [22] και κανόνισαν μαζί του να τον περάσουν στα Πιέρια. Η συνάντηση έγινε το Σάββατο βράδυ κοντά στο κέντρο «Λουξεμβούργο» [23]. Την Κυριακή 9 Μαΐου, οι άνθρωποι του Ρέντη έβαλαν τον Πολκ σε μια βάρκα, ανοίχτηκαν στο Θερμαϊκό και τον σκότωσαν, πυροβολώντας τον εξ επαφής στον αυχένα. Τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον έριξαν στην θάλασσα». Σε κάθε περίπτωση είναι απολύτως προφανές ότι η δολοφονία Πολκ εξυπηρετούσε αποκλειστικά εκείνους που επεδίωκαν να ξεσηκωθεί η Αμερικανική κοινή γνώμη εναντίον της Ελλάδος, με αποτέλεσμα να ανακοπεί ή διακοπεί η οικονομική βοήθεια και η πλάστιγγα του συμμοριτοπολέμου να γείρει υπέρ των κομμουνιστών.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Εσωτερική αρθρογραφία

Παραπομπές

  1. συμμοριτοπόλεμος, που διήρκησε από τις 30 Μαρτίου 1946 μέχρι τις 30 Αυγούστου 1949 αποτέλεσε την πρώτη ένοπλη ψυχροπολεμικού χαρακτήρος σύγκρουση και μαζί με την δολοφονία του Τζορτζ Πολκ σηματοδότησαν την αρχή του Ψυχρού Πολέμου.]
  2. [Η Ρέα Κοκκώνη ήταν γόνος οικογένειας Ελλήνων που κατάγονταν από την επαρχίας Κυνουρία του νομού Αρκαδίας στην Πελοπόννησο. Πατέρας της ήταν ο Ματθαίος Κοκκώνης και μητέρα της η Μαρίκα Καζούλη-Κοκκώνη, η πρώτη σύζυγος του πατέρα της. Η Ρέα γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου κατοικούσαν οι γονείς της και μετά το διαζύγιο τους ακολούθησε τον πατέρα της και εγκαταστάθηκε μαζί του στην Αθήνα, σε σπίτι επί της οδού Σκουφά 6 στη συνοικία Κολωνακίου.]
  3. [George Polk Reporting from Athens, 25 February 1948, ΓΑΚ, KYT. 14, Φ.68ος.]
  4. [Το κτίριο στο οποίο στεγάζονταν το ξενοδοχείο «Αστόρια» στη Θεσσαλονίκη διατηρείται ως σήμερα με άλλη χρήση στη γωνία των οδών Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας. Το κτίριο του ξενοδοχείου ανοικοδομήθηκε αρχικά το 1929 σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Α.Τζώνη-Γ.Παλαιολόγου με χαρακτηριστικά του Γαλλικού κλασικισμού, και για την εποχή που χτίστηκε είχε την καινοτομία να διαθέτει μπάνιο σε ορισμένα από τα δωμάτια του.]
  5. [Αλέξανδρος Ζαούσης, «Η Τραγική Αναμέτρηση 1945-1949, ο Μύθος και η Αλήθεια», εκδόσεις «Ωκεανίδα», Αθήνα 1992.]
  6. [Ο φάκελλος είχε αποσταλεί την προηγούμενη ημέρα και οι υπάλληλοι του Ταχυδρομικού Γραφείου τον βρήκαν στις 11:00 π.μ. της 10ης Μαΐου 1948.]
  7. [Εφημερίδα «Το Βήμα», Τρίτη 18 Μαΐου 1948, σελίδα 1η.]
  8. [Εφημερίδα «Μακεδονία», Τρίτη 18 Μαΐου 1948, σελίδα 1η.]
  9. [Τα πολιτικά εγκλήματα για την επιστήμη της εγκληματολογίας ανήκουν στην κατηγορία των εγκλημάτων λευκού περιλαίμιου, [white collar crimes]. Ο όρος δεν είναι ευρέως γνωστός σε όσους δεν σχετίζονται με την επιστήμη της εγκληματολογίας, τις νομικές επιστήμες και τις αστυνομικές αρχές. Απόδειξη είναι ότι στον έντυπο ημερήσιο πολιτικό και οικονομικό τύπο δεν χρησιμοποιείται από τους δημοσιογράφους. Ο όρος «ακούστηκε» για πρώτη φορά το 1939 στο 24ο συνέδριο της Αμερικανικής Κοινωνιολογικής Κοινότητας [American Sociological Society] όταν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Indiana, Edwin H Sutherland, σε ομιλία του με θέμα «Ο Εγκληματίας του Λευκού Περιλαίμιου» (The White–Collar Criminal), εισήγαγε τον εν λόγω όρο και δημιούργησε ταυτόχρονα ένα νέο τομέα εγκληματολογικής έρευνας με τεράστια σημασία.]
  10. [Την ηγεσία της Αστυνομικής Διευθύνσεως Θεσσαλονίκης εκείνη την περίοδο αποτελούσαν οι: Διευθυντής ο Απόστολος Ξανθόπουλος, Υποδιευθυντής ο Σπύρος Τριανταφύλλου ενώ το Τμήμα της Γενικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, είχε επικεφαλής τον Ταγματάρχη Νικόλαο Μουσχουντή και στη σύνθεση του περιλαμβάνονταν οι αξιωματικοί: Γεώργιος Τσώνος, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος και Σπυρίδων Σκουλαρίκης.]
  11. [H Ευδοξία Μολυβδά-Μουζενίδη, σύζυγος και πρώτη εξαδέλφη του Αδάμ Μουζενίδη, δεν εκτελέστηκε μετά τη σύλληψη της όπως ψευδολογούσαν για δεκαετίες οι οπαδοί του Κ.Κ.Ε., παρά πέθανε το 2004, σε ηλικία 94 ετών.]
  12. [O Στακτόπουλος που ήταν γνωστός για το κομμουνιστικό παρελθόν του, είχε αποφοιτήσει από το Αμερικανικό κολέγιο «Ανατόλια» στη Θεσσαλονίκη.]
  13. [Το αίτημα της χήρας Στακτοπούλου απερρίφθη, με δυο μειοψηφικές ψήφους με την υπ’ αριθ. 1336/4 Ιουλίου 2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, με το σκεπτικό των αντιφάσεων, κενών και ανακριβειών των αποδεικτικών στοιχείων που περιείχε.]
  14. [Tο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμόν 137/20 Ιανουαρίου 2004 απόφασή του απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς της χήρας Στακτόπουλου για νεότερα στοιχεία που αποδεικνύουν την αθωότητα του συζύγου της. Επίσης, έκρινε ότι απ' όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, δεν καθίσταται φανερό ότι ήταν αθώος ούτε καταδικάστηκε άδικα. H απόφαση επαναλάμβανε την κρίση της προηγούμενης απορριπτικής του 2001 που είχε δεχτεί ότι ο Γρηγόρης Στακτόπουλος συνεργάστηκε στην ανθρωποκτονία του Αμερικανού δημοσιογράφου, ενώ η ομολογία του δεν ήταν αποτέλεσμα ψυχολογικής ή σωματικής βίας από τις αστυνομικές αρχές.]
  15. [Στις 10 Μαΐου 2007 με την υπ’ αριθ. 1024/07, ο Άρειος Πάγος κατέληξε στην ίδια απόφαση, καθώς δεν υπήρξε κάποιο νέο στοιχείο, που να αιτιολογεί διαφορετική ετυμηγορία από τις προγενέστερες.]
  16. [H Θεοδώρα Ζησιμοπούλου-Στακτοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αγρίνιο. Εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου παντρεύτηκε με τον δημοσιογράφο Γρηγόρη Στακτόπουλο. Μετά τον θάνατο του συζύγου της επέστρεψε στη γενέτειρα της όπου απεβίωσε στις 19 Ιανουαρίου 2015 από εγκεφαλικό επεισόδιο. Η κηδεία της τελέστηκε την επόμενη ημέρα από τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Αγρίνιο και τάφηκε στο νεκροταφείο της πόλεως.]
  17. Αγρίνιο: Πέθανε χωρίς δικαίωση η Θεοδώρα Ζησιμοπούλου για την υπόθεση Πολκ
  18. [Ο Κώστας Χατζηαργύρης, Αθηναίος δημοσιογράφος και προγονός του τότε πρωθυπουργού Θεμιστοκλή Σοφούλη, ήταν ένας από τους ύποπτους για το φόνο. Ο Χατζηαργύρης υπήρξε συνεργάτης του Πολκ και αρθρογράφησε επανειλημμένα για την υπόθεση Πολκ μετά το 1949. Με την έρευνά του στόχευε κυρίως να αποδείξει ότι ο ίδιος δεν είχε καμία ανάμειξη στη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου. Ο Χατζηαργύρης στο βιβλίο του «Η υπόθεση Πολκ-Ο ρόλος των ξένων υπηρεσιών στην Ελλάδα» υποστηρίζει ότι οργανωτές και δράστες της δολοφονίας Πολκ είναι οι Βρετανοί. Στο βιβλίο του αναφέρει ότι «η παξ μπριτάνικα κατέρρεε τότε στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Άγγλοι είχαν διωχτή από την Ελλάδα και την Τουρκία. Έβλεπαν πως στόχος των Αμερικανών ήταν το πετρέλαιο. Φυσικά, ήταν αντικομμουνιστές και οι δύο. Μα είχαν και τις πολύ έντονες διαφορές τους, (.....) που τότε, το 1948, προκάλεσαν δύο μυστηριώδεις φόνους, περίπου ταυτόχρονα, του Ουάσον στην Ιερουσαλήμ, του Πολκ στη Θεσσαλονίκη. Φόνους υπολογισμένους να φέρουν δυσκολίες σ’ όλους, τους αμερικανούς, την επίσημη Ελλάδα, μα και το σοσιαλιστικό κόσμο επίσης, που τότε οι σχέσεις του με την Αγγλία ήταν εξαιρετικά τεταμένες».]
  19. [Εφημερίδα «Μακεδονία», Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 1978, σελίδες 1η και 3η.]
  20. [Εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 1979, σελίδα 1η.]
  21. [Περιοδικό «Southern Europe (L’ Europe du Sud)», Τόμος 2ος, αριθμός 2/1975]
  22. [Ο ραδιοφωνικός σταθμός αναφέρεται στον τότε υπουργό Δημοσίας Τάξεως Κωνσταντίνο Ρέντη.]
  23. [Αναφορά του κέντρου «Λουξεμβούργο» έγινε από τον Στακτόπουλο στην απολογία του πέντε μήνες αργότερα και γεννάται το ερώτημα πως ο ραδιοφωνικός σταθμός των συμμοριτών γνώριζε αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια, πριν καν αυτή γίνει γνωστή στις Αστυνομικές αρχές της Θεσσαλονίκης, που διεξήγαγαν τις ανακρίσεις υπό την εποπτεία του τότε Ταγματάρχη Νικολάου Μουσχουντή. Πως γνώριζαν τι θα ομολογούσε ο Στακτόπουλος «ψευδόμενος»;]