Νικόλαος Μουσχουντής

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νικόλαος Μουσχουντής, Έλληνας εθνικιστής, σφοδρός πολέμιος του κομμουνισμού, ανώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, που ως Διευθυντής της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης εξάρθρωσε τον παράνομο μηχανισμό του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη, και εξιχνίασε την υπόθεση της δολοφονίας του Αμερικανού Δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, γεννήθηκε το 1906 στην Αθήνα και πέθανε στις 14:15' το μεσημέρι [1] της Κυριακής 16ης Μαρτίου 1958, από καρδιακή ανακοπή στο σπίτι του στην οδό Ισαύρων στη Θεσσαλονίκη. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στις 17 Μαρτίου στον Ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας και τάφηκε σε τάφο που παραχώρησε ο Δήμος Θεσσαλονίκης, στα Κοιμητήρια της Ευαγγελιστρίας, στο Α' Νεκροταφείο της πόλεως.

Ο Μουσχουντής, που κατοικούσε σ' εάν μικρό διαμέρισμα της οδού Ισαύρων στην Θεσσαλονίκη και συνοδεύονταν σχεδόν π΄ντα από τον οδηγό του Βαγγέλη Χαραλαμπίδης, ήταν άγαμος και δεν άφησε απογόνους.

Νίκος Μουσχουντής
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1906
Τόπος: Αθήνα (Ελλάδα)
Θάνατος: 16ης Μαρτίου 1958
Τόπος: Θεσσαλονίκη (Ελλάδα)
Οικογένεια: Άγαμος
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Αξιωματικός Ελληνικής Β. Χωροφυλακής

Βιογραφία

Η οικογένεια Μουσχουντή κατάγονταν από την Κρήτη, όπου το 1866 και το 1878 ο παππούς του Νικόλαος Μουσχουντής είχε συμμετάσχει στις εξεγέρσεις εναντίον των Τούρκων. Ο Νίκος Μουσχουντής κατάγονταν από εύπορη αστική οικογένεια. Γονείς του ήταν ο Βασίλειος Μουσχουντής και η Φωτεινή Στάθη και είχε μια μικρότερη αδελφή, την Δέσποινα Μουσχουντή, σύζυγο Γεωργίου Βρανά [2]. Ο Νικόλαος Μουσχουντής έμεινε ορφανός από πατέρα σε νεαρή ηλικία και το 1926 κατατάχθηκε στην Σχολή Υπαξιωματικών της Ελληνικής Χωροφυλακής, από την οποία αποφοίτησε τον επόμενο χρόνο με τον βαθμό του Ενωμοτάρχη. Ο Μουσχουντής υπηρέτησε στην Διοίκηση Χωροφυλακής Αττικής, αρχικά στην Υπηρεσία Καταδιώξεως Αθηνών και το 1927, μετά την ενσωμάτωση της Υπηρεσίας Καταδιώξεως στην Αστυνομία Πόλεων, μετατέθηκε στο αστυνομικό τµήµα Κηφισιάς, ενώ φοιτούσε παράλληλα στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Όταν ο Γεώργιος Ντάκος, ο Διοικητής του στην Υπηρεσία Καταδιώξεως, μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη με καθήκοντα υποδιοικητή της Αστυνομίας Πόλεως, γνωρίζοντας την αξία του Μουσχουντή, του ζήτησε να τον ακολουθήσει στη Βόρεια Ελλάδα.

Μετάθεση στη Θεσσαλονίκη

Το 1934 ο Μουσχουντής προήχθη σε Ανθυπασπιστή και ταυτοχρόνως μετατέθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, όπου τοποθετήθηκε επικεφαλής της Ομάδος Διώξεως πορτοφολάδων στο T;OTE Tµήµα Καταδιώξεως, τη μετέπειτα Γενική Ασφάλεια. Το 1937, ως Ανθυπομοίραρχος, πέτυχε την αποκάλυψη των πραγματικών στοιχείων της ταυτότητος του μεγαλοαπατεώνα Πιέρ Ζαρίφη στο Παρίσι της Γαλλίας, τον οποίο καταζητούσαν οι αστυνομικές υπηρεσίες πολλών χωρών. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 ο Μάρκος Βαμβακάρης, μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, γιατί στον Πειραιά και στην Αθήνα το εθνικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου υπό τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά έκλεινε τους τεκέδες και τα ρεμπέτικα στέκια. Την πρώτη νύχτα της διαμονής του στη Θεσσαλονίκη συνευρέθηκε με μια πόρνη η οποία στη συνέχεια βρέθηκε δολοφονημένη. Το επόμενο πρωί ένας χωροφύλακας χτυπούσε την πόρτα του και του ζητούσε να παρουσιαστεί στο γραφείο του Μουσχουντή αντιμέτωπος με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Η συνάντηση αυτή αποτέλεσε την απαρχή μιας σχέσεως μεταξύ των δύο ανδρών καθώς ο Μουσχουντής γοητευόταν τόσο από τη ρεμπέτικη μουσική όσο και από την ζωή των ρεμπέτηδων, έτσι μετά από δική του έρευνα εξιχνιάστηκε η υπόθεση της δολοφονίας που αρχικά βάρυνε τον Μάρκο Βαμβακάρη.

Περίοδος κατοχής

Ο Μουσχουντής παρέμεινε στις υπηρεσίες της Ελληνικής Χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη και στη διάρκεια της τριπλής κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονος. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1941 σε μια χαράδρα κοντά στο Ηρώο του Κιλκίς ανευρέθηκε το αποκεφαλισμένο πτώμα του έμπορου Γεωργίου Ιατρού και η εξιχνίαση της δολοφονίας του ανατέθηκε στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Ο Μουσχουντής αφού μελέτησε τα στοιχεία του θύματος διαπίστωσε πως η ταυτότητα του ανέγραφε ως τόπο κατοικίας τη Θεσσαλονίκη. Αρχικά ανέκρινε τη σπιτονοικοκυρά του δολοφονηθέντος η οποία θυμήθηκε πως λίγες μέρες πριν το έγκλημα κάποιος έμπορος είχε επισκεφτεί το θύμα στο σπίτι του και στη συζήτηση τους έγινε αναφορά σε κάποια ποσότητα ζαχάρεως. Η αναφορά στη ζάχαρη έφερε στη μνήμη του Μουσχουντή τον μαυραγορίτη Σωτήριο Κουρτζή, ο οποίος είχε συλληφθεί µε την κατηγορία ότι απέσπασε χρήματα από κάποιον έμπορο µε το πρόσχημα πως θα του προμήθευε μερικούς τόνους ζαχάρεως και στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Έτσι ζήτησε να φέρουν τον Κουρτζή από τα κρατητήρια και του πρότεινε να τον απελευθερώσει. Ο κρατούμενος αρνήθηκε την προσφορά του προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες, γεγονός που δημιούργησε στον Μουσχουντή την βεβαιότητα για την εμπλοκή του στη δολοφονία του Ιατρού. Ο Μουσχουντής αφού έδειξε στον Κουρτζή τη φωτογραφία του αποκεφαλισμένου εµπόρου και του περιέγραψε την κατάσταση στην οποία βρέθηκε το πτώμα, στη συνέχεια τον έφερε σε κατ' αντιπαράσταση εξέταση µε τη σπιτονοικοκυρά του Ιατρού, η οποία τον αναγνώρισε και επιβεβαίωσε την παρουσία του στο σπίτι. Στο σπίτι του Κουρτζή βρέθηκαν το πορτοφόλι του Ιατρού αλλά και το όργανο του φόνου, ένα μαχαίρι, ενώ ο Κουρτζής ομολόγησε ότι είχε σκότωσε και αποκεφάλισε τον Ιατρού για να του αποσπάσει 78.000 δραχμές.

Εθνική Αντίσταση

Την περίοδο της Κατοχής ο Μουσχουντής είχε αναλάβει την ευθύνη, και την έφερε σε πέρας με απόλυτη επιτυχία, για την ανεύρεση δημοσιογραφικού χάρτου για την εκτύπωση της εφημερίδος «Ελεύθεροι Σκλάβοι», η οποία ήταν δημοσιογραφικό όργανο του «Πατριωτικού Ελληνικού Κομιτάτου». Συχνά οι άνθρωποι της εφημερίδος έγιναν στόχος κομμουνιστών καταδοτών, οι οποίοι πληροφορούσαν για τις κινήσεις τους τις Γερμανικές δυνάμεις κατοχής, οι οποίες εντόπισαν το παράνομο τυπογραφείο και το κατέστρεψαν, όμως χάρη στις προσπάθειες του Μουσχουντή όσοι συμμετείχαν στην έκδοση της εφημερίδος, φιλοξενήθηκαν στο κρησφύγετο του και δεν συνελήφθη κανείς. Μέσω των επαφών του με το δίκτυο ασυρμάτων στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ο Μουσχουντής γνώριζε για τις αφίξεις των συμμαχικών κλιμακίων και φρόντιζε για την ασφαλή προώθησή τους στους αντάρτες. Από την πλευρά τους οι Γερμανοί υποψιάζονταν τον τότε Μοίραρχο Μουσχουντή και παρακολουθούσαν τις κινήσεις του, ενώ το 1942 πραγματοποίησαν έφοδο στο διαμέρισμά του για να συλλάβουν Βρετανούς στρατιώτες, τους οποίους είχαν πληροφορίες ότι έκρυβε. Το 1943 εντοπίστηκε ένας από τους ασυρμάτους που λειτουργούσαν στην Θεσσαλονίκη και ο ταγματάρχης Γεώργιος Βαρδουλάκης, διοικητής της Γενικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, επικεφαλής του τομέα εγκαταστάσεως ασυρμάτων και κατασκοπείας για λογαριασμό του συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, προϊστάμενος του Μουσχουντή και υπεύθυνος για την λειτουργία τους, αναγκάστηκε να διαφύγει στη Μέση Ανατολή. Την ίδια μέρα οι Γερμανοί συνέλαβαν το Μουσχουντή, ο οποίος διασώθηκε από έναν Αυστριακό αξιωματικό της Βέρμαχτ, µε τον οποίο είχαν συνεργαστεί προπολεμικά στην ανάπτυξη τεχνικών συλλογής αποτυπωμάτων.

Στις 14 Απριλίου 1943 ο Μουσχουντής δέχθηκε επίθεση καθοδηγούμενη από τους κομμουνιστές σε διαδήλωση κατά των κατακτητών [3], αν και ο ίδιος δεν έπαψε να καλύπτει τους αντάρτες και τους πράκτορες των Συμμάχων. Παρά την επίθεση σε βάρος του κανείς από τους διαδηλωτές δε συνελήφθη ή δεν υποδείχθηκε στις αρχές κατοχής από τον ίδιο ή από ανθρώπους της αστυνομίας. Ο Μουσχουντής γνώριζε ότι οι Γερμανοί τον υποψιάζονταν, η δύναμη της Χωροφυλακής έφθινε και μετά την επίθεση σε βάρος του δεν διατηρούσε ψευδαισθήσεις ότι οι ληστοσυμμορίτες του Κ.Κ.Ε./Ε.Α.Μ./ΕΛ.Α.Σ., θα στρέφονταν εναντίον του με κάθε ευκαιρία με σκοπό να τον δολοφονήσουν. Έτσι εξαφανίστηκε, άγνωστο αν έφυγε από τη Θεσσαλονίκη ή απλώς κρύφτηκε κάπου στην πόλη, για το διάστημα ανάμεσα στα τέλη του 1943 και τον Φεβρουάριο του 1945, προκειμένου να αποφύγει τον κίνδυνο για τη ζωή του που προέρχονταν από τους δολοφόνους της κομμουνιστικής συμμορίας της ΟΠΛΑ.

Μεταπολεμικά / Συμμοριτοπόλεμος /Δολοφονία Τζορτζ Πολκ

Μετά την αποχώρηση των Γερμανικών δυνάμεων από την Θεσσαλονίκη και την κατάληψη της από τις κομμουνιστικές συμμορίες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, δηλαδή στη διάρκεια της Εαμοκρατίας, και μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας, η λειτουργία της Χωροφυλακής αποκαταστάθηκε σταδιακά. Μετά την 3η Φεβρουαρίου 1945 και την αποστολή σχηματισμών της Εθνοφυλακής από την Αθήνα, ο Μοίραρχος Μουσχουντής επανήλθε στην υπηρεσία του.

Εξάρθρωση Ο.Π.Λ.Α. Θεσσαλονίκης [4]

Μουσχουντής-Τσιτσάνης

Την Άνοιξη του 1945 ανατέθηκε στον Μουσχουντή η εξάρθρωση των κομμουνιστικών οργανώσεων της Μ.Λ.Α. [Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα] [5] και της Ο.Π.Λ.Α. [Ομάδα Προστασίας Λαϊκής Αυτοάμυνας], του επιχειρησιακού βραχίονα της Μ.Λ.Α. Το πρωί της 30ης Απριλίου 1947 στις 7:10 π.µ. ένα κίτρινο λεωφορείο της αεροπορίας έφθασε στη στάση Μισδραχή επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας, κοντά στη συµβολή της µε τη σημερινή Φλέμινγκ και σταμάτησε για να παραλάβει αξιωματικούς, εκτελώντας το τακτικό του δρομολόγιο. Μόλις αυτοί επιβιβάστηκαν στο όχημα, δυο διαδοχικές εκρήξεις σημειώθηκαν στο λεωφορείο, η πρώτη κάτω από τη θέση του οδηγού και η δεύτερη στην έξοδο, τραυματίζοντας τον οδηγό, δέκα αξιωματικούς και ένα σμηνίτη. Τελικά υπέκυψαν ο οδηγός, τρεις υποσμηναγοί και ο σμηνίτης. Οι εκρήξεις προκλήθηκαν από χειροβομβίδες που πέταξαν άγνωστοι, οι οποίοι διέφυγαν προς την κατεύθυνση της οδού Δελφών χωρίς να αφήσουν ίχνη. Η βομβιστική δολοφονική επίθεση προκάλεσε την κινητοποίηση των διωκτικών αρχών και στον Μουσχουντή ανατέθηκε η ευθύνη ν' ανακαλύψει και να παραδώσει στη Δικαιοσύνη τους δολοφόνους.

Οι δράστες δεν είχαν αφήσει ίχνη, όμως είχαν επισημανθεί από τα κορίτσια ενός γειτονικού σχολείου που είδαν τρεις άνδρες µε όπλα στα χέρια να φεύγουν από τον τόπο του εγκλήματος και έδωσαν την περιγραφή τους στην αστυνομία, ενώ υπήρχαν οι καταθέσεις δύο αεροπόρων που επιχείρησαν να τους καταδιώξουν αλλά αναγκάστηκαν να σταματήσουν όντας τραυματισμένοι και άοπλοι. Οι καταθέσεις τους συμπληρώθηκαν μ' αυτήν ενός περιοίκου, υπολοχαγού της Ε.Σ.Α., ο οποίος είδε ένα ταξί σταματημένο λίγο πιο πέρα από τη στάση Μισδραχή. Σύμφωνα με τον Υπολοχαγό ένα ύποπτο πρόσωπο που παρακολουθούσε την περιοχή, πλησίασε αρκετές φορές το ταξί και τέλος οι τρεις δράστες κατέφθασαν τρέχοντας και επιβιβάστηκαν στο όχημα. Αναγκάστηκαν όµως να φύγουν πεζοί, διότι ο οδηγός ταραγμένος δεν μπόρεσε να βάλει μπροστά. Ο οδηγός, ονόματι Νικόλαος Τομπουλίδης, συνελήφθη και οδηγήθηκε στη Γενική Ασφάλεια, όπου ισχυρίστηκε ότι απλώς είχε πάει µε έναν πελάτη να παραλάβουν κάποιο γιατρό και τον περίμεναν, όταν τρεις άγνωστοι εισέβαλαν στο αυτοκίνητο µε την απειλή όπλου. Τότε αυτός υποκρίθηκε πως είχε πάθει μηχανική βλάβη και τους ανάγκασε να τραπούν σε φυγή. Ο Μουσχουντής διέταξε να γίνει έρευνα σχετικά µε την ταυτότητα του γιατρού και βρέθηκε πως δεν υπήρχε κανένας γιατρός στην περιοχή, ενώ κάποιος από τους συναδέλφους του Τομπουλίδη, οδηγός ταξί, κατέθεσε πως παρ' ότι το ταξί του Τομπουλίδη ήταν πέμπτο στη σειρά προτεραιότητας ένας πελάτης ήρθε στην πιάτσα και ζήτησε να τον μεταφέρει το συγκεκριμένο όχημα.

Αν και ο οδηγός δεν αποκάλυψε τίποτε ουσιώδες, στους αστυνομικούς κατέθεσε και ο Φίλιππος Καμπουρόπουλος, ιδιοκτήτης του ταξί, κομμουνιστής-πρόεδρος του Σωματείου Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων Ταξί και είπε ότι ένα άτομο είχε ζητήσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο από τις 29 Απριλίου, ενώ ταυτόχρονα τον περιέγραψε. Έτσι η αστυνομία εντόπισε και συνέλαβε τον Διογένη Ελευθεριάδη, δηλαδή τον άνθρωπο που είχε επιστρατεύσει τον Τομπουλίδη και το αυτοκίνητό του ως μέσο διαφυγής, ο οποίος στην κατάθεση του στη Γενική Ασφάλεια, όχι µόνο αρνήθηκε κάθε συμμετοχή αλλά και διαμαρτυρήθηκε για τον τρόπο της συλλήψεως του. Λίγες ημέρες αργότερα ο Ελευθεριάδης αποκάλυψε στους αστυνομικούς ότι με το ψευδώνυμο «Σπύρος» ήταν τομεάρχης του δυτικού τομέα της Θεσσαλονίκης και υπαρχηγός της τρομοκρατικής κομμουνιστικής οργανώσεως Ο.Π.Λ.Α [Ομάδα Προστασίας Λαϊκής Αυτοάμυνας]. Ακόμη τους αποκάλυψε ότι επειδή απέτυχε να εξασφαλίσει μέσο διαφυγής στους δράστες της επιθέσεως κατά των αεροπόρων, του είχε αφαιρεθεί η διοίκηση, ενώ μετά τη σύλληψη του Τομπουλίδη το Μακεδονικό Γραφείο του Κ.Κ.Ε. ετοιμαζόταν να τον φυγαδεύσει στο βουνό αλλά δεν πρόλαβε. Τέλος, ο Ελευθεριάδης κατέθεσε τα ονόματα και τα ψευδώνυμα των στελεχών που γνώριζε καθώς και τα κρησφύγετα αλλά και τις κρύπτες όπλων της οργανώσεως. Στη συνέχεια συνελήφθη ο καθοδηγητής του «Σπύρου», ο Ανδρέας Παπαγεωργίου, αναφερόμενος συχνά µε το ψευδώνυμο «Τάκης» και στην έρευνα που ακολούθησε βρέθηκαν τα αρχεία της οργανώσεως στο σημείο που υποδείχθηκε από τον Παπαγεωργίου, μεταξύ τους και ο κατάλογος των μελλοντικών στόχων της. Ένα από τα βασικότερα υποψήφια θύματα ήταν και ο ίδιος ο Μουσχουντής, εναντίον του οποίου είχαν σημειωθεί στο παρελθόν και άλλες απόπειρες.

Από τα κορυφαία στελέχη της Ο.Π.Λ.Α. κατάφερε να διαφύγει τη σύλληψη μόνο ο Α' γραμματέας του Μακεδονικού Γραφείου του Κ.Κ.Ε., γνωστός με το ψευδώνυμο «Αλέκος». Στη διάρκεια της ανακρίσεως ο Μουσχουντής έκανε χρήση ψυχολογικών τεχνικών προκειμένου οι ομολογίες να είναι ακριβείς. Τα στελέχη της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης έδειξαν καρτερικότητα και υπομονή και προσπάθησαν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των ανακρινομένων κομμουνιστών, τακτική που επιβεβαιώνεται και απ’ τον συγγραφέα Γεώργιο Μόδη που γράφει [6]: «....Και αντίκρυζε τον αρχηγό της φοβερής Ασφάλειας καλόβολο, ευγενικό, φιλικό να του χαμογελά και να του προσφέρη τσιγάρα και καφέδες. Όχι μονάχα δεν τον κακοποίησαν, αλλά και προθυμότατα οι χωροφύλακες τον υπηρετούσαν. Θα νόμιζε κανείς ότι ήσαν παληοί καλοί φίλοι του...». Έτσι στις 29 Αυγούστου 1947 παραπέμφθηκαν ενώπιον του Εκτάκτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης συνολικά 67 άτομα, ενώ πολλοί εμπλεκόμενοι στην υπόθεση χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας. Η δίκη διάρκεσε ως τις 14 Σεπτεμβρίου και οι κυριότεροι εκ των κατηγορουμένων καταδικάστηκαν σε θάνατο. Απέφυγαν την εκτέλεση οι Φίλιππος Καμπουρόπουλος και Διογένης Ελευθεριάδης, λόγω της συνεργασίας τους µε τις αρχές στην αποκάλυψη της οργανώσεως.

Δολοφονία Τζορτζ Πολκ

Στις αρχές Μαΐου του 1948 εξαφανίστηκε στη Θεσσαλονίκη ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Πολκ, Μετά την διαπίστωση της δολοφονίας του με την ανεύρεση του πτώματος του και προκειμένου να μην δημιουργηθούν προβλήματα από την επέμβαση πολλών διαφορετικών υπηρεσιών και τον μοιραίο μεταξύ τους ανταγωνισμό, ο διορισμένος από το Αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ ειδικός ανακριτής Φρέντερικ Έρ ζήτησε από τους υπουργούς Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της κυβερνήσεως του Θεμιστοκλή Σοφούλη, να υπογράψουν δήλωση µε την οποία καθιστούσαν το Μουσχουντή, με την ιδιότητα του Διοικητού της Γενικής Ασφαλείας, μοναδικό και αποκλειστικό υπεύθυνο των ανακρίσεων, ενώ οι υπηρεσίες των άλλων φορέων ετίθεντο στη διάθεσή του και ο ειδικός ανακριτής συγκατατέθηκε. Η Διεύθυνση της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης και ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, Ταγματάρχης Νικόλαος Μουσχουντής που ανέλαβε -εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά, τη διεξαγωγή των ανακρίσεων έστρεψε την προσοχή του προς την κατεύθυνση του Κ.Κ.Ε. κι έτσι τον Μάιο του 1948 ο Μουσχουντής έγινε πανελλήνια γνωστός όταν έφερε σε πέρας με επιτυχία την εξιχνίαση της δολοφονίας του Τζορτζ Πολκ, από τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Αδάμ Μουζενίδη και Βαγγέλη Βασβανά που ήταν οι φυσικοί αυτουργοί και τον δημοσιογράφο Γρηγόρη Στακτόπουλο που ήταν ο ηθικός αυτουργός και ο άμεσος συνεργάτης τους. Η εξιχνίαση της δολοφονίας του Τζορτζ Πολκ μετέτρεψε τον Μουσχουντή σε στόχο συκοφαντικής εκστρατείας των οπαδών της αριστεράς και μεγάλου μέρους του Τύπου, καθώς κατηγορήθηκε για συγκάλυψη των πραγματικών ενόχων και σκευωρία. Ο Μουσχουντής εμφανίστηκε στην ακροαματική διαδικασία στο πλευρό του Ντόνοβαν και άλλων ξένων και Ελλήνων αξιωματούχων, ενώ έλαβε εύσημα από τον Ράλεϊ Γκίμπσον, ο οποίος δήλωσε ότι αποδείχθηκε ποιοι σκότωσαν τον Τζόρτζ Πόλκ και προσέθεσε ότι το όνοµα του ταγματάρχη Μουσχουντή έπρεπε να τύχει ειδικής μνείας και ήταν άξιος συγχαρητηρίων για την ευφυΐα, την επιμέλεια, την υπομονή του και το λαμπρό του έργο.

Ο Μουσχουντής ανέλαβε καθήκοντα Αστυνομικού Διευθυντή Θεσσαλονίκης [7] στις 14 Σεπτεμβρίου 1957 στη θέση του συνταγματάρχη Βαλσαμάκη, ενώ διευθυντής της Γενικής Ασφάλειας, δηλαδή στη θέση που υπηρετούσε έως τον θάνατο του ο Μουσχουντής, τοποθετήθηκε ο τότε αντισυνταγματάρχης Θεόδωρος Σκαλούμπακας. Τον Μουσχουντή στη θέση του Αστυνομικού Διευθυντή Θεσσαλονίκης διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Μήτσου.

Ρεμπέτικη συλλογή

Ο Μουσχουντής υπήρξε λάτρης του ρεμπέτικου τραγουδιού και διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με πολλούς συνθέτες του είδους, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Βασίλειος Τσιτσάνης με τον οποίο το 1942 απέκτησε συγγενική σχέση καθώς έγινε κουμπάρος στον γάμο του Βασίλη Τσιτσάνη με τη Ζωή Σαμαρά, τον οποίο βοήθησε σημαντικά να επιβιώσει την δύσκολη περίοδο της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα. Ο Μουσχουντής επιδίδονταν με πάθος στη συλλογή δίσκων Ρεμπέτικης μουσικής και δημιούργησε την μεγαλύτερη ίσως -και χαμένη πλέον- συλλογή προπολεμικών, τα περισσότερα ηχογραφημένα στις Η.Π.Α., τραγουδιών του είδους, με περίπου πέντε χιλιάδες δίσκους, την οποία εµπλούτιζε συνεχώς µε νέες κυκλοφορίες σταλμένες λαθραία από ανθρώπους του στην Αμερική. Η συλλογή του λεηλατήθηκε την περίοδο της Εαμοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, πιθανόν µετά από εισβολή στο σπίτι του κατά το διάστημα από τον Οκτώβριο του 1944 έως τον Απρίλιο του 1945, την περίοδο της Εαμοκρατίας στην πόλη, όταν ο ίδιος εγκατέλειψε το σπίτι του προκειμένου να αποφύγει τις εναντίον του απόπειρες δολοφονίας από μέρους των συμμοριτών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Μετά το 1945 ο Μουσχουντής κατάφερε να ανακαλύψει και να ανακτήσει περίπου 1.500 από τους κλεμμένους δίσκους και σ' αυτούς μέχρι το 1958 προστέθηκαν πολλές ακόμα χιλιάδες. Η συλλογή εξαφανίστηκε για δεύτερη φορά μετά το θάνατό του, χωρίς ποτέ πια να ανευρεθεί. Ο μοναδικός ίσως δίσκος αυτής της συλλογής, ένας δίσκος 45 στροφών με ορχηστρικά σόλο ερμηνείες του Βασίλη Τσιτσάνη, που κυκλοφόρησε από την δισκογραφική εταιρεία Philips το 1954 στα πλαίσια μιας σειράς υπό τον γενικό τίτλο «Greek popular dances and tunes» και είναι προϊόν εισαγωγής στην Ελλάδα, βρίσκεται στην κατοχή των συγγενών του Μουσχουντή.

Το τέλος του

Μνημείο Μουσχουντή

Το Σάββατο βράδυ 15 Μαρτίου 1958, ο Μουσχουντής μετά από μια υπηρεσιακή σύσκεψη στην οποία συμμετείχε, μετέβη στον κινηματογράφο Ηλύσια και επέστρεψε στην κατοικία του στην οδό Ισαύρων 1, ένα στενό ανάμεσα στην Παύλου Μελά και την Γούναρη, στο ύψος της Διαγωνίου, λίγο μετά τις 2 το πρωί της Κυριακής. Αισθάνθηκε αδιαθεσία και παρά την άμεση βοήθεια από τον οδηγό του Βαγγέλη Χαραλαμπίδη, την ακαριαία κινητοποίηση των συναδέλφων του αλλά και των ιατρών που μετέβησαν στην οικία του πέθανε από καρδιακή προσβολή, λίγο μετά το μεσημέρι της Κυριακής. Η αναγγελία θανάτου του Μουσχουντή έγινε και από τα μεγάφωνα του παλιού γηπέδου του Π.Α.Ο.Κ. στην Τούμπα, όπου εκείνη την ώρα διεξάγονταν ποδοσφαιρικός αγώνας, και οι θεατές του σηκώθηκαν όρθιοι τηρώντας ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του [8]. Το ίδιο απόγευμα το θάνατο του Μουσχουντή ανακοίνωσε ο ραδιοφωνικός σταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων και ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής εξέφρασε τα συλλυπητήριά του στους οικείους του και στο σώμα της ελληνικής Χωροφυλακής.

Το χρόνο του θανάτου του ο Μουσχουντής ήταν εν ενεργεία Αξιωματικός και με το βαθμό του Συνταγματάρχη της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής υπηρετούσε ως Αστυνομικός Διευθυντής Θεσσαλονίκης. Η πολυπληθής λαϊκή παρουσία έπεισε την οικογένεια του Μουσχουντή ότι η σορός έπρεπε να µη μεταφερθεί στον οικογενειακό τάφο στην Αθήνα, όπως ήταν η αρχική της πρόθεση, αλλά να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο ναό της Αγίας Σοφίας, το πρωί της 17ης Μαρτίου, ενώ η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε στις 15:30' της ίδιας ημέρας. Στην τελευταία του κατοικία τον συνόδευσαν περί τους τριάντα χιλιάδες πολίτες [9]. Μετά την ταφή του η Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης ζήτησε από το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας τη δωρεάν παραχώρηση του τάφου, λόγω των μεγάλων υπηρεσιών του Μουσχουντή προς την πατρίδα και τη Θεσσαλονίκη. Το Δημοτικό Συμβούλιο, που την πλειοψηφία του αποτελούσαν στελέχη των κομμάτων της Αριστεράς με δήμαρχο τον Μηνά Πατρίκιο, έλαβε την υπ. αριθμ. 352/1958 την οποία απέστειλε προς έγκριση στη Νομαρχία, η οποία συγκατατέθηκε στις 7 Μαΐου 1958. Την επόμενη ο Δήμαρχος κοινοποίησε στο Τµήµα Δημοτικού Συμβουλίου τη σχετική έγκριση του Νομάρχη και στις 3 Ιουνίου 1958 ο Μηνάς Πατρίκιος εξέδωσε την τελική θετική απόφαση σχετικά µε τη δωρεάν παραχώρηση χώρου για την ταφή του Νικολάου Μουσχουντή, «αναλώσαντος τον βίον του υπέρ της ασφαλείας και τάξεως της πόλεώς µας, ως Διοικητού της Γενικής Ασφαλείας και Αστυνομικού Διευθυντού Θεσ/νίκης».

Μνήμη Νικολάου Μουσχουντή

Ο Μουσχουντής χαρακτηρίστηκε αξιωματικός της διακρίσεως, της δράσεως και του μέτρου. Ο επιτελάρχης του, Σόλων Τσαούσης, στην υπηρεσιακή του έκθεση τον χαρακτηρίζει «ζώσαν ιστορίαν τής πόλεως», ενώ ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, αναφερόμενος στην υπόθεση εξαρθρώσεως της Ο.Π.Λ.Α. Θεσσαλονίκης, γράφει: «...εξετίμησα τόν ζήλον καί τήν άφοσίωσιν τού αξιωματικού τούτου, καί τήν δραστηριότητά του ήτις αποτελεί άθλον καί έξοχον ΰπηρεσίαν προς τήν πατρίδα καί τήν κοινωνίαν...» [10]. Ο Μουσχουντής είχε την άποψη ότι η καλή και αποτελεσματική Αστυνομία βελτιώνει τον παραβάτη, ενώ η αδιάφορη τον χειροτερεύει. Ήταν πράος, δίκαιος και επιεικής, όμως ήταν αμείλικτος διώκτης του εγκλήματος αλλά και επιεικής με τους εξ ανάγκης παρανομούντες. Είχε αναπτύξει το καλύτερο δίκτυο πληροφοριών και συνεργαζόταν με όλα τα κοινωνικά στρώματα, με σκοπό τη θωράκιση της κοινωνίας από τους κακοποιούς. Στην σορό του κατατέθηκαν εκατόν είκοσι (120) στεφάνια. Άφησε αγαθή μνήμη και οι υπηρεσίες του αναγνωρίσθηκαν από την κοινωνία της Βορείου Ελλάδος. Η στολή με τα παράσημα του και τα μετάλλια αξίας, τιμής και ανδρείας που του απονεμήθηκαν φυλάσσονται στο Αστυνομικό Μουσείο Καρδίτσης [11] όπου και εκτίθεται. Επίσης, στο μουσείο υπάρχει σε αντίγραφο και η κινηματογραφική ταινία που γύρισαν προς τιμή του Έλληνες ηθοποιοί με τίτλο: «Ένας υπέροχος άνθρωπος» με πρωταγωνιστή τον Ανδρέα Μπαρκουλη. Ο Νικόλαος Μουσχουντής συχνά έλεγε: «Στράβωσε ο κόσμος, δεν πάμε καλά». Αγαπούσε πολύ τα νέα παιδιά κι έλεγε χαρακτηριστικά: «Δεν φταίνε τα παιδιά. Πρωτίστως, φταίει το σπίτι και η οικογένεια. Μεταπολεμικά οι γονείς έχουν λασκάρει πολύ τα γκέμια των παιδιών τους και τα αφήνουν να κάνουν ότι θέλουν. Δεν παρακολουθούν τη ζωή τους έξω από το σπίτι. Δείχνουν μια ασυγχώρητη αδιαφορία». Μάλιστα, στους δημοσιογράφους έλεγε: «....οι δημοσιογράφοι πρώτοι από όλους να προσέχετε ιδιαίτερα, γιατί εκεί που φτάσαμε, φταίτε και σεις. Με τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες διαφθείρετε τη νεολαία μας. Δεν θέλω καμία δημοσιότητα για τα παιδιά που εκ περιστάσεως διαπράττουν σοβαρές αξιόποινες πράξεις. Ο αστυνομικός πρέπει να έχει ως αρχή να παραδίδει στην κοινωνία όσο μπορεί περισσότερο καλούς ανθρώπους και όχι να τους κλείνει φυλακή».

Ο Μουσχουντής στη διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας τιμήθηκε με επτά μετάλλια και αριστεία. Υπήρξε πολύπλοκη προσωπικότητα, σπουδαία αστυνομική διάνοια, ιδιαίτερα ικανός και αποτελεσματικός αστυνομικός, απολύτως αφοσιωμένος στο καθήκον του και µε βαθιά αγάπη για το επάγγελμά του. Διέθετε γνώση, εμπειρία, ετοιμότητα, υπομονή, αυτοκυριαρχία και κάποιες γνώσεις ψυχολογίας. Ήταν μοναχικό άτομο, μετρίου αναστήματος και αναλόγου σωματικής διαπλάσεως, βαθιά θρησκευόμενος και βοηθούσε κρυφά πολλούς αναξιοπαθούντες συνανθρώπους του, ενώ αντιπαθούσε τους κάθε φύσεως πληροφοριοδότες. «Θὰ ἱδρύσω Σχολὴν Μουσχουντῆ στὴν ὁποίαν πρέπει νὰ φοιτήσουν ὅλοι οἱ Ἀστυνομικοὶ», έλεγε ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως Κωνσταντίνος Ρέντης. Αν και ο Μουσχουντής ήταν μαχητικός αντικομουνιστής διέσωσε πολλούς κομμουνιστές από το εκτελεστικό απόσπασμα στην κατοχή, ενώ λόγω του θαυμασμού του για το ρεμπέτικο, που ήταν η μία από τις δύο διασκεδάσεις του, η άλλη ήταν το κυνήγι, λέγεται ότι αντιμετώπιζε µε ανεκτικότητα την παραβατική συµπεριφορά των ρεμπετών και τον υπόκοσμο μέσα στον οποίο αυτοί κινούνταν.

Στο τριετὲς μνημόσυνο του Μουσχουντή που τελέστηκε στη Θεσσαλονίκη, ο εθνικιστής τότε ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Μητροπολίτης Λεωνίδας (Παρασκευόπουλος), ο οποίος γνώρισε και έζησε από κοντά τον Μουσχουντή, αναφέρθηκε στην ευσέβεια, την κοινωνική και Αστυνομική του δράση και απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα είπε [12]: «...οὐδέποτε εἰς τὴν παγκόσμιον ἀστυνομικὴν ἱστορίαν ἠγαπήθη ἀστυνομικὸς τόσον ὅσον ὁ Μουσχουντῆς», ενώ αποκάλεσε τον εκλιπόντα «μικρόσωμο γίγαντα» και είπε πως «Ο Νίκος Μουσχουντής ανήκει εις την τάξιν των μεγάλων ανδρών. Εις την κηδείαν του, ίσως δια πρώτην φοράν, εφάνησαν δάκρυα και εις τα μάτια κακοποιών, η δε κηδεία αυτή δεν είχε προηγούμενον παρά μόνον την κηδείαν του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Μητροπολίτου Γενναδίου...» [13] και τον ανέφερε ως «παράδειγμα μιμήσεως δια τους πνευματικούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες του τόπου». Χαρακτηριστικό του χριστιανικού ήθους του Μουσχουντή είναι το δημοσίευμα του θρησκευτικού περιοδικού «Ζωή» [14] το οποίο δημοσίευσε ολόκληρη στήλη με πλήθος από αναφορές στην θρησκευτικότητα, τον ανθρωπισμό και την κοινωνική δράση του Συνταγματάρχου Μουσχουντή.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης θεωρούσε το Μουσχουντή ως τον μεγαλύτερο αστυνομικό της Ελλάδας και το 1941 του αφιέρωσε τιμητικό τραγούδι, το οποίο για άγνωστους λόγους δεν κυκλοφόρησε ποτέ σε δίσκο. Οι στίχοι του τραγουδιού φυλάσσονται και εκτίθενται στο Μουσείο Τσιτσάνη στα Τρίκαλα. Ο συνθέτης μετά τον αιφνίδιο θάνατο του διευθυντή πια της αστυνομίας στα 1958 επισκεπτόταν συχνά µε σεβασμό τον τάφο του. Ο κομμουνιστής δημοσιογράφος και στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος γράφει: «...Για τον Μουσχουντή ο Τσιτσάνης μου είχε πει πολλά πάντοτε με θαυμασμό όταν έπαιξα το φθινόπωρο του 1948 το τραγούδι -«Συννεφιασμένη Κυριακή»- στη Θεσσαλονίκη ήταν παρών και ο κουμπάρος μου, αυτός ο άγιος αστυνομικός διευθυντής, που ακόμα και οι κλέφτες και οι διαρρήκτες κλάψανε στην κηδεία του». Αλλά και ο κομμουνιστής συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος, που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη κι ήταν μέλος της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ γράφει για τον Νίκο Μουσχουντή «...που συχωρούσε τους μπατίρηδες μικροκλέφτες, που έβρισκε δουλειά στον κομμουνιστή γιο της κάθε μάνας που του πρόσπεφτε, που δεν καταδέχτηκε ποτέ του να μεταβάλλει σε χαφιέδες όσους του ζητάγανε ένα ρουσφέτι. Ο λαός της Θεσσαλονίκης τον ελάτρευε. Απόδειξη η κηδεία του. Τον ακολούθησαν χιλιάδες μέχρι το μνήμα του, τριάντα χιλιάδες άνθρωποι -οι περισσότεροι αριστεροί...» [15].

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης µε επικεφαλής το Δήμαρχο Χρήστο Φλωρίδη αποφάσισε στη συνεδρίαση της 29ης Ιανουαρίου 1971 να δώσει το όνοµα του Μουσχουντή στην πλατεία Λαχαναγοράς, στη συµβολή των οδών Κασσάνδρου και Ολυμπιάδος. Στο Δήμο Καλαμαριάς (περιοχή Φοίνικα) η οδός Νικολάου Μουσχουντή είναι η κάθετη στις οδούς Μουσών και Δημοκρίτου, απέναντι από το γήπεδο του Φοίνικα. Στο Δήμο Συκεών αποτελεί κάθετο της οδού Γρηγορίου Λαμπράκη. Στο Δήμο Πολίχνης τέμνει κάθετα τις οδούς Σταυρουπόλεως και Αγνώστου Στρατιώτου. Στο Δήμο Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης η οδός Νικολάου Μουσχουντή περνά μπροστά από αστυνομικό τµήµα της περιοχής και είναι κάθετος της Λεωφόρου Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ στο Δήµο Αμπελοκήπων είναι ένας δρόμος που τέμνει κάθετα την οδό Χαλκίδη. Στη μνήμη του Μουσχουντή έγινε το 2001 δωρεά στο Παπάφειο Ορφανοτροφείο Θεσσαλονίκης, από τον Δημήτριο και τον Νικόλαο Μουσχουντή, πρώτους εξαδέλφους του Συνταγματάρχη, οι οποίοι γνωρίζοντας ότι εκκλησιάζονταν συχνά στο εκκλησάκι του ιδρύματος, το οποίο τότε ήταν ένα δωμάτιο μέσα στο κτίριο, όπου παρακολουθούσε μαζί µε τα παιδιά τη Θεία Λειτουργία, αποφάσισαν να συνεισφέρουν ένα μεγάλο ποσό στο ορφανοτροφείο. Από τότε κάθε χρόνο στις 7 Ιανουαρίου τελείται στο ίδρυμα ετήσιο μνημόσυνο του Νίκου Μουσχουντή.

Σε οικόπεδο εκτάσεως 3.729,52 τετραγωνικών μέτρων που άνηκε στην Δέσποινα Βρανά και στον αδελφό της Νικόλαο Μουσχουντή, ως κληρονομία από τους γονείς τους, ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1970 η πρώτη φάση ανεγέρσεως του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Μαρκοπούλου [16] όταν η Δέσποινα Βρανά, κόρη του Βασιλείου και της Φωτεινής Μουσχουντή, δώρισε το οικόπεδο, στο οποίο σήμερα βρίσκεται ο Ναός, στη Θέση «Μάνδρεζα» στην τότε ενιαία Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Μεγαρίδος. Η προτομή του Νικολάου Μουσχουντή, έργο του γλύπτη Γιάννη Μανιατάκου που το κατασκεύασε το 2011 είναι τοποθετημένη στον περιβάλλοντα χώρο του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου στο Μαρκόπουλο Αττικής. Στο βάθρο της προτομής πάνω σε μία εγχάρακτη μεταλλική πινακίδα αναγράφεται:
«ΝΙΚ. Β. ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗΣ
ΣΥΝΤ/ΡΧΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ
τ. ΑΣΤ/ΚΟΣ Δ/ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
1908-1958» [17].

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγές

  • Δημήτριος Κυριακίδης, «Νικόλαος Μουσχουντής. Ο Αστυνομικός και ο Άνθρωπος», εκδόσεις «Λόγχη», Αθήνα: Νοέμβριος 2017 [18].
  • «Νικόλαος Μουσχουντής (1906-1958). Ο βίος και η δράση του δαιμόνιου αστυνομικού της Θεσσαλονίκης», Ρίζος Καϊάφας, Διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία, Φιλοσοφική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Εσωτερική αρθρογραφία

Παραπομπές

  1. Πανδήμως εκηδεύθη ο Νικόλαος Μουσχουντής Εφημερίδα «Μακεδονία», 18 Μαρτίου 1958, σελίδα 5η.
  2. Ιερός Ναός αγίου Νικολάου Μαρκοπούλου Αττικής. Τον Νοέμβριο του 1970 η Δέσποινα Μουσχουντή-Βρανά δώρισε οικόπεδο 3.729,52 τετραγωνικών μέτρων, που ανήκε στην ίδια και στον αποθανόντα αδελφό της Νικόλαο που προέρχονταν από την κληρονομιά των γονέων τους, στην τότε ενιαία Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Μεγαρίδος. Το οικόπεδο βρίσκεται στη θέση Μάνδρεζα Μαρκοπούλου και χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του σημερινού Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου Μαρκοπούλου.
  3. [Απόστολος Β. ∆ασκαλάκης, «Ιστορία της Ελληνικής Χωροφυλακής», σελίδα 254η.]
  4. [Περιοδικό «Επιθεώρησις Χωροφυλακής», τεύχος 3ο, Μάρτιος 1970, σελίδες 7η-14η.]
  5. [Το σύνθημα της «λαϊκής αυτοάμυνας», από όπου προερχόταν και η ονομασία της Ο.Π.Λ.Α., δόθηκε στις 12 Απριλίου 196 στη Θεσσαλονίκη από τον κομμουνιστή αρχιδολοφόνο Νίκο Ζαχαριάδη, υποτίθεται για την αυτοπροστασία των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού και της αστυνομίας. Έτσι συγκροτήθηκε αρχικά η οργάνωση Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα (Μ.Λ.Α.) µε σκοπό την οργάνωση μυστικού κομμουνιστικού μηχανισμού δολοφονιών σε χωριά και πόλεις. Από στελέχη της Μ.Λ.Α. δημιουργήθηκε και η Ο.Π.Λ.Α. ή Στενή Αυτοάμυνα, ως μηχανισμός προστασίας του ευρύτερου δικτύου και ως εκτελεστικός βραχίονας των επιθέσεων. Η Στενή αυτοάμυνα είχε σχεδιάσει και εκτελέσει πολλές δολοφονίες, βομβιστικές ενέργειες, ληστείες, μεταξύ τους η δολοφονία του μοιράρχου της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής Δημητρίου Κωφίτσα, στις 6 Οκτωβρίου 1946, καθώς και η απόπειρα εναντίον του διοικητή Γενικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης ταγματάρχη Γεωργίου Βαρδουλάκη. Από τις 25 Νοεμβρίου ως τις 11 Δεκεμβρίου 1947 δικάστηκαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο 73 κατηγορούμενοι για την υπόθεση της Μαζικής Αυτοάμυνας, ενώ η δίκη 54 ατόµων για την οικονομική διαχείριση και τη στρατολογία ξεκίνησε στις 24 Ιουνίου και τελείωσε στις 10 Ιουλίου 1948.]
  6. [Γεώργιος Μόδης, «Τέσσαρες δίκες στη Θεσσαλονίκη», Αθήνα, σελίδα 8η.]
  7. [«Αστυνομικός διευθυντής Θεσσαλονίκης ετοποθετήθη ο Συν/χης κ. Ν. Μουσχουντής», Εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς», Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 1957, σελίδα 1η.]
  8. [Σχετική είναι η μαρτυρία του Θεσσαλονικιού δικηγόρου Αντώνη Ν. Βενέτη, ο οποίος νεαρός μαθητής τότε, παρακολουθούσε τον ποδοσφαιρικό αγώνα εκείνης της ημέρας.]
  9. [Εφημερίδα «Μακεδονία», 18 Οκτωβρίου 1958, σελίδα 5η.]
  10. [Περιοδικό «Επιθεώρησις Χωροφυλακής», τεύχος 3ο, Μάρτιος 1970, σελίδα 13η.]
  11. [Νικόλαος Μουσχουντής (1906-1958) Συνταγματάρχης Χωροφυλακής-Διευθυντής Αστυνομίας Θεσσαλονίκης, Posted on 24 Οκτωβρίου, 2019.]
  12. Επιμνημόσυνη δέηση Νικολάου Μουσχουντή (αναγγελία και δακτυλογραφημένο κείμενο Πατρός Λεωνίδα).
  13. [Περιοδικό «Επιθεώρησις Χωροφυλακής», τεύχος 3ο, Μάρτιος 1970, σελίδα 13η.]
  14. [Περιοδικό «Ζωή», Φύλλο 2246ο.]
  15. Ο Νίκος Μουσχουντής Ηλίας Πετρόπουλος, Τριμηνιαίο περιοδικό «Ιατρικά Θέματα», έτος ΙΘ', Τεύχος 49ο, Ιανουάριος-Μάρτιος 2008, Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης.
  16. Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Μαρκοπούλου-Ιστορικό Ενορίας-Ανέγερση Ναού.
  17. Οι προτομές του Μαρκοπούλου! Προτομές-μνημεία-αγάλματα του Δήμου μας
  18. Δημήτριος Κυριακίδης, «Νικόλαος Μουσχουντής. Ο Αστυνομικός και ο Άνθρωπος», εκδόσεις «Λόγχη».