Χρήστος Καβράκος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Χρήστος Καβράκος, Έλληνας εθνικιστής, εθνικός αγωνιστής και ήρωας που συμμετείχε σε περισσότερες από 20 μάχες στη διάρκεια διαφόρων πολεμικών αναμετρήσεων, Βασιλόφρονας ανώτατος αξιωματικός του Πεζικού που αποστρατεύθηκε με το βαθμό του Αντιστρατήγου, γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1882 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Ο Καβράκος αιχμαλωτίστηκε από την Ο.Π.Λ.Α., την Πολιτοφυλακή του κομμουνιστικού Ε.Λ.Α.Σ., στη διάρκεια των «Δεκεμβριανών», βασανίστηκε με φρικτό τρόπο και στις 8 Δεκεμβρίου 1944 δολοφονήθηκε [1] από ένοπλους συμμορίτες οπαδούς του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, στο όρος Υμηττός του νομού Αττικής. Η κηδεία του τελέστηκε [2] [3] στις 16:00 το απόγευμα της Κυριακής 29 Απριλίου 1945 στον Μητροπολιτικό ναό Αθηνών.

Ο Χρήστος Καβράκος ήταν άγαμος και δεν απέκτησε απογόνους.

Χρήστος Καβράκος

Βιογραφία

Ο Καβράκος παρακολούθησε τα μαθήματα της εγκυκλίου και της Μέσης εκπαιδεύσεως στη γενέτειρα του. Το 1903 κατατάχθηκε ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό και τον Οκτώβριο του 1908 εισήλθε για φοίτηση στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών [4]. Το 1909 ο τότε επιλοχίας Καβράκος μετέφερε όπλα έξω από τα Τρίκαλα στην ασβεστοκάμινο του Ηλία Γιάντση, με καταγωγή από την Κορυτσά της Βορείου Ηπείρου, απ' όπου τα παρέλαβαν ομάδες ανταρτών που εξοπλίζονταν για να μεταβούν σε περιοχές της Μακεδονίας. Το 1910 συμμετείχε στις στρατιωτικές δυνάμεις που διατάχθηκαν να καταστείλουν την αγροτική εξέγερση στον κάμπο της Θεσσαλίας και στις 19 Ιουνίου κατέθεσε ως μάρτυρας των γεγονότων στο Κακουργιοδικείο της Λαμίας. Το Νοέμβριο του 1911 ανταποκρίθηκε με επιτυχία στις εξετάσεις της Σχολής Υπαξιωματικών, επιλέχθηκε 16ος στη σειρά και αποφοίτησε από την Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών στις 23 Μαΐου του 1913, όταν προήχθη [5] στο βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πεζικού. Έλαβε μέρος στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική εκστρατεία, με το βαθμό του Ταγματάρχου, ως διοικητής του 1ου Τάγματος του 5ου Συντάγματος και με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχου ως Επιτελάρχης του Μεράρχου Αθανασίου Φράγκου, της Ιης Μεραρχίας, θέση ευθύνης για την οποία κλήθηκε σε παροχή διευκρινήσεων [6] μετά το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας.

Διοικητής 5ου Σ.Π.

Το 1924 ο Καβράκος ορίστηκε αρχικά διοικητής του 4ου Συντάγματος Πεζικού Λαρίσης, όμως τον ίδιο χρόνο, με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχου, ανέλαβε καθήκοντα Διοικητού του 5ου Συντάγματος Τρικάλων το οποίο είχε μετατραπεί σε πειθαρχική (σωφρονιστική) μονάδα, όπου υπηρετούσαν τη θητεία τους κληρωτοί με βεβαρημένο ποινικό μητρώο, καθώς και απείθαρχοι στρατιώτες άλλων μονάδων. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1925 κομμουνιστές διαδηλωτές εισέβαλαν στην Νομαρχία Τρικάλων και με την χρήση βίας απαιτούσαν από τον Νομάρχη να εξέλθει στο μπαλκόνι του κτιρίου για να μιλήσει σ' αυτούς που συγκεντρώθηκαν σε ένδειξη συμπαραστάσεως στους αγρότες της περιοχής, οι οποίοι είχαν καταλάβει με χρήση βίας τα μοναστηριακά κτήματα [7]. Όταν οι παρακλήσεις και οι παραινέσεις του Αντιεισαγγελέως Πιπερίδη για να διαλυθούν οι διαδηλωτές δεν εισακούστηκαν, ο Καβράκος τέθηκε επικεφαλής στρατιωτικής δυνάμεως περίπου 100 ανδρών που κλήθηκε [8] από τις Τοπικές αστυνομικές αρχές να αποκαταστήσει την τάξη και να καταστείλει το κομμουνιστικό συλλαλητήριο [9] [10] με αποτέλεσμα να υπάρξουν έξι νεκροί διαδηλωτές και περί της τρεις δεκάδες τραυματίες και από τις δύο πλευρές. Ο Καβράκος κατέθεσε ως μάρτυρας στις 31 Μαρτίου του ίδιου χρόνου στο Στρατοδικείο Λαρίσης στη δίκη των κατηγορουμένων κομμουνιστών.

Το 1928 όταν προήχθη [11] στο βαθμό του Συνταγματάρχου, με επιστολή του στα τέλη του ίδιου χρόνου κάλεσε τους Τρικαλινούς, να συνεισφέρουν ότι ποσό μπορούσε ο καθένας τους προκειμένου να ανεγερθεί ένα Ηρώο αφιερωμένο στη μνήμη των περίπου πεντακοσίων Τρικαλινών που έδωσαν τη ζωή τους στους αγώνες εκείνων των χρόνων για την ελευθερία του Ελληνικού Έθνους. Με καθολική συνεισφορά των συμπολιτών του συγκεντρώθηκε ποσό 300.000 δραχμών και το έργο ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα Β. Κουρεμένο, ενώ τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου έγιναν στις 23 Οκτωβρίου 1932 και το μνημείο [12] των ηρωικών νεκρών τοποθετήθηκε στον περίβολο των στρατώνων του 5ου Συντάγματος [13]. Στη διάρκεια της διοικήσεως του από τον Καβράκο το Στρατόπεδο όπου στεγαζόταν το 5ο Σ.Π. έγινε εκτεταμένη δενδροφύτευση, δημιουργήθηκε μεγάλος κήπος με πολλές καλλιέργειες και κτίστηκε πρότυπο γυμναστήριο Β' τάξεως, το μοναδικό σε στρατιωτική μονάδα. Ο Καβράκος αποστρατεύθηκε το 1933 με τον βαθμό που κατείχε την ημέρα της αποστρατείας του, η οποία υπήρξε προϊόν εκδικητικής αποφάσεως της κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Επάνοδος-Περίοδος 1935-1941

Μετά την αποστρατεία του ο Καβράκος δραστηριοποιήθηκε ως επιχειρηματίας [14], και ανέλαβε την εκπροσώπηση στην Ελλάδα Αγγλικής εταιρείας όπλων. Στις εκλογές του 1935 η Βενιζελική παράταξη συνετρίβη και η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος υπό τον Παναγή Τσαλδάρη επανέφερε τον Καβράκο στο Στράτευμα και ο Καβράκος με απόφαση του Αρχηγού Στρατού τοποθετήθηκε διευθυντής του 1ου γραφείου Γ.Ε.Σ., [Γενικό Επιτελείο Στρατού]. Στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα υπαρχηγού Γ.Ε.Σ. από το 1935 και το διάστημα από τις 23 Απριλίου 1935 έως τις 5 Μαΐου του ίδιου χρόνου ήταν στρατοδίκης στην Δίκη των Πολιτικών Αρχηγών, όταν καταδικάστηκαν σε θάνατο επί «εσχάτη προδοσία» οι Ελευθέριος Βενιζέλος, Νικόλαος Πλαστήρας, Ιωσήφ Κούνδουρος και Εμμανουήλ Τζανακάκης, για τη συμμετοχή τους στο Βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα της 1ης Μαρτίου του ίδιου χρόνου. Στη συνέχεια ο Καβράκος ανέλαβε καθήκοντα Φρουράρχου Αθηνών από το 1936 έως το 1938 όταν τοποθετήθηκε διοικητής της ΧΙ Μεραρχίας. Την περίοδο πριν την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου ο Καβράκος ήταν σε μακρά αναρρωτική άδεια εξ αιτίας σοβαρής ασθένειας, ενώ ο πόλεμος τον βρήκε στη διοίκηση της ΧΙΙ Μεραρχίας Πεζικού, υπό την Διοίκηση του αντιστρατήγου Κωτούλα, μετά από αίτηση του οποίου ο Καβράκος μετατέθηκε στα μετόπισθεν, «...καθόσον μόλις αναρρώσας εκ μακράς ασθενείας δεν ηδύνατο να πεζοπορεύει και να ιππεύει και συνεχώς να επιβλέπει τα τμήματα της νεοσυστάτου Μεραρχίας, έχοντα εντολήν να οργανώνουν αμυντικώς τομέα επί ορεινής τοποθεσίας και δυσβάτων δρομολογίων...».

Β' Παγκόσμιος πόλεμος-Διοικητής Αττικοβοιωτίας

Χρήστος Καβράκος

Στις 18 Απριλίου 1941 στον Καβράκο ανατέθηκαν καθήκοντα στρατιωτικού διοικητή Αττικοβοιωτίας. Λίγες ημέρες αργότερα η αναχώρηση από την Αθήνα του Βασιλέως Γεωργίου Β' καθώς και της κυβερνήσεως διευκόλυνε τη δράση κακοποιών στοιχείων, τα οποία εκμεταλλεύτηκαν τη χαλάρωση της πειθαρχίας και τη διασάλευση της τάξεως. Εμφανίστηκαν κρούσματα κλοπών, ληστειών, διαρρήξεων και λεηλασιών καταστημάτων ενώ συμμορίες άρχισαν να λυμαίνονται συνοικίες όπως το Θησείο και το Μεταξουργείο. Τα γεγονότα αυτά ώθησαν τον Καβράκο να εκδώσει στις 24 Απριλίου την ακόλουθη ανακοίνωση : «To συμφέρον του Έθνους και του ατόμου επιβάλλει ίνα πάντες συντελέσωμεν εις την τήρησιν της τάξεως κατά τας εξαιρέτους αυτάς στιγμάς ας διέρχεται η Πατρίς μας. Η Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκησις και η Δημοσία Ασφάλεια έχουν λάβει πάντα τα μέτρα δια να τηρήσωσι την τάξιν και να περιφρουρήσουν την ζωήν, τιμήν και περιουσίαν των πολιτών πάσει θυσία και προς τούτο εδόθησαν εντολαί να γίνεται άμεσος χρήσις των όπλων κατά παντός τυχόν αποπειρωμένου εξ οιουδήποτε λόγου να διασαλεύση την τάξιν. Λόγω της προσωρινής δυσχερείας των συγκοινωνιών και μεταφορών προς τους τόπους διαμονής και καταγωγής, συνιστώμεν υπομονήν ολίγων ημερών, μεθ’ ας πάντες θα τακτοποιηθώσι τη μερίμνη μας άνευ ανωμαλιών. Μόνον ούτω εξυπηρετείται και το γενικόν και το ατομικόν συμφέρον».

Νωρίς το πρωί της Κυριακής του Θωμά, 27 Απριλίου 1941, αφού προηγήθηκε η κατάρρευση του μετώπου στην Μακεδονία και επίκειτο η εισβολή των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Αττική, ο στρατηγός Καβράκος με την ιδιότητα του Στρατιωτικού Διοικητή Αττικοβοιωτίας, διέταξε να μεταδίδεται διαταγή που περιόριζε την κυκλοφορία στην Αθήνα και, μετά από εντολή της τότε κυβερνήσεως, ανέλαβε εξ ολοκλήρου ευθύνη να παραδοθεί η Αθήνα χωρίς αντίσταση, προκειμένου να αποφευχθούν καταστροφές και άσκοπη αιματοχυσία. Οι σχετικές συνεννοήσεις έγιναν με τον στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανικής πρεσβείας Αντισυνταγματάρχη φον Κλεμ Χόκενμπουργκ, ενώ ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών, ανά πεντάλεπτο, μετέδιδε τη διαταγή [15], που είχε υπογραφεί δύο ημέρες νωρίτερα, του υποστράτηγου Καβράκου ο οποίος από την θέση του Ανώτερου Στρατιωτικού Διοικητή Αττικοβοιωτίας, ήταν ο μόνος εκ των κυβερνητικών αξιωματούχων που παρέμεινε στην Ελληνική πρωτεύουσα, αφού δεν υπήρχε κάποιος εκπρόσωπος της Ελληνικής κυβερνήσεως, διότι όλοι είχαν μεταβεί στη Κρήτη. Ο Καβράκος ζητούσε «Λόγω επιτακτικής ανάγκης» να σταματήσει κάθε κίνηση στην Αθήνα, τον Πειραιά και τα προάστια, όλα τα καταστήματα να είναι κλειστά και οι κάτοικοι να βρίσκονται στα σπίτια τους, να σταματήσει η αντιαεροπορική άμυνα, οι στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις της περιοχής να παραμείνουν στις θέσεις τους και πρόσθετε στη διαταγή: «δεδομένου ότι η πόλις είναι ανοχύρωτος και ουδεμία θα προβληθή αντίστασις, αξιώ όπως μη ακουσθή ουδέ εις πυροβολισμός».

Στις 8 το πρωί της 27ης Απριλίου 1941, δέκα λεπτά πριν από την άφιξη των Γερμανών στο κέντρο της Ελληνικής πρωτεύουσας, δύο Ελληνικά κρατικά αυτοκίνητα έφθασαν στους Αμπελοκήπους, τότε βόρεια είσοδο των Αθηνών, όπου μετέφεραν την επιτροπή για την παράδοση της πόλεως την οποία αποτελούσαν ο Καβράκος, ο Νομάρχης Αττικοβοιωτίας αντιναύαρχος Κωνσταντίνος Πεζόπουλος και οι δήμαρχοι Αθηναίων Αμβρόσιος Πλυτάς και Πειραιώς Μιχαήλ Μανούσκος, καθώς και ο γερμανομαθής συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κανελλόπουλος, ως διερμηνέας. Ο Στρατηγός Καβράκος κάπνιζε συνεχώς για να κρύψει τον εκνευρισμό του. Τελικώς, στις 10.15 το πρωί έφτασε ο Γερμανός αντισυνταγματάρχης Χέρμαν Όττο Φον Σέιμπεν, ο οποίος, συνοδευόμενος από τους επιτελείς του, κατευθύνθηκε προς τα μέλη της επιτροπής. Χαιρέτησε στρατιωτικά και ανέμενε από τον στρατιωτικό ακόλουθο την παρουσίασή τους. Όλοι, κατακόκκινοι από τη συγκίνηση και την ταραχή, έκλειναν την κεφαλή και ανταπέδωσαν την τυπική χειραψία. Ακολούθησε η υπογραφή του πρωτοκόλλου παραδόσεως [16] μέσα στο χώρο παρακείμενου καφενείου, ενώ ο Δήμαρχος των Αθηνών Αμβρόσιος Πλυτάς, παρέδωσε στους Γερμανούς το κλειδί της πόλεως των Αθηνών. Μόλις υπογράφηκε το πρωτόκολλο παραδόσεως, ο Γερμανός αντισυνταγματάρχης είπε στην Ελληνική αντιπροσωπεία: «Κύριοι, εξ ονόματος του Φύρερ σας δηλώ ότι ερχόμεθα ως φίλοι, οι δε κάτοικοι των Αθηνών ουδέν έχουν να φοβηθούν. Επιθυμώ όπως συνεχισθή ομαλώς ο ρυθμός της ζωής της πόλεως, κατ’ εξουσιοδότησιν δε του Ανωτάτου Διοικητού στρατάρχου Λιστ αναθέτω την άσκησιν όλων των εξουσιών διά την πόλιν των Αθηνών εις τον δήμαρχον κ. Πλυτάν, διά δε την πόλιν του Πειραιώς εις τον δήμαρχον κ. Μανούσκον». Ύστερα ο Γερμανός αντισυνταγματάρχης στράφηκε προς το μέρος του στρατηγού Καβράκου και του είπε: «Στρατηγέ μου, σεις από την στιγμήν αυτήν ακολουθείτε την τύχην όλων των άλλων αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού, δηλαδή θεωρείσθε προσωρινώς αιχμάλωτος πολέμου, αλλά δύνασθε να κυκλοφορήτε ελευθέρως και να φέρετε το ξίφος σας».

Κατοχή / Αποστρατεία / Δολοφονία

Τον Ιούνιο του 1941 ο Καβράκος διορίστηκε από την πρώτη κατοχική κυβέρνηση του εθνικιστή στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου, διευθυντής στην Υπηρεσία Επισιτισμού, διευθυντής της Πανελληνίου Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών, διευθυντής της Κ.Υ.Δ.Ε.Π. [Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχωρίου Παραγωγής], και της Κ.Ε.Π.Ε.Σ. [Κεντρική Επιτροπή Προστασίας Εγχωρίου Σιτοπαραγωγής], και επιφορτίστηκε με την ευθύνη της συγκεντρώσεως των ποσοτήτων σιταριού που πλέοναζαν στις κατά τόπους Ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα ανατιμήσεων και μάυρης αγοράς. Ο Καβράκος αποστρατεύθηκε το 1942 με τον βαθμό του Αντιστρατήγου ε.α. καθώς καταλήφθηκε από το ηλικιακό όριο.

Μετά το τέλος της Κατοχής και την αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων ο Καβράκος αιχμαλωτίστηκε από τους «Τσάμπερλαιν» ή Αθανάσιο Σεμίζο, Διοικητή της Πολιτοφυλακής του Βύρωνα και Νικόλαο Ανδρικίδη, Γενικό αρχηγό της κομμουνιστικής Πολιτοφυλακής οι οποίοι συνοδεύονταν από τέσσερις ακόμη άνδρες, όλοι τους συμμορίτες της πολιτοφυλακής του κομμουνιστικού Ε.Λ.Α.Σ., στις 6 Δεκεμβρίου το σπίτι του στην Αθήνα και μεταφέρθηκε στα γραφεία του κομμουνιστικού συμμοριτικού «συντάγματος» στην οδό Μαγνησίας στην Αθήνα, όπου παραδόθηκε για κράτηση, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση [17] του Νίκου Ανδρικίδη. Το πτώμα του στρατηγού Καβράκου, που δολοφονήθηκε με βολή βλήματος πυροβόλου, την οποία δέχθηκε στο κεφάλι, βρέθηκε στο πηγάδι του «Αγίου Πέτρου» στην περιοχή του Υμηττού στην Αττική [18]. Η σορός του αναγνωρίστηκε από μέλη της οικογενείας του και η ληξιαρχική πράξη του θανάτου του εκδόθηκε την 28η Απριλίου 1945 από το Ληξιαρχείο Αθηνών. Δολοφόνοι του, οι οποίοι συνελήφθησαν [19], είναι τα μέλη της δολοφονικής κομμουνιστικής οργανώσεως Ο.Π.Λ.Α., οι Νίκος Ανδρικίδης, εκδοροσφαγέας, και Σ. Λάτσος, ελαιοχρωματιστής.

Τιμητικές διακρίσεις

Χρήστος Καβράκος

Για την στρατιωτική και πολεμική του δράση ο στρατηγός Χρήστος Καβράκος τιμήθηκε με όλες τις προβλεπόμενες ηθικές αμοιβές, παράσημα, μετάλλια και διαμνημονεύσεις. Μεταξύ τους περιλαμβάνονται:

  • Μετάλλιο για τη συμμετοχή του στους Βαλκανικούς πολέμους, το 1914,
  • Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος, το 1915,
  • Πολεμικό Σταυρό Γ' Τάξεως, το 1919,
  • Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας, το 1919,
  • Αγγλικός Πολεμικός Σταυρός, το 1921,
  • Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α', το 1922,
  • Αριστείο Ανδρείας με αργυρό αστέρα, το 1922,
  • Διασυμμαχικό Μετάλλιο Νίκης, το 1922,
  • Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Γ' τάξεως, το 1935,
  • Παράσημο του Β' Τάγματος Γεωργίου Α', το 1936.

Μνήμη Στρατηγού Καβράκου

Ο Καβράκος, που διακρί­θηκε στα πε­δί­α των μα­χών, θεωρείτο πολύ αυστηρός, αλλά και πολύ δίκαιος αξιωματικός. Τιμωρούσε ακόμα και υψηλόβαθμους βαθμοφόρους, αν διαπίστωνε ότι κακομεταχειρίζονταν στρατιώτες. Στις διαδοχικές σημειώσεις του ατομικού φακέλου του, που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από το 1914 έως το 1940, οι προϊστάμενοί του αναφέρονται με θετικό τρόπο για τον χαρακτήρα, τη μόρφωση, τη συμπεριφορά και την εργατικότητά του, ενώ οι ποινές που του επιβλήθηκαν καθ' όλη τη διάρκεια της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας ήταν ελάχιστες. Ο Στρα­τη­γός Κα­βρά­κος, με την δια­θήκη του, διέ­θε­σε μέ­ρος της πε­ριουσί­ας του για κοι­νω­φε­λείς σκο­πούς. Το 1959 ο Δήμος Τρικάλων, επί δημαρχίας του Ιωάννη Μάτη αποφάσισε [20] παμψηφεί να δοθεί το όνομα του Χρήστου Καβράκου σ' ένα δρόμο της πόλεως. Τον Αύγουστο του 1973, με απόφαση της κυβερνήσεως του Γεωργίου Παπαδόπουλου δόθηκε το όνομα του Στρατηγού σε δρόμο της πόλεως των Τρικάλων, ενώ αποφασίστηκε και επικυρώθηκε στις 19 Μαρτίου 1975 ότι το Στρατόπεδο που στεγαζόταν το 5ο Σύνταγμα Πεζικού και μεταστεγάστηκε το 1982 η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς [Σ.Μ.Υ.] μετονομάστηκε σε Στρατόπεδο «Στρατηγού Χρήστου Καβράκου». Στο στρα­τό­πε­δο υ­πάρ­χει προτο­μή του κα­θώς ε­πί­σης και προσω­πι­κά του α­ντι­κεί­με­να που εκτίθενται σε ει­δι­κά διαμορ­φω­μέ­νο χώ­ρο. Τον Οκτώβριο του 2007 η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Σούλα Μερεντίτη κατέθεσε επερώτηση [21] σχετικά με την αλλαγή ονόματος στο Στρατόπεδο του 5ου Συντάγματος Πεζικού όμως έλαβε αρνητική απάντηση. Τον Μάρτιο του 2018, 25 βουλευτές του κομμουνιστικών τάσεων κόμματος ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσαν [22] επερώτηση στη Βουλή, με την οποία ζητούσαν να φύγει το όνομα του Καβράκου από το Στρατόπεδο όπου στεγάζεται η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών στα Τρίκαλα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Το Γενικό Επιτελείο Στρατού αναφέρει ως ημερομηνία της δολοφονίας του στρατηγού Καβράκου την 8η Δεκεμβρίου 1944. Η σορός του αναγνωρίστηκε από μέλη της οικογενείας του και σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Αθηνών που εκδόθηκε την 28η Απριλίου 1945, ο θάνατος του επήλθε εκ τραύματος κεφαλής δια βλήματος πυροβόλου.]
  2. Κηδεία Εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο 29ης Απριλίου 1945, σελίδα 2η.
  3. Κοινωνικά-Κηδείαι Εφημερίδα «Ελευθερία», φύλλο 29ης Απριλίου 1945, σελίδα 2η.
  4. Τα ονόματα των κληθέντων εις την Σχολήν Υπαξιωματικών Εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο 15ης Οκτωβρίου 1908, σελίδα 4η.
  5. Στρατιωτικοί προβιβασμοί Εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο 23ης Μαΐου 1913, σελίδα 5η.
  6. Οι δοσίλογοι της εθνικής μας συμφοράς. Εξέτασις στρατηγών Εφημερίδα «Μακεδονία», φύλλο 17ης Οκτωβρίου 1925, σελίδα 4η.
  7. «Το χρονικό του 5ου Πεζικού Συντάγματος μέσα από τον Θεσσαλικό Τύπο της εποχής», σελίδες 11η & 12η.
  8. [Σύμφωνα με δημοσιευμένη μελέτη υπό τον τίτλο «Τα αιματηρά επεισόδια της 2ας Φεβρουαρίου 1925 στα Τρίκαλα μέσα από τις εφημερίδες της εποχής», ο τότε Αντισυνταγματάρχης Καβράκος έδρασε «..ψύχραιμα ...{...}... ο στρατός προκλήθηκε και αναγκάστηκε να κάνει χρήση των όπλων, όμως, εάν δεν ήταν ο ίδιος αλλά κάποιος άλλος, ίσως οι νεκροί να ήταν πιο πολλοί...»] Θεόδωρος Νημάς «Τρικαλινά», τεύχος 30ο, έτος 2010.
  9. Αιματηραί σκηναί εις Τρίκκαλα Εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο 3ης Φεβρουαρίου 1925, σελίδα 4η.
  10. Οι κομμουνισταί προκαλούν αιματηράς σκηνάς εις Τρίκκαλα Εφημερίδα «Σκριπ», φύλλο 3ης Φεβρουαρίου 1925, σελίδα 4η.
  11. Προτάσεις προβιβασμού αξιωματικών εις όλα τα Όπλα Εφημερίδα «Σκριπ», φύλλο 7ης Ιανουαρίου 1928, σελίδα 4η.
  12. [Το έργο είναι μνημείο πεσόντων της περιόδου 1912-1922 του 5ου Συντάγματος Πεζικού. Βρίσκεται επί της οδού Βασιλείου Τσιτσάνη, μέσα στα όρια του Στρατοπέδου, όπου σήμερα στεγάζεται η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών. Σημαντική βοήθεια στην αποπεράτωση του πρόσφεραν με την οικονομική τους συνεισφορά οι αξιωματικοί αλλά και οι οπλίτες που υπηρετούσαν τότε στο Σύνταγμα καθώς και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως των περιοχών Τρικάλων και Καρδίτσης.]
  13. [Εφημερίδα «Θάρρος», φύλλο 24ης Οκτωβρίου 1932.] «Το χρονικό του 5ου Πεζικού Συντάγματος μέσα από τον Θεσσαλικό Τύπο της εποχής», σελίδες 10η & 11η.
  14. Παραγγελίες Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», φύλλο 19ης Ιουνίου 1934, σελίδα 2η.
  15. [Το πλήρες κείμενο της διαταγής του στρατηγού Χρήστου Καβράκου είχε ως εξής:
    «Αριθ. Πρωτ. 6978
    ΔΙΑΤΑΓΗ
    Λόγω επιτακτικής ανάγκης διατάσσω τα κάτωθι:
    1. Να διακοπή πάσα κίνησις εν Αθήναις, Πειραιεί και τοις προαστείοις.
    2. Άπαντα τα καταστήματα θα ώσι κλειστά.
    3. Οι κάτοικοι εις τας οικίας των.
    4. Οι στρατιωτικοί θα παραμείνουν εις τους στρατώνας και τα καταστήματα εν αυστηρά επιφυλακή.
    5. Αι φρουραί εις τας θέσεις των.
    6. Εν τη πόλει θα κινούνται μόνον αι περίπολοι ασφαλείας και τάξεως, επιβλεπόμεναι παρ’ ανωτέρων βαθμοφόρων και ασχολούμενοι αποκλειστικώς με το έργον των.
    7. Η ενεργός αντιαεροπορική άμυνα θα σταματήση, των αξιωματικών και οπλιτών παραμενόντων εις τας θέσεις των.
    8. Τα κατά τόπους τμήματα Αστυνομίας Πόλεων και Χωροφυλακής θα παραμείνωσιν εις τας θέσεις των, τηρούντα την τάξιν.
    9. Δεδομένου ότι η πόλις είναι ανοχύρωτος και ουδεμία θα προβληθή αντίστασις, αξιώ όπως μη ακουσθή ουδέ εις πυροβολισμός.
    10. Οι παραβάται θα συλληφθώσιν αμέσως και θα εγκλεισθώσιν εις τας φυλακάς φρουρούμενοι ασφαλώς.
    Διά πάσαν παράβασιν θα είναι υπεύθυνοι απέναντί μου οι παραλήπται της παρούσης.
    Αναπληρωτήν μου, κατά την απουσίαν μου, ορίζω τον επιτελάρχην μου συνταγματάρχην Πετζόπουλον.
    Από της λήψεως των ανωτέρω μέτρων, απαγορεύω την έκτακτον έκδοσιν εφημερίδων και εντύπων.
    Της παρούσης μου θα γίνεται διαρκής ανακοίνωσις διά του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, μέχρις εκδόσεως διαταγής παύσεως.
    Αθήναι, τη 25η Απριλίου 1941
    Ο Ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής
    Χ. Καβράκος»]
  16. [Στις 10.45 π.μ. της 27ης Απριλίου 1941 μια μηχανοκίνητη Γερμανική φάλαγγα, σταμάτησε στη διασταύρωση των Λεωφόρων Αλεξάνδρας και Βασιλίσσης Σοφίας. Από το αυτοκίνητο που προπορεύονταν κατήλθε ένας Γερμανός αντισυνταγματάρχης Χέρμαν Όττο Φον Σέιμπεν, που χαιρέτισε στρατιωτικά τους σκυθρωπούς Έλληνες και όλοι μαζί εισήλθαν στο καφενείο «Παρθενών» ιδιοκτησίας Ανδρέα Γλεντζάκη, απέναντι ακριβώς από την έπαυλη Θων, όπου ο διερμηνέας Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κανελλόπουλος διάβασε στη Γερμανική γλώσσα δήλωση της επιτροπής για το ανοχύρωτο της Αθήνας και του Πειραιά:
    «Αι τοπικαί πολιτικαί και στρατιωτικαί αρχαί, αποτελούμεναι από τον στρατηγόν Καβράκον, ανώτερον στρατιωτικόν διοικητήν Αττικοβοιωτίας, τον κ. Κ. Πεζόπουλον, νομάρχην Αττικοβοιωτίας, τον κ. Αμβρ. Πλυτάν, δήμαρχον Αθηναίων και τον κ. Μιχ. Μανούσκον, δήμαρχον Πειραιώς, δηλούν προς τον διοικητήν των γερμανικών στρατευμάτων ότι:
    Αι πόλεις των Αθηνών και του Πειραιώς και ανοχύρωτοι είναι και ουδεμίαν προτίθενται να αντιτάξουν στρατιωτικήν αντίστασιν εις την κατοχήν. Ελήφθησαν ήδη όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς διασφάλισιν της τάξεως εκ μέρους μας μέχρι της εισόδου των Γερμανών».
    Παρών στην συνάντηση ήταν και ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα πρίγκιπας Έρμπαχ, που παρέμενε σε όλο το διάστημα του ελληνογερμανικού πολέμου ελεύθερος και ο οποίος μόλις πριν από λίγο είχε μάθει τον διορισμό του από τον Αδόλφο Χίτλερ σαν προσωρινού διοικητή της Ελλάδος, καθώς και ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος Κλεμ φον Χόχενμπεργκ. Οι δύο αυτοί Γερμανοί ακολούθησαν τη φάλαγγα του φον Σέιμπεν από το ύψος του Ψυχικού, όπου βρίσκονταν οι κατοικίες τους.]
  17. [Νικόλαος Ανδρικίδης του Ευαγγέλου και της Καλλιόπης, Εντεροκόμος. Έκθεσις εξετάσεως μάρτυρος (Ενόρκως), Αθήναι 28η Απριλίου 1945.]
  18. Κηδεία Εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο 29ης Απριλίου 1945, σελίδα 2η.
  19. Συλλήψεις εκτελεστών της Ο.Π.Λ.Α. Εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο 17ης Απριλίου 1945, σελίδα 2η.
  20. [Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Τρικάλων της 8ης Οτωβρίου 1959. Προηγήθηκε εισήγηση των δημοτικών συμβούλων Παπαθανασίου και Κατσάρου.] «Το χρονικό του 5ου Πεζικού Συντάγματος μέσα από τον Θεσσαλικό Τύπο της εποχής», σελίδα 14η.
  21. Μετονομασία Στρατοπέδου Καβράκου
  22. Υπ’ ατμόν το όνομα του Καβράκου απ’ τη ΣΜΥ