Αλυτρωτισμός

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αλυτρωτισμός (από το λόγιο αλύτρωτ(ος) -ισμός, μεταφραστικό δάνειο της Ιταλικής λέξεως irredentismo [1]), είναι η εθνικιστική προσπάθεια απελευθερώσεως ομοεθνών που θεωρούνται υποδουλωμένοι, μια κοινωνική και πολιτική κίνηση που επιδιώκει την Εθνική αποκατάσταση, δηλαδή την απελευθέρωση των ομοεθνών που δεν έχουν απελευθερωθεί, ζουν σε άλλο κράτος και ιδίως δεν έχουν ενταχθεί στο ανεξάρτητο κράτος που ήδη υπάρχει, αλλά και την προσάρτηση ή ενσωμάτωση στην επικράτεια υπόδουλων γεωγραφικών περιοχών. Ειδικότερα, κατά το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, αλυτρωτισμός είναι «η πολιτικοκοινωνική κίνηση για την απελευθέρωση υπόδουλων ομοεθνών», κατά το Λεξικό Μπαμπινιώτη είναι «πολιτική και ιδεολογική κίνηση με την οποία επιδιώκεται η απελευθέρωση υπόδουλων ομοεθνών με παράλληλη ανάκτηση των εδαφών στα οποία ζουν» ενώ κατα το Petit Larousse είναι «εθνικιστικό κίνημα εδαφικής διεκδίκησης» δηλαδή προϋποθέτει την αμφισβήτηση των υφιστάμενων συνόρων.

Ιστορική αναδρομή

Αν και η λέξη αλύτρωτος, που εμφανίζεται σε κείμενα χριστιανικά με την έννοια του ανθρώπου που είναι ακόμα δούλος της αμαρτίας, ανάγεται στα Ελληνιστικά χρόνια, η λέξη αλυτρωτισμός δεν υπήρχε στην αρχαιότητα. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, με τον σχηματισμό εθνικών κρατών, εμφανίστηκε και η έννοια των αλύτρωτων ομοεθνών. Πρόκειται για μια εθνική πολιτική που προωθεί την κατάκτηση μιας περιοχής που ανήκει σε μια άλλη χώρα λόγω κοινών γλωσσικών, πολιτισμικών, ιστορικών, εθνικών ή φυλετικών δεσμών.

Το πρώτο σύγχρονο αλυτρωτικό κίνημα δημιουργήθηκε στην Ιταλία στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν εθνικιστές σε αυτή τη χώρα, που είχε μόλις συγκροτηθεί υπό έναν ανεξάρτητο μονάρχη, άρχισαν να διεκδικούν εδάφη στις Άλπεις και την Αδριατική ακτή που διοικούνταν από την Αυστρία, αλλά είχαν μεγάλο ιταλόφωνο πληθυσμό. Έκτοτε η Ιταλική λέξη irredentismo, προσδιορίζει το πολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε μετά το 1870 και τη συγκρότηση του Ιταλικού κράτους που επιετεύχθηκε με την εξαίρεση, όμως, περιοχών με ιταλόφωνο πληθυσμό όπως το Τρέντο και η Τεργέστη, που πλέον ανήκουν στο σημερινό Ιταλικό κράτος αλλά και άλλες, όπως Νίκαια, Κορσική, Δαλματία. Τα εδάφη αυτά αποκλήθηκαν Italia irredenta (αλύτρωτη Ιταλία). Η αποτυχία να προσαρτηθούν στο Ιταλικό κράτος αυτέ οι περιοχές υπήρξε ένας από τους λόγους που η Ιταλία ένωσε τις δυνάμεις της με τους Συμμάχους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ η πεποίθηση ότι η Ιταλία προδόθηκε από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών συνέβαλε στην άνοδο του φασισμού υπό τον Μπενίτο Μουσολίνι.

Η ιστορία σχεδόν όλων των βαλκανικών χωρών είναι μια σειρά αποτυχημένων και επιτυχημένων, ψευδών και πραγματικών, αλυτρωτικών διεκδικήσεων αρχικά εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη συνέχεια μεταξύ των ίδιων των βαλκανικών ή άλλων όμορων κρατών. Οι αλυτρωτικές απαιτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, που κι αυτές έχουν τις ρίζες τους στη συνθήκη των Βερσαλλιών, περιλάμβαναν γερμανόφωνα εδάφη από τη Σουδετενλάνδη, που διοικούνταν από τους Τσέχους, μέχρι την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ στα βαλτικά σύνορα της Πολωνίας και συνέβαλαν στο ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αιματηρός όλεμος μεταξύ Σομαλίας και Αιθιοπίας την περίοδο 1977-1978 ξέσπασε όταν ο δικτάτορας της Σομαλίας εισέβαλε στην Αιθιοπία για να καταλάβει μια περιοχή, το Ογκαντέν, όπου κατοικούσαν Σομαλοί ενώ ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Κουβέιτ, τον Αύγουστο του 1990, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το εμιράτο ανήκε στο Ιράκ. Ακόμη, ο Βλαντίμιρ Πούτιν που εισέβαλε στην Ουκρανία, επιχειρεί να οδηγήσει σε συνομιλίες με τη συμμετοχή τρίτων αντί να συνομιλήσει απευθείας με το Κίεβο, καθώς όσο περισσότερο συζητούν τρίτοι τα αλυτρωτικά σχέδια του Ρώσου Προέδρου, τους προσδίδουν μεγαλύτερη αξιοπιστία.

Ιδεολογικό υπόβαθρο στην Ελλάδα

Πριν ακόμη της εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821 Έλληνες λόγιοι του εξωτερικού αποτέλεσαν τη βάση για την καλλιέργεια αυτών των ιδεών. Αργότερα, άνθρωποι των γραμμάτων και της πολιτικής όπως ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο Σπυρίδων Λάμπρος και άλλοι, συνέλαβαν την ιδέα και τον τρόπο με τον οποίο το Ελληνικό έθνος θα μπορούσε να τεκμηριώσει τη μακραίωνη παρουσία του στην περιοχή του νοτίου άκρου της Βαλκανικής χερσονήσου, πολιτισμικά και σε βάθος αιώνων, φτάνοντας ως την εποχή της αρχαίας Ελλάδας. Η διαμόρφωση της εθνικής συνειδήσεως συνδέθηκε με την αναζήτηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του Ελληνικού λαού μέσα από τα δημοτικά τραγούδια. Το 1824 έγινε η πρώτη προσπάθεια ενοποιήσεως και εκδόσεως των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών έγινε από τον Claude Fauriel στο Παρίσι όμως η σημαντικότερη έκδοση τους έγινε από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο στην Κέρκυρα, με την ταυτόχρονη προβολή της απόψεως για τη στενή συγγένεια των δημοτικών τραγουδιών με αντίστοιχα της αρχαιότητας τονίζοντας και προβάλλοντας τη θεωρία της συνέχειας του αρχαίου, του μεσαιωνικού και του νεότερου ελληνικού πολιτισμού

Οι λόγιοι αυτοί επαναπροσδιόρισαν τη Μεγάλη Ιδέα ως μία εθνική αποστολή των νεότερων Ελλήνων να ανασυστήσουν το Γένος μέσω του εκπολιτισμού και του αλυτρωτισμού. Στη θεωρητική προσέγγιση τους συμπεριέλαβαν την αρχαία ελληνική κλασσική εποχή, τη Μακεδονία και το Βυζάντιο σε ένα τριμερές σχήμα διαδοχικών ιστορικών και προπαρασκευαστικών φάσεων προκειμένου το Ελληνικό γένος να φτάσει στο επιθυμητό τέλος, στον σκοπό του, δηλαδή στην Εθνική εδαφική και πληθυσμιακή ολοκλήρωση. Οι απόψεις αυτές, των προαναφερόμενων πνευματικών ανθρώπων, μερικοί από τους οποίους υπηρέτησαν σε υψηλές κυβερνητικές θέσεις όπως ο Σπυρίδων Λάμπρος που εκλέχθηκε και Πρωθυπουργός της Ελλάδος, εισήχθησαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ενσωματώθηκαν στην εκπαιδευτική διαδικασία αποτελώντας ταυτόχρονα απάντηση στον επεκτατισμό και στις απόψεις του Αυστριακού ιστορικού Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ, περί της δήθεν σλαβικής καταγωγής των νεότερων Ελλήνων.

19ος αιώνας

Τα χρόνια πριν την Ελληνική Εθνεγερσία του 1821 υπήρξε ένα ελληνικό ρεύμα που συνέδεε την απελευθέρωση των ιστορικών περιοχών του Ελληνισμού με το φωτισμό της Ανατολής διά των φώτων της Δύσεως. Στη δράση αυτή η Ελλάδα θα είχε τον ρόλο του «φάρου» της Δύσεως στην Ανατολή. Η Μεγάλη Ιδέα γεννήθηκε στη διάρκεια της Εθνεγερσίας, μολονότι πολλά χαρακτηριστικά της κυοφορούνταν πριν από τον Αγώνα ενώ η ιδέα της επικράτειας του έθνους, υπήρξε σε αντιδιαστολή με αυτή του Ελληνικού κράτους, προγενέστερη αυτής. Ο Ρήγας Φεραίος στη Χάρτα του, σιωπηρά και υπαινικτικά, προβάλλει την επικράτεια αυτή του έθνους, συμπεριλαμβανομένων όλων των ελληνικών ιστορικών χωρών, καθώς και μερών της ελληνικής Διασποράς και της Βορείου Βαλκανικής. Παράλληλα υποστηρίζει την καθιέρωση της Ελληνικής ως κοινής γλώσσας καθώς και κοινής πίστεως.

Δεκαετίες 1830-1850

Το 1830 το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος περιλαμβάνει μόνο την Πελοπόννησο, τη Στερεά, τις βόρειες Σποράδες και τις Κυκλάδες. Κατά τον ιστορικό Ιωάννη Κουμπουρλή, ο Εθνικός Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας είχε έρθει σε επαφές με τον Φαναριώτη, Ιακωβάκη Ρίζο Νερουλό, οι σχετικές επιστολές τους παρατίθενται στο έργο της ιστορικού Κωνσταντίνας Ζάνου [2], με σκοπό να τεκμηριωθεί η ιστορική αλήθεια περί του νεοσύστατου, ακόμα, Ελληνικού κράτους. Το 1830 ο Καποδίστριας προτύπωνε τη «Μεγάλη Ιδέα» αναφέροντας μεταξύ άλλων στους ξένους ότι τα όρια της Ελλάδας έφταναν μέχρι εκεί που χύθηκαν ποταμοί αίματος κατά τις μεγάλες σφαγές του 1821, σημειώνοντας και ονομαστικά, τη Χίο, την Κύπρο, και τις Κυδωνίες. Ενώ στη Διάσκεψη του Πόρου απεσταλμένοι των Κυπρίων συζητούσαν με το Καποδίστρια τη δυνατότητα να περιληφθεί και το νησί εντός των συνόρων του υπό σύσταση κράτους.

Ο αρχικός χρονικός προσδιορισμός του αλυτρωτισμού στην Ελλάδα ανάγεται στο χρονικό διάστημα από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους έως το 1839. Στο μεσοδιάστημα υπήρξαν κινήσεις, αυτόνομες και με περιορισμένο αντίκτυπο, οι οποίες στην ουσία αποτέλεσαν δοκιμές εμπράκτου αμφισβητήσεως της Οθωμανικής εξουσίας. Η επινόηση του όρου τοποθετείται, χρονικά, κοντά στην Ελληνική Ανεξαρτησία και τη δημιουργία ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους, με τον Ιωάννη Κωλέττη να αναφέρεται σε ένα έθνος προορισμένο «να φωτίσει την Ανατολή» υπό τη σκέπη της Ελληνικής φυλής [3], με την ομιλία του κατά τη διαμάχη αυτοχθόνων-ετεροχθόνων στην Εθνοσυνέλευση. Αγορεύοντας, στις 14 Ιανουαρίου 1844, στη συζήτηση του άρθρου 3 του Συντάγματος, που αναφερόταν στους «αυτόχθονες» και στους «ετερόχθονες» και συγκεκριμένα στον ορισμό του Έλληνα πολίτη, στην αγόρευσή του τόνισε:

«...Διά την γεωγραφικήν  αυτής θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης. Ισταμένη και έχουσα εκ μεν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται να φωτίση διά της αναγεννήσεως αυτής την Ανατολήν . Εν ονόματι… της μεγάλης ταύτης ιδέας είδον πάντοτε τους πληρεξουσίους του Έθνους να συνέρχονται διά να αποφασίσωσιν ουχί πλέον περί της τύχης της Ελλάδος, αλλ’ ολοκλήρου του ελληνικού Έθνους».

Τα αλυτρωτικά κινήματα της περιόδου 1839 έως το 1841 κατευθύνονταν είτε προς τα βόρεια των τότε Ελληνικών συνόρων είτε προς την Κρήτη. Αφορμή υπήρξε ο Τουρκοαιγυπτιακός πόλεμος που έθεσε σε γενικότερη αμφισβήτηση το καθεστώς στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και άνοιξε το δρόμο για τα γεγονότα και τις κινήσεις που επακολούθησαν. Στην κολοβή, τότε, Ελληνική επικράτεια συγκροτήθηκαν δύο επιτροπές, μία στην Κρήτη με ονομαστικές και σαφείς αναφορές για την ανεξαρτησία του νησιού και μία για τις περιοχές βόρεια της ελεύθερης Ελλάδος όπου χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος των μυστικών εταιρειών, όπως της Φιλορθοδόξου Εταιρείας. Στόχος της ήταν η προάσπιση των παραδοσιακών αξιών και κυρίως της παραδοσιακής θρησκευτικής λατρείας και η εξάπλωση των ιδεών του αλυτρωτισμού ενώ κύριο πεδίο δράσεως της υπήρξαν οι περιοχές της Θεσσαλίας και της Χαλκιδικής.

Δεκαετίες 1850-1900

Στα αποκαλούμενα Ηπειροθεσσαλικά, στις απαρχές του Κριμαϊκού Πολέμου, έγινε η πρώτη από μια σειρά προσπάθειες να υλοποιηθεί η αλυτρωτική πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Στις αρχές του 1854 πυρήνας εθελοντών εισήλθε στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία με σκοπό τη δημιουργία απελευθερωτικού κινήματος. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων για τη χώρα, οι οποίες κορυφώθηκαν με τον αποκλεισμό του Πειραιά από τον αγγλογαλλικό στόλο, την κατοχή της Αθήνας, την πτώση της κυβέρνησης Κριεζή και τον σχηματισμό του Υπουργείου Κατοχής με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Η στροφή του μεγαλοϊδεατισμού προς τον αλυτρωτισμό υπήρξε συνέπεια της αδυναμίας των Ελλήνων να απελευθερώσουν τις αλύτρωτες περιοχές του Ελληνισμού διά του πολέμου και της διπλωματίας, με εξαίρεση τα Επτάνησα, που προσαρτήθηκαν το 1864, μετά από Αγγλική παραχώρηση και καθώς ήταν άχρηστα στη βρετανική αυτοκρατορία, στο κράτος της Ελλάδας ως «προίκα» και στον νέο βασιλιά Γεώργιο Α' ενώ το 1881 προσαρτήθηκε η Θεσσαλία και η Άρτα από την περιοχή της Νοτίου Ηπείρου. Το 1885-1886 ξέσπασε η κρίση της Ανατολικής Ρωμυλίας με τη Βουλγαρία να προσαρτά δια της βίας και παρά τις αντίθετες διεθνείς συνθήκες, την περιοχή η οποία προβλεπόταν να είναι αυτόνομη. Η Ελλάδα αδύναμη να αντιδράσει, ξεκινά στρατιωτικές κινητοποιήσεις και η Σερβία κηρύττει τον πόλεμο στη Βουλγαρία, όμως ηττάται σύντομα στα πεδία των μαχών.

Αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα ο Αλυτρωτισμός συνδέεται πολύ στενά και σε κάποιες περιπτώσεις είναι ταυτόσημος - ως έννοια - με το όραμα της Μεγάλης Ιδέας του Ελληνικού Έθνους, μια πολιτική του 19ου αιώνα που στόχευε στην απελευθέρωση των αλύτρωτων Ελλήνων και των τόπων όπου αυτοί κατοικούσαν. Μορφή εκδηλώσεως αλυτρωτισμού ήταν η δημιουργία στην Ελλάδα του 19ου αιώνος οργανώσεων πολιτών, όπως η Εθνική Εταιρεία, οι οποίες είχαν σκοπό την προετοιμασία εξεγέρσεων των υπόδουλων Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και την άσκηση πιέσεως στις Ελληνικές κυβερνήσεις ώστε να ακολουθούν αλυτρωτική πολιτική. Σε διάφορες εποχές ο αλυτρωτισμός αποτέλεσε το όχημα για τη διατήρηση και τη νομιμοποίηση της εξουσίας από πολιτικούς και μονάρχες. Υπήρξε επί πολλές δεκαετίες η εθνική πολιτική για την απελευθέρωση των αλύτρωτων ιστορικών ελληνικών τόπων και την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, προκάλεσε ευρύτατη εθνική συναίνεση στο ζήτημα της απελευθέρωσης των ιστορικών ελληνικών τόπων. Η πολιτική αυτή όμως πολύ περισσότερο οι πρακτικές για την εφαρμογή της, προκάλεσαν και σφοδρές επικρίσεις. Μεταξύ όσων διαφωνούσαν υπήρξαν πολιτικοί, όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος αλλά και επιφανείς λόγιοι ή δημοσιογράφοι, όπως ο Εμμανουήλ Ροΐδης.

20ος αιώνας

Ο Μακεδονικός Αγώνας, στη διάρκεια του οποίου το Ελληνικό κράτος φροντίζει για την αποστολή δασκάλων και ιερέων για να ενισχύσουν τις τοπικές ελληνικές κοινότητες, ενώ στέλνει αντάρτες στην περιοχή για να αντιπαλέψουν τους Βουλγάρους, και η θυσία του Εθνομάρτυρα Παύλου Μελά, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, κατά τους οποίους η χώρα προσάρτησε τα εδάφη από την Ελασσόνα και πάνω, τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, αλλά και στη συνέχεια η ανάπτυξη της εθνικιστικής ιδεολογίας που υπηρέτησαν τόσο οι υποστηρικτές του θεσμού της Μοναρχίας όσο και οι βενιζελικοί, δηλαδή η Μεγάλη Ιδέα και ο αλυτρωτισμός, συντέλεσαν στην επικράτηση ενός ιδιαίτερου εθνικού αφηγήματος και ο Τύπος της εποχής υπήρξε φορέας του αφηγήματος αυτού, μέσω του οποίου υπηρέτησε συγκεκριμένους πολιτικούς σκοπούς καθώς λειτούργησε στην κατεύθυνση του επηρεασμού της κοινής γνώμης. Απέβλεπε την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση όλων των ιστορικών ελληνικών χωρών, δηλαδή της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Θράκης, των Επτανήσων, των Δωδεκανήσων, της Κρήτης, της Κύπρου, της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Έτσι, ο αλυτρωτισμός αποτέλεσε το όχημα πάνω στο οποίο πορεύτηκε η Ελληνική πολιτική της εποχής. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, 28 Ιουλίου/ 10 Αυγούστου 1913, είναι η μία από τις δύο συνθήκες που μεγάλωσαν εδαφικά την Ελλάδα.

Δεκαετίες 1900-1950

Χαρακτηριστικό του κλίματος των αρχών αυτής της περιόδου αποτελεί το γεγονός ότι πάγιο αίτημα, ακόμη και του κινήματος της Εθνικής Άμυνας, ήταν η εθνική εδαφική ολοκλήρωση, που σύμφωνα με τους βενιζελικούς, περνούσε μέσα από την υιοθέτηση μεγαλοιδεατικών και αλυτρωτικών στρατιωτικών επιχειρήσεων σε εδάφη που γειτνίαζαν με την τότε Ελληνική Επικράτεια. Η πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου περιλάμβανε την υλοποίηση αλυτρωτικών προσπαθειών με σκοπό την ενσωμάτωση εδαφών και πληθυσμών και η πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας ήταν μέρος των αιτημάτων της ανερχόμενης αστικής τάξης, την οποία εξέφραζε ο Βενιζέλος, υποστηριζόμενος και από τους νέους πληθυσμούς που εντάσσονταν διαρκώς στο Ελληνικό κράτος. Στη διάρκεια του Συνεδρίου της Ειρήνης, τον Ιανουάριο του 1919, ο Βενιζέλος αναφέρθηκε σε συνέντευξή του στους «Times» του Λονδίνου τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδος, τις οποίες στήριξε στη Συνδιάσκεψη προσβλέποντας σε ικανοποίησή τους [4]. Σύμφωνα με τον Βενιζέλο το Ελληνικό κράτος ήθελε να επεκταθεί και να εκχωρηθούν στην επικράτειά του τα εδάφη της Βορείου Ηπείρου, της Θράκης, της Μικράς Ασίας και τα Δωδεκάνησα, κάνοντας ξεκάθαρο πως η Ελλάδα της εποχής διατηρούσε ανοιχτά πολεμικά μέτωπα με Βούλγαρους, Ιταλούς και Τούρκους. Ο Βενιζέλος ζητούσε την απελευθέρωση αλύτρωτων περιοχών, στις οποίες πλειοψηφούσε το ελληνικό στοιχείο ενώ άλλες αποτελούσαν εδάφη που δικαιωματικά ανήκαν σε Έλληνες, καθώς οι πρόγονοί τους κατοικούσαν σε αυτά.

Οι υποστηρικτές της μοναρχίας και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α' υποστήριζαν αρχικά ότι δεν είχαν αποδεχθεί την παραμικρή απεμπόληση αλυτρωτικών-πολεμικών διαθέσεων τους και θύμιζαν ότι κατά το παρελθόν η Ελλάδα είχε όντως κατορθώσει την ενσωμάτωση εδαφών αναίμακτα, πεποίθηση λοιπόν που στην πραγματικότητα δεν στερείτο βάσεως. Τελικώς, παρά τις αρχικές παλινωδίες τους μέχρι το 1921, οι πολιτικοί της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως τάχθηκαν υπέρ της συνέχισης του πολέμου στη Μικρά Ασία, όμως η επαναφορά του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α' στο θρόνο της Ελλάδας έδωσε το πρόσχημα προκειμένου οι Δυτικοί να άρουν την προστασία και την υποστήριξη της χώρας στις αλυτρωτικές της επιδιώξεις. Στη διάρκεια της Κατοχής μια μεγάλη μερίδα των σλαβοφώνων κατοίκων της Ελλάδος, που ακολουθούσε την επίσημη πολιτική της Σόφιας, συνεργάσθηκε με τους Γερμανούς εθνικοσοσιαλιστές καθώς ήλπιζε ότι μετά τον πόλεμο θα παραχωρούνταν εδάφη στη Βουλγαρία, τότε σύμμαχο του Γ' Ράϊχ όμως η πλειονότητα τους ακολούθησε το κομμουνιστικό Ε.Α.Μ., το οποίο υποσχέθηκε ισοτιμία, ισοπολιτεία, ελεύθερη επικοινωνία και δημιουργία σλαβομακεδονικών σχολείων.

Με την ίδρυση του Ο.Η.Ε. μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, θεσμοθετήθηκε ως θεμέλιο για την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων, δηλαδή η μη μεταβολή συνόρων με πολέμους και βία ενώ επιδιώχθηκε να αναγνωριστούν και να κατοχυρωθούν τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων. Εκείνη την εποχή η επίσημη Ελλάδα έπαψε να μιλά για την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου και έκτοτε διεκδίκησε, δίχως επιτυχία ως σήμερα, πλήρη μειονοτικά δικαιώματα για τους Έλληνες κατοίκους της περιοχής.

Δεκαετίες 1950-μετέπειτα

Την περίοδο μετά το 1950 ο Ελλαδικός αλυτρωτισμός υπήρξε θεμελιώδες στοιχείο του εσωτερικού πολιτικού ανταγωνισμού και συχνά μεταβλήθηκε σε καταλύτη των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων. Λίγο μετά την εκλογή του στη θέση του Αρχιεπισκόπου της Κύπρου, στις 20 Οκτωβρίου 1950, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ' επισκέφθηκε την Αθήνα όπου το Συμβούλιο των Αρχηγών των ελληνικών πολιτικών κομμάτων αναγνώρισε ότι το Κυπριακό αποτελεί «αλυτρωτικό ζήτημα» και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται από το ελληνικό κράτος όμως «μέσα στο πλαίσιο των συμμαχιών» της χώρας. Έτσι η Ελλάδα είχε, λόγω της Κύπρου, αλυτρωτικές διεκδικήσεις ακόμη και έναντι της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι, τελευταία πράξη του Ελλαδικού αλυτρωτισμού ήταν, το 1974 όταν εκδηλώθηκε η μάταιη απόπειρα του Ταξιάρχου Δημητρίου Ιωαννίδη στην Κύπρο.

Το 1965, το Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών και το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος υπολόγιζαν σε 130-150.000 τους σλαβόφωνους Μακεδόνες των νομών Πέλλας, Καστοριάς και Φλώρινας, στους οποίους θα έπρεπε να προστεθούν μερικές δεκάδες χιλιάδες από τις επαρχίες Εορδαίας και Παιονίας, την ύπαιθρο του νομού Θεσσαλονίκης και τους νομούς Σερρών και Δράμας [5]. Σήμερα, στο γειτονικό με την Ελλάδα, κρατικό μόρφωμα των Σκοπίων, γαλουχούν τις νέες γενεές με τον επιθετικό Αλυτρωτισμό εναντίον της Ελλάδος με όχημα το όνομα Μακεδονία που κατά τη ρήση του Ανδρέα Παπανδρέου: «Είναι το όχημα του αλυτρωτισμού σε βάρος της Ελλάδας» [6].

Συμπεράσματα

Σύμφωνα με κάποιες απόψεις [7] η ύπαρξη αλυτρωτικών διαθέσεων και προθέσεων, δηλαδή η ιδεολογία αλλαγής συνόρων, πρέπει να έχει αποκλειστικό στόχο και σκοπό την συμπερίληψη αλύτρωτων ομοεθνών στον Εθνικό κορμό, κάτι που προϋποθέτει την αναγκαιότητα όχι μόνο να υπάρχουν τέτοιοι πληθυσμοί αλλά και να ασπάζονται τις αλυτρωτικές αντιλήψεις. Η αλυτρωτική δράση απαιτεί λεπτούς χειρισμούς καθώς διαταράσσει ευαίσθητες ευρύτερες ισορροπίες όταν εμπλέκοντας και άλλα κράτη, κινητοποιεί δυνάμεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνάμεις αυτών που τον κάνουν μέρος του εσωτερικού πολιτικού παιγνίου.

Στις μέρες μας, στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, Έλληνες, υποτίθεται διεθνιστές, κατέληξαν να υποστηρίζουν τα εθνικιστικά αφηγήματα τρίτων χωρών, είτε το αλβανικό, είτε το σκοπιανό, είτε το τουρκικό, σε ένα ιδιότυπο «εθνικό αυτομαστίγωμα» αποτέλεσμα αριστερών ιδεοληψιών, συχνά όμως και ιδιαίτερων και συχνά σχέσεων με πρεσβείες γειτονικών χωρών. Στην Ελλάδα καθηγητής Πανεπιστημίου [8] αναφερόμενος στη Βόρειο Ήπειρο κάνει λόγο για «ελληνικό αλυτρωτικό σχέδιο στη Νότια Αλβανία», καταλογίζοντας στην Ελλάδα «επιθετική πολιτική στα νότια αλβανικά εδάφη». Παράλληλα υποστηρίζει ότι η Ελλάδα αναγκάστηκε «να υποχωρήσει από τα στρατιωτικά σχέδια» λόγω πίεσης από την Κοινωνία των Εθνών, όμως «το αλυτρωτικό όραμα δεν σβήνει εύκολα». Συνεχίζει δε αναφέροντας πως ακόμα και μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, «η ελληνόφωνη και αλβανόφωνη ορθόδοξη νότια Αλβανία συνεχίζει να αποτελεί διακαή εδαφικό στόχο» και καταλήγει αναφέροντας ότι όσοι μιλούν περί Βορείου Ηπείρου σήμερα στην Ελλάδα, εκπροσωπούν «περιθωριακές ως και γραφικές» φωνές. Εν κατακλείδι η προσπάθεια να στιγματιστεί ο «αλυτρωτισμός» στην Ελλάδα είναι μάταια καθώς οι Έλληνες δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσουν τις «χαμένες» πατρίδες τους. Ο αλυτρωτισμός αποτελεί συναίσθημα, δεν πρόκειται για κάποια εφεύρεση του ανθρωπίνου εγκεφάλου και ασφαλώς δεν είναι πολίτικο κατασκεύασμα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Η Ιταλική λέξη irredentismo, προσιορίζει πολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε μετά το 1870 και τη συγκρότηση του Ιταλικού κράτους. Η συγκρότηση του Ιταλικού κράτους έγινε με την εξαίρεση περιοχών με ιταλόφωνο πληθυσμό όπως το Τρέντο και η Τεργέστη, που πλέον ανήκουν στο σημερινό Ιταλικό κράτος αλλά και άλλες, όπως Νίκαια, Κορσική, Δαλματία. Τα εδάφη αυτά αποκλήθηκαν Italia irredenta (αλύτρωτη Ιταλία).]
  2. [Κωνσταντίνα Ζάνου, Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός και η Νεότερη Ιστορία της Ελλάδας, περιοδικό Μνήμων, τόμος 30ος, (2009), σελίδες 147η-148η.]
  3. [Γιώργος Μαργαρίτης, «Ελληνική Ιστορία: Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία», σελίδα 203η.]
  4. [Η συνέντευξη του Ελευθερίου Βενιζέλου δημοσιοποιήθηκε στην Ελλάδα μέσα από τις στήλες της Αθηναϊκής εφημερίδας «Έθνος» (φύλλο 4ης Ιανουαρίου 1919, σελίδα 8η).]
  5. [Τάσος Κωστόπουλος, «Η απαγορευμένη γλώσσα», 4η έκδοση, Αθήνα 2008, σελίδες 222η-3η.
  6. [Ο αλυτρωτισμός των Σκοπίων και η προσγείωση από τη φαντασίωση.]
  7. [Δεν υπάρχει αλυτρωτισμός χωρίς αλύτρωτους πληθυσμούς. avgi.gr]
  8. [Χριστόπουλος του ΣΥΡΙΖΑ για Βόρειο Ήπειρο: Ελληνικός αλυτρωτισμός και εθνοκάθαρση]