Ανδρέας Γαλατσάνος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ανδρέας Γαλατσάνος Έλληνας ανώτατος αξιωματικός με το βαθμό του Αντιστρατήγου ε.α. των Τεθωρακισμένων [Α.Μ. 22614] που ως Αντισυνταγματάρχης συμμετείχε στο επαναστατικό κίνημα της 21ης Απριλίου 1967, διατέλεσε Β' Υπαρχηγός του Αρχηγείου Στρατού και στις 25 Νοεμβρίου 1973 διορίστηκε Αρχηγός Στρατού από τον Δημήτριο Ιωαννίδη, θέση στην οποία παρέμεινε έως τις 19 Αυγούστου 1974 οπότε και αποστρατεύθηκε, γεννήθηκε το 1919 στη Σκόπελο και πέθανε το 1991 στην Αθήνα.

Ήταν έγγαμος.

Ανδρέας Γαλατσάνος

Βιογραφία

Η καταγωγή της οικογένειας Γαλατσάνου είναι από την Μακεδονία, ειδικότερα από το χωριό Γαλάτιστα όπου το αρχικό επώνυμο της ήταν Αθανασίου. Πρόγονος του Ανδρέα ήταν ο Δημήτριος Αθανασίου ή Γαλατσάνος, επώνυμο που πήρε λόγω της καταγωγής του, γεννήθηκε το 1792 στη Γαλάτιστα [1] και αργότερα εγκαταστάθηκε στην Σκόπελο. Πατέρας του Ανδρέα ήταν ο Δημήτριος Γαλατσάνος, ενώ αδελφός του ήταν ο Άγγελος Γαλατσάνος [2], Υπολοχαγός του Πυροβολικού που δολοφονήθηκε [3] το 1943 από κομμουνιστικές συμμορίες. Ο Ανδρέας παρακολούθησε τα μαθήματα της βασικής και της Μέσης εκπαιδεύσεως στη γενέτειρα του.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Μετά από επιτυχείς εξετάσεις ο Γαλατσάνος εισήχθη και φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε λίγο καιρό πριν τον πόλεμο του 1940 με το βαθμό του Ανθυπιλάρχου του Ιππικού. Συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940-41 ως Διμοιρίτης Έφιππης Ίλης. Στην διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα εντάχθηκε στις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών (Ε.Ο.Ε.Α.), αρχικά ως Διμοιρίτης και εν συνεχεία ως Διοικητής Λόχου και Διοικητής Τάγματος. Το 1943 προήχθη σε υπίλαρχο. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, σε μία από τις οποίες τραυματίστηκε τον Ιούλιος 1944. Το 1946 προήχθη στο βαθμό του Ίλαρχου. Κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις της περιόδου του συμμοριτοπολέμου, από το 1946 μέχρι τον Αύγουστο του 1949, υπηρέτησε ως Διοικητής Ίλης Αναγνωρίσεως και Διοικητής Ίλης Αρμάτων και προτάθηκε να προαχθεί «επ' ανδραγαθία». Το 1951 προήχθη σε Επίλαρχο και στη συνέχεια υπηρέτησε τον περισσότερο χρόνο ως Διοικητής Μονάδων Τεθωρακισμένων, καθώς και ως Εκπαιδευτής και Διοικητής του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων (Κ.Ε.Τ.Θ.).

Συμπλήρωσε την στρατιωτική του εκπαίδευση στην Σχολή Τεθωρακισμένων (Εφαρμογής-Ανωτέρων), στη Σχολή Συνεργασίας Αεροπορίας-Στρατού, στην Σχολή Πεζικού και στην Σχολή Ειδικών Όπλων Ένοπλων Δυνάμεων (Σ.Ε.Ο.Ε.Δ.), ενώ αποφοίτησε και από την Ανωτέρα Σχολή Πολέμου. Στις 27 Οκτωβρίου του 1958 προήχθη στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη [4] και στις 10 Ιουνίου 1967 στο βαθμό του Συνταγματάρχη [5]. Μετά το αποτυχημένο κίνημα του τότε Βασιλιά Κωνσταντίνου Β', οι φανατικοί αντιβασιλικοί αξιωματικοί, μεταξύ τους και ο Γαλατσάνος, έσπευσαν να καθαιρέσουν τις φωτογραφίες του βασιλέως από τα γραφεία τους, στη συνέχεια όμως δόθηκε εντολή από τον Γεώργιο Παπαδόπουλο να αναρτηθούν εκ νέου. Σύμφωνα µε δημοσίευμα, όταν κατά τη διάρκεια επιθεωρήσεως του Αντιστράτηγου Οδυσσέως Αγγελή εκείνες ακριβώς τις ημέρες στου Γουδί, ο αρχηγός του Γ.Ε.Σ. ζήτησε εξηγήσεις από τον διοικητή του Συγκροτήματος Τεθωρακισμένων για την απουσία φωτογραφιών του Κωνσταντίνου Β', ο τότε Συνταγματάρχης Γαλατσάνος του απήντησε: «Εγώ, κύριε αρχηγέ τις κατέβασα αφού εξήγησα στους αξιωματικούς µου γιατί πρέπει να κατέβουν. Τώρα πρέπει να έρθει άλλος διοικητής για να τους εξηγήσει γιατί πρέπει να ανέβουν». Στην επιμονή του Αγγελή, που συνέχισε να τον παρατηρεί για απειθαρχία παρουσία τρίτων, ο Γαλατσάνος φέρεται πως αντέδρασε «θέτοντας σε ετοιμότητα ένα ουλαμό αρμάτων». Τελικώς, µε τη μεσολάβηση των Παπαδόπουλου και Παττακού, το επεισόδιο θεωρήθηκε λήξαν [6].

Tο 1970 ο Γαλατσάνος προήχθη στο βαθμό του Ταξιάρχου και στη συνέχεια διατέλεσε Καθηγητής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Διευθυντής του 3ου Επιτελικού Γραφείου της ΙΧ Μεραρχίας, Επιτελάρχης της 2ας Διοικήσεως Μάχης, Διοικητής της Διοικήσεως Ιππικού-Τεθωρακισμένων του Γ' Σώματος Στρατού, Επιτελάρχης και Διοικητής της XX Τεθωρακισμένης Μεραρχίας. Στις 2 Ιουλίου 1971 προήχθη στο βαθμό του Υποστρατήγου [7] και τοποθετήθηκε Β' Υπαρχηγός του Αρχηγείου Στρατού ενώ στις 23 Αυγούστου του 1973 του ανατέθηκε η Διοίκηση [8] του Β' Σώματος Στρατού.

Αρχηγός Στρατού

Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και η κυβέρνηση του Σπύρου Μαρκεζίνη ανατράπηκαν τα μεσάνυχτα της 25ης Νοεμβρίου 1973 από κίνημα στρατιωτικών καθοδηγούμενων από τον Ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη. Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας διορίστηκε ο Στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης και σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο. Το ξημέρωμα εκείνης της ημέρας ο Γαλατσάνος προήχθη στο βαθμό του Αντιστρατήγου και διορίστηκε Αρχηγός Στρατού [9] όπου διαδέχθηκε τον Αντιστράτηγο Μιχαήλ Μαστραντώνη. Οι εκλογές που είχαν προκηρυχθεί για την 10η Φεβρουαρίου του 1974 ακυρώθηκαν και την ίδια ημέρα τοποθετήθηκαν στην ηγεσία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων οι:

Τα ξημερώματα της 21ης Ιουλίου 1974, την ώρα που η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο ήταν σε εξέλιξη, το Πολεμικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του Στρατηγού και προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Φαίδωνα Γκιζίκη, και τη συμμετοχή του πρωθυπουργού Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου και του ταξίαρχου Δημήτριου Ιωαννίδη, διέταξε τους:

  • Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο,
  • Αρχηγό Στρατού αντιστράτηγο Ανδρέα Γαλατσάνο,
  • Αρχηγό Ναυτικού αντιναύαρχο Πέτρο Αραπάκη και
  • Αρχηγό Αεροπορίας πτέραρχο Αλέξανδρο Παπανικολάου

να κηρύξουν Γενική Επιστράτευση και να προχωρήσουν στην άμεση ενίσχυση της Άμυνας της Κύπρου. Το πρωί της 21ης Ιουλίου ο Στρατηγός Μπονάνος συγκάλεσε σύσκεψη στο γραφείο του με τους αρχηγούς των τριών κλάδων στους οποίους ανακοίνωσε ότι αποφασίσθηκε η κήρυξη πολέμου κατά της Τουρκίας. Παράλληλα συμφωνήθηκε όπως:

α) μια Μοίρα Καταδρομών πλήρως εξοπλισμένη θα μεταφερόταν αεροπορικώς από τη Σούδα στη Λευκωσία, β) τρία υπερσύγχρονα υποβρύχια θα έπλεαν στην Κύπρο σε μια προσπάθεια παρακωλύσεως της αποβάσεως των Τούρκων, γ) το πλήρως εξοπλισμένο 573 Τάγμα Πεζικού με 550 Κύπριους εθελοντές θα μεταφερόταν με το επιταγμένο οχηματαγωγό πλοίο «Ρέθυμνο», δ) να εμπλακούν από αέρος τα 30 υπερσύγχρονα αεροπλάνα τύπου Fantom που μόλις είχαν παραληφθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Κανένας από τους Αρχηγούς Όπλων, ούτε ο Γαλατσάνος, δεν έφερε αντίρρηση στα μέτρα, που ήταν αυτονόητα και επιβάλλονταν, όμως από τις τέσσερις διαταγές, πλην της αποστολής μιας Μοίρας Καταδρομών, καμία άλλη δεν πραγματοποιήθηκε.

Πολιτειακή μεταβολή

Γράφει [10] ο Στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος: «Όταν εμείναμε μόνοι οι τέσσαρες (σ.σ. δηλαδή ο Μπονάνος και οι αρχηγοί των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων) ήλεγξα αν παρακολουθούμεθα από κάποιον και όταν εβεβαιώθην ότι αυτό δεν συνέβαινε, τους είπα να καθίσουν. Επίστευα ότι είχεν έλθη η ώρα να υλοποιήσω το σχέδιον που από καιρόν εσκεπτόμην. Να πολιτικοποιήσω το καθεστώς και να απομακρύνω τας Ενόπλους Δυνάμεις από την ευθύνην της διακυβερνήσεως της χώρας και την φθοράν της αναμείξεώς των με έργα άσχετα με την αποστολήν των. Αλλ΄ είχα ανάγκην και της συμφώνου γνώμης των άλλων Αρχηγών. Τας απόψεις μου βεβαίως τας εγνώριζαν όλοι, αφού άλλωστε δεν τας απέκρυπτα και τας είχα αναπτύξει κατ' επανάληψιν εις συγκεντρώσεις αξιωματικών. Επηκολούθησε λοιπόν μεταξύ μας η ακόλουθος συνομιλία, την οποίαν μεταφέρω εδώ μαγνητοφωνικώς και κατά λέξιν:
- Αρχηγός προς Γαλατσάνον:
- Ανδρέα, ελέγχεις τον Στρατόν;
- Μάλιστα.
- Εάν διατάξεις οτιδήποτε, θα εκτελεσθή;
- Μάλιστα. ...{...}...

Τότε ηγέρθην της θέσεώς μου και αντήλλαξα χειραψίαν με έναν έκαστον χωριστά, λέγων: Αυτή η χειραψία είναι η επισφράγισις ενός συμβολαίου τιμής μεταξύ μας. Ουδείς όμως πρέπει να λάβει γνώσιν των αποφάσεών μας, διότι οι μηχανισμοί του Ιωαννίδη παραμένουν ισχυροί ακόμη. Να αναμένετε τας διαταγάς μου».

Στις 22 Ιουλίου ο Γαλατσάνος και οι άλλοι τρεις ανώτατοι αξιωματικοί του στρατεύματος, Γρηγόριος Μπονάνος, Πέτρος Αραπάκης, Αλέξανδρος Παπανικολάου, που, μαζί με τον Δημήτριο Ιωαννίδη, σχεδίασαν και υλοποίησαν την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ', συμμετείχαν σε σύσκεψη υπό την προεδρία του Φαίδωνα Γκιζίκη. O Υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Χένρι Κίσινγκερ, ήδη από το βράδυ της 22ας Ιουλίου είχε γνωστοποιήσει ότι «ενδεχομένως τη στιγμή αυτή πραγματοποιείται πολιτική μεταβολή» [11] στην Ελλάδα. Στις 2 μετά το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου συνεκλήθη τελικώς η σύσκεψη των πολιτικών, υπό τον Γκιζίκη, στο γραφείο του στη Βουλή κατά την οποία παρέδωσαν την εξουσία στην αποκαλούμενη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Ο Γαλατσάνος διατηρήθηκε στη θέση του Αρχηγού από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και μετά την 24 Ιουλίου 1974. Ο Γαλατσάνος, όπως ο Φαίδων Γκιζίκης και οι τρεις άλλοι ανώτατοι αξιωματικοί, παρέμειναν στις θέσεις τους και χειρίσθηκαν την πρώτη αλλά και τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής. Σύμφωνα με τα έγγραφα που περιέχονται στο πόρισμα της Ελληνικής Βουλής για τον Φάκελλο της Κύπρου καλούσαν τον Καραμανλή να μην αντιδράσει στρατιωτικά, όπως και έγινε. Ο Γαλατσάνος, όπως και οι Γκιζίκης, Μπονάνος, Αραπάκης και Παπανικολάου, αποστρατεύτηκε [12] στις 19 Αυγούστου 1974 με βαθμό επί τιμή, απολαμβάνοντας τη σύνταξη και όλα τα προνόμια των συνταξιούχων στρατιωτικών, ως να εκτέλεσαν τα καθήκοντα τους με άριστο τρόπο [13]. Τον Γαλατσάνο διαδέχθηκε ο Αντιστράτηγος Ιωάννης Ντάβος.

Διακρίσεις

Ο Γαλατσάνος τιμήθηκε:

  • με Χρυσό Αριστείο Ανδρείας (δύο φορές)
  • καθώς και με όλα τα προβλεπόμενα παράσημα και μετάλλια, αντίστοιχα του βαθμού του και των θέσεων που κατείχε.

Μνήμη Ανδρέα Γαλατσάνου

Στις 8 Νοεμβρίου 1974 ο εθνικιστής δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Αλφαντάκης κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά [14] [15] σε βάρος του Γαλατσάνου και άλλων προσώπων τα οποία κατονόμασε για τις παραλείψεις τους την περίοδο της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Σύμφωνα με την απόρρητη έκθεση του Αλέξανδρου Παπανικολάου προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ο Γαλατσάνος στη σύσκεψη της Κυριακής 21 Ιουλίου 1974 απάντησε σε σχετικό ερώτημα «....ότι και ο Στρατός Ξηράς δεν ήτο ακόμη έτοιμος προς πόλεμον. Αι δυνάμεις μας, προσέθεσεν, και τα τεθωρακισμένα μας δεν έφτασαν ακόμη εις τον Έβρον, η επιστράτευσις τελεί εν εξελίξει και απαιτούνται τουλάχιστον τρεις εισέτι ημέραι δια να ευρεθώμεν εν πλήτη ετοιμότητι. Ούτος δεν συνεφώνησεν προς την άποψιν της καταφυγής εις σύρραξιν. Την αυτήν θέσιν και μάλιστα εις έντονον τόνον, υπεστήριξεν και ο Α' υπαρχηγός Αρχηγείου Στρατού, αντιστράτητος Επιτήδειος...» [16].

Ο τότε πρωθυπουργός Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος στο βιβλίο του «Η μαρτυρία ενός πρωθυπουργού» [17] αναφέρει ότι στη σύσκεψη που συγκλήθηκε το μεσημέρι της 21ης Ιουλίου 1974, στο γραφείο του Προέδρου και Στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη στην οποία συμμετείχαν εκτός του ίδιου και οι Ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, αρχηγός ΑΕΔ Αντιστράτηγος Γρηγόριος Μπονάνος, Αντιστράτηγος Ανδρέας Γαλατσάνος, αρχηγός ΓΕΣ, Αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, αρχηγός ΓΕΑ, Αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, αρχηγός ΓΕΝ, αποφασίστηκε ομόφωνα η προσβολή της τουρκικής αποβατικής δυνάμεως από δύο υποβρύχια και σμήνος μαχητικών αεροσκαφών «Fantom». Επιπλέον υποστηρίζει ότι οι αρχηγοί των επιτελείων, δηλαδή οι Μπονάνος, Γαλατσάνος, Παπανικολάου και Αραπάκης δεν εξετέλεσαν τις εντολές του πολεμικού συμβουλίου και υπάκουσαν στις υποδείξεις των Αμερικανών και πως σε επαφή με τη C.I.A., μεθόδευσαν την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος και την επιβολή ως πρωθυπουργού του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το 1975 ο Γαλατσάνος υπήρξε ένας από τους κατηγορούμενους για τον θάνατο του στρατιώτη Θωμά Ροΐδη, ύστερα από μήνυση [18] των γονέων του στρατιώτη, θάνατος που συνέβη στο Κέντρο Τεθωρακισμένων στου Γουδή.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Ο Δημήτριος Αθανασίου πολέμησε στα Μαδεμοχώρια, στο Άγιο Όρος και στην Κασσάνδρα. Στη συνέχεια κατέφυγε στη νότιο Ελλάδα και με βάση τη Σκόπελο συνέχισε τον αγώνα υπό τον Κριεζιώτη και Διαμαντή Ολύμπιο το 1822 στα Βρυσάκια, στα Τριαλά, στα Δερβενάκια, το 1823 στο Τρίκερι, στη Σκιάθο, στα Χανιά και στο Ρέθυμνο και στη Γραμβούσα, το 1824 στην Ύδρα με τον Χατζηηλία, το 1825 στο Νεόκαστρο υπό τον Χατζηχρήστο, όπου πληγώθηκε στο αριστερό χέρι, το ίδιο έτος στην Κόρινθο με τον Σωτηράκη και στην Αθήνα με το Γκούρα, το 1826 στην Αταλάντη κατά του Μουστάμπεη, στον Πειραιά και στην Αθήνα και πάλι στο Τρίκερι το 1827]. Το 1828 κατατάχτηκε αρχικά ως στρατιώτης στη Δ εκατονταρχία της Ζ χιλιαρχίας υπό τον Στέριο Βασδέκη, το ίδιο έτος προβιβάστηκε σε δωδέκαρχο.]
  2. [O Υπολοχαγός (ΠΒ) Άγγελος Γαλατσάνος του Δημητρίου, γεννήθηκε το 1911 στην Σκόπελο Μαγνησίας. Εκτελέσθηκε από κομμουνιστές συμμορίτες, λόγω της ιδιότητάς του ως Αξιωματικού, στις 28 Νοεμβρίου 1943, στο Κλίτσι Φιλιατών.]
  3. Οι εκτελεσθέντες υπό των ΕΛΑΣιτών Αξιωματικοί. Εφημερίδα «Εμπρός», Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 1945, σελίδα 2η.
  4. Προαγωγαί Αξιωματικών του Στρατού. Εφημερίδα «Μακεδονία», Τρίτη 28 Οκτωβρίου 1958, σελίδα 5η.
  5. Νέαι προαγωγαί Αξιωματικών όπλων και Σωμάτων Εφημερίδα «Μακεδονία», Κυριακή 11 Ιουνίου 1967, σελίδα 12η.
  6. [Εφημερίδα «Το Βήμα», 17 Νοεμβρίου 1976.]
  7. Προαγωγαί ανωτάτων και ανωτέρων αξιωματικών του Στρατού. Εφημερίδα «Μακεδονία», 3 Ιουλίου 1971, σελίδα 9η.
  8. Μεταβολαί στην Ανωτάτη ηγεσία του Στρατού Εφημερίδα «Μακεδονία», 23 Αυγούστου 1973, σελίδα 1η.]
  9. ∆ιατελέσαντες Α/ΓΕΣ κατά το χρονικό διάστηµα από το έτος 1901 έως 2017.
  10. [Γρηγόριος Μπονάνος, «Η Αλήθεια», Αθήνα 1986, σελίδα 271η.]
  11. [Σπύρου Μαρκεζίνη «Σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδος«, Γ' τόμος εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα 1994, σελίδα 233η.]
  12. Απεστρατεύθησαν οι Μπονάνος, Γαλατσάνος και άλλοι οκτώ Στρατηγοί Εφημερίδα «Μακεδονία», 20 Αυγούστου 1974, σελίδα 1η.
  13. [Ο Φαίδων Γκιζίκης διατήρησε τη θέση του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας μέχρι τις 18 Δεκεμβρίου του 1974, ο Ανδρέας Γαλατσάνος παρέμεινε Αρχηγός ΓΕΣ μέχρι τις 19 Αυγούστου 1974, ο Αλέξανδρος Παπανικολάου παρέμεινε Αρχηγός Αεροπορίας μέχρι τις 23 Ιανουαρίου του 1975 και ο Πέτρος Αραπάκης στη θέση του Αρχηγού του Ναυτικού μέχρι τις 8 Ιανουαρίου 1975.]
  14. Τα εκτελεστικά όργανα της προδοσίας. Εφημερίδα «Συναγερμός», Παρασκευή 22 Ιουλίου 1983, τεύχος 9ο.
  15. Μηνυτήριος Εξώδικος Αναγγελία-Ενώπιον Πάσης Αρμοδίας Αρχής Γεώργιος Αλφαντάκης, 8 Νοεμβρίου 1974.
  16. Η απόρρητη έκθεσις του Παπανικολάου. Εφημερίδα «Μακεδονία», 26 Ιουνίου 1975, σελίδα 7η.
  17. «Η μαρτυρία ενός πρωθυπουργού», Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, Αθήνα 1993.
  18. [Στις 6 Ιουνίου 1975, η Ολομέλεια του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών άσκησε δίωξη για τον θάνατο του στρατιώτη Θωμά Ροΐδη που συνέβη επτά χρόνια νωρίτερα. Η δίωξη βασίστηκε σε μήνυση που υπέβαλαν ο Χαρίλαος και η Μάρθα Ροΐδη κατά αγνώστων. Ο 21 χρόνων στρατιώτης Θωμάς Ροΐδης κατατάχθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1967 και τον Ιανουάριο του 1968 υπηρετούσε στην 4η Ίλη του Συγκροτήματος Τεθωρακισμένων, στου Γουδί, µε διοικητή τον Ανδρέα Γαλατσάνο. Σύµφωνα µε τους γονείς ο γιος τους το «εφονεύθη από πυροβόλον όπλον περί την 2αν πρωινήν ώραν της 21 Ιανουαρίου 1968», ενώ δεν τους επιτράπηκε καν να πλησιάσουν το φέρετρο κατά την ταφή στο Γ' Νεκροταφείο. Οι γονείς υποστήριξαν ότι πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων ότι εκείνη την νύκτα (Σάββατο 20 προς Κυριακή 21 Ιανουαρίου) αντηλλάγησαν πυροβολισμοί στο στρατόπεδο και ότι υπήρξαν συνολικά έξι νεκροί(ένας ανθυπολοχαγός από την Κρήτη και πέντε στρατιώτες), οι οποίοι φέρονταν ότι ανήκαν (ή κατηγορήθηκαν ότι ανήκαν) σε οργάνωση «αντιφρονούντων» κατά του καθεστώτος. Η νεκροψία από το 401 ΓΣΝΑ αναφέρει ως αιτία θανάτου «οξείας μορφής μηνιγγίτιδα» (υπογράφει ο ανθυπίατρος Κωνσταντίνος Γερασιμίδης). Ο πατέρας του νεκρού ισχυρίστηκε ότι επισκέφθηκε τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, που τον παρέπεμψε στον Στυλιανό Παττακό που δεν του έδωσε ξεκάθαρη απάντηση. Η δίωξη ασκήθηκε από το Συμβούλιο Εφετών κατά αγνώστων φυσικών αυτουργών και κατά των Γεώργιου Παπαδόπουλου, Στυλιανού Παττακού και Ανδρέα Γαλατσάνου για ηθική αυτουργία. Η υπόθεση ανατέθηκε στον εφέτη ανακριτή Ευάγγελο Καραµαγκιόλη, ο οποίος τη διερευνούσε ως τον Ιανουάριο του 1976, τελικώς όμως η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.] Εφημερίδες: «Το Βήμα», «Ριζοσπάστης», «Μακεδονία» & «Τα Νέα», 7 Ιουνίου 1975, «Ριζοσπάστης», 8 Νοεμβρίου 1975, «Ελευθεροτυπία», 25 Ιανουαρίου 1976, «Ριζοσπάστης», 3 Σεπτεμβρίου 1976.