Γεώργιος Μπάκος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Μπάκος, Έλληνας εθνικιστής ανώτατος αξιωματικός του Στρατού ξηράς, που έφτασε στο βαθμό του υποστρατήγου, γεννήθηκε το 1892 στην περιοχή της Μάνης του νομού Λακωνίας και δολοφονήθηκε, αφού υπέστη φρικτό βασανισμό από κομμουνιστές αντάρτες, στις 6 Ιανουαρίου 1945 στο χωριό Στεφάνη, που ως το 1927 ονομάζονταν Κρώρα, των Δερβενοχωρίων στις βόρειες πλαγιές της Πάρνηθας στο νομό Βοιωτίας.

Γεώργιος Μπάκος

Βιογραφία

Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων κι αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού. Συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, στη Μικρασιατική εκστρατεία και ως διοικητής της 3ης Μεραρχίας, η οποία ανήκε στο 6ο Σύνταγμα Πεζικού, στον πόλεμο του 1940, ήταν ο νικητής του Τεπελενίου, της Κλεισούρας και ο εκπορθητής της Τρεμπεσίνας.

Συνθηκολόγηση

Στις 15 Απριλίου 1941 ο τότε υποστράτηγος Μπάκος σε αναφορά του προς το Γενικό Στρατηγείο, τόνιζε, ότι «...ή δημιουργηθείσα κατάστασις θα επιφέρη αναποφεύκτως άδοξον διάλυσιν τοϋ στρατού ης δεν είναι άξιος. Άπασα ιεραρχία Σώματος Στρατού προτείνει ως μόνην απομένουσαν λύσιν ανακωχήν μετά Γερμανών επί όρου μη εισόδω Ιταλών εις ελληνικόν έδαφος..», όμως η απάντηση του Αλέξανδρου Παπάγου ήταν αρνητική και καθώς είχαν ξεσπάσει κρούσματα απειθαρχίας, έδωσε εντολή να τυφεκίζονται όσοι λιποτακτούν. Σε τηλεγράφημα του που διάβασε, στις δύο το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής 18 Απριλίου 1941, στο Πολεμικό Συμβούλιο που συγκλήθηκε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», ο υφυπουργός Νίκος Παπαδήμας, έγραψε στην Ελληνική κυβέρνηση, «..Ανέφερα επανειλημμένως και αναφέρω μετά παρρησίας, ότι κατάστασις εξελίσσεται ραγδαίως επί τα χείρω. Διαρροή, ανυπακοή, εγκατάλειψις αξιωματικών επιτείνεται παρ’ όλα τα ληφθέντα μέτρα και τυφεκισμούς. Εξορκίζω υμάς εν ονόματι του Θεού λάβετε άμεσον απόφασιν ίνα μη θρηνήσωμεν ερείπια άνευ προηγουμένου. Οιοςδήποτε νομίζει ότι δύναται να φέρη τον σταυρόν του μαρτυρίου ικανώτερος ημών, ας ορθολογισθή και ας έλθη να κλαύση την καταστροφήν, διότι τα ιδικά μας δάκρυα εστείρευσαν...»

Το βράδυ της 18ης Απριλίου, ο Μπάκος συναντήθηκε στο Καλπάκι με τους Παναγιώτη Δεμέστιχα και Σπυρίδωνα, Μητροπολίτη Ιωαννίνων και συμφώνησαν να στείλουν την επόμενη ημέρα τηλεγράφημα στην κυβέρνηση με 12ωρη προθεσμία συνθηκολογήσεως με τους Γερμανούς. Αν η απάντηση της κυβερνήσεως ήταν αρνητική, συμφώνησαν να σχηματίσουν κυβέρνηση στο Μέτσοβο και να συνθηκολογήσουν με τις γερμανικές αρχές, προκειμένου να μην παραδοθούν στις Ιταλικές δυνάμεις, όμως η συμφωνία τους δεν τηρήθηκε. Την επόμενη ημέρα ο Δεμέστιχας έστειλε στο Γενικό Επιτελείο το ακόλουθο μήνυμα, «...Λύσις καταστάσεως επείγει. Σημειούνται αντιπειθαρχικά κρούσματα. Μετά 24ωρον θα είναι αργά...».

Στις 20 Απριλίου 1941, ανήμερα του Πάσχα, ο Μπάκος σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα, εξουσιοδότησαν τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού στη Δυτική Μακεδονία και το Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, υπέγραψαν πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ, [Σεπ], Ντήτριχ, [Josef «Sepp» Dietrich], στο Βοτονάσι του Μετσόβου.

Κατοχική δράση

Μετά τη συνθηκολόγηση, μεταφέρθηκε στις 29 Απριλίου το βράδυ, με Γερμανικό στρατιωτικό αεροπλάνο από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, μαζί με τον Γεώργιο Τσολάκογλου, και στις 30 Απριλίου 1941 στις 11 το πρωί, ορκίστηκε

  • υπουργός Εθνικής Αμύνης [1], υπουργείο που συστάθηκε με συγχώνευση των αντίστοιχων Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, στην κυβέρνηση υπό το στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου, από τον αρχιμανδρίτη Νικόλαο Παπαδόπουλο, ιερέα του ναού Αγίου Γεωργίου Καρύτση, μετά την άρνηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών να τους ορκίσει κυβέρνηση.

Το διάταγμα του διορισμού και της συγκροτήσεως της κυβερνήσεως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ της 30ης Απριλίου 1941, τεύχος Α', με αριθμό 147. Παρέμεινε υπουργός για δυο χρόνια έως τις 7 Απριλίου 1943, καθώς διατηρήθηκε στη θέση του και στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου. Σύμφωνα με το στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο, δεν ήθελε να συμμετάσχει στην κυβέρνηση κι αυτό έγινε μετά από πιέσεις των αξιωματικών και προκειμένου να εξασφαλισθεί η ενότητα του σώματος. Ευθύνη του υπουργείου του ήταν να μεθοδεύσει ως προς τους εφέδρους την αποστράτευση και να μεριμνήσει για τα μόνιμα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων. Διευθυντή του υπουργείου διόρισε τον παλαιό υπασπιστή του Θρασύβουλο Τσακαλώτο, ο όποιος ένα μήνα αργότερα «..πήρε άδεια τη αιτήσει του..» και διέφυγε στη Μέση Ανατολή, ενώ στη θέση του διορίσθηκε ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Τσιγγούνης [2] πού μεταπολεμικά διατέλεσε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού.

Υπουργός Εθνικής Άμυνας

Με δική του απόφαση καταρτίσθηκε Επιτροπή [3] πού θα καταργούσε τις χαριστικές συντάξεις, απόφαση που στόχευε τα στελέχη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και με διάταγμα πού υπογράφηκε στις 19 Ιουλίου 1941 καταργήθηκε η σύνταξη των 15.000 δραχμών μηνιαίως, της χήρας του Εθνικού κυβερνήτη Ιωάννου Μεταξά πού είχε συνταξιοδοτηθεί μετά το θάνατο του συζύγου της, ενώ στη διάρκεια της θητείας του, φρόντισε για το μισθολόγιο των στρατιωτικών.

Σε συνεργασία με τον Ιωάννη Κυριακό, ανώτερο Γενικό Αρχίατρο, για τη σύσταση με το Ν.Δ. 597/1941, του νοσοκομείου Ν.Ι.Μ.Τ.Σ., [«Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού»] [4], το οποίο εγκαταστάθηκε αρχικά, στο κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται η Διεύθυνση του. Οι Μπάκος και Κυριακός άρχισαν τα θεμέλια με χρήματα δικά τους, ενώ το Νοσοκομείο άρχισε να λειτουργεί την 21 Ιανουαρίου 1942, με δύναμη 25 κλινών που σε λίγο έγιναν 75, για παθολογικούς και χειρουργικούς ασθενείς. Την ίδια εποχή προσπάθησε να βοηθήσει οικονομικά τους σπουδαστές της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, που είχαν πολεμήσει στην Κρήτη και επέστρεψαν εξαθλιωμένοι στην ηπειρωτική Ελλάδα. Πέτυχε να πραγματοποιήσει ομαλώς την αποστράτευση των εφέδρων, φρόντισε για τους νοσηλευόμενους τραυματίες οπλίτες και πολίτες, να απασχολήσει αξιωματικούς σε διάφορες δημόσιες θέσεις ή σε υπηρεσίες του Ερυθρού Σταυρού, να φροντίσει, με ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, για την επιμόρφωση των μονίμων αξιωματικών με την εγγραφή τους σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κυρίως στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, με δύο επιστολές [5] που έστειλε στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και να αποσπασθούν αξιωματικοί στη Μέση Εκπαίδευση ως καθηγητές της γυμναστικής.

Ως υπουργός Εθνικής Άμυνας, ίδρυσε

  • Ταμείο Αλληλεγγύης Αξιωματικών,
  • Ταμείο Αλληλοβοηθείας Οπλιτών Αναπήρων,
  • «Οίκο Παλαιών Πολεμιστών»,
  • «Τμήμα Στρατιωτικού» σε κάθε Δήμο και Νομαρχία,
  • «Τιμητική Φρουρά Αγνώστου Στρατιώτου», με τη μορφή ανεξαρτήτου τάγματος.

Κατέστησε

  • υποχρεωτική τη διατροφή των εκ του εξωτερικού εθελοντών,
  • την τιμητική διάκριση των αναπήρων αξιωματικών και οπλιτών, συνεπεία τραυμάτων πολέμου,

Έλαβε μέτρα για

  • τον καθορισμό συντάξεων με πνεύμα δικαιοσύνης και φρόντισε περί της καταβολής χρηματικού ποσού στις οικογενείας όσων είχαν αιχμαλωτισθεί,
  • τη διάθεση νοσοκόμου σε αναπήρους αξιωματικούς και οπλίτες, συνεπεία τραυμάτων πολέμου.

Του καταλόγισαν ευθύνη για τις νομοθετικές κυρώσεις εις βάρος των μονίμων αξιωματικών που διέφευγαν στη Μέση Ανατολή, αν και αποδεδειγμένα τα μέτρα δεν εφαρμόζονταν, και η καταβολή των μισθών και των συντάξεων στις οικογένειές τους. Κατηγορήθηκε [6] επίσης, ότι προσπάθησε να δημιουργήσει και πρότεινε στο υπουργικό συμβούλιο να δημιουργηθεί μια αντικομμουνιστική «κυανόλευκη μεραρχία» στην οποία θα συμμετείχαν Έλληνες εθελοντές, για να πολεμήσουν στο ρωσικό μέτωπο με τους Γερμανούς. Ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Τσολάκογλου, που αγνοούσε όπως δήλωσε αργότερα την ενέργεια του υπουργού του, πίστευε ότι το εγχείρημα ήταν «...λυπηρόν και όσο και λίαν εγκληματικόν...» και με τη συνδρομή του αρχηγού της Χωροφυλακής υποστράτηγου Ντάκου, προσπάθησε να ματαιώσει τη δημιουργία και την αποστολή της Μεραρχίας, για την οποία είχαν εγγραφεί 2.000 άνδρες μόνο στη Θεσσαλονίκη, ενώ στην Αθήνα είχαν ετοιμασθεί 200 αιτήσεις για τη συγκρότηση της. Ανάλογη προσπάθεια είχε αναλάβει ο Σπύρος Στεροδήμος, ως επικεφαλής της οργανώσεως «Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση», γνωστή με τα αρχικά Ε.Σ.Π.Ο., προκειμένου να συγκροτήσει σώμα εθελοντών για το Ανατολικό Μέτωπο.

Σύμφωνα με το στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο, που ήταν επιτελάρχης του στο Β' Σώμα Στρατού, ο Μπάκος ήταν μαχητικός αντικομουνιστής και ο πλέον γερμανόφιλος της κυβερνήσεως του Γεωργίου Τσολάκογλου. Πίστευε ως σχεδόν σίγουρη τη νίκη της Γερμανίας κι υποστήριζε ότι η «κυανόλευκη μεραρχία» θα ήταν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο στα χέρια της Ελλάδας, ενώ η γερμανική κατοχή θα γινόταν ηπιότερη και ζήτησε κατάλογο των αξιωματικών για να τον παραδώσει στο αρμόδιο γερμανικό γραφείο. Ως τις αρχές του 21ου αιώνα δεν υπάρχει ολοκληρωμένη έρευνα για το έργο που πραγματοποίησε ως υπουργός Εθνικής Άμυνας, όμως υπάρχουν θετικές αναφορές για ορισμένες πτυχές του.

Το τέλος του

Το πρώτο δικαστήριο δοσιλόγων έγινε τον Δεκέμβριο του 1944, όμως οι κομμουνιστές αντάρτες θεώρησαν ότι οι δίκες αργούσαν και θα ήταν παρωδία. Στις 18 Δεκεμβρίου 1944, στη διάρκεια της κομμουνιστικής ανταρσίας, την περίοδο των Δεκεμβριανών, οι πολιτοφύλακες της Ο.Π.Λ.Α. του Ε.Λ.Α.Σ., [Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός], επιτέθηκαν και εισέβαλαν στις ανδρικές και γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, αφού κατάφεραν να ανατινάξουν τμήμα του μαντρότοιχου που υπήρχε γύρω από το χώρο. Η φρουρά έδωσε μάχη και κατόρθωσε να φυγαδεύσει τον Γεώργιο Τσολάκογλου, όμως οι αντάρτες συνέλαβαν 100–130 κρατούμενους, μεταξύ τους και το Μπάκο, ο οποίος κρατούνταν εκεί εν όψει της δίκης του. Οδηγήθηκε ως όμηρος σε περιοχή της Πάρνηθας όπου, αφού καταδικάστηκε σε θάνατο από λαϊκό δικαστήριο έπειτα από δίκη-παρωδία, εκτελέστηκε με φρικώδη τρόπο. Οι κομμουνιστές αντάρτες τον έδεσαν από τα πόδια σε δυο άλογα τα οποία έτρεχαν αντίθετα και τον έσκισαν στη μέση, ενώ το πτώμα του βρέθηκε διαμελισμένο σε ένα πηγάδι στον Ασπρόπυργο. Το όνομα του Μπάκου περιλαμβάνεται μεταξύ των εγκληματιών πολέμου των καταλόγων της δίκης της Νυρεμβέργης.

Παραπομπές

  1. Κυβέρνησις ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  2. [Σύμφωνα με το αρχείο του Αλέξανδρου Τσιγγούνη, τότε συνταγματάρχη και διοικητή του 34ου Συντάγματος Πεζικού της 8ης Μεραρχίας Πεζικού, ο Τσιγγούνης κατηγορήθηκε από τον Κατσιμήτρο ότι στις 21 Απριλίου 1941, εγκατέλειψε τη θέση του στην Κακκαβιά επειδή λιποψύχησε απέναντι στους Γερμανούς. Το 1942 ο Τσιγγούνης υπέβαλε μήνυση κατά του Κατσιμήτρου, ενώ ακολούθησε πειθαρχική δίωξη του Τσιγγούνη, όπως προκύπτει από το υλικό του αρχείου του και τελικά τιμωρήθηκε τον Φεβρουάριο του 1943 με 20ήμερη κράτηση εξ’ αιτίας απρεπών εκφράσεων που περιλάμβανε στην απολογία του για τον Κατσιμήτρο. Στο αρχείο του Τσιγγούνη που φυλάσσεται στο Ε.Λ.Ι.Α., στον υποφάκελο 1, υπάρχει η μήνυση κατά του Κατσιμήτρου, καθώς και αναφορές, αλληλογραφία με Υπουργείο Στρατιωτικών, αντίγραφα πολεμικών εκθέσεων του Τσιγγούνη και το σχέδιο της απολογίας του.]
  3. [Την επιτροπή αποτελούσαν, Πρόεδρος ο Αγαμέμνων Μεταξάς υποστράτηγος, αναπληρωτής πρόεδρος ο συνταγματάρχης πεζικού Ε. Λιόσης, μέλη οι συνταγματάρχες Ιωάννης Ράϊκος, Σ. Κιτριλλάκης, Ηλίας Γλυφής καί Φ. Παπαχαραλάμπους]
  4. «Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού»
  5. Από το Έπος στα θρανία Locandiera.gr
  6. [Στη διάρκεια της δίκης των «δοσιλόγων» υπουργών, η οποία διεξήχθη μετά τη δολοφονία του στρατηγού Μπάκου, ο μάρτυρας Ορέστης Παπαπαναγιώτου, τότε μέλος του προεδρείου της Ενώσεως Εφέδρων Αξιωματικών, κατέθεσε ότι τον Ιούνιο του 1941 το προεδρείο, με τη μεσολάβηση του τότε υπουργού Χαράλαμπου Κατσιμήτρου, έγινε δεκτό σε μία από τις συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου για να αναπτύξει μερικά αιτήματα των εφέδρων αξιωματικών και να διορισθούν δημόσιοι υπάλληλοι για να ζήσουν. Όπως κατέθεσε ο μάρτυρας, «...Εκεί άκουσα....τον στρατηγό Μπάκο να τους καλεί να πλαισιώσουν μία λεγεώνα η οποία θα πολεμήσει βοηθώντας τους Γερμανούς κατά των Ρώσων. Τη σύσταση αυτή του Μπάκου, την υποστήριξαν οι Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος και Σωτήριος Γκοτζαμάνης, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν...»]