Γεώργιος Προκοπίου

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Προκοπίου, Έλληνας εθνικιστής, ζωγράφος που υπήρξε κατεξοχήν στρατιωτικός και πολεμικός καλλιτέχνης [1], που χαρακτηρίστηκε ως «ο τελευταίος ποιητής της Mεγάλης Iδέας», φωτογράφος και κινηματογραφιστής, στενός φίλος του Παύλου Μελά και προσωπικός ζωγράφος του αυτοκράτορα Μενελίκ της Αιθιοπίας, ένας από τους σημαντικούς ζωγράφους του Μεσοπολέμου, γεννήθηκε το 1876 στη συνοικία Βουρνόβα [2] της Σμύρνης στην Μικρά Ασία και πέθανε από καρδιακή ανακοπή, στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου, στις 20 Δεκεμβρίου 1940 ενώ μεταφέρονταν από το Αργυρόκαστρο στο Τεπελένι, στη Βόρειο Ήπειρο. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου πραγματοποιήθηκε η κηδεία του, στο Α' νεκροταφείο, και του αποδόθηκαν τιμές Συνταγματάρχου εν ενεργεία.

Το 1906 ο Προκοπίου παντρεύτηκε με τη Λούλα κόρη του Άγγελου Φασιλή και από το γάμο του απέκτησε δύο γιους, τους Ανδρέα και Άγγελο Προκοπίου

Γεώργιος Προκοπίου
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1876
Τόπος: Βουρνόβας, Σμύρνη
(Μικρά Ασία)
Θάνατος: 20 Δεκεμβρίου 1940
Τόπος: Αργυρόκαστρο (Βόρειος Ήπειρος)
Σύζυγος: Λούλα Άγγ. Φασιλή-Προκοπίου
Τέκνα: Ανδρέας & Άγγελος Προκοπίου
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Ζωγράφος, φωτογράφος
κινηματογραφιστής

Βιογραφία

Μια Αγγλίδα δασκάλα, που ζούσε στη Σμύρνη και ήταν ζωγράφος, διέκρινε το ταλέντο του νεαρού Γιώργου Προκοπίου και του μετέδωσε τις πρώτες γνώσεις ζωγραφικής. Ο Γιώργος το 1895 έγινε δεκτός και σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, όπου θήτευσε κοντά στους Γεώργιο Ροϊλό και Νικηφόρο Λύτρα και αποφοίτησε το 1901, ενώ συνέχισε τις σπουδές του στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι αλλά και στη Βιέννη και το Μόναχο. Μόλις επέστρεψε στη Σμύρνη δημιούργησε εργαστήριο και διοργάνωσε εκθέσεις ζωγραφικής, όμως συνέχισε να ταξιδεύει στην Αθήνα, όπου προσπαθούσε να βαδίσει το δρόμο της καλλιτεχνικής του καταξιώσεως με την βοήθεια κάποιων πολύ καλών του φίλων, μεταξύ τους και ο Σπύρος Μερκούρης, ο τότε δήμαρχος της πόλεως των Αθηνών, που είχε διαθέσει ένα μικρό χώρο τον οποίο ο Προκοπίου χρησιμοποιούσε ταυτοχρόνως ως κατοικία και καλλιτεχνικό εργαστήριο.

Αυτοκρατορικός προσωπογράφος

Το 1903 στη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Αίγυπτο, μαζί με τον αδελφό του Σωκράτη Προκοπίου, στο Κάϊρο και την Αλεξάνδρεια όπου φιλοτέχνησε τα πορτρέτα πλούσιων ομογενών, γνώρισε τον Έλληνα εθνικιστή ανθυπολοχαγό Παύλο Μελά ο οποίος τον σύστησε σε έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο της Αβησσυνίας [Αιθιοπία], που με την σειρά του τον προσκάλεσε στην αυλή του αυτοκράτορα Μενελίκ Α' στην Αντίς Αμπέμπα. Ο Προκοπίου ταξίδεψε για πενήντα μέρες με καραβάνι και γνωρίστηκε με σημαντικούς ανθρώπους της αυλής και καθώς εκείνη την περίοδο, ο αυτοκράτορας έψαχνε έναν ζωγράφο για να φιλοτεχνήσει την προσωπογραφία του ο Σμυρνιός ζωγράφος, μετά από διεθνή διαγωνισμό προσωπογραφίας και κρίθηκε πως ήταν ο πλέον κατάλληλος, ζωγραφίζοντας κατ' αρχήν τον εξάδελφό του Ντετράς Ντεσσάμα και τον Ελβετό σύμβουλό του Αλφρέδο Ιλγκ. «Ο πόθος ν΄ αποκτήσω τη μεγάλη τιμή, να φτιάσω την εικόνα της Μεγαλειότητός του» είπε ο Προκοπίου «μ΄ έκαμε να λησμονήσω και οικογένεια και κόπους. Το όνειρό μου να επιτύχω τη δόξα να κάνω εγώ πρώτος την εικόνα του μεγάλου αυτοκράτορος της Αβησσυνίας». Ο Προκοπίου υπηρέτησε ως ζωγράφος της Αυτοκρατορικής Αυλής και δημιούργησε πολλά έργα για τη βασιλική οικογένεια, πριν επιστρέψει αρχικά στην Αθήνα και το 1906 στη Σμύρνη. Έκτοτε έζησε μεταξύ Αθηνών και Σμύρνης, ερχόμενος ενδιάμεσα σε επαφή με τις τέχνες της φωτογραφίας και της κινηματογραφήσεως, που βρίσκονταν τότε στα σπάργανα.

Στρατιωτικός ζωγράφος

Κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων ο Προκοπίου παρακολούθησε διάφορες συγκρούσεις όπως και μόλις ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος όταν επιδόθηκε στην απεικόνιση των στρατιωτικών συγκρούσεων. Το 1918 όταν ο Ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Μικρά Ασία, ο αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, ανέθεσε στον Προκοπίου την κάλυψη της μικρασιατικής εκστρατείας, καθώς κανένας Έλληνας ζωγράφος δεν είχε ακολουθήσει τα Ελληνικά στρατεύματα. Τον επόμενο χρόνο ο Προκοπίου φιλοτέχνησε μεγάλη προσωπογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου σε μετάξι, η οποία τοποθετήθηκε στην προκυμαία της Σμύρνης. Ο Προκοπίου ακολουθούσε τους στρατιώτες στις μάχες και συχνά έμενε εκτεθειμένος στα εχθρικά πυρά. Ο τότε Συνταγματάρχης Γεώργιος Κονδύλης, που αναγκάστηκε να θέσει υπό περιορισμό τον Προκοπίου, γράφει στις 3 Μαΐου του 1920: «Η Διοίκησις του τομέως στις Σάρδεις, επανειλημμένως ηναγκάσθη να λάβη μέτρα περιοριστικά της τόλμης του εμπνευσμένου εραστού της τέχνης κατά τας υπερβολάς εις ας ετρέπετο εν τη προσπάθεια του να συλλαβή και αυτάς τας κινήσεις του πυροβολούντος εχθρού».

Στις μάχες του Ελμαλί και στο Εσκί-Σεχίρ τον γνώρισε και ο Νικόλαος Πλαστήρας που γράφει στις 10 Ιουλίου του 1921: «... περιτρέχων και αυτάς τας εγγυτέρας προς τον εχθρόν γραμμάς των ακροβολιστών, ευρεθείς πολλάκις εν μέσω διαρρηγνυομένων οβίδων και βροχής σφαιρών, ίνα αποτύπωση φευγαλέα ηρωικά επεισόδια δυνάμενα ν’ αποδοθώσιν εις την αιωνιότητα μόνον διά του χρωστήρος, χειριζόμενου υπό τόσον τολμηρού και ριψοκίνδυνου όσον και επιδέξιου καλλιτέχνου». Το φωτογραφικό του εργαστήριο στη Σμύρνη, ήταν τόσο καλά οργανωμένο που χρησιμοποιήθηκε από το Τουρκικό στρατιωτικό Επιτελείο. Στην κατάρρευση του μετώπου στην Μικρά Ασία ο Προκοπίου κινηματογράφησε την καταστροφή και την πυρπόληση της Σμύρνης από τους στρατιώτες του Κεμάλ, ενώ ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε το Σεπτέμβριο του 1922 και καταδικάστηκε σε θάνατο από Τουρκικό στρατοδικείο. Ο Προκοπίου κατάφερε να διαφύγει, μαζί με όλη του την οικογένεια και την καλλιτεχνική του περιουσία, με την βοήθεια ενός γείτονα του, Τούρκου αξιωματικού και του Γάλλου πρόξενου που του έδωσε την άμαξα του.

Η οικογένεια Προκοπίου μπήκε σε μια ατμάκατο και τα Χριστούγεννα του 1922 έφτασε στον Πειραιά και στη συνέχεια στην Αθήνα, όπου ο Γεώργιος δημιούργησε εργαστήριο ζωγραφικής επί της οδού Νικηφόρου Θεοτόκη και συνέχισε την δραστηριότητα του. Το 1923 παρουσίασε στις αίθουσες της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, τους περίπου 70 πίνακες που έφερε από το Μέτωπο της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα Αθηναϊκών εφημερίδων [3] το έργο του προκάλεσε το ενδιαφέρον ακόμη και του τότε πρωθυπουργού: «Χθες το απόγευμα ο πρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Βενιζέλος συνοδευόμενος υπό των υπουργών κκ. Γόντικα και Βουρλούμη, των υφυπουργών Παπαδάτου και Δοξιάδου και άλλων πολιτικών προσώπων επεσκέφθη την έκθεσιν του ζωγράφου κ. Γ. Προκοπίου εις την αίθουσα «Παρνασσός». Ο κ. Πρόεδρος παρέμεινε αρκετήν ώραν εν τη αιθούση της εκθέσεως περιεργαζόμενος με πολύ ενδιαφέρον τους πίνακας του σμυρναίου καλλιτέχνου και αφού τον συνεχάρη θερμότατα διά το πολυσύνθετον ιστορικόν έργον του, διά τ' αρχαία και θαυμαστά μνημεία, τα τοπία της Ελλάδος και τα επιτυχή πορτραίτα, ηγόρασε εν τέλει τον «Σαλπιγκτή» από την σειράν των ιστορικών έργων, ως ανάμνησιν της εξαιρετικής αυτής εργασίας, η οποία τιμά την ελληνικήν τέχνην και ψυχήν». Σταδιακά οι εκθέσεις του Προκοπίου, είτε ατομικές είτε ατομικές, πολλαπλασιάζονται, ενώ συμμετείχε στην ίδρυση της Ομάδος Ελλήνων Ακαδημαϊκών Ζωγράφων. Ανάμεσα στους φίλους του εκείνης της εποχής συγκαταλέγονται προσωπικότητες των Αθηνών όπως ο Σπύρος Μερκούρης, που ήταν και παράνυμφος στον γάμο του το 1906 με τη Λούλα, ο τραπεζίτης Γιώργος Ζερβουδάκης, με τον οποίο συνεργάστηκαν σε επιχειρηματικές δραστηριότητες, ο Βικάτος, ο Ιακωβίδης, η οικογένεια του γιατρού Γερουλάνου και άλλοι γνωστοί Αθηναίοι.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος

Το 1940 με το ξέσπασμα του Ελληνοϊταλικού πολέμου ο Προκοπίου απευθύνθηκε με επιστολή του στον Ιωάννη Μεταξά και καταφέρνει, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του και παράλληλα το σοβαρό πρόβλημα υγείας που τον ταλαιπωρούσε, έπασχε από άσθμα και χρόνια βρογχίτιδα, να αποσπάσει ειδική άδεια από τον αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο, η οποία του επέτρεψε να βρεθεί για άλλη μια φορά στην πρώτη γραμμή του μετώπου στις 2 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου. Εκεί στα βουνά της Βορείου Ηπείρου, ντυμένος με στολή εκστρατείας και εξοπλισμένος με τη φωτογραφική μηχανή και την παλέτα του, βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στην πρώτη γραμμή. «Έκαμα σκίτσα και φωτογράφισα αιχμαλώτους παραδιδόμενους» γράφει στο προσωπικό του ημερολόγιο πολέμου, ο Γιώργος Προκοπίου, που δεν ακολουθούσε το Γενικό Στρατηγείο, αλλά ζούσε στο πλευρό των στρατιωτών.

Καλλιτεχνικό έργο

Το ζωγραφικό έργο του Προκοπίου χαρακτηρίζεται ως συντηρητικό, ακαδημαϊκό και ρεαλιστικό και διακρίνεται για την ενότητα του, την ευγένεια των χρωματικών τόνων και την ακρίβεια της περιγραφής. Περιλαμβάνει πολεμικές σκηνές, τις οποίες αποδίδει με διηγηματική διάθεση. Ασχολήθηκε επίσης σε μικρότερη κλίμακα με τις προσωπογραφίες και την τοπιογραφία και κατά την απεικόνιση των τοπίων προσέδιδε μεγάλη έμφαση στον χρωματισμό τους. Η παραμονή του στην Αφρική ως το 1911 του χάρισε εμπειρίες, χρώματα και εικόνες, ενώ δημιούργησε μια πλούσια συλλογή έργων τέχνης -μεταξύ τους πορτρέτα της βασιλικής Αυλής αλλά και ανώνυμων πολιτών. Παράλληλα, με μια σειρά φωτογραφιών απαθανάτισε στιγμιότυπα της καθημερινότητος στην Αφρική.

Στο έργο του περιλαμβάνονται σκίτσα, φωτογραφίες και η τελευταία ημιτελής ελαιογραφία του Αργυροκάστρου, μαζί με το τελευταίο γράμμα στη σύζυγο του Λούλα Φασιλή, που το έγραψε στο αντίσκηνό του στο μέτωπο σε θερμοκρασία 20 υπό το μηδέν. Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής διαδρομής εντάχθηκε στα ρεύματα του ρεαλισμού, του ρομαντισμού και του εμπρεσιονισμού, όμως σε κάθε περίπτωση παρέμεινε δάσκαλος της νεοελληνικής τέχνης. Το έργο του απεικονίζει τις αλλαγές της Ιστορίας και έναν ιδιαίτερο πατριωτισμό- ξεκινώντας από τη Σμύρνη πριν από την καταστροφή και φθάνοντας ως την Αθήνα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Προκοπίου παρουσίασε έργα του και σε έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών, ενώ το 1966 η γκαλερί «Μορφές» [4] οργάνωσε αναδρομική έκθεση των έργων του [5]. Εκτιμάται ότι έργα του υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλές ιδιωτικές συλλογές, ακόμη και στη συλλογή των Αγγλικών ανακτόρων.

Από τα έργα που φιλοτέχνησε στο Μέτωπο στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου διασώθηκε μόνο ένα, η ημιτελής ελαιογραφία

  • «Aργυρόκαστρο».

Ο Προκοπίου συνδύασε τη φωτογραφική γνώση και τη σκηνοθετική όραση ενός ζωγράφου. Από το Μικρασιατικό μέτωπο, τράβηξε γύρω στα 14.000 μέτρα ταινίας που καλύπτουν κυρίως την Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή. Οι τελευταίες του κινηματογραφικές λήψεις του έγιναν το 1926 στην Ελλάδα, με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, στην Παλαιό Βουλή [6]. Από το μέτωπο της Αλβανίας διασώθηκε ένας αριθμός από γυάλινες φωτογραφικές πλάκες, που περιλάμβαναν πολυπρόσωπες συνθέσεις με φαντάρους, που είχε πάρει με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει για μελλοντικούς πίνακές του, τις οποίες δεν πρόλαβε να μεταφέρει στον ζωγραφικό καμβά. Τα σημαντικότερα έργα του -μολύβια, κάρβουνα, ελαιογραφίες, με τα θέματα της ζωγραφικής που αγάπησε και μελέτησε- την προσωπογραφία, τις νεκρές φύσεις, το γυμνό και τις πολεμικές συνθέσεις, τα τεχνοκριτικά κείμενα, τις αυτοβιογραφικές του σημειώσεις, τα γράμματα και τις φωτογραφίες από τα μέτωπα των πολέμων, περιλαμβάνονται σε αναμνηστικό τόμο που εξέδωσε το 2010 η οικογένεια του, για να τιμήσει τη συμπλήρωση των 70 χρόνων από τον θάνατο του [7].

Διακρίσεις

Ο Προκοπίου, στη διάρκεια της παραμονής του στην Αιθιοπία, τιμήθηκε με τα παράσημα:

  • του Λέοντος,
  • του Σολομώντος και του
  • Αιθιοπικού Αστέρος,

ενώ το 1924 τιμήθηκε από το Ελληνική πολιτεία με το

  • Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας.

Το τέλος του

Σε γράμμα που έστειλε στη σύζυγο του, Λούλα Φασιλή, στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μία εβδομάδα πριν πεθάνει, ο Προκοπίου γράφει: «Μην ανησυχείς ούτε για εμένα ούτε για το παιδί μας. Εγώ, με τη βοήθεια της Παναγίας, κάμω τις μελέτες μου από την πραγματικότητα και ελπίζω, έπειτα από λίγες μέρες, να συμπληρώσω ό,τι χρειάζομαι για να απαθανατίσω με εικόνες το άφθαστον εις ηρωϊσμόν, πατριωτισμόν και αυτοθυσία γιγάντιον έργον του στρατού μας. Την επιθυμία μου αυτήν την βοηθάει η Παναγία που με προστάτευε και με προστατεύει εκεί που ο κίνδυνος ήτο αναπόφευκτος. Σας φιλώ όλους Γεώργιος Προκοπίου».

Πέθανε από ανακοπή καρδιάς, εξαντλημένος από τις κακουχίες των επιχειρήσεων και τις αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες. Όταν ο Προκοπίου ασθένησε, στερέωσε το τελάρο με την «καλή» πλευρά του μέσα στο καπάκι της μεγάλης κασετίνας του και με τρόπο που φαινόταν μόνον η πλάτη της ημιτελούς ελαιογραφίας «Aργυρόκαστρο», ένας σκούρος μουσαμάς. Έτσι δεν έγινε αντιληπτό από τους άγνωστους εκείνους που λεηλάτησαν τις αποσκευές του από το στρατιωτικό αυτοκίνητο που τον έφερνε, νεκρό πια, στο σπίτι του στις 21 Δεκεμβρίου 1940.

Μνήμη Προκοπίου

O Γεώργιος Προκοπίου υπήρξε ένας σπουδαίος δάσκαλος της Νεοελληνικής Τέχνης ο οποίος απαθανάτισε με το χρωστήρα και το φωτογραφικό φακό σημαντικές στιγμές της Ελληνικής ιστορίας ενώ σαγήνευσε από την τότε κοσμική κοινωνία αρχικά της Σμύρνης και στη συνέχεια των Αθηνών. Η καλλιτεχνική δραστηριότητα του επεκτάθηκε και στην κινηματογράφιση καθώς ήταν από τους πρώτους πολεμικούς οπερατέρ καταγράφοντας την Ελληνική πολεµική και πολιτική ιστορία από το 1919 ως το 1926 την περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας και Καταστροφής.

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Φτέρης γράφει [8] για την δράση του Προκοπίου στις πολεμικές αναμετρήσεις: «Ο Προκοπίου πέρασε από ημιάγριους λαούς, διέσχισε τα επικινδυνωδέστερα μέρη, επάλαισε με τεράστιες εναντιότητες, κράτησε την παλέτα του ως χιλιοκαπνισμένην σημαίαν, δίπλα από εκείνους που ορμούσαν στα εχθρικά χαρακώματα κατά την διάρκειαν του πολέμου. Επήρε στο τελάρο του το τελευταίο τίναγμα του νεκρού, το τελευταίο λάγγεμα του ματιού, τη ζέστη του αναμένου πολεμικού ουρανού, τη φλόγα του εκπυρσοκροτούντος τηλεβόλoυ- κορφολόγησεν όλο τον απαράμιλλο ανθό της ελληνικής δόξης, προτού ακόμη τον θερίση με το δρεπάνι της η μεγάλη καταστροφή. 'Έμεινε στη Σμύρνη με την καταστροφή, ο στερνός κάτοικος. Και έμεινε επίτηδες διότι είχε αναλάβει και την ευθύνην μιας τριετούς ιστορίας. Καλά, ο στρατός εσώθη, όσος κατόρθωσε να σωθεί. Αλλά εδώ πέρα έχει μείνει αιχμάλωτος η δόξα τόσων χρόνων αι πτερωταί έφοδοι, τα τραγούδια των φαντάρων, τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, οι παλιοί αξέχαστοι θρίαμβοι, τα έργα ενός ζωγράφου επάνω στα οποία το Μικρασιάτικο έπος έχει αφήσει το ηλιόφως του...».

Ο στρατηγός Κ. Μακρής γράφει για τον Προκοπίου: «...θέλω να σας μιλήσω για έναν άλλο στρατιώτη αγωνιστή, που δικαιωματικά του ανήκει ένα στεφάνι δάφνης, όχι μονάχα για όσες υπέροχες στιγμές της ζωής και της δράσης των αγωνιστών μας άρπαξε τ’ αστραφτερό του μάτι για να τις χαρίσει στην ελληνική αθανασία, αλλά και τη ζέστα, τη χαρά και τον ενθουσιασμό που σκόρπιζε η παρουσία του στις καρδιές των αγωνιστών μας. Τον γνώρισα αρκετά κι από κοντά, απάνω στο έργο του και γνώρισα την πλατειά κι ευγενικιά ψυχή του, τον παλμό και τη συγκίνηση του, παλμό και συγκίνηση αληθινού γεννημένου καλλιτέχνη. Γνώρισα ακόμη τον άδολο του πατριωτισμό, τον αγνό και πηγαίο ενθουσιασμό του και την ατέλειωτη αγάπη του για τη Μητέρα μας Ελλάδα. Γιατί ο Προκοπίου, πριν από όλα και πρώτα απ’ όλα, ήταν πατριώτης! Πατριώτης απονήρευτος, γεμάτος πίστη, γεμάτος ανιδιοτέλεια, γεμάτος ενθουσιασμό που ήξερε να τον ζωογονεί μέσα στα πλατιά στήθεια του και να τον μεταδίδει στο έργο του και να τον ακτινοβολεί στο περιβάλλον του».

Τέλος ο γιος του, ο εθνικιστής καθηγητής Άγγελος Προκοπίου, κλείνει ως εξής το ιστορικό σημείωμα για τον πατέρα του και για το θάνατο του: «...Τον θρήνησα πικρά αλλά και με καμάρι, για το τέλος που του αξίωσαν οι θεοί του πολέμου -οι θεοί του. Το πέρασμά του στη ζωή και στην τέχνη ήταν Ακριτικό, όπως και η τελευταία εικόνα της μορφής του, στην Πίνδο, μες στα χιόνια, όπου τον συνάντησα λίγο πριν πεθάνει». Προς τιμή του ονομάστηκε η «οδός Προκοπίου» στην Νέα Σμύρνη Αττικής.

Πηγή

Διαβάστε

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Τέχνη στην πρώτη γραμμή Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011 (ανακτήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2020, 13:42')]
  2. [Ο Μπουρνόβας, επίσημα Βουρνόβας, [Τουρκική ονομασία Bornova], η Πρινόβαρις των Βυζαντινών, ήταν προάστιο στα βορειοανατολικά της Σμύρνης στην Μικρά Ασία, όπου κατοικούσαν οι εύπορες οικογένειες της Σμύρνης. Παράλληλα υπήρξε η συνοικία ιδίως των Άγγλων κατοίκων της πόλεως. Η συνοικία φημιζόταν για τις ωραίες κοπέλες αλλά και τα λουλούδια της. Στις 27 Αυγούστου 1922 ο Μπουρνόβας λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε από τους Τούρκους τσέτες του Κεμάλ, ενώ δολοφονήθηκαν και πολλοί κάτοικοι του.]
  3. [Εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», φύλλο 28ης Δεκεμβρίου 1928.]
  4. [Αναμνηστική έκθεση ζωγραφικής του Γεώργιου Προκοπίου στην γκαλερί «Νέες Μορφές».]
  5. [Μια εύθυμη ιστορία από τα νεανικά χρόνια του Γ. Προκοπίου Αντιγόνη Θρεψιάδη, Περιοδικό «Εστία», τεύχος 936ο, σελίδα 969η, 1η Ιουλίου 1966.]
  6. [Οι ταινίες της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Μέρος πρώτο: Οι ταινίες του Γιώργου Προκοπίου]
  7. [Γιώργος Προκοπίου: Ζωγραφίζοντας τον Πόλεμο και την Ειρήνη]
  8. [Γεώργιος Φτέρης, εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», φύλλο 14ης Ιανουαρίου 1923.]