Παύλος Μελάς

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Παύλος Μελάς, Έλληνας εθνικιστής, κατώτερος αξιωματικός του Ελληνικού στρατού με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού, οπαδός της Μεγάλης Ιδέας του Ελληνικού Έθνους, πρωτεργάτης και ήρωας του Μακεδονικού απελευθερωτικού αγώνα γνωστός με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας κι ένας από τους κορυφαίους μακεδονομάχους, γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην πόλη της Μασσαλίας στη Νότια Γαλλία και σκοτώθηκε [1] [2] την Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 1904, σε εμπλοκή της αντάρτικης ομάδος του με τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα [3].

Ήταν παντρεμένος, από τον Οκτώβριο του 1892, με τη Ναταλία Δραγούμη-Μελά, κόρη του εθνικιστή Στέφανου Δραγούμη, αρχαιολόγου, γλωσσολόγου και πολιτικού «...από τους ζωηρότερους και ενθερμότερους οπαδούς της Εθνικής Εταιρείας» [4] που αναδείχθηκε πρωθυπουργός της Ελλάδος και αδελφή του Ίωνα Δραγούμη [5], πρωτοπόρου του Ελληνικού εθνικισμού, με την οποία είχε μεγάλη συμφωνία και στις ιδέες και στην ανατροφή [6]. Από το γάμο τους γεννήθηκαν δύο παιδιά, ο Μιχαήλ, Μίκης], αξιωματικός του Στρατού που γεννήθηκε στα μισά του 1894] και η Ζωή Ζέζα] [7], μετέπειτα σύζυγος του ιατρού-μικροβιολόγου Γεωργίου Ιωαννίδη.

Παύλος Μελάς

Βιογραφία

Οικογένεια Μελά

Ο Παύλος ήταν μέλος της ιστορικής οικογένειας Μελά που έλκει την καταγωγή της από το χωριό Παρακάλαμος Πωγωνίου της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων στην Ήπειρο, όπου ακόμα σώζονται τα ερείπια του οικογενειακού πύργου. Μέλη της οικογένειας Μελά συγκαταλέγονταν στις ισχυρότερες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και δραστηριοποιούνται στην Βασιλεύουσα πριν το 1453 και την άλωση της από τους Τούρκους. Ο Παύλος ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά του Μιχαήλ Γ. Μελά, πλούσιου εμπόρου στη Μασσαλία, και της Ελένης Βουτσινά, κόρης γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό, οι οποίοι ήρθαν στην Αθήνα το 1874, για να εγκατασταθούν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Αγόρασαν και κατοίκησαν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται σήμερα η «Αθηναϊκή Λέσχη», ενώ ζούσαν κατά διαστήματα στην Οδησσό, στο Φάληρο ή στην Κηφισιά όπου διέθεταν εξοχικό σπίτι. Αδέλφια του Παύλου ήταν ο Λέων Μ. Μελάς (Μασσαλία 1872-Αθήνα 1905), ο Κωνσταντίνος Μ. Μελάς (Μασσαλία 1874-Αθήνα 1953), ο Βασίλειος Μ. Μελάς (Αθήνα 1879-1956) και ο Γεώργιος Μ. Μελάς (Μασσαλία 1866-Λονδίνο 1931), ενώ είχε και δύο αδελφές, τη Μαρία, σύζυγο του Έκτορα Ρωμανού, αυλάρχη του πρίγκιπα Νικολάου και την Άννα Μελά, που έγινε γνωστή ως η «Μάννα του Στρατού», μετέπειτα σύζυγο του Απόστολου Παπαδόπουλου. Από τα πέντε αγόρια της οικογένειας, τρεις ήταν μόνιμοι αξιωματικοί, ένας έφεδρος, ο Γεώργιος που έφτασε ως τον βαθμό του επιλάρχου και στη συνέχεια διατέλεσε ιδιαίτερος γραμματέας του βασιλιά Κωνσταντίνου Α'. Ο Λέων ακολούθησε πολιτική καριέρα με το κόμμα του Θεόδωρου Δηλιγιάννη κι εκλέχθηκε βουλευτής Αγυιάς, ενώ μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και την αποστρατεία του εισήλθε στην πολιτική και ο Κωνσταντίνος.

Ο πατέρας του Μιχαήλ Μελάς διατέλεσε δήμαρχος Αθηνών. Ο Παύλος μαγεύτηκε από το περιβάλλον στο οποίο ανατράφηκε «.. Το περιβάλλον του σπιτιού του, η εθνική δράσις του πατέρα του..(…) Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, (….) του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μεγαλώσει ...». Το αγαπημένο βιβλίο του Παύλου ήταν ο «Γεροστάθης», που το είχε γράψει ο θείος του, αδελφός του πατέρα του, Λέων Μελάς, ενώ εξάδελφος του ήταν ο Δημήτριος Βικέλας. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει πριν καν συμμετάσχει σε αυτόν η Ελλάδα και υπογράφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας και το μόνο όφελος είναι η αμνηστία για τους αγωνιστές της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και η αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη.

Παύλος Μελάς (παιδική φωτο)

Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων

Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου ο Παύλος έλαβε μέρος στα στρατιωτικά γυμνάσια που συμμετείχαν οι μαθητές των Αθηνών κι εκεί έσπασε το πόδι του, γεγονός που του προκάλεσε απογοήτευση, όμως έτσι βρήκε χρόνο, για να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, όπου τον ώθησαν να σπουδάσει τα ιδανικά του. Το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου της Πλάκας, όπου φοίτησε μετά το Δημοτικό σχολείο «Βούλγαρη», έζησε με ένταση την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε και τον Αύγουστο του 1886 παρουσιάστηκε στις εξετάσεις, πέτυχε την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων [Σ.Σ.Ε.] [8]. Λίγο πριν τον αποχωριστούν τον Σεπτέμβριο, ο πατέρας του τον συμβουλεύει «... υποταγή στο καθήκον... Έτσι θα πάρωμε τα Γιάννενα...» [9], η μητέρα του εύχεται «...ο Θεός μαζί σου, γιέ μου...» και εισέρχεται στη σχολή που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά, όπου στις αρχές Οκτωβρίου 1886, ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις. Τότε γράφει στους γονείς του «Προχθές το πρωί έδωκα τον νενομισμένον όρκον (...)..Σας παρακαλώ σεβαστέ μου Πατέρα, να με ευχηθήτε όπως ο Θεός με βοηθήση να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου μέχρι της τελευταίας στιγμής της ζωής μου.». Τα χρόνια της Σχολής ήταν µία χρήσιμη όσο και δύσκολη δοκιμασία κι έμαθε τα του στρατού, συνήθισε τους αποχωρισμούς από τους αγαπημένους του, τις τιμωρίες στις επιθεωρήσεις, την πειθαρχία και την υπακοή στους ανωτέρους. Τον Αύγουστο του 1892 αποφοίτησε, μετά από πενταετή φοίτηση στη Στρατιωτική Σχολή.

Τους επόμενους τρεις μήνες μετά την αποφοίτηση του ο Μελάς υπηρέτησε αρχικά ως στρατιώτης και στη συνέχεια ως υπαξιωματικός, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α' Συντάγματος Πυροβολικού. Τον Αύγουστο του 1894 μετείχε στην καταστροφή των γραφείων της εφημερίδας του Βλάση Γαβριηλίδη, «Ακρόπολις», από 86 συναδέλφους του, ενοχλημένους από τα σχόλια της για τον ξυλοδαρμό ενός πολίτη από τρεις αξιωματικούς, εποχή κατά την οποία -υπενθυμίζει η Ναταλία- «εύκολα ειρωνευόταν ο κόσμος τους σπαθοφόρους». Στις 12 Νοεμβρίου 1894 ιδρύθηκε η «Εθνική Εταιρεία» [10], με σκοπό να βοηθήσει στη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ανύψωση του Εθνικού ηθικού και γίνεται ένα από τα δραστήρια μέλη της. Την ίδια περίοδο αρχίζει να τον απασχολεί η δράση και η προπαγάνδα της Βουλγαρικής Εξαρχίας στη Μακεδονία, και ο κίνδυνος εκβουλγαρισμού του ελληνικού πληθυσμού. Καθώς η Ελληνική κυβέρνηση δεν αναλάμβανε πρωτοβουλία, προσπαθεί μαζί με τους συναδέλφους του, Αλέξανδρο και Κωνσταντίνο Μαζαράκη, Γεώργιο Τσόντο, Αθανάσιο Εξαδάκτυλο, Γεώργιο Κατεχάκη, να προκαλέσουν ένοπλη αντίδραση των κατοίκων της Μακεδονίας. Το Μάιο του 1896, όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Κρήτη, υπηρετώντας στη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού, βρίσκονταν στους Μύλους του Άργους.

Ο πόλεμος του 1897

Τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897, υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο πανεπιστήμιο, όταν διατάχθηκε να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί την επόμενη μέρα αναχωρούσε Ελληνικός στρατός, για την Κρήτη. Την 1η Φεβρουαρίου πληροφορήθηκε ότι πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετούσε, ως διοικητής ουλαμού, αναχωρούσε για τη Λάρισα και στις 4 Φεβρουαρίου αναχώρησαν με πλοία από τον Πειραιά και μέσω Χαλκίδας έφτασαν στο Βόλο και σιδηροδρομικά στον προορισμό τους. Στην ίδια Πυροβολαρχία συνυπηρετούσε με τον μετέπειτα κινηματία τ΄τε Αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά. Λίγες ημέρες αργότερα ο Μελάς τέθηκε υπό περιορισμό, «..εν μέσω της πυρετώδους προετοιμασίας του πολέμου...». Γράφει σχετικά ο Σουηδός υπολοχαγός Κλέεν, «..Εγνώρισα εις τας 25 Μαρτίου τον ανθυπολοχαγόν Παύλον Μελάν. Οι συνάδελφοί του μου είπαν πρίν τον ιδώ εις το δωμάτιον, ότι ευρίσκετο εκεί, διότι είχε κάμει εκδρομήν πατριωτικήν όσον και τολμηράν εις το τουρκικό έδαφος, με σκοπόν να προπαρασκευάση τον ορθόδοξον πληθυσμόν εις ό,τι ελπίζετο να γίνη..». Στις 5 Απριλίου 1897 ο πόλεμος άρχισε και ο Μελάς στα γράμματα του αποτυπώνει τη θλίψη που νιώθει για όσα δυσάρεστα, ακολούθησαν «... Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι ... 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι...» και αργότερα «.. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις» διατυπώνοντας την ευχή αλλά και την ελπίδα «... Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φοβεράν ατιμίαν...»

Στις 6 Μαΐου το τηλεγράφημα του πατέρα του τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. «... Απεφασίσθη ανακωχή...» του γράφει ο πατέρας του κι ο Παύλος αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό, έτσι ο γιατρός τον στέλνει αρχικά στη Λαμία και στη συνέχεια στο πλωτό νοσοκομείο «Θεσσαλία», όπου συναντά τη γυναίκα του Ναταλία Μελά, η οποία υπηρετεί ως εθελοντής νοσοκόμος. Μαζί επιστρέφουν στην Αθήνα, για μόνο μια εβδομάδα και ύστερα ζητάει να μετατεθεί στην προφυλακή στη Λαμία, όπου μαθαίνει για την αρρώστια του πατέρα του. Επιστρέφει βιαστικά και δύο μέρες μετά την άφιξη του το καλοκαίρι του 1897, ο Μιχαήλ Μελάς πέθανε. Στις 5 Μαΐου 1898, άρχισε η υποχώρηση των Τούρκων από την περιοχή της Θεσσαλίας. Οι στιγμές μένουν χαραγμένες στο μυαλό του Μελά που γράφει «... ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους ...».

Μακεδονικός αγώνας

Ο Π. Μελάς με τα παιδιά του

Με την λήξη του πολέμου του 1897 και σε κακή ψυχολογική κατάσταση ο Παύλος Μελάς επέστρεψε στην Αθήνα. Έμεινε αξύριστος εκδηλώνοντας το πένθος του για το χαμό του πατέρα του, αλλά και την εθνική ντροπή της ήττας στον πόλεμο. Ήταν ευερέθιστος και γεμάτος θυμό, ενώ σκεπτόταν ακόμα και την παραίτηση από τον στρατό. Έφθασε να «είναι υβριστικός» προς την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, κι άλλαζε διάθεση µόνο όταν σκεφτόταν τους υπόδουλους Έλληνες της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Έως το 1903 ο Μελάς προετοιμάζονταν, μάθαινε Βουλγαρικά, αγόραζε χάρτες, συναναστρεφόταν Μακεδόνες που βρίσκονταν στην Αθήνα, ενημέρωνε τους άλλους αξιωματικούς για όσα συνέβαιναν, ενώ έκανε εράνους για αγορά οπλισμού για την Μακεδονία και συμμετείχε ως μέλος στην μυστική «Εθνική Εταιρεία», μαζί με τον Λοχαγό Αλέξανδρο Κοντούλη, φίλο του κουνιάδου του Ίωνα Δραγούμη και συχνό επισκέπτη της οικογένειας του πεθερού του Στέφανου Δραγούμη. Στις 3 Ιουλίου του 1903 ο Μελάς κάλεσε σε μονομαχία με μάρτυρες τον τον δικηγόρο Λεοντίου, σύμφωνα με δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1904, την παραμονή της πρώτης εξόδου του στη Μακεδονία, ο Παύλος επισκέφθηκε και προσκύνησε στον τάφο του πατέρα του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου τον συνόδευσε η κουνιάδα του Ευφροσύνη (Έφη) Δραγούμη, σύζυγος του Ιωάννη Καλλέργη. Όπως γράφει ο ίδιος στις ημερολογιακές του σημειώσεις: «...Εις την οδόν Σταδίου συναντώ την Δανάην Καλλέργην. Εξ αυτού συμπεραίνω ότι και η Έφη θα είνε εις του πενθερού μου. Διά να με ιδή, σπεύδω προς τα εκεί διά να μη φύγη. ...{...}... Την συναντώ εις του Μαυρομιχάλη εμπρός. Κατέρχομαι της αμάξης και της λέγω ότι πηγαίνω εις το νεκροταφείον. Μου προτείνει να έλθη μαζί, διότι θέλει να υπάγει εις της θείας Ελίζας τον τάφον. Η καρδιά της είνε αγγελική, περισσότερον πονεί διά τους άλλους παρά διά τον εαυτόν της. Τας ημέρας αυτάς είνε πολύ λυπημένη και καταβεβλημένη, διότι με λυπείται. Πολύ ολίγον μου ομιλεί κατά την διάρκειαν της εις το νεκροταφείον μεταβάσεώς της, αλλ’ αισθάνομαι τι αισθάνεται. Εκεί χωρίζομεν. Εγώ πηγαίνω εις του πατρός μου το μνήμα και αυτή τον ιδικόν τους. ...{...}... Κόπτω ολίγους μενεξέδες εκ του τάφου του. Κρατώ μερικούς και δίδω τους άλλους εις την Έφην».

1η αποστολή

Το Φεβρουάριο του 1904, ο Μελάς στο δρόμο του για τη Μακεδονία πέρασε από τη τη Θεσσαλία και στα Τρίκαλα κατέλυσε στο σπίτι της οικογένειας Αναγνωστιάδη στην περιοχή Βαρούσι. Αναχωρώντας για την αποσολή του τον ακολούθησαν οι δεκανείς του 5ου Συντάγματος Γιαννίκας και Αλαμανής. Ο Μελάς πέρασε για πρώτη φορά, τα σύνορα με τη Μακεδονία, μαζί με τον Αλέξανδρο Κοντούλη, τον Αναστάσιο Παπούλα και τον Γεώργιο Κολοκοτρώνη, αρχικά με το επιχειρησιακό ψευδώνυμο «Παύλος Δέδες» και από τον Αύγουστο του 1904, ως «Μίκης Ζέζας ή Ζέσας», από τα ονόματα των δύο παιδιών του Μίκη και της Ζωής-Ζέζας. Σκοπός τους ήταν να μελετήσουν την κατάσταση και να εισηγηθούν μέτρα για ένοπλο αγώνα και η αποστολή έγινε με Κυβερνητική εντολή. Γράφει στο σημειωματάριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 1904, «... Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου...».

Στις 8 Μαρτίου συμπληρώνει σε επιστολή του «...Ναι, Νάτα μου, επιστεύσαμεν όλοι, με όλην την ψυχήν μας, ότι ο Θεός εκείνην την στιγμήν ευλόγει το έργον μας …[…] και, χωρίς να το εννοήσωμεν σχεδόν, εβαδίσαμεν επί 9 ώρας, έκαστος φέρων βάρος 15-20 οκάδων. [..…..]. Το ψύχος είναι δριμύτατον. Τα πόδια μας παγωμένα, διότι η πυκνοτάτη δρόσος επάγωσε και περιπατούμεν επί πάγου. ...[...]... Εν τούτοις είναι περίεργον ότι τα βασανιστήριά μας τώρα μόνον τα ενθυμούμεθα. Όταν τα υφιστάμεθα, ο νους μας όλων ήτο εις την Μακεδονίαν!». Την Τρίτη 16 Μαρτίου 1904 γράφει από τη Ρούλια, το χωριό όπου γεννήθηκε ο Μακεδονομάχος Καπετάν Κώττας, στην σύζυγο του: «...Ενώ εκοιμώμεθα, έρχεται ο Κώττας και μας λέγει ότι έφθασαν, κατόπιν προσκλήσεώς του, τρεις προύχοντες από το Πισοδέρι. Μας φιλούν συγκινημένοι. Κατ’ αρχάς είναι συνεσταλμένοι και προσεκτικοί, αλλά ολίγον κατ’ ολίγον μας ανοίγουν την καρδιάν τους. Τότε βλέπομεν πόσον ενθουσιασμόν κλείουν εις τα στήθη των όλοι αυτοί οι πατριώται τους οποίους ουδέποτε οι επίσημοί μας ηδυνήθησαν να γνωρίσουν. Όλοι αυτοί οι επίσημοι επερίμεναν να ιδούν τίποτε μουρλούς να βγουν στους δρόμους και να φωνάζουν. Τους έβλεπαν σιωπηλούς εξ επιβεβλημένης ανάγκης και τους εχαρακτήριζαν ως αδιαφόρους ή επαμφοτερίζοντας. Προ ολίγου εις τας Αθήνας ένας επίσημος μου έλεγεν ότι κατόπιν των πληροφοριών των Προξένων αμφέβαλλεν ότι θα εύρωμεν 30-40 ανθρώπους προθύμους να μας βοηθήσουν...».

Ακούραστος εργάζεται μέρα-νύχτα για την επιτυχία της αποστολής του, όμως ο Ίωνας Δραγούμης τον πληροφορεί με επιστολή του ότι «... Η τουρκική πρεσβεία, μαθούσα την παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τα πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Όπως διασκεδασθώσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαίον νά επιστρέψη προσωρινώς ο κ. Μελάς τουλάχιστον...». Αρχικά αρνείται να υπακούσει, όμως ο Αλέξανδρος Κοντούλης τον πείθει και τελικά στις 29 Μαρτίου 1904, Δευτέρα του Πάσχα, ο Μελάς επέστρεψε στην Αθήνα, όπου στις 28 Μαΐου του ίδιοy χρόνου, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, κάλεσε σε μονομαχία τον συνταξιδιώτη του στη Μακεδονία, Γεώργιο Κολοκοτρώνη.

2η αποστολή

Τέλος Ιουνίου του 1904, κάτοικοι της Κοζάνης επισκέπτονται τον Μελά και του ζητούν να μεσολαβήσει ώστε να σταλούν Έλληνες αξιωματικοί, οι οποίοι θα αναλάβουν να διευθύνουν και να οργανώσουν συστηματικά την άμυνα τους. Στις 9 Ιουλίου με άδεια 20 ημερών, ανέλαβε την ευθύνη και ξεκίνησε το δεύτερο ταξίδι του προς τη Μακεδονία. Στις 17 Ιουλίου του ίδιου έτους, από τη Λάρισα, έγραψε επιστολή [11] στον επιστήθιο φίλο του, τότε λοχαγό Αλέξανδρο Κοντούλη, στην οποία διαφαίνεται ξεκάθαρα και με ενάργεια η απόφασή του να πεθάνει προς χάρη της Μακεδονίας. Έφτασε στη Μακεδονία στις 19 Ιουλίου, ως ζωέμπορος με το όνομα «Πέτρος Δέδες», αρχικά στην Κοζάνη, όμως περιόδευσε ως τη Σιάτιστα, όπου συνάντησε τοπικούς αρχηγούς και αγωνιστές και σε όλη τη διάρκεια της παρουσίας του, συναλλάσσονταν στις αγορές, προσπαθώντας να διατηρήσει κρυφή την ταυτότητά του.

Στις 22 Ιουλίου εκείνου του χρόνου γράφει στον Μελά η κουνιάδα του Ευφροσύνη Καλλέργη: «Παυλάκι μου το πρωί όταν έφυγες είχα την πεποίθησιν ότι θα περάσης από το σπήτι να μας σφυρίξης, αλλά αν και από τας 4½ επερίμενα εις το παράθυρον μόνον κατά τας 5 και 10 ήκουσα εις την ησυχίαν της πρωίας τον μακρινόν τροχασμόν του αλόγου σου, έως ότου εχάθη από την ακοήν μου. Είχα μεγάλην διάθεσιν να έλθω και να σε αποχαιρετήσω και να σε ευχηθώ, αλλά η δευτέρα σκέψις όπως πάντοτε ενήργησε επί το λογικώτερον. Αι ευχαί μου σε ακολουθούν πάντοτε ως και η αγάπη μου». Ο Μελάς στη Θεσσαλονίκη συναντήθηκε με τον Έλληνα πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά και συνεννοήθηκε μαζί του για την κλιμάκωση του ανταρτοπολέμου εναντίον των κομιτατζήδων. Η εικοσαήμερη άδεια του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτηση του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Έτσι αναγκάζεται να επιστρέψει ικανοποιημένος, αποφασισμένος να ξαναγυρίσει. Ο Μελάς έφτασε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου, κι αφού εξέθεσε στον Πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταση, ζήτησε άδεια να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, προκειμένου να επιστρέψει εκ νέου στην Μακεδονία και να πολεμήσει.

3η αποστολή

Στις 18 Αυγούστου 1904, ο Μελάς αποχωρίζεται την οικογένεια του για τρίτη φορά. Στα γράμματά του στη Ναταλία περιγράφει τις δυσκολίες που συναντά:«...Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία και ακόμη τριγυρίζομεν περί την Σαμαρίναν, ενώ κάθε ημέρα που περνά και πολύτιμος καιρός χαμένος είναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει....(...)... Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι, οδηγόν δέν έχομεν, το έδαφος δεν το γνωρίζομεν! (...) Βρέχει δυνατά και ακατάπαυστα... από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβαίνας, την οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. Πεινώμεν φοβερά ...{...}... Ημείς, τα όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από την βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς...». «Ένας φίλος μου», γράφει το Σάββατο 21 Αυγούστου 1904 ο Mελάς στη σύζυγό του Nαταλία, «ο ανθυπολοχαγός Λούφας, ο οποίος μού παρέχει άσυλο από της αφίξεώς μου, ηθέλησε να κάμω την φωτογραφία μου. Συγκατατέθην εις τούτο. Σου στέλλω σήμερον το πρώτον αντίτυπον, αλλ’ υπό τον όρον να μην ιδή το φως της ημέρας. Αν πέσω εκεί, ας είναι μια ανάμνησις εις σε και τα παιδάκια μου». Mε στολή «αντάρτη» απαθανάτισε τον Παύλο Μελά ο Λαρισαίος φωτογράφος Γεράσιμος Δαφνόπουλος. Eίναι η τελευταία και έμελλε να γίνει η πιο διάσημη φωτογραφία του μέσα από τις αναπαραγωγές σε καρτ-ποστάλ, αφίσες, ζωγραφικά πορτρέτα και εμβλήματα.

Ο Μελάς αφού πέρασε τα σύνορα από τη μεριά της Κοζάνης, όπου είχε επαφές με τους εκπροσώπους της τοπικής οργανώσεως για τη συγκρότηση ομάδων αυτοάμυνας των κατοίκων, φτάνει στη Μακεδονία με 27 ή 35 άνδρες, Μακεδόνες, Κρητικούς και Λάκωνες, διορισμένος από το «Μακεδονικό Κομιτάτο» στις 28 Αυγούστου 1904, ως αρχηγός των σωμάτων Μοναστηρίου–Καστοριάς, με το ψευδώνυμο «Καπετάν Μίκης Ζέζας». Με επιστολή απευθύνεται στη γυναίκα του, θυμάται τα παιδιά του και δεν ξεχνά την οικογένεια Οικογένεια Δραγούμη, «Χαίρε, αγάπη μου, μη με σκέπτεσαι πλέον εμένα, αλλ’ ευχήσου δια την επιτυχίαν της αγίας αποστολής μας. Φίλησε την μητέρα μου και τους αδελφούς μου, ως επίσης όλην την αγίαν ελληνικήν και χριστιανικήν οικογένειάν σου…..Τα παιδιά φιλώ και ευλογώ».

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1904 βρίσκεται στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Με σημαντικές προφυλάξεις, καθώς καιροφυλακτούν τουρκικά αποσπάσματα, βαδίζουν προς την Καστοριά, την οποία επισκέπτεται νύχτα και συναντιέται με το Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη, ο οποίος έλεγε σε γνωστό του «Όπου να ‘ναι φτάνουν από κάτω και Ελληνικά σώματα. Κρητικοί και Μανιάτες. Θα δεις κάθε κλαδί και παλικάρι» και φιλοξενείται με τους άνδρες του στη Μονή Τσιριλόβου. Αναλαμβάνει δράση στην Καστοριά και τα Βιτόλια, οργανώνει την άμυνα των περιοχών, εκφοβίζει τους Βουλγάρους και επαναφέρει πληθυσμούς, που είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία. Με ορμητήριο τα χωριά Λιγκοβάνη και Λέχοβο άρχισε εξοντωτικό πόλεμο κατά των Βουλγάρων, ενώ συγχρόνως καταδιωκόταν από τον τουρκικό στρατό. Συχνά αντιμετωπίζει την απροθυμία των κατοίκων, που τη γεννά ο φόβος, αλλά τους δικαιολογεί και γράφει «... Έχουν και δίκαιον οι δυστυχείς και πολλάκις μου υπενθυμίζουν την από ημάς εγκατάλειψίν των την άνοιξιν ...» αλλά και τις καιρικές συνθήκες, καθώς βρέχει συνεχώς για 23 ημέρες.

Το τέλος του [12]

Παύλος Μελάς (Αναγγελία θανάτου)

Στις 12 Οκτωβρίου, ύστερα από αποτυχημένη επιδρομή στο σλαβόφωνο χωριό Νερέτ [σημερινός Πολυπόταμος], ο Μελάς και η ομάδα του κατευθύνθηκε στα Στάτιστα, χωριό τότε πλειοψηφικά σλαβόφωνο. Η δύναμη των ανταρτών του πλησίαζε τα 50 άτομα και στις 13 Οκτωβρίου βαδίζοντας να συναντήσει τους οπλαρχηγούς Π. Κύρου και Ευθύμιο Καούδη, σταμάτησε στο χωριό Στάτιστα, ή Σιάτιστα για να ξεκουράσει τους άνδρες του, παρά τις αντιρρήσεις του Νίκου Πύρζα, που του επισήμανε ότι στο χωριό υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, καθώς είχε προηγηθεί η αναμέτρηση στον Πολυπόταμο [Νερέτ], κι έψαχνε ένα ήσυχο μέρος για να ξεκουραστεί με τους αντάρτες του. Ο κομιτατζής Μήτρο Βλάχος θέλοντας να παγιδεύσει την ομάδα των Ελλήνων ειδοποίησε τον τουρκικό στρατό μέσω τρίτων πως στο χωριό βρισκόταν ο ίδιος και έφυγε. Οι Τούρκοι ειδοποιημένοι επιτέθηκαν. Σ’ ένα διάλειμμα της μάχης, την ώρα που είχε αρχίσει να νυχτώνει, ο Μελάς βγήκε να βεβαιωθεί ότι το Τουρκικό απόσπασμα έφυγε και μια σφαίρα τον πέτυχε στην οσφυακή χώρα. Μπήκε ξανά στο σπίτι και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα είπε, όπως καταγράφει ο Πύρζας σε αντίγραφο του ημερολογίου του που φυλάσσεται στο αρχείο του Μουσείου Μπενάκη: «...έβγαλεν τον σταυρόν του από τον λαιμόν, μου είπεν τον σταυρόν να τον δώσεις εις την γυναίκα μου και το τουφέκι όπως σου είπα του Μίκη, το κωνσταντινάτο εις την Έφην [13] να το δώσης και να ειπής ότι το καθήκον μου έκαμα...».

Ήταν νύχτα της Τετάρτης και ο Μελάς, για περισσότερη από μισή ώρα, αιμορραγούσε, παιδεύονταν από δυνατούς πόνους, παρακαλούσε να τον σκοτώσουν. Άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια του φίλου του, Γεώργιου Στρατινάκη. Ο Έλληνας προξένος του Μοναστηρίου τηλεγράφησε στο Υπουργείο Εξωτερικών «.. Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον... εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε.»

Ο δάσκαλος Βασίλειος Αγοραστός, υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου, σε γράμμα που απέστειλε [14] στον Ίωνα Δραγούμη, αναφέρει ότι εκτελώντας εντολή του προξενείου πήγε στο Πισοδέρι, για να φροντίσει τις συνθήκες του ενταφιασμού. Αμέσως ξεκίνησε προσπάθεια για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων η σορός του Μελά, καθώς οι Τούρκοι δεν γνώριζαν το όνομα του νεκρού αξιωματικού. Όμως οι κάτοικοι της Σιάτιστας τον είχαν ενταφιάσει και έστειλε τον αντάρτη Ντίνα Στεργίου μεταμφιεσμένο, για να παραλάβει και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του Παύλου. Οι κάτοικοι, κινδυνεύοντας από τουρκικό απόσπασμα και για να αποφύγουν τη σύλληψη, έκοψαν το κεφάλι του, ξανάθαψαν το σώμα και ο Στεργίου κατόρθωσε να διαφύγει έχοντας το σε σακίδιο, και να φθάσει στο Ζέλοβο. Στις 18 Οκτωβρίου 1904, τον έθαψαν στο χώρο μπροστά από την Ωραία Πύλη, στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, στο Πισοδέρι της Φλώρινας. Οι Τούρκοι ανακάλυψαν και με ισχυρές πιέσεις, παρέδωσαν το ακέφαλο σώμα του στο μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη, που το κήδεψε και το ενταφίασε στον περίβολο του Βυζαντινού ναού των Ταξιαρχών. Στις 10 Αυγούστου του 1950, μεταφέρθηκε και η κεφαλή και έτσι όλο το σκήνωμα του βρίσκεται στην Καστοριά, όπου ύστερα από δική της επιθυμία τάφηκε και η σύζυγος του Ναταλία Μελά-Δραγούμη.

Μνήμη Παύλου Μελά

Η είδηση του θανάτου του έφτασε στην Αθήνα στις 18 Oκτωβρίου, και στις 22 Oκτωβρίου τελέστηκε μνημόσυνο στο Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, όπου και εκφωνήθηκε ποίημα από τον ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιο, βουλευτή της επαρχίας Mήλου. Στην πρωινή εφημερίδα «Αθήναι», του Γεωργίου Πωπ, δημοσιεύτηκε, στις 21 Oκτωβρίου, το ποίημα του μαθηματικού Θρασύβουλου Zωιόπουλου, που έγινε γνωστός με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Στέφανος Δάφνης. Την ημέρα του μνημόσυνου, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, χρονογράφος στη σατιρική εφημερίδα «Σκριπ», δημοσίευσε το ποίημά του, «Παύλος Mελάς», τον οποίο χαρακτήρισε κοινωνικό επαναστάτη, στρεφόμενο εναντίον της κυβερνήσεως, που αδρανούσε μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897, ενώ στις 25 Οκτωβρίου, ο Κωστής Παλαμάς δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ακρόπολις», ως επιμνημόσυνο εγκώμιο για τον Mελά, «Δέκα στίχους», με προμετωπίδα τον στίχο «Kαλύτερα οδηγεί ένα καντήλι τάφου...» από το ποίημα του Παπαντωνίου.

Ο λαός μας τίμησε με κάθε τρόπο τη θυσία του Μελά και η μνήμη του αποτυπώθηκε στα δημώδη της εποχής, ένα από τα οποία αναφέρει,
«Ποιός είν’ άξιος κι άγλήγορος, άξιος και παλληκάρι
για να διαβή τα σύνορα,
να πάη στην Αθήνα
να πάει να πει της Παύλαινας, της μικροπαντρεμένης,
να μη αλλάξει τη Λαμπρή, φλουριά να μη φορέσει.
Τόν Παύλο τον σκοτώσανε, μεσ' στη Mακεδονία.
Μαύρα πουλιά τον τρώγανε, τ’ άσπρα τον τραγουδούνε

Ο θάνατος του αποτέλεσε πηγή εθνικού φρονηματισμού για μια σειρά από αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού μεταξύ τους ο τότε υπολοχαγός Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης που το Μάρτιο του 1906 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης λίγο καιρό αργότερα γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, αδελφό της γυναίκας του Μελά και τότε πρόξενο της Ελλάδος στο Δεδέαγατς, με τον οποίο έγιναν επιστήθιοι φίλοι. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης διατήρησε τους στενούς φιλικούς δεσμούς του με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, με την οικογένεια του Ίωνα Δραγούμη, αλλά και με τη Ναταλία Δραγούμη, σύζυγο του Παύλου Μελά, ως το τέλος της ζωής του.

Το όνομα του Μελά περιλαμβάνεται μεταξύ των ονομάτων των επιφανών Ελλήνων Τεκτόνων [15] ως μέλος της στοάς «Αθηνά». Το 2014 κυκλοφόρησε ένα λεύκωμα 130 σελίδων από το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, με τον τίτλο: «Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του», το οποίο αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της μορφής του, περιγράφει το οικογενειακό, κοινωνικό, ιδεολογικό περιβάλλον της εποχής δράσεως του. Επίσης, μετά από παραχώρηση της Ναταλίας Ιωαννίδη –εγγονής του Παύλου Μελά, κόρη της κόρης του Ζωής, δημοσιοποιήθηκαν για πρώτη φορά 112 φωτογραφίες από το προσωπικό της αρχείο καθώς και τα 51 έντυπα και χειρόγραφα τεκμήρια, που παραχώρησε στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα της Θεσσαλονίκης για την έκδοση αλλά και την έκθεση τους και παρέμειναν στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα έως τις 7 Ιανουαρίου 2015, όπου λειτουργούσε έκθεση τεκμηρίων.

Έγραψαν

Ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης έγραψε ότι ο Μελάς αντιπροσωπεύει

«όλην την ιδεολογικήν δύναμιν του αγώνος», ενώ ο

Διονύσιος Κόκκινος ότι

«Ο Μακεδονικός αγών υπήρξεν υπόθεσις ολοκλήρου του ελληνικού λαού, αλλ’ όπως συμβαίνει πάντοτε, ανεδείχθησαν κατά την διάρκειάν του ηγετικαί μορφαί, αι οποίαι δια των ενεργειών των ή της θυσίας των έδωσαν βαθύτερον περιεχόμενον εις αυτόν. Μεταξύ των ηγετικών αυτών μορφών διακρίνονται ο Ίων Δραγούμης και ο Παύλος Μελάς»,

Ο Ίων Δραγούμης λέει

«Ο Μελάς .... με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, που ήταν τυφλοί ως τότε, είδαν».

Τον Ιούλιο του 1905, συντριμμένος και γεμάτος ενοχές ο Ίων Δραγούμης, αφηγείτο στην Πηνελόπη Δέλτα όσα άγρια συνέβησαν στα βουνά της Μακεδονίας. «Εγώ είμαι η αιτία που σκοτώθηκε ο Παύλος. Εγώ τον φώναξα», της εξομολογήθηκε. Πρωτοδιόριστος ο Δραγούμης, το 1902, στο ελληνικό Γενικό Προξενείο στο Μοναστήρι, εργαζόταν με πάθος για την οργάνωση του αγώνα εναντίον των Βουλγάρων. Τότε, είχε γράψει στον Μελά: «Είσαι ο μεγαλύτερος πατριώτης που ξέρω, έλα να βοηθήσεις.»

Tο 1907, ο Δραγούμης εξέδωσε, με το ψευδώνυμο «Ίδας», το βιβλίο

  • «Μαρτύρων και ηρώων αίμα», όπου ξεχειλίζει η οδύνη για «τον θάνατο του παλικαριού».
Ο Κωστής Παλαμάς στο έργο του «Πολιτεία και Μοναξιά», τον αποχαιρέτισε με τους στίχους
Παύλος Μελάς (Το σπίτι που σκοτώθηκε)

«Σε κλαίει λαός. Πάντα χλωρό
να σειέται το χορτάρι,
στον τόπο που σε πλάγιασε
το βόλι, ω παλικάρι.

Πανάλαφρος ο ύπνος σου
του Απρίλη τα πουλιά
σαν του σπιτιού σου να τ΄ακούς
λογάκια και φιλιά.
και να σου φτάνουν
του σκληρού χειμώνα οι καταρράχτες
σαν τουφεκιού αστραπόβροντα

και σαν πολέμου κράχτες. Πλατιά του ονείρου μας η γη
και απόμακρη και γέρνεις
εκεί και σβεις γοργά Ιερή στιγμή.
Σαν πιο πλατειά
τη δείχνεις, και τη φέρνεις
σαν πιο κοντά!»
Οι στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Γιάννη Σπανό και τραγουδήθηκαν από τη Δήμητρα Γαλάνη, τη δεκαετία του 1980, στην ταινία «Παύλος Μελάς».

Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατο του Μελά, την πρώτη μέρα με την είσοδο στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων ο τεταρτοετής Εύελπις που είχε αναλάβει την διαπαιδαγώγησή του πρωτοετούς του έδινε ένα γράμμα, που είχε γράψει ο Παύλος Μελάς, απευθυνόμενος στους νεαρούς Ευέλπιδες. Η μνήμη του Παύλου Μελά εξακολουθεί να είναι ζωντανή κι έτσι την πρώτη ημέρα εισαγωγής των πρωτοετών στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων τους παραδίνεται φάκελος με ενημερωτικό υλικό για τη Σχολή μέσα στον οποίο υπάρχει και το γράμμα του Μελά. Την Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018 στη Σχολή Ευελπίδων πραγματοποιήθηκες εκδήλωση αφιερωμένη στον Παύλο Μελά, με αφορμή την επέτειο από το θάνατό του, όπου διαβάστηκε το βιογραφικό και το γράμμα του από τον Αρχηγό Πρωτοετή Εύελπι, το οποίο αναφέρει:
«Η ζωή είναι πόλεμος. Η γη σου είναι φρούριο και χρέος σου η νίκη. Μη μιλάς, να σκέπτεσαι, ν’αγαπάς, να μην πονάς. Ένας είναι ο σκοπός σου, ο πόλεμος. Πολέμα για τα ιδανικά σου, για τα Ελληνικά ιδανικά του ανθρωπισμού. Πολέμα για την Μεγάλη Ιδέα. Άνδρες που περπατούν στη ζωή ευθυτενείς και με γαλήνη, μαθημένοι να πονούν χωρίς να υποφέρουν, να νικούν χωρίς να θριαμβολογούν, να νικώνται χωρίς να μοιρολογούν. Αυτοί είναι οι πραγματικοί άνδρες, θεμέλια γενεών. Αυτοί οι Ευέλπιδες, οι αυριανοί ηγήτορες του Έθνους.
Νεαρέ Εύελπι μάθε και εξασκήσου να είσαι απλός, ολιγόλογος, συγκρατημένος, σεμνός. Λίγα λόγια πολλά έργα. Ανθρωπιά μεγάλη, πειθαρχία, πείσμα, αντοχή. Όποιος σε κοιτά, τα μάτια του σε γεμίζουν παλλικάρι. Περισσότερο να προσβάλλεσαι όταν σε κυριεύει ο πόνος. Μη θυμώνεις, χειρότερα είναι να χτυπήσεις έστω και εάν μόλις κρατιέσαι με έναν κόμπο στο λαιμό. Να φύγεις είναι δειλία. Μόνος σου αποφάσισες να γίνεις Αξιωματικός. Απελπισία, ύστερα γελάς και από την μια μεριά στην άλλη γίνεσαι άνδρας, δηλαδή μαθαίνεις να κρατάς μέσα σου τον πόνο και την απορία, έτσι χωρίς να φαίνεται, αλλά να επιμένεις πάντα στον σκοπό σου, στα όνειρά σου.
Αν προχωρήσω, ακολουθείστε με..
Αν υποχωρήσω, σκοτώστε με...
Αν σκοτωθώ, εκδικηθείτε με..
Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας)
Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού, Τάξις 1891.»

Ανδριάντες Παύλου Μελά

Το 1920, στην Καστοριά στήθηκε προτομή του, το χωριό Σιάτιστα μετονομάστηκε σε «Παύλος Μελάς» και στην Αθήνα, κοντά στην Πύλη του Αδριανού, έχει στηθεί μνημείο προς τιμή του. Χάλκινος ανδριάντας του Μελά έχει στηθεί στο πάρκο που σχηματίζουν η συμβολή των οδών Παύλου Μελά και Τσιρογιάννη, πίσω από τον Λευκό Πύργο κι είναι έργο της γλύπτριας Ναταλίας Μελά, εγγονής του Μακεδονομάχου. Τα αποκαλυπτήρια του αδριάντα έγιναν τον Mάρτιο 1996 και ο Παύλος απεικονίζεται όρθιος, με στολή ένοπλου αντάρτη να εποπτεύει γύρω του. Ο ανδριάντας διατηρεί τα ατομικά του χαρακτηριστικά, αλλά συγχρόνως παρουσιάζεται ως σύμβολο του αγώνα, αφού ο θάνατός του στάθηκε κορυφαίο, σωστότερα οριακό γεγονός στην εξέλιξη του Μακεδονικού αγώνα. Παραπλήσιος στην εκτέλεση ανδριάντας, αλλά με διαφορετική βάση, πάνω σε βράχο, της ίδιας γλύπτριας, βρίσκεται από το 1981 στην πλατεία Νέου Κορδελιού, ενώ μια προτομή του, από τις παλαιότερες της Θεσσαλονίκης, κατασκευασμένη το 1954, κι αυτό έργο της Ναταλίας Μελά, βρίσκεται στη χορεία των μαρμάρινων προτομών στην πλατεία Μακεδονομάχων. Το όνομα του δόθηκε σε Δήμο του Νομού Θεσσαλονίκης που προέκυψε από τη συνένωση των Καλλικρατικών Δήμων Σταυρουπόλεως, Πολίχνης και Ευκαρπίας [16].

Μουσείο Μακεδονικού Αγώνος

Το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνος στη Θεσσαλονίκη, που αρχικά κατείχε τον κρίκο της μανδύλας του, το ποτήρι εκστρατείας, το κυνηγετικό του μαχαίρι, πρωτότυπες οικογενειακές φωτογραφίες, το ταμπελάκι της Στρατιωτική Σχολής Ευελπίδων καθώς και το προσκλητήριο του γάμου του με τη Ναταλία Μελά, κατέχει πλέον το σύνολο της πολεμικής του στολής. Το 2004, η εγγονή του Ναταλία Ιωαννίδη, δώρισε στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνος, ένα μπαούλο με προσωπικά αντικείμενα του Μακεδονομάχου Εθνικού αγωνιστή, τα οποία συμπληρώνουν τη στολή του στη διάρκεια της δράσεως του στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας, είτε ως Μίκης Ζέζας είτε ως Παύλος Δέδες είτε ως Καπετάν Μίκης Ζέζας, όταν επισήμως ορίστηκε ως υπεύθυνος των ανταρτικών σωμάτων στην περιοχή Καστοριάς-Μοναστηρίου.

Το μπαούλο έχει τυπωμένο τον αριθμό μητρώου 217 που έφερε ο Μελάς ως εύελπις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων στην οποία εισήλθε το 1886 και μέσα σ' αυτό η εγγονή του τοποθέτησε τις δύο δερμάτινες μπαλάσκες του -μια της επίσημης στολής του και μια του πυροβολικού που χρονολογείται στα τέλη του 1800- τη ζώνη της μεγάλης επίσημης μπλε στολής του ως αξιωματικού του πυροβολικού, το μελανοδοχείο με τις πένες του, δυο μολυβάκια του στρατού με το σήμα της ημισελήνου, λιωμένα μολύβια βλημάτων με εγχάρακτη τη λέξη ΕΛΛΑΣ, βλήματα, κάλυκες από τυφέκιο [Grass] του ελληνικού στρατού και μικροαντικείμενα, όπως κουμπιά της στολής και άλλα. Το πλέον σπάνιο αντικείμενο είναι το κίτρινο λοφίο του 1891 από το καπέλο της επίσημης στολής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Η Ναταλία Ιωαννίδη, κόρη της Ζωής Μελά, τα κληρονόμησε από τη γιαγιά της Ναταλία Μελά, τη σύζυγο του Παύλου που έδρασε καταλυτικά στην απόφαση του για την άμεση εμπλοκή του στον Μακεδονικό Αγώνα. Τα κειμήλια που συμπληρώνουν την πολεμική στολή του τοποθετήθηκαν σε ειδική προθήκη του Μουσείου αφιερωμένη ειδικά στον Παύλο Μελά. Ο σταυρός του, η καραμπίνα του τύπου Μάουζερ, μοντέλο 1902, και το ρολόι του φυλάσσονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα.

Οικία Μελά

Το 2009 το Δημοτικό Συμβούλιο Κηφισιάς κήρυξε την κατοικία του Παύλου και της Ναταλίας Μελά ως Εθνικό Μνημείο. Την ίδια περίοδο και το υπουργείο Πολιτισμού, επί υπουργίας Αντώνη Σαμαρά, χαρακτήρισε το οίκημα διατηρητέο νεότερο μνημείο [17] και αποφασίσθηκε η άμεση εκτέλεση εργασιών στερέωσης, προκειμένου να αποτραπεί η κατάρρευσή του. Η σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου ανέφερε ότι «....σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, απαγορεύεται οποιαδήποτε επέμβαση επί του ανωτέρω κτηρίου (επισκευές, συντήρηση, προσθήκη) ή οποιαδήποτε οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αυτού, χωρίς προηγουμένως να ζητηθεί η έγκριση του ΥΠΠΟ δια των αρμοδίων Υπηρεσιών του».

Το 2012 εγκρίθηκε από την Διεύθυνση Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, η πλήρης μελέτη αποκατάστασης της οικίας του Παύλου Μελά. Έκτοτε η μελέτη παραμένει στα συρτάρια του υπουργείου και οι εργασίες ανακαινίσεως έχουν «βαλτώσει» λόγω ελλείψεως κονδυλίων ή πολιτικής βουλήσεως [18]. Τον Μάιο του 2016 ο Ιωάννης Π. Μελάς, εκπρόσωπος της συλλογικής προσπάθειας που έχει ξεκινήσει για τη διάσωση/αξιοποίηση της οικίας-μνημείου του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά, στην Κηφισιά, επί της οδού Τατοΐου 50, απηύθυνε πρόσκληση για συμμετοχή στα ιδρυτικά μέλη του υπό σύσταση Σωματείου «Καπετάν Μίκης Ζέζας» [19].

Μουσείο Παύλου Μελά

Το μουσείο [20] βρίσκεται στο χωριό Μελάς, πάνω στο όρος Βίτσι σε απόσταση 16 χιλιομέτρων από την επαρχιακή οδό Φλώρινας-Καστοριάς μέσω Κορεστίων. Το χωριό ονομαζόταν Στάτιστα και μετονομάστηκε σε Μελάς, προκειμένου να τιμηθεί ο ήρωας, που άφησε την τελευταία του πνοή εκεί. Το σπίτι που σκοτώθηκε, η οικία Καντζάκη, εξαγοράστηκε το 1963 από τη Νομαρχία Καστοριάς, από τον I. K. Μαζαράκη-Αινιάν, νομάρχη τότε Καστοριάς, αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή, διαμορφώθηκε στη συνέχεια σε Μουσείο και δωρήθηκε στην Κοινότητα Μελά. Από τότε καθιερώθηκε κάθε χρόνο στις 13 Oκτωβρίου να γίνεται επιμνημόσυνος τελετή, ενώ μετατράπηκε σε μουσείο, το οποίο σήμερα λειτουργεί με την οικονομική στήριξη του σωματείου «Οι φίλοι του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα» και των συνεργαζόμενων γυναικείων σωματείων. Το σπίτι διατηρείται έτσι όπως ήταν όταν σκοτώθηκε και μέσα υπάρχουν όπλα από την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, στολές Μακεδονομάχων και φωτογραφίες των Μακεδονομάχων που έδρασαν στην περιοχή μεταξύ της Καστοριάς και της Φλώρινας.

Αντίθετα λεηλατημένο και αφημένο στη μοίρα του παραμένει το σπίτι του Μελά στην Κηφισιά [21] που ανήκει στο υπουργείο Πολιτισμού και τον Αύγουστο του 2009 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο. Η υπηρεσία Αναστηλώσεως Νεώτερων και Σύγχρονων Μνημείων προχώρησε τον ίδιο χρόνο στη στερέωση του κτιρίου προκειμένου να αντιμετωπισθούν επείγοντα προβλήματα, ενώ το Νοέμβριο του 2011, εγκρίθηκε από το υπουργείο μελέτη αποκαταστάσεως του οικήματος, που συντάχθηκε από τον Νικόλαο Χαρκιολάκη, επίτιμο διευθυντή Αναστηλώσεως Νεώτερων και Σύγχρονων Μνημείων.

Λαϊκή παράδοση

Ο Μελάς έγινε τραγούδι στο στόμα των απλών ανθρώπων της Μακεδονίας, για τους οποίους έδωσε τη ζωή του. Η λαϊκή μούσα τον περιέγραψε σαν άλλο Κλέφτη κι Αρματολό και με τον τρόπο αυτό τον παρουσιάζει.

«-Κορίτσια από την Καστοριά και τη Βλαχοκλεισούρα
Κάτι να σας ρωτήσουμε , κάτι να σας ειπούμε.
-Ποιος είσαι συ που μας ρωτάς και θέλεις να σου ειπούμε;
-Εγώ είμαι ο Παύλος ο Μελάς , της Καστοριάς Καμάρι
Της Καστοριάς της Ρούδιανης και της Βλαχοκλεισούρας.»

ενώ σε άλλους στίχους παραπέμπει στους ήρωες της εθνεγερσίας

«Λεβέντης εξεκίνησε ’πο μέσα απ’ την Αθήνα,
Τα παλικάρια σύναξε κι όλο το εικοσιένα.
Παιδιά μ’ μας κράζει η Καστοριά κι όλη η Μακεδονία
Μας προσκαλούν, Μελά, τα Γρεβενά για την ελευθερία».

αλλά και τον ανυψώνει σε εθνικό ήρωα

«Μάνα μ’, δε θέλω κλάματα, δε θέλω μοιρολόγια.
Μένα με κλαίνε τα πουλιά, με κλαίν’ τα χελιδόνια,
Με κλαίει η γυναίκα μου και όλη η πατρίδα.»

Θρηνεί με το μοναδικό τρόπο το θάνατό του

«Πικρά μαντάτα ήρθανε απ’ τη Μακεδονία
Τον Παύλο τον εβάρεσαν στης Καστοριάς τα μέρη.
Δεν τον βαρέσαν με αντρειά , δεν τον βαρέσαν φόρα.
Μον’ τον βαρέσαν μ’ απιστιά , νύχτα με το φεγγάρι.
Κι άφησε διάτα στα παιδιά , διάτα στα παλικάρια:
Παιδιά να μη σκορπίσετε, παιδιά μη φοβηθείτε,
τους Τούρκους, τα παλιόσκυλα, να τους εκδικηθείτε»

και διατρανώνει την πεποίθηση του λαού μας για την ελευθερία της Μακεδονικής γης, λέγοντας στα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα

«Σαν τέτοια ώρα στο βουνό
ο Παύλος πληγωμένος
Μες στο νερό του αυλακιού
ήτανε ξαπλωμένος.
-Για σύρε, Δήμο μου πιστέ,
στην ποθητή πηγή μου
και φέρε μου κρύο νερό
να πλύνω την πληγή μου.
Δεν κλαίω τη λαβωματιά,
δεν κλαίω και το βόλι,
Μον' κλαίω που με άφησε
η συντροφιά μου όλη.
Σταλαματιά το αίμα μου
για σε πατρίδα χύνω,
για να ’χεις δόξα και τιμή,
να λάμπεις σαν το κρίνο.
Παύλος Μελάς κι αν πέθανε
τα παλικάρια ζούνε
Θα φέρουνε τη λευτεριά
στη χώρα που ποθούμε.»

Εξωτερικές συνδέσεις

Διαβάστε τα λήμματα

Βιβλιογραφία

  • «Παύλος Μελάς-Βιογραφία» [Ναταλία Π.Μελά, Αθήνα, 1946, εκδόσεις «Σύλλογος προς διάδοσιν Ελληνικών Γραμμάτων», εκδόσεις «Δωδώνη», Γιάννινα, 1992].

Την βιογραφία του Παύλου, η Ναταλία τη δημοσίευσε το 1926 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, αρχικά ανώνυμα και το 1946 με το όνομα της στην Αθήνα. Στην βιογραφία ενσωμάτωσε ένα μέρος της προσωπικής τους αλληλογραφίας. Το βιβλίο της Ναταλίας φιλοτεχνεί την εικόνα του οικογενειάρχη πατριώτη και παρουσιάζει την υπερβολική πρόσδεση του Παύλου του στην οικογένεια της συζύγου του.

Εικόνες

Παραπομπές

  1. Παύλος Μελάς: Το σπίτι που σκότωσαν τον ήρωα
  2. Ο θάνατος του παλληκαριού Ίων Δραγούμης, περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 1571, σελίδα 299-303
  3. Ηρωικός θάνατος του Ανθυπολοχαγού Μέλά Εφημερίδα «Εμπρός», 19 Οκτωβρίου 1904, σελίδα 1η.
  4. [Ναταλία Μελά, «Παύλος Μελάς», έκδοσις «Σύλλογος προς διάδοσιν Ελληνικών Γραμμάτων», «Δωδώνη», Αθήνα-Γιάννινα, 1992, σελίδα 75η.]
  5. Φίλιππος Δραγούμης, αδελφός της Ναταλίας Μελά, σε επιστολή του προς την εφημερίδα «Μακεδονία-Θράκη» το 1960, έγραψε σχετικά με την προέλευση του ονόματος της οικογένειας του, όπου καταρρίπτει κάθε ισχυρισμό για την τουρκική προέλευση του ονόματος της οικογένειας Δραγούμη:«...Επειδή εξακολουθούσαν οι επιδρομές εξισλαμισμένων Αλβανών ή Τουρκαλβανών και ο συστηματικός εξισλαμισμός των κατοίκων της Ηπείρου, όσοι δεν δέχονταν ν' αλλαξοπιστήσουν και δεν εύρισκαν πια καταφύγια στα ορεινά μέρη της Ηπείρου, κατέφευγαν άλλοι στα Επτάνησα, άλλοι στη Βενετία η στην Νότιαν Ιταλίαν και Σικελία, άλλοι στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου και άλλοι στη Μακεδονία κλπ. Έτσι και η οικογένειά μου κατά τον 16ο η 17ο αιώνα κατέφυγε μόνη η μ' άλλους συμπατριώτες της στη δυτική Μακεδονία, στο Βογατσικό της Καστοριάς, για να μην τουρκέψη. Εκεί ξέρουμε θετικά πως εγεννήθη ο προπάππος μου Μάρκος Αθανασίου Δραγούμης στα 1770, που πέθανε στην Αθήνα στα 1854. Τ' όνομά μας λοιπόν προέρχεται από την Ήπειρο και την Αλβανία και δεν έχει καθόλου τουρκικήν προέλευση».]
  6. [Ο Παύλος Μελάς σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, μεταξύ άλλων της γράφει, « ... τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ' ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ' εβοήθησαν ...».]
  7. [Η Ζωή Μελά σπούδασε Χημικός και το 1929 ήταν η πρώτη διευθύντρια στο Χημικό εργαστήριο του Νοσοκομείου του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού [Ν.Ε.Ε.Σ.], ενώ διατέλεσε και διευθύντρια στο Ινστιτούτο Παστέρ. Ήταν παντρεμένη με τον Γεώργιο Ιωαννίδη, γιατρό-μικροβιολόγο, τον ιδρυτή του Μικροβιολογικού εργαστηρίου στο ίδιο Νοσοκομείο. Παρέμεινε στη θέση της έως το 1935. Το 1918 ιδρύθηκε το Χημικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και στους εργαστηριακούς πάγκους του ζυμώθηκε η ιδέα της ιδρύσεως Ένωσης Ελλήνων Χημικών. Η ομαδική παραίτηση τις 6 Μαρτίου του 1924 πέντε χημικών μεταξύ αυτών η Ζωή Μελά, από τα Χρωματουργεία Πειραιά σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις κακές συνθήκες εργασίας και αμοιβών έδωσε το έναυσμα στην υλοποίηση αυτής της ιδέας. το 1924 ιδρύθηκε η Ένωση Ελλήνων Χημικών με πρωτοπόρο τη Ζωή Μελά-Ιωαννίδη (1898-1996) και με την «παλιοπαρέα», όπως αποκαλούσαν την ομάδα των νέων τότε χημικών (Α. Δημητρίου, Ι. Κανδύλης, Δ. Καραθανάσης, Ι. Καράκαλος, Ν. Καρνής, Δ. Κόππας, Χ. Μαλαγαρδής, Ζ. Μελά, Λ. Πίντος και Χ. Φασσέας) αποφασίζεται να ιδρύσουν την Ε.Ε.Χ. «για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν και να επιλύσουν τα επιστημονικά και επαγγελματικά τους προβλήματα». Οι συνεδριάσεις γίνονταν στο σπίτι της Ζ. Μελά (Οδός Αστερίου 17) και στις 31 Μαρτίου διαβάζεται η ιδρυτική διακήρυξη, η οποία συντάχθηκε από τον Ι. Καμδύλη και η οποία γίνεται ομόφωνα δεκτή.]
  8. [«... Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου ... Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι' αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει ... Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις ...»] Απόσπασμα από τις προσωπικές σημειώσεις του Παύλου Μελά.
  9. [Η Ήπειρος ήταν η αγωνία και ο καημός της οικογένειας Μελά]
  10. [Η «Εθνική Εταιρία» ήταν μια οργάνωση αξιωματικών που ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 1894, ο Παύλος Μελάς θεωρείται από τους ιδρυτές της, κι έφτασε στην ακμή της μετά το Σεπτέμβριο του 1895, όταν τροποποιήθηκε το καταστατικό της και μέλη της μπορούσαν να είναι και μη στρατιωτικοί. Σε αυτή συμμετείχαν και πολύ γνωστά ονόματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως οι καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, Γεώργιος Χατζιδάκις, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Γεώργιος Σουρής, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Παναγιώτης Δαγκλής καθώς και ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος.]
  11. «Λάρισσα 17 Ιουλίου 1904. Σάββατον.
    Αγαπητέ μου Αλέκο.
    Ευγνωμονώ δι’ όσα έκαμες, με όλους τους μπελάδες όπου έχεις. Το ποσόν με υπεραρκεί. Διά να μη το εξοδεύσω, έκαμνα ταμίαν τον φίλτατον Λάκκην (σ.σ. Νικόλαος Πίρζας, Μακεδονομάχος από τη Φλώρινα, ακόλουθος του Παύλου Μελά και στις τρεις περιοδείες στη Μακεδονία, δίπλα του και τις τελευταίες στιγμές λίγο πριν ξεψυχήσει παραδίνοντάς του, το τουφέκι του για τον γιο του Μίκη –Μιχαήλ Μελά– και το σταυρό του για τη σύζυγό του Ναταλία Δραγούμη-Μελά). Αυτός θα φροντίζη δι’ όλα. ...{...}... Τα επίλοιπα χρήματα να τα κρατήσητε σεις διά τα έξοδα αποστολής των ανδρών, εν ή περιπτώσει χρειασθώσιν ούτοι, εκτός 100 δραχμών τις οποίες θα χρειασθή ο Σάπκας (σ.σ. Μιχαήλ Σάπκας, γιατρός στη Λάρισα κι αργότερα δήμαρχος της πόλεως, με την επίδειξη σπουδαίας δραστηριότητας κι ειδικά πολυποίκιλη προσφορά στον Μακεδονικό Αγώνα). Ταύτα στέλλεται. Εις την Νίτσαν (πρόκειται για την Ναταλία Δραγούμη-Μελά για την οποία αναφέρθηκε και παραπάνω) είπα να του τας στείλη και τας εκατόν, αλλά καλύτερον να του στείλετε μόνον τα μισά διά τηλεγραφήματα, γράμματα, αγώγια κτλ κτλ. Όταν θα χρειάζομαι χρήματα, θα ειδοποιώ τον Σάπκαν, ο οποίος θα ειδοποιή σας. Εάν το τηλεγράφημά μου περί των 1.000 κυβερνητικών δρχ. ήτο ακατανόητον, σεις πταίτε διότι ενώ όλαι αι εφημερίδες αναγράφωσιν την είδησιν συναντήσεως Θεοτόκη-Δραγούμη, δεν μου γράφει ή τηλεγραφεί κανείς τίποτε και με αφήνετε εν τη πλάνη ταύτη να χαίρω και να ενθουσιώ....{...}... Εάν χρειασθή να έλθουν οι άλλοι άνδρες και ο Κατεχάκης (σ.σ. Γεώργιος Κατεχάκης, Κρητικός Μακεδονομάχος, Ανθυπολοχαγος πεζικού. Στο Μακεδονικό Αγώνα ήταν αρχηγός αντάρτικου σώματος με το ψευδώνυμο Καπετάν Ρουβάς), εις τον τελευταίον τούτον να τηλεγραφήσεις και θα έλθη. Όταν έλθη δε εις την Λάρισσαν δώσε τότε 300 φυσίκια maysser. Πρέπει αφεύκτως να έλθη μεταμφιεσμένος, αφού προηγουμένως συνεννοηθήτε με τον Σάπκαν. Θεωρώ καλόν διά να είμαι συνεπής προς τον Κατεχάκη να του γράψης εις Ηράκλειον τα καθέκαστα, χωρίς να του λέγεις να έλθη ακόμη. Εάν αυτός επιμείνη να έλθη δεν τον εμποδίζω, αλλά θεωρώ ότι τούτο δεν είναι σωστόν, πριν αποφασισθεί τι ωρισμένον. ...{...}... Μετά 2 ώρας φεύγω μαζί με τον Πύρζαν. Δεν φαντάζεσαι την χαράν μου και την πεποίθησιν ήν έχω ότι θα μας βοηθήσει και ημάς επιτέλους ο Θεός. (Βλέπουμε εδώ τη θεοσέβειά του). Αλλά δεν φαντάζεσαι και την κατάστασιν της καρδιάς μου, όταν συλλογίζομαι ότι αυτήν την στιγμήν που σου γράφω τα παιδάκια μου λέγουν την προσευχή των διά να πλαγιάσουν, και δεν είμαι πλησίον των διά να τα σφίγξω εις την αγκαλιάν μου. Τα αφήνω τα καϋμένα κατεστραμμένα μαζί με την καλήν μου Ναταλίαν και ο Θεός ηξεύρει τι θα γίνουν. Εάν Αλέκο μου τα φέρει ο διάβολος και λείψω, έχε τον νου σου εις τον Μίκην μου, βλέπε τον συχνά και συμβούλευέ τον. Το αυτό παρεκάλεσα και τον Μανώλην (σ.σ. Εμμανουήλ Ρακτιβάν, προσωπικός φίλος του Παύλου Μελά και συμμαθητής του στη Σχολή Ευελπίδων.) Έχε γεια Αλέκο μου, χαιρέτα μου τον Γιάννη Γκιώνη και όλους τους ιδικούς σου. Την εσώκλειστην σημείωσιν του Πύρζα έχε τα μάτια σου να βρεις εις το γράμμα προς την Νάταν. Την δίδεις του πενθερού μου. Να μου γράψης τα κατά σε διευθύνων την επιστολήν εις εις τον Σάπκαν. Εις αυτόν αφήκα το κρυπτογραφικόν λεξικόν, ώστε προς αυτόν να γράφητε και τηλεγραφήτε».
  12. Το μοιραίο δεκαήμερο του Παύλου Μελά
  13. [Η Έφη την οποία αναφέρει ο Παύλος Μελάς στον Πύρζα είναι αδελφή της Ναταλίας Μαλά, η Ευφροσύνη (Έφη) Δραγούμη, σύζυγος Ιωάννη Καλλέργη, τρία χρόνια μικρότερη από τη Ναταλία και πέντε χρόνια μικρότερη από τον Παύλο Μελά.]
  14. [«Μοναστήρι, 20 Οκτωβρίου 1904
    ...{...}... Δεν επιχειρώ, φίλε μου, να σε παρηγορήσω, διότι η συμφορά είναι τόσον μεγάλη, ώστε δεν ευρίσκω λόγους παρηγορίας. Κλαύσον, διότι και ενταύθα έκλαυσαν ου μόνο οι γνωρίσαντες τον εις το καθήκον αφωσιωμένον και γενναίον στρατιώτην, αλλά όσοι και εξ ακοής μόνον εγνώρισαν αυτόν, διότι επ' αυτού πάντες εστηρίζομεν τας ελπίδας ημών περί ευτυχεστέρου μέλλοντος της ατυχούς ταύτης χώρας, διότι προς αυτόν, ως τον μόνον λυτρωτήν, εστράφησαν οι οφθαλμοί πάντων των ορθοδόξων....».]
  15. Παύλος Μελάς Μεγάλη Στοά της Ελλάδος
  16. Δήμος Παύλου Μελά
  17. [Φ.Ε.Κ. 443/16 Σεπτεμβρίου 2009.]
  18. Καταρρέει ξεχασμένο το σπίτι του Παύλου Μελά στην Κηφισιά Εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», 13 Οκτωβρίου 2015, Ηλεκτρονική έκδοση.
  19. Σύλλογος «Καπετάν Μίκης Ζέζας»
  20. Μουσείο Παύλου Μελά
  21. Στο σημείο μηδέν το σπίτι του Παύλου Μελά Εφημερίδα «Το Βήμα», 29 Ιανουαρίου 2012.