Λεωνίδας Παρασκευόπουλος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος Έλληνας ανώτατος στρατιωτικός με το βαθμό του αντιστρατήγου, αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία και μετέπειτα γερουσιαστής και πρόεδρος της Γερουσίας, γεννήθηκε το 1860 στην Κύθνο ή σύμφωνα με άλλη πηγή στη Σμύρνη [1] της Μικράς Ασίας και πέθανε στις 16 Μαΐου 1936 στο Παρίσι ή σύμφωνα με άλλη πηγή [2] στην Αθήνα.

Ήταν παντρεμένος με τη ζωγράφο Κούλα Διομήδη, κόρη του καθηγητή της Νομικής, Νικολάου Διομήδη-Κυριακού και της Ελένης Φιλαρέτου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες ζωγράφους και μαθήτρια του Νικηφόρου Λύτρα, η οποία γεννήθηκε το 1871 και πέθανε το 1964. Από το γάμο τους γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1911, ένας γιος, ο Ιωάννης, που πέθανε το 1932, από μικρός παρουσίασε σοβαρά προβλήματα υγείας καθώς έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας και κινούνταν με αναπηρικό αμαξίδιο. Ο αδελφός της συζύγου του, ο Αλέξανδρος Διομήδης, διατέλεσε υπουργός σε κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου και πρωθυπουργός.

Λεωνίδας Παρασκευόπουλος

Βιογραφία

Η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, λόγω των εμπορικών ασχολιών του πατέρα του και γονείς του ήταν ο Ιωάννης που πέθανε το 1898 και η Καλυψώ Παρασκευόπουλου, που πέθανε το 1892. Αδέλφια του ήταν ο Αντώνιος, ο Γεράσιμος, ο Δημήτριος κι είχε μια αδελφή, την Ελένη Κόρπα-Παρασκευοπούλου. Ο Λεωνίδας φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, στην οποία είχε συμμαθητές -μεταξύ άλλων- τους Σωκράτη Σολομωνίδη και Ιωάννη Δαμβέργη.

Από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών και μετά την εγκατάσταση του στην Ελλάδα, σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, που είχε έδρα στον Πειραιά, από την οποία αποφοίτησε τον Νοέμβριο του 1881 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού και μετέβη για παραπέρα στρατιωτικές σπουδές στην Ελβετία και στη Γαλλία, όπου δεν κατάφερε να παρακολουθήσει μαθήματα, καθώς δεν είχαν αποτέλεσμα οι απαιτούμενες ενέργειες στο γαλλικό υπουργείο και παρακολουθούσε ως ιδιώτης, με βοήθεια φίλων του Γάλλων αξιωματικών, τις εξελίξεις γενικά στο γαλλικό πυροβολικό.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Το 1881 έλαβε μέρος στην κατάληψη της Άρτας και το 1886, συμμετείχε στην επιστράτευση και τα επεισόδια στην ελληνοτουρκική -τότε- μεθόριο της Θεσσαλίας. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1890 εντάχθηκε ως μέλος στην «Εθνική Εταιρεία» [3]. Πήρε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 στο μέτωπο της Κρήτης, ως λοχαγός υπασπιστής-αγγελιαφόρος και επιτελάρχης του συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσου καθώς και του αντικαταστάτη του, Στάικου, ενώ με τη λήξη του πολέμου προβιβάστηκε στο βαθμό του ταγματάρχη και τοποθετήθηκε στη θέση του επιτελάρχη του Β' Σώματος Στρατού. Την περίοδο 1901-02, φοίτησε -μαζί με άλλους αξιωματικούς μεταξύ τους και ο Ιωάννης Μεταξάς, στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου και από το 1905 έως το Μάρτιο του 1908, έζησε, μαζί με τη σύζυγο του, στο Steyr της Αυστρίας, όπου παρέμεινε ως πρόεδρος της επιτροπής παραλαβής όπλων για τον ελληνικό στρατό.

Κίνημα στου Γουδή / Βαλκανικοί Πόλεμοι

Η εκδήλωση της επαναστάσεως στου Γουδί το 1909, βρήκε τον Παρασκευόπουλο στη θέση του υποδιοικητή της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Υποστήριξε τους κινηματίες και διορίσθηκε προσωπάρχης στο υπουργείο Στρατιωτικών, έχοντας λάβει αμνηστία από τον Βασιλέα Γεώργιο Α'. Το ίδιο έτος, διετέλεσε για σύντομο χρονικό διάστημα, πρόεδρος στην οργάνωση «Μακεδονικό Κομιτάτο», όμως παραιτήθηκε μετά από τη διαφωνία του με τον τότε υπουργό Εξωτερικών, Καλλέργη. Υπηρέτησε στο Ναύπλιο και έπειτα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Στο Μακεδονικό μέτωπο διοίκησε το 2ο Πεδινό Σύνταγμα Πυροβολικού και στον Α' Βαλκανικό πόλεμο υπηρέτησε ως διοικητής του 2ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού της Στρατιάς και διακρίθηκε στη μάχη του Σκρά. Στη συνέχεια διορίστηκε αρχηγός πυροβολικού της Στρατιάς, στο μέτωπο της Ηπείρου. Το 1913, κατά την πολιορκία του Μπιζανίου, δυσανασχετούσε με την τροπή που είχε πάρει η πολιορκία του φρουρίου και μέσω του Αλέξανδρου Διομήδη, είχε εισηγηθεί την εγκατάλειψη του μετώπου της Ηπείρου, υποβαθμίζοντας τη σπουδαιότητά του, τη σημασία και τη στρατηγική αξία της περιοχής. Στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο, στο ελληνοβουλγαρικό μέτωπο, συγκρότησε και ορίστηκε διοικητής της 10ης ευζωνικής μεραρχίας, με την οποία συμμετείχε σε πολεμικές επιχειρήσεις στο Κιλκίς, τη Δοϊράνη, την Γευγελή, τη Στρώμνιτσα, το όρος Τεπέ και αλλού.

Το 1916 προήχθη σε υποστράτηγο και ως διοικητής της 10ης Μεραρχίας, προσχώρησε στο βενιζελικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Θεσσαλονίκη και το διάστημα 1916-17, ανέλαβε διοικητής του «Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης». Στην περίοδο του Εθνικού Διχασμού και της εισόδου της Ελλάδος στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων της Αντάντ, ανέλαβε διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού με έδρα τη Θεσσαλονίκη και ήταν επικεφαλής των Ελληνικών δυνάμεων στις πολεμικές επιχειρήσεις της περιόδου. Μετά την ανακωχή του Μούδρου επιμελήθηκε την επιβίβαση του Ελληνικού στρατιωτικού σώματος που συμμετείχε στην εκστρατεία της Κριμαίας και φρόντισε την μεταφορά του στρατού από την Μακεδονία στη Μικρά Ασία.

Δύο χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου ανέλαβε πρωτοβουλία για την ανέγερση των Ηρώων των Βαλκανικών Πολέμων [4] και πρωτοστάτησε στην ανέγερση ηρώου στο Κιλκίς. Μετά την λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στα τέλη του 1918, ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος είχε αποστείλει διαταγή στις μονάδες, τα σώματα και τις υπηρεσίες του Στρατού, με την οποία εκδήλωνε την επιθυμία του να πραγματοποιηθεί έρανος στο στράτευμα με σκοπό την κατασκευή Ηρώου σε ανάμνηση της μάχης στο Κιλκίς. Όριζε ότι ο έρανος είναι προαιρετικός, με την κράτηση από κάθε αξιωματικό και οπλίτη, του μισθού μίας μέρας του μηνός Δεκεμβρίου του 1918. Τα χρήματα που θα συγκεντρώνονταν, θα αποστέλλονταν στις Μεραρχίες που θα τα απέστελλαν στο Γενικό Στρατηγείο. Η ιδέα, σύμφωνα με τον Αρχιστράτηγο Παρασκευόπουλο, ήταν της IX Μεραρχίας, που τότε έδρευε στην περιοχή του Κιλκίς κι είχε συγκεντρώσει πρώτη το ποσό των 8.291,45 δραχμών, ενώ είχε πραγματοποιήσει το 1918 επιμνημόσυνη δέηση για όσους είχαν χάσει τη ζωή τους στη μάχη του Κιλκίς. Ανάλογο έρανο είχε πραγματοποιήσει και ο Όμιλος Φιλομούσων Ηρακλής Θεσσαλονίκης.

Μικρασιατική εκστρατεία

Το Μάρτιο του 1919 επισκέφθηκε επίσημα την Κωνσταντινούπολη μετά από πρόσκληση του Αρχηγείου των Συμμαχικών Στρατευμάτων. Τον Μάρτιο του 1920, το ελληνικό στρατηγείο μεταφέρθηκε από την Θεσσαλονίκη στη Σμύρνη, ενώ τον Ιούλιο του 1920 όταν οι Σύμμαχοι επέτρεψαν στην Ελληνική κυβέρνηση υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης, ο Παρασκευόπουλος, ο Άγγλος στρατηγός Μιλν και ο Άγγλο ναύαρχος Τζων Μάϊκλ ντε Ρόμπεκ κατάρτισαν το σχέδιο δράσεως. Στις 7 Ιουλίου 1920, οι μεραρχίες Σμύρνης και Ξάνθης καθώς και μία ταξιαρχία Ιππικού επιβιβάσθηκαν σε μεταγωγικά από τους όρμους Αρτάκης, Αρμενοχωρίου και Πανόρμου και με τη συνοδεία ελληνικών και αγγλικών πολεμικών κατέπλευσαν στη Ραιδεστό και στην Ηράκλεια όπου αποβιβάσθηκαν. Στις 12 Ιουλίου κατελήφθη η Αδριανούπολις και την επομένη εισήλθε στην πόλη ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Στη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας ο Παρασκευόπουλος ορίστηκε επικεφαλής του Α΄ κλιμακίου του Γενικού Στρατηγείου της Σμύρνης και στις 30 Ιουνίου αποβιβάστηκε ως αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού κατοχής στη Σμύρνη και μετά από παραμονή ενός μηνός επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη.

Διατέλεσε αρχηγός του Ελληνικού Στρατού από το 1918 και στη συνέχεια αρχιστράτηγος [5] της Στρατιάς της Μικράς Ασίας έως τον Νοέμβριο του 1920 και επέστρεψε στη Σμύρνη τον Φεβρουάριο του 1920, όταν άρχισαν οι πολεμικές επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία και στις 27 Φεβρουαρίου 1920, υπέγραψε το διάταγμα για την κατάταξη των Μικρασιατών στον εθνικό στρατό. Επί της αρχιστρατηγίας του ενσωματώθηκαν στον Εθνικό κορμό η Ανατολική Θράκη, η περιοχή της Σμύρνης και στις 28 Ιουλίου 1920 υπογράφηκε η συνθήκη των Σεβρών, με την οποία παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα η Ανατολική Θράκη [6], η Σμύρνη με την ενδοχώρα της και τα νησιά του Αιγαίου. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Σμύρνη, συγκρούστηκε με τον Έλληνα Ύπατο Αρμοστή της Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη. Με συνεργάτες τους Θεόδωρο Πάγκαλο, Αχιλλέα Πρωτοσύγκελο, Πτολεμαίο Σαρηγιάννη, Γεώργιο Σπυρίδωνος, Δημήτριο Νότη Μπότσαρη και Μιχαήλ Βυζά, σχεδίασαν την προέλαση του Ελληνικού Στρατού το καλοκαίρι του 1920 προς την Προύσα και το Ουσάκ. Η Στρατιά της Μικράς Ασίας επί των ημερών του αναδείχθηκε σε υπόδειγμα και απέσπασε τα επαινετικά σχόλια των στρατιωτικών επιτελείων Γαλλίας και Αγγλίας, ενώ ο Παρασκευόπουλος διετέλεσε, για μικρό διάστημα, αρχιστράτηγος και των συμμαχικών δυνάμεων στην περιοχή.

Αποστρατεία

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών ο Παρασκευόπουλος επανήλθε στην Ελλάδα προσπαθώντας να πείσει τον Βενιζέλο να μη διενεργήσει εκλογές, ενώ δέκα ημέρες μετά τη διεξαγωγή τους την 1η Νοεμβρίου 1920, αποστρατεύθηκε από τους νικητές των εκλογών, αντικαταστάθηκε [7] από τον Αναστάσιο Παπούλα και ακολούθησε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην αυτοεξορία του στη Νίκαια της Γαλλίας. Στη διάρκεια της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου, ο Παρασκευόπουλος κλήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση και επέστρεψε στην Αθήνα από το Παρίσι, όμως τελικά αρνήθηκε να λάβει την εντολή σχηματισμού. Τιμήθηκε ανώτατα παράσημα από Έλληνες ηγέτες και από συμμαχικά κράτη.

Γερουσιαστής

Στις 21 Απριλίου του 1929 έγιναν γερουσιαστικές εκλογές, ενώ τις γενικές εκλογές κέρδισαν οι Φιλελεύθεροι με ποσοστό 55,77%, στις οποίες εξελέγησαν 66 γερουσιαστές. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, απέτυχε να συνεννοηθεί με την αντιπολίτευση για υπόδειξη κοινών υποψηφίων και προχώρησε στην κατάρτιση του καταλόγου «αριστίνδην» γερουσιαστών, ο οποίος υπερψηφίστηκε. μεταξύ τους περιλαμβάνονταν ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και οι Άθως Ρωμανός, Πιερράκος Μαυρομιχάλης, Αλ. Αναστασιάδης, Γ. Ανδρεάδης, Αλ. Μυλωνάς, Γεώργιος Φιλάρετος, Νικόλαος Τριανταφυλλάκος, Αθανάσιος Ευταξίας και Αλέξανδρος Ζαΐμης.

Στις 3 Ιουνίου 1929 η Βουλή και η Γερουσία σε κοινή συνεδρίαση εξέλεξαν ως πρώτο πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας τον Παύλο Κουντουριώτη, που στις 9 Δεκεμβρίου 1929 παραιτήθηκε. Έτσι στις 14 Δεκεμβρίου 1929, ο έως τότε πρόεδρος της Γερουσίας Αλέξανδρος Ζαΐμης, εκλέχτηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας με 257 ψήφους σε σύνολο 327 και νέος πρόεδρος της Γερουσίας, από τις 18 Μαρτίου 1930 έως τις 19 Αυγούστου 1932, εξελέγη ο Παρασκευόπουλος. Στις 12 Δεκεμβρίου 1930 εγκαινίασε στη Θεσσαλονίκη το γήπεδο Συντριβανίου, το σημερινό γήπεδο του Π.Α.Ο.Κ., τοποθετώντας το θεμέλιο λίθο που ήταν δύο πλάκες, η μία έγραφε Π.Α.Ο.Κ. και η άλλη 1926.

Διακρίσεις

Ο Παρασκευόπουλος τιμήθηκε με παράσημα και στρατιωτικά μετάλλια από την Ελληνική πολιτεία και συμμαχικές χώρες. Μεταξύ τους

  • Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος,
  • Ανώτερος Ταξιάρχης της Τιμής,
  • Πολεμικός Σταυρός Α' Τάξως μετά δαφνών και αστέρων,
  • Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Α' Τάξεως μετά στεφάνου,
  • Μεγαλόσταυρος του Λουτρού της Αγγλίας, παράσημο που του προσέδωσε τον τίτλο του Sir.

Εργογραφία

  • «Αναμνήσεις 1896-1920» [8], το 1934, δίτομο έργο, εκδόσεις «Πυρσός», που γράφηκε το καλοκαίρι του 1924 στο γαλλικό θέρετρο Berck Plage της Γαλλίας.

Σε βιβλίο του αναφερόμενος στη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α' από τον Αλέξανδρο Σχινά, γράφει [9] ότι επισκέφτηκε τον πρίγκιπα Νικόλαο για να τον συλλυπηθεί [10] και όταν αναφέρθηκε στον «ανισόρροπο αναρχικό δολοφόνο», εκείνος δάκρυσε και του είπε «Δεν είναι έργο αναρχικών αλλά πολιτικών εξωτερικών συμφερόντων».

  • «Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913)», το 1998, εκδόσεις «Καστανιώτης».

Το αρχείο του

Μέρος του αρχείου του Παρασκευόπουλου που το αποτελούν επιστολές του, αποτελούσαν αυτοτελή ενότητα, οι οποίες φυλάσσονταν από τη σύζυγο του Κούλα, σε ένα ξύλινο κουτί πούρων, δωρήθηκαν στο «Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό αρχείο, [«Ε.Λ.Ι.Α.] από τον Νίκο Πετσάλη-Διομήδη, εγγονό του Νίκου Πετσάλη και της Θεοδώρας [Λόλας], το γένος Διομήδη, αδελφής της Κούλας Παρασκευόπουλου. Η δωρεά των επιστολών έγινε το 1993, με σκοπό να εκδοθούν. πρόκειται για ογδόντα πέντε επιστολές που έστειλε ο Παρασκευόπουλος στη σύζυγο του, από την 1η Οκτωβρίου 1912 έως τις 26 Νοεμβρίου 1913 και αναφέρονται στην καθημερινή στρατιωτική ζωή και δράση του αξιωματικού στο Μέτωπο των Βαλκανικών Πολέμων, καθώς και δύο αντίγραφα από δακτυλόγραφη έκθεση, 244 σελίδων, του Παρασκευόπουλου προς το Γενικό Επιτελείο Στρατού με τίτλο «Έκθεσις περί της διεξαγωγής των επιχειρήσεων της 10ης Μεραρχίας κατά τον Ελληνο-Βουλγαρικό πόλεμο του 1913», η οποία συντάχθηκε στη Βέροια στις 25 Μαρτίου 1914.

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές

  1. [Εφημερίδα «Πυροβολητής», Τεύχος 26, σελίδα 4, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008]
  2. «Αναμνήσεις 1896-1920» Αθανάσιος Πετσάλης-Διομήδης, Εισαγωγικόν σημείωμα, σελίδα 7, Νοέμβριος 1952
  3. [Η «Εθνική Εταιρία» ήταν μια οργάνωση αξιωματικών που ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου του 1894 κι έφτασε στην ακμή της μετά το Σεπτέμβριο του 1895, όταν τροποποιήθηκε το καταστατικό της και μέλη της μπορούσαν να είναι και μη στρατιωτικοί. Σε αυτή συμμετείχαν και πολύ γνωστά ονόματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως οι καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, Γεώργιος Χατζιδάκις, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Γεώργιος Σουρής, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Παύλος Μελάς, που θεωρείται από τους ιδρυτές της, ο Παναγιώτης Δαγκλής καθώς και ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος.]
  4. [Φ.Ε.Κ. 179/9ης Μαΐου 1915 & 223/15 Ιουνίου 1915]
  5. [«...Αύριον επί τέλους αρχίζει η από τόσου χρόνου αναμενομένη επίθεσις. Ολόκληρος ο ελληνικός στρατός της Μικράς Ασίας, ολόκληρος ως εις άνθρωπος, μόλις δοθή τό σύνθημα της εφόδου θά εξορμήση εναντίον του εχθρού πρός επιτέλεσιν του ωραίου έργου της τελικής απελευθερώσεως των υπόδουλων αδελφών μας. Εις τόν ελληνικόν στρατόν έλαχεν ο κλήρος να επιβάλη εις τήν Τουρκίαν τάς θελήσεις της δικαιοσύνης καί του πολιτισμού καί δι΄ αυτόν η Μοίρα εφύλαττε τό ευγενές τούτο έργον……..
    Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί καί στρατιώται! Προσέξατε! Είναι έγκλημα εσχάτης προδοσίας πάσα παράβασις. Οι ηττημένοι καί πάντες οι κάτοικοι των καταληφθησομένων μερών θά είναι δι” υμάς ιεροί. Συνεχίσατε τήν ιστορίαν μας, τήν οποία διακρίνει ηρωϊσμός, ιπποτισμός καί μεγαλοψυχία! Είμαι βέβαιος ότι θά τό πράξετε! Εις ουδένα επιτρέπεται, εις τό τέλος των ωραίων αγώνων μας να σπιλώση τήν άσπιλον μας ιστορίαν».] Απόσπασμα της ημερήσιας Διαταγής του Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, 8η Ιουνίου 1920.
  6. [Ένα χρόνο πριν από την κατάρρευση του μετώπου o Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, προβλέποντας τις επερχόμενες εξελίξεις, έγραφε, «...Φοβούμαι ότι και τη Θράκη θα την χάσωμεν. Απ’ ό,τι βλέπω εκεί βαδίζομεν. Η Γαλλία και η Ιταλία είναι άσπονδοι εχθροί μας. Αλλά μήπως και η Αγγλία πάει πίσω; Σήμερον έχει συμφέρον να παρατείνει αυτήν την κατάστασιν, θέλει ελληνικάς λόγχας. Όταν αύριο θα τα φκιάσει με τον Κεμάλ, θα μας δώσει την κλωτσιά κατάστηθα και ευρισκόμαστε πολύ πλησίον της εποχής αυτής...».] Εφημερίδα «Το Βήμα», 7 Νοεμβρίου 1972.
  7. [Μετά την εκλογική αποτυχία του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος αντικαταστάθηκε από τον Αναστάσιο Παπούλα, ο στρατηγός Μομφεράτος ανέλαβε την διοίκηση της στρατιάς Θράκης, στην θέση του Αλέξανδρου Μαζαράκη–Αινιάν. Ο στρατηγός Φράγκου ανέλαβε την αρχηγία της 1ης μεραρχίας αντί του Ζ. Παπαθανασίου, ο Βαλέττας της 2ης μεραρχίας αντί του Ν. Βλαχοπούλου, ο Διγενής της 13ης αντί του Κ. Μανέττα, ο Κ. Πάλλης τοποθετήθηκε αρχηγός του επιτελείου στη θέση του Θεόδωρου Πάγκαλου, ενώ ο Ιωάννης Μεταξάς αρνήθηκε να τεθεί επικεφαλής της Στρατιάς της Μικράς Ασίας αφού είχε προεξοφλήσει το μάταιο της προσπάθειας. Οι Γεώργιος Κονδύλης, Κωνσταντίνος Μαζαράκης, Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης και ο Δημήτριος Ιωάννου σχημάτισαν την «Εθνική Άμυνα» και συνεπικουρούμενοι από πολλούς ισχυρούς ομογενείς Κωνσταντινουπολίτες έβαλαν εναντίον της κυβερνήσεως. Η δύναμις της εν Μικρά Ασία στρατιάς, όταν ανέλαβε την διοίκηση της ο Παπούλας ανέρχονταν σε 3.805 αξιωματικούς, 111.861 οπλίτες, 115 πεδινά πυροβόλα και 146 ορεινά πυροβόλα.]
  8. «Αναμνήσεις 1896-1920» Ολόκληρο το βιβλίο
  9. [«Η θλίψις μου εκ της αναμνήσεως του θανόντος πατρός του ήτο ακόμα ζωηρά, όπως επίσης ζωηρά ήσαν τα κατά της Γερμανίας αισθήματά του, τα οποία συνεμερίζετο με τον πατέρα του. Εις τας πρώτας μου λέξεις, ας τους απηύθυνα ίνα τον συλλυπηθώ και αποδοκιμάσω τον, ως ενόμιζον αναρχικόν, δολοφόνον Σχινάν, δακρύων διεμαρτυρήθη ζωηρότατα και μου ετόνισεν ότι η δολοφονία του Βασιλέως δεν είναι έργον των αναρχικών, αλλ’ έργον πολιτικών εξωτερικών συμφερόντων»] Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, «Αναμνήσεις», τόμος Α’, σελ. 161
  10. Η 5η Μαρτίου στην ιστορία History Report