Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ή Κεφαλάς ή Κεφάλας όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γνωστός απλά ως Θεόφιλος, Έλληνας αυτοδίδακτος λαϊκός ζωγράφος, γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1873 [1] στο χωριό Βαρειά 3,5 χιλιόμετρα από τη Μυτιλήνη, όπου και πέθανε στις 22 Μαρτίου 1934, από καρδιακό νόσημα όπως έδειξε η νεκροψία στην οποία υπέβαλλαν τη σορό του, αν και πιθανότερη αιτία θανάτου του θεωρείται η τροφική δηλητηρίαση. Τάφηκε, σύμφωνα με το Γιάννη Τσαρούχη, με έξοδα του δήμου, στο νεκροταφείο του Αγίου Παντελεήμονος, όμως ο τάφος του δεν υπάρχει πλέον.

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ με τη μητέρα του

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο τσαγκάρης Γαβριήλ Κεφαλάς ή Κεφάλας και μητέρα του η Πηνελόπη Χατζημιχαήλ, της οποίας ο πατέρας, ο Κωνσταντής Ζωγράφος ή Χατζημιχαήλ, ήταν αγιογράφος. Ο Θεόφιλος ήταν το μεγαλύτερο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας, τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια, κι αν και μέτριος μαθητής, έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ζωγραφική, στην οποία ασκήθηκε κοντά στον παππού του. Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω της καχεκτικής του κράσεως, της βραδυγλωσσίας και της αριστεροχειρίας του, καθώς οι γονείς και οι δάσκαλοί του προσπάθησαν να του αλλάξουν χέρι γραφής. Εγκατέλειψε το Δημοτικό σχολείο στην 3η τάξη κι εργάστηκε ως βοηθός σε τσαγκαράδικο, όμως δεν τα πήγε καλά και τον πήρε στη δουλειά του ο αδελφός της μητέρας του, ο Γιώργης Ζωγράφος, που ήταν χτίστης, για να φτιάχνει λάσπη και να κουβαλά υλικά. Σε ηλικία δεκαέξι ετών εγκαταστάθηκε στη Μικρά Ασία, όπου πέρασε τα περισσότερα χρόνια της νεότητάς του, εργαζόμενος ως θυρoφύλακας [2] στο Ελληνικό προξενείο της Σμύρνης και ζωγραφίζοντας. Επέστρεψε στην Ελλάδα για να καταταγεί εθελοντής με το ξέσπασμα του άτυχου πολέμου του 1897, όμως ο πόλεμος έληξε σύντομα.

Στο Πήλιο

Μετά τη λήξη του πολέμου, επέλεξε να εγκατασταθεί στο Πήλιο, όπου εργάστηκε ζωγραφίζοντας τους τοίχους μαγαζιών του Βόλου και του Πηλίου, με ελάχιστη αμοιβή, κερδίζοντας μόνο τα χρήματα για τη συντήρησή του. Του άρεσε να φοράει φουστανέλα και άσπρο πουκάμισο με σταυρωτό γιλέκο πάνω από τα ρούχα του, ενώ στο κεφάλι φορούσε σκούφο, στα πόδια του τσαρούχια και στις γάμπες του τουλούκια. Αγιογράφησε στις Μηλίες την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, στην Πορταριά ζωγράφισε το καφενείο Κάραβος που έχει κατεδαφιστεί, ένα καφενείο στη Μακρινίτσα, στο χωριό Άγιος Βλάσης το σπίτι του Γκέκα, το μύλο του Κοντογιάννη, το ελαιοτριβείο του Βαραλή, τον Άγιο Ονούφριο στο Μύλο του Κοντού, στην Άλλη Μεριά το φούρνο του Βελέντζα, το σπίτι του Γκουντέλια και άλλα. Στο Βόλο ζωγράφιζε τις παράγκες που έχτισαν οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και σε διάφορους ελεύθερους χώρους με λουλούδια και πουλιά καθώς και διάφορες παραστάσεις στις προσόψεις των μαγαζιών, έργα τα οποία καταστράφηκαν το 1939 από την πυρκαγιά που κατέστρεψε την πόλη και το 1955, από τους καταστροφικούς σεισμούς που ισοπέδωσαν την περιοχή.

Το περίεργο ντύσιμό του, καθώς χρησιμοποιούσε τη φουστανέλα ως καθημερινό ένδυμα, ενώ στις Απόκριες ντύνονταν Μέγας Αλέξανδρος, με στολή δικής του επινοήσεως, τον μετέτρεψαν σε στόχο αστεϊσμών και πειραγμάτων. Ο ίδιος διέθετε ανεπτυγμένη αίσθηση χιούμορ, και μια εποχή που ζωγράφιζε στον Άνω Βόλο ένα σώμα, λογαριάζοντας να κάνει τον Μέγα Αλέξανδρο, είχε αρχίσει από τα πόδια και προχωρούσε προς τα επάνω. Όταν έφτασε στο πρόσωπο, οι χωριάτες που τον παρακολουθούσαν ανυπόμονα, τον ρώτησαν ποιος θάναι τέλος πάντων ο ήρωας.
«-Τα… μουστάκια θα το δείξουν», απάντησε αποφθεγματικά ο Θεόφιλος, «αν θάναι ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο Κολοκοτρώνης!…» [3] [4]. Οικονομικός του προστάτης εκείνη την περίοδο, ήταν ο πλούσιος κτηματίας Γιάννης Κοντός, για λογαριασμό του οποίου, ο Θεόφιλος πραγματοποίησε ζωγραφικά έργα από το καλοκαίρι του 1912, που γνωρίστηκαν στο πανηγύρι της Παναγίας, όπως την τοιχογράφηση του σπιτιού του, στο παλιό αρχοντικό Χατζηαναστάση μετέπειτα οικία Κοντού, που σήμερα αποτελεί το Μουσείο Θεόφιλου στην Ανακασιά του Βόλου [5], σκηνές από την Επανάσταση του 1821, αρχαίους θεούς και τοπία.

Στη Μυτιλήνη

Το 1926, μάζεψε τα πράγματα του σε τρία μπαούλα κι επέστρεψε στη Μυτιλήνη, όπου εγκαταστάθηκε σε μια κάμαρα κοντά στη συνοικία του Αγίου Παντελεήμονα, μη αντέχοντας το γεγονός ότι κάποιοι ντόπιοι για να διασκεδάσουν τον έριξαν από μια σκάλα, όπου ήταν ανεβασμένος και ζωγράφιζε κι έσπασαν δύο πλευρά του. Τον ίδιο χρόνο ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος, μίλησε για το Θεόφιλο στον τεχνοκριτικό κι έμπορο έργων τέχνης Στρατή Ελευθεριάδη-Teriade, με καταγωγή από τη Μυτιλήνη, ο οποίος το 1929 αγόρασε μια σειρά από πίνακες του και του παράγγειλε μια ακόμη σειρά έργων χωρίς χρονικό όριο, για να την εκθέσει στο Παρίσι. Η οικονομική άνεση που εξασφάλισε, επέτρεψε στο Θεόφιλο να δημιουργήσει περισσότερους από εκατόν είκοσι πίνακες τα επόμενα πέντε χρόνια.

Ένα περίπου χρόνο μετά το θάνατο του στις 20 Σεπτεμβρίου 1935 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα», συνέντευξη του Teriade με τίτλο «Μια καλλιτεχνική ανακάλυψη. Ένας άγνωστος μεγάλος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος, ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ» και το 1936 οργανώθηκε από τον Teriade έκθεση έργων του στο Παρίσι. Ο Τάκης Μπαρλάς τον αποκάλεσε «Παπαδιαμάντη της ζωγραφικής» ενώ ο Γεώργιος Σεφέρης, ο οποίος το 1947 μίλησε για το Θεόφιλο σε έκθεση έργων του στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών, τον συσχέτισε με τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, εθνικό αγωνιστή και ήρωα της επαναστάσεως του 1821. Στις 3 Ιουνίου 1961 διοργανώθηκε στο Μουσείου του Λούβρου στο Παρίσι, μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του. Ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγράφισε το Θεόφιλο ντυμένο Μεγαλέξαντρο, έργο με λάδι σε μουσαμά διαστάσεων 2,22Χ 1,31 μέτρα, το οποίο βρίσκεται στο Μουσείο Τεριάντ στη Βαρειά Μυτιλήνης.

Το τέλος του

Πέθανε τα ξημερώματα της 25ης Μαρτίου, σ' ένα νοικιασμένο σπίτι στην οδό Ιθάκης 17 στο Βουνάρι της Μυτιλήνης και σύμφωνα με τη μικρότερη από τ' αδέλφια του, την αδελφή του Φωτεινή, οι οικείοι του ανακάλυψαν το θάνατο του τρεις μέρες αργότερα, ενώ είχε περιέλθει σε κατάσταση σήψεως. Η Φωτεινή, στην ίδια συνέντευξη, συμπλήρωσε, «...τονέ πήρε ο Δήμος άρον άρον και τον έθαψε. Δεν προκάναμε ούτε να τον ασπαστούμε, ούτε να τον δούμε».

Εργογραφία

Υπέγραφε τα έργα του με το επώνυμο της μητέρας του και το μόνο έργο που φέρει το πραγματικό επώνυμο του είναι η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο σκευοφυλάκιο του ιερού ναού των Ταξιαρχών στις Μηλιές Πηλίου, το οποίο έχει την υπογραφή «Έργο Θεόφιλου Γαβριήλ Κεφαλά». Τις μπογιές του τις έφτιαχνε μόνος του από διάφορα βότανα της γης, καρπούς, αυγά, ούρα και άλλα υλικά. Όταν τον ρωτούσαν για να μάθουν τον τρόπο που τις φτιάχνει, απαντούσε, «...Το μυστικό μου δεν θα το μάθετε ποτέ. Θα το πάρω μαζί μου..» [6].

Η μεγάλη καλλιτεχνική αξία του έργου του αναγνωρίστηκε μετά το θάνατό του, καθώς έζησε όλη του τη ζωή στην αφάνεια. Από τα έργα του τα περισσότερα είναι τοιχογραφίες και βρίσκονται σε παλιά αρχοντικά σπίτια του Πηλίου και της Μυτιλήνης. Η τεχνοτροπία του φέρει όλα τα γνήσια χαρακτηριστικά της λαϊκής τέχνης και διακρίνεται για την ειλικρίνεια και τον πλούσιο αυθορμητισμό. Τα θέματά του είναι όλα σχεδόν εμπνευσμένα από τους αρχαίους ελληνικούς χρόνους μέχρι το 1821, καθώς και από το χώρο της φιλολογίας, όπως: «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Ερωτόκριτος», «Αρετούσα», «O ατρόμητος Kατσαντώνης», που ξεκουράζεται στη σκιά ενός δέντρου παίζοντας ταμπουρά και βρίσκεται στο Mουσείο Eλληνικής Λαϊκής Tέχνης στην Αθήνα και άλλα. Πίνακές του υπάρχουν στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης στην Αθήνα, στη Μυτιλήνη στο Μουσείο Θεόφιλου στη Βαρειά, καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Το 1939 γράφηκε η πρώτη ολοκληρωμένη μελέτη για το έργο του ζωγράφου, από το λαογράφο Κίτσο Μακρή [7], που παρουσίασε άγνωστες πτυχές της τέχνης του ζωγράφου, ενώ το 1947 οργανώθηκε στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών έκθεση των έργων του Θεόφιλου, όπου οι Γιώργος Σεφέρης, Άγγελος Σικελιανός, Ηλίας Βενέζης, Σπύρος Βασιλείου, Ευάγγελος Παπανούτσος και ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, μίλησαν με ενθουσιασμό για το έργο και την προσφορά του. Το 1976 το ελληνικό κράτος χαρακτήρισε ολόκληρο το έργο του ως «...χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας».

Μουσείο Θεόφιλου

Το Μουσείο Θεόφιλου στεγάζεται σε κτίριο που σχεδίασε και έχτισε το 1964 ο Λέσβιος αρχιτέκτονας Γιώργος Γιανουλέλης, με έξοδα του Μυτιληνιού τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ, που ενθάρρυνε το Θεόφιλο να ζωγραφίζει σε καμβάδες και του ο ζωγράφος του παρέδωσε 125 έργα. Από τους καμβάδες αυτούς ο Τεριάντ, 86 παραχώρησε στο μουσείο Θεόφιλου, ενώ 37 άλλους τους τοποθέτησε σε αίθουσα με έργα του Θεόφιλου, στο άλλο μουσείο που έχτισε και δώρισε στο υπουργείο Πολιτισμού, στο Μουσείο-Βιβλιοθήκη Μοντέρνας Τέχνης Teriade. Το 1965 ο Τεριάντ δώρισε το Μουσείο Θεόφιλου στο Δήμο Μυτιλήνης, κι έκτοτε το μουσείο διαχειριζόταν η εκάστοτε δημοτική αρχή της Μυτιλήνης έως την κατάργηση του δήμου στις 31 Δεκεμβρίου 2010, λόγω της εφαρμογής του νόμου «Καλλικράτης» για την τοπική Αυτοδιοίκηση. Σήμερα το Μουσείο αποτελεί περιουσία του Δήμου Λέσβου. Μετά το 2010, το μουσείο στη Βαρειά Μυτιλήνης, παρουσιάζει σημάδια εγκαταλείψεως και τα 86 έργα του Θεόφιλου, κινδυνεύουν με ολοκληρωτική καταστροφή, από σκόνη και υγρασία [8].

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Ντοκιμαντέρ Μαρία Γουλή, «Δημοτική Βιβλιοθήκη και Λεσβιακή Άνοιξη», σελίδα 6
  2. [Σε μια προσωπογραφία του έχει γράψει, «Θυροφύλαξ Προξενείου Σμύρνης»]
  3. [Γιάννης Μαμάκης, περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 220, 15 Φεβρουαρίου 1936]
  4. Γιάννης Μαμάκης, περιοδικό «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», τεύχος 220, 15 Φεβρουαρίου 1936, σελίδες 295-296
  5. Οικία Κοντού - Μουσείο Θεόφιλου
  6. Ντοκιμαντέρ Μαρία Γουλή, «Δημοτική Βιβλιοθήκη και Λεσβιακή Άνοιξη», σελίδα 7
  7. [«..Αληθινό μουσείο του Θεόφιλου είναι το ιδιόρρυθμο αυτό σπίτι στην Ανακασιά. Ο νοικοκύρης του λυπήθηκε το φτωχό ζωγράφο που κατοικούσε σ’ ένα ερειπωμένο δωμάτιο και του παραχώρησε ένα σπιτάκι ανθρωπινότερο. Σύγχρονα τον βοηθούσε άλλοτε δίνοντάς του φαγητό κι άλλοτε χρήματα. Κι ο Θεόφιλος για να τον ευχαριστήσει του ζωγράφισε το σπίτι. Στο επάνω πάτωμα είναι ένα μεγάλο δωμάτιο που οκτώ παράθυρα ανατολικά, μεσημβρινά και δυτικά το γεμίζουν με άπλετο φως. Στο δωμάτιο εκείνο εργάστηκε ο Θεόφιλος και το γέμισε τοιχογραφίες...»] Κίτσος Μακρής, για το σπίτι Κοντού
  8. Η εγκατάλειψη κατέστρεψε 86 έργα του Θεόφιλου tvxs.gr