Καρλ Σμιτ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Καρλ Σμιτ, [Carl Schmitt], Γερμανός εθνικοσοσιαλιστής, νομικός, έγινε γνωστός ως «ο εστεμμένος νομικός του Γ΄ Ράϊχ», πολιτικός επιστήμονας, κορυφαίος και διάσημος φιλόσοφος του Δικαίου, πολιτειολόγος και συνταγματολόγος, ένας απ' όσοι προετοίμασαν και στήριξαν θεωρητικά το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα και χαρακτηρίστηκε ως ο θεωρητικός του, ενώ αποκλήθηκε ως «ο Τόμας Χομπς του 20ου αιώνα», γεννήθηκε στις 11 Ιουλίου 1888 στο Πλέτενμπεργκ της Βεστφαλίας, στο τότε Βασίλειο της Πρωσίας και πέθανε στις 7 Απριλίου 1985 στο Πλέτενμπεργκ, [Plettenberg], της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας στη Δυτική Γερμανία, λίγα χρόνια πριν την ενοποίηση του Γερμανικού κράτους. Ο τάφος του βρίσκεται στο καθολικό νεκροταφείο του Πλέτενμπεργκ.

Καρλ Σμιτ

Βιογραφία

Γεννήθηκε σε οικογένεια καθολικών, η οποία από την πλευρά του πατέρα του κατάγονταν από το Eifel, ενώ από την πλευρά της μητέρας του από την περιοχή του Trier. Ο παππούς του Nikolaus Schmitt μεγάλωσε στην Bausendorf/Eifel, όπου εργάστηκε ως αγρότης και αρτοποιός-ξενοδόχος και με τη σύζυγό του Katharina Anna το γένος Franzen, απέκτησαν εννέα παιδιά. Πρωτότοκος γιος του ήταν ο Johann Smith, πατέρας του Carl, που δραστηριοποιήθηκε ως μικροεπαγγελματίας και είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο, τον Αύγουστο του 1879, με την Προτεστάντη Μαίρη Rehse.

Μετά το θάνατό της το 1892, παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο το 1895 με την Louise το γένος Steinlein, τη μητέρα του Καρλ, ο οποίος είχε αδέλφια την Auguste, τον Joseph και την Anna Margaretha, καθώς κι ένα ετεροθαλή αδελφό, τον Ernst, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του. Οι δύο αδελφές του, που έμειναν άγαμες και άτεκνες, ήταν καθηγήτριες μουσικής, ο Joseph, που ήταν γιατρός στην Κολωνία απέκτησε τρεις κόρες, ενώ ο Ernst ήταν κρεοπώλης και από το γάμο του απέκτησε έξι παιδιά.

Σπουδές / Πανεπιστημιακή καριέρα

Διδάχθηκε στενογραφία από τον πατέρα του, ενώ Γαλλικά και πιάνο του δίδαξε η μητέρα του. Ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση τη γενέτειρα του και στις 3 Μαρτίου 1907 αποφοίτησε από τη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τον ίδιο χρόνο άρχισε σπουδές Νομικών στο Βερολίνο, το Μόναχο και το Στρασβούργο, όπου αποφοίτησε το 1915 και το 1921, Schmitt έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Greifswald, όπου δημοσίευσε το δοκίμιό του «Die Diktatur» και το 1916 κατατάχθηκε εθελοντικά στο Γερμανικό σταρτό και πήρε μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά το τέλος της οποίου έπαψε να πιστεύει στον καθολικισμό. Το 1922, εργαζόταν ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, όπου τεκμηρίωσε τις Εθνικιστικές θεωρίες του, το 1926 έγινε καθηγητής του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Hochschule für Politik στο Βερολίνο το 1932 αποδέχθηκε μια θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Παράλληλα με την ακαδημαϊκή του καριέρα, ασκούσε καθήκοντα συμβούλου για την κυβέρνηση του Ράιχ στην υπόθεση που έγινε γνωστή ως «Preussenschlag». Τον ίδιο χρόνο ο Σμιτ, έδωσε συστατική επιστολή στο Λίο Στράους, προκειμένου να κερδίσει μια υποτροφία του Ιδρύματος Ροκφέλερ στο Παρίσι και ο Γερμανοεβραίος φιλόσοφος αναχώρησε κι εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου αργότερα αναδείχθηκε σε κορυφαίο ακαδημαϊκό και γκουρού της κυβερνήσεως του Προέδρου Μπους.

Προσχώρηση στο NSDAP

Το 1933 ο Σμιτ, κατέλαβε θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου την οποία διατήρησε μέχρι το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και την 1 Μαΐου 1933, προσχώρησε στο Εθνικο-σοσιαλιστικό Κόμμα, [N.S.D.A.P.], όπως και άλλα κορυφαία ονόματα Γερμανών Ακαδημαϊκών, μεταξύ τους ο φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ, οι νομπελίστες φυσικοί Φίλιπ Λέναρντ και Γιοχάνες Σταρκ και ο βιολόγος Οϊγκεν Φίσερ. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου έγινε πρόεδρος στην «Ένωση Εθνικοσοσιαλιστών Νομικών», [«Vereinigung nationalsozialistischer Juristen»], με φιλοδοξία να γίνει ο πολιτικός φιλόσοφος του Τρίτου Ράιχ κι έγινε γνωστός ως «ο εστεμμένος νομικός του Γ΄ Ράϊχ». Το 1936 εξαιτίας των φιλικών σχέσεων που διατηρούσε με Εβραίους και μαρξιστές δέχτηκε την επίθεση των S.S. και προειδοποιήθηκε να σταματήσει να προβάλλεται ως εξέχον στοχαστής του εθνικοσοσιαλισμού. Έγραψε το περιβόητο άρθρο «Ο Φύρερ προστατεύει το δίκαιο», ενώ σχετικά με την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία, είναι χαρακτηριστική η φράση του, ότι «...κανένα Σύνταγμα στη Γη δεν είχε με τόση ευκολία νομιμοποιήσει ένα πραξικόπημα όπως το Σύνταγμα της Βαϊμάρης..».

Τον Ιούνιο του 1934 έγινε αρχισυντάκτης στην «Deutsche Juristen-Zeitung», την εφημερίδα των Γερμανών νομομαθών, και τον Ιούλιο του ίδιο χρόνου δικαιολόγησε τις εκκαθαρίσεις στη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών» ως την «ύψιστη μορφή της διοικητικής δικαιοσύνης», [«Höchste administrativer Justiz»]. Tον Οκτώβριο του 1936 απαίτησε να καθαριστεί το Γερμανικό δίκαιο από το «εβραϊκό πνεύμα» [«Jüdischem Geist»], όμως τον Δεκέμβριο, δύο μήνες αργότερα, ένα δημοσίευμα στο έντυπο Das Schwarze Korps» των SS, που επικαλούνταν παλαιότερες δηλώσεις του στις οποίες επέκρινε τις φυλετικές θεωρίες, τον κατηγορούσε για καιροσκοπισμό και ότι ο αντισημιτισμός του ήταν πρόσχημα, ένα προσωπείο για να πετύχει. Σύντομα, απομακρύνθηκε από όλες τις κομματικές θέσεις, όμως διατήρησε τη θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

Μεταπολεμικά

Μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου και την κατάληψη της Γερμανίας, ανακρίθηκε και φυλακίστηκε σε στρατόπεδο εγκλεισμού από τις κατοχικές δυνάμεις, όμως δεν παραπέμφθηκε κατηγορούμενος στην δίκη της Νυρεμβέργης. Το υλικό των πρακτικών της ανακρίσεως του, φυλάσσεται στα Εθνικά Αρχεία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στην Ουάσινγκτον, [«Modern Military Branch, Record Group 238: Collection of World War II Crimes»] κι είναι αυτό που είχε δημοσιευθεί εν μέρει, από τον Ρόμπερτ Κέμπνερ, ανακριτή του Σμιτ κι έναν από τους δημόσιους κατήγορους στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης, στο βιβλίο του «Das Dritte Reich im Kreuzverhoer» που κυκλοφόρησε το 1999 στο Ντύσελντορφ της Γερμανίας. Το 1946 αποφυλακίστηκε -μετά από ένα χρόνο εγκλεισμού και επέστρεψε στη γενέτειρα του. Έγινε γνωστός στο πλατύ κοινό της Ελλάδος, πέρα από τον περιορισμένο κύκλο των ιδεολόγων του Εθνικισμού, χάρη στον Παναγιώτη Κονδύλη και τη διαμάχη του με τον δημοσιογράφο Ριχάρδο Σωμερίτη.

Απόψεις του Καρλ Σμιτ

Καρλ Σμιτ

Οι ιδέες του που επέδρασαν σε όλο το φάσμα του πολιτικού στοχασμού της μεταπολεμικής Ευρώπης, από την άκρα Δεξιά ως την άκρα Αριστερά, διακρίνονται για τη σαφήνεια τους και συλλαμβάνουν με μοναδική διεισδυτικότητα την κρίση των δεκαετιών πριν τον Πόλεμο. Υπήρξε θεωρητικός του κράτους, εχθρός του Σιωνισμού, με σαφή αντιφιλελεύθερο λόγο και ο επιφανέστερος πολέμιος του φιλελευθερισμού, ο οποίος μέμφονταν την ομοιογένεια που δημιουργεί στην κοινωνία η δημοκρατία, διότι έτσι εξοντώνεται η ετερογένεια. Κατέδειξε ότι ο φιλελευθερισμός είναι τυφλός μπροστά στην ανταγωνιστική διάσταση της πολιτικής, δεν μπορεί να κατανοήσει την ιδιαιτερότητα του πολιτικού, δηλαδή τη διάκριση φίλος/εχθρός. Ανήκει στην παράδοση που παραπέμπει στον ρομαντικό εθνικισμό του 19ου αιώνα και πίστευε ότι το μεγαλείο των Γερμανών αντλούσε δυνάμεις από τις αναζητήσεις τους στον υπερβατικό κόσμο του πνεύματος. Ήταν συντηρητικός ερμηνευτής του Συνταγματικού Δικαίου, με τεράστιο εύρος ενδιαφερόντων, αμετακίνητος καθολικός και πιστός χριστιανός. Υιοθέτησε την ιδέα του «εντεταλμένου δικτάτορα» που ο Μακιαβέλι είχε ανακαλύψει στη ρωμαϊκή δημοκρατία, που θεωρούσε ότι προοριζόταν για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, ακόμα και με επιβολή καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης περιορισμένης χρονικής διάρκειας [1], ενώ θεωρούσε ότι ο Μαρξισμός αποτελεί μόνιμη απειλή για τη νομιμότητα.

Είπε πως «μπορούμε να πούμε ότι ο Χέγκελ πέθανε την ημέρα που ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία». Θεωρούσε ότι «..ο κοινοβουλευτισμός έχει μετατρέψει όλες τις δημόσιες υποθέσεις σε αντικείμενο εκμετάλλευσης και συμβιβασμού των κομμάτων και των οπαδών τους, και η πολιτική που δεν αποτελεί πλέον σε καμία περίπτωση υπόθεση μιας ελίτ, έχει καταλήξει να είναι η απαξιωμένη ενασχόληση μιας απαξιωμένης τάξης ανθρώπων». Πριν την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου υποστήριξε την άποψη, ότι «...Κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης..», την οποία μετά την λήξη του πολέμου επαναδιατύπωσε λέγοντας, «..Κυρίαρχος είναι όποιος κατέχει τα κύματα της περιοχής..». Θεωρούσε ότι το κυρίαρχο κράτος, είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του δυτικού ρασιοναλισμού ενώ σε διάφορες εποχές τάχθηκε κατά του συνταγματικού κράτους, του κοινοβουλευτισμού και του πλουραλισμού, πήρε θέση υπέρ της «δημοψηφισματικής δημοκρατίας» και του «ισχυρού κράτους της ελεύθερης οικονομίας» ενώ υπερασπίστηκε τον περιορισμό της ελευθερίας, αυτό που ονόμαζε «condition of the liberty». Όρισε την πολιτική ως σύγκρουση εχθρών και φίλων. Θεωρούσε ότι το Κατέχον [2] αντιπροσωπεύει την διανοητικοποίηση της αρχαίας Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, που με όλες τις αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις της επιδιώκει να επιβάλει την ορθόδοξη ηθική [3]. Στο ημερολόγιό του που δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του και στην καταχώριση της 19ης Δεκεμβρίου του 1947, γράφει, «...Πιστεύω στο Κατέχον: είναι για μένα ο μόνος δυνατός τρόπος για να κατανοήσουμε την χριστιανική ιστορία και να την βρούμε γεμάτη νόημα....{...}...Κάποιος πρέπει να είναι σε θέση να αναφέρει το Κατέχον για κάθε εποχή των τελευταίων 1948 χρόνων. Ο χώρος ουδέποτε υπήρξε κενός, αλλιώς δεν θα υπήρχαμε πλέον....».

Εργογραφία

Τα δοκίμιά του πραγματεύονται την άσκηση της πολιτικής εξουσίας και οι ιδέες του απασχόλησαν πολλούς φιλοσόφους και πολιτικούς επιστήμονες, όπως ο Walter Benjamin, ο Λίο Στράους, [Leo Strauss], ο Jacques Derrida και η Χάννα Άρεντ, [Hannah Arendt].

  • «Περί Δικτατορίας», [«Die Diktatur»], το 1921.
  • «Πολιτική Θεολογία», [«Politische Theologie»], το 1922, εκδόσεις «Λεβιάθαν» το 1994, σελίδες 178, μετάφραση–σχόλια–επιλεγόμενα Παναγιώτη Κονδύλη [4].

Το έργο περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες κυρίαρχος, «οριακή έννοια», εξαίρεση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης, και ο Σμιτ διατυπώνει την άποψη, ότι όλες οι έννοιες της πολιτικής επιστήμης για το κράτος προέρχονται από την θεολογία, ως επιστήμη για τη διανοητική διερεύνηση των πραγμάτων περί τον Θεό.

  • «Η κρίση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», [«The crisis of parliamentary democracy»], το 1923.

Στο βιβλίο ο Σμιτ, ασκεί σκληρή κριτική στις θέσεις του φιλελευθερισμού, όμως υπερασπίζεται την δημοκρατία, ως το πολίτευμα που εκφράζει και υλοποιεί την βούληση του λαού, ενώ τονίζει ότι η δημοκρατία προϋποθέτει έναν ομοιογενή εθνολογικά και πολιτισμικά λαό.

  • «Condition teachings», το 1928, στο βιβλίο χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα «μοντέλο φεντεραλισμού» ενώ καθιέρωσε τον όρο της «Υπερεθνικότητας», [«Supranationalität»].
  • «Η έννοια του πολιτικού», γράφτηκε το 1927 και εκδόθηκε για πρώτη φορά στα γερμανικά το 1932, εκδόθηκε στην Ελληνική το 2009,
  • «Κράτος, Κίνημα, Λαός. Η τριμερής διάκριση της πολιτικής ενότητας», το 1933, δοκίμιο στο οποίο προσπαθεί να ορίσει τη συνταγματική δομή του Τρίτου Ράιχ.

Σύμφωνα με τον Σμιτ, η πολιτική ενότητα του Εθνικοσοσιαλιστικού κράτους, θεμελιώνεται σε τρία στοιχεία, στο κράτος, που είναι ο μηχανισμός των δημόσιων λειτουργιών, στο λαό, που είναι το απολιτικό στοιχείο που αυξάνεται υπό τη σκιά και υπό την προστασία του κινήματος και στο κίνημα, το πραγματικό, δυναμικό πολιτικό στοιχείο, που βρίσκει την ειδική μορφή του στη σχέση με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και την ηγεσία του, ενώ ο Φύρερ είναι απλά η προσωποποίηση του κινήματος.

  • «Ο Νόμος της Γης», το 1950, στο οποίο διατυπώνει την άποψη, ότι «..Την Γη θα κληρονομήσουν οι ειρηνοποιοί. Η ιδέα για έναν νέο Νόμο της Γης ανήκει μόνο σε αυτούς..».

Ο Σμιτ θεωρούσε ότι υπάρχουν τρία ενδεχόμενα,

η ηγεμονική δύναμη να υποτάξει όλες τις άλλες δυνάμεις,
να αναβιώσει ο Νόμος των κυρίαρχων κρατών σε αμοιβαία βάση, ενδεχόμενο που θεωρούσε απίθανο,
να μεταβληθεί η Γη σε πεδίο πολλαπλών δυνάμεων, ενδεχόμενο που έβλεπε ως το πλέον πιθανό, ενώ θεωρούσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που ήταν ικανή να επιλύσει την κρίση της διεθνούς τάξης πραγμάτων. Παράλληλα θαύμαζε τον τρόπο με τον οποίο το αμερικανικό σύστημα είχε κατορθώσει να κερδίσει την παγκόσμια ηγεμονία εξισώνοντας τα συμφέροντά του με ηθικούς κανόνες που ήσαν καθολικά δεσμευτικοί, σε τρόπο ώστε «...η αντίθεση στην αμερικανική ηγεμονία να σημαίνει την αντίθεση στο καλό όλων και τα κοινά συμφέροντα της ανθρωπότητας..».
  • «Η θεωρία του αντάρτη», το 1990, εκδόσεις «Πλέθρον»,
  • «Ο Λεβιάθαν στην πολιτειολογία του Τόμας Χομπς», το 2009, εκδόσεις «Σαββάλας» [5],
  • «Σχετικά με τα τρία είδη της Νομικής Σκέψης», το 2010, εκδόσεις «Παπαζήσης»

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Διαβάστε τα λήμματα

Βιβλιογραφία

  • [«Ο Καρλ Σμιτ στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης», αποσπάσματα από το βιβλίο «Das Dritte Reich im Kreuzverhoer», σελίδες 293-300] Ρόμπερτ Κέμπνερ, Εκδόσεις «Συγχρονικότητα», Οκτώβριος 2013

Παραπομπές

  1. Καρλ Σμιτ: Η έκτακτη ανάγκη ως πολιτική απόφαση Μανόλης Αγγελίδης, «Βαϊμάρη: Σύνταγμα και έκτακτη ανάγκη».
  2. [Το κατέχον, σύμφωνα με μια άποψη, είναι η κατάσταση που εμποδίζει την επικράτηση της ανομίας αλλά και εκείνου που θα «νομιμοποιήσει όλα τα παράνομα»]
  3. [Carl Schmitt, The Nomos of the Earth in the International Law of the Jus Publicum Europaeum]
  4. «Πολιτική Θεολογία» Παρουσίαση του βιβλίου από τον Παναγιώτη Κονδύλη
  5. «Ο Λεβιάθαν στην πολιτειολογία του Τόμας Χομπς» Ολόκληρο το έργο