Μάρτιν Χάιντεγκερ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ Γερμανός εθνικοσοσιαλιστής φιλόσοφος, ένας από τους διαπρεπέστερους του 20ού αιώνα, ενεργό μέλος και μαχητικός υποστηρικτής του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, γεννήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1889 στο Μέσκιρχ, [Messkirch], του Μπάντεν και πέθανε στις 26 Μαΐου 1976 στο Φράιμπουργκ, [Freiburg], της Γερμανίας.

Ήταν παντρεμένος από το 1917 με την Elfride Petri, με την οποία απέκτησαν δύο γιους, τον Jörg το 1919 και τον Hermann στις 20 Αυγούστου 1920.

Martin Heidegger

Βιογραφία

Κατάγονταν από γονείς καθολικούς και ο πατέρας του εργαζόταν ως νεωκόρος στην τοπική εκκλησία. Το 1903 παρακολούθησε μαθήματα στο γυμνάσιο στο Konstanz με την βοήθεια της εκκλησίας που τον υποστήριξε με υποτροφία και το 1906, μετακόμισε και εγκαταστάθηκε στην πόλη του Φράιμπουργκ. Στο Γυμνάσιο εκδήλωσε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του για τη φιλοσοφία. Ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο το 1909 και επειδή πρόθεση της οικογένειας του ήταν να γίνει ιερωμένος, τον ίδιο χρόνο έγινε δόκιμος μοναχός σε τάγμα Ιησουιτών, το οποίο εγκατέλειψε για λόγους υγείας. Συνέχισε σπουδάζοντας θεολογία στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, όμως το 1911, εγκατέλειψε τις θεολογικές σπουδές, μαζί με την πρόθεσή του να γίνει ιερωμένος.

Ακαδημαϊκή καριέρα

Έκτοτε ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, την ιστορία, τη φιλοσοφία και τις φυσικές επιστήμες και υπήρξε μαθητής του Έντμουντ Χούσσερλ, [Edmund Husserl], το 1913 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή, υπό την επίβλεψη του Heinrich Rickert, νεοκαντιανού φιλόσοφου, ενώ το 1915 υπέβαλε τη διατριβή του για υφηγητής. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και το 1919 έγινε βοηθός του Έντμουντ Χούσσερλ ο οποίος είχε λάβει την έδρα της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Ως καθηγητής δίδαξε στο πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ, [Marburg], από το 1923 έως το 1928 και το 1927, δημοσίευσε το κυριότερο έργο του «Είναι και Χρόνος», που ήταν αφιερωμένο στο δάσκαλό του, το οποίο θεωρείται ως σταθμός στην εξέλιξη της φιλοσοφίας του 20ού αιώνα και το 1928 έγινε καθηγητής φιλοσοφίας και διαδέχτηκε τον Χούσερλ στην έδρα της φιλοσοφίας.

Σχέσεις με το Γ΄Ράιχ

Τον Απρίλιο του 1933 επιλέχθηκε πρύτανης στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ και η επιλογή του ν' αποδεχθεί τη θέση δημιούργησε αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα των πολιτικών προεκτάσεων της φιλοσοφίας του, καθώς η αποδοχή της θέσεως σήμαινε και αποδοχή του καθεστώτος. Στον πρώτο δημόσιο λόγο του ύμνησε το Εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς και τον Αδόλφο Χίτλερ, που θεωρούσε ότι θα οδηγούσε το γερμανικό λαό στο ιστορικό του πεπρωμένο. Στο διάστημα που διατήρησε τη θέση του, επέβαλλε την εκκαθάριση του πανεπιστημίου από τις αντίθετες απόψεις με το καθεστώς και μετέτρεψε το Πανεπιστήμιο σε προπύργιο της Εθνικοσοσιαλιστικής προπαγάνδας, ενώ υπήρξε από το 1933 ως το 1945 μέλος του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.

Στον ακαδημαϊκό του κύκλο υπήρχαν, όμως, φοιτητές εβραϊκής καταγωγής, όπως η Χάνα Άρεντ -πιθανότατα για ένα διάστημα ερωμένη του- Γερμανοαμερικανίδα, Εβραϊκής καταγωγής, φιλόσοφος, που το 1961 έγινε γνωστή από την κάλυψη, για λογαριασμό του περιοδικού New Yorker, της δίκης του Άντολφ Άιχμαν, εμπνευστή του σχεδίου «Τελική Λύση», και έγραψε το βιβλίο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού» και ο Καρλ Λέβιτ. Παράλληλα δεν έκρυψε ποτέ το θαυμασμό του για φιλοσόφους με εβραϊκή καταγωγή, όπως ο Γκέοργκ Ζίμελ και ο Ανρί Μπερξόν. Τον επόμενο χρόνο ήλθε σε διαμάχη με τους Εθνικοσοσιαλιστές, καθώς δεν υποστήριξε ούτε τον βιολογισμό ούτε τον αντισημιτισμό και υπέβαλλε ή εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από την πρυτανεία, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει την απόλυση 2 κομμουνιστών καθηγητών από το πανεπιστήμιο και του επιβλήθηκαν περιορισμοί, καθώς τον θεωρούσαν ύποπτο για υπόγεια κριτική στο καθεστώς.

Μεταπολεμικές διώξεις & αποκατάσταση

Οι διώξεις του συνεχίστηκαν και μετά το τέλος του πολέμου και την πτώση του Γ’ Ράιχ, το 1945, καθώς του απαγορεύτηκε να διδάσκει, ενώ το 1946 του αφαιρέθηκε η έδρα από το πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, λόγω της στάσης του κατά την περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού. Τελικά το 1952, η η απαγόρευση ήρθη, όμως το ζήτημα της αναμείξεως του με το Εθνικοσιαλιστικό καθεστώς παρέμεινε σημείο τριβής για πολλά ακόμη χρόνια. Αποχώρησε το 1959 από την καθηγητική έδρα και συνταξιοδοτήθηκε, όμως συνέχισε -μέχρι το τέλος της ζωής του- να δημοσιεύει κείμενα και να δίνει διαλέξεις σε όλο τον κόσμο.
 Μετά το θάνατό του δημοσιεύθηκε μια συνέντευξη, παρά την οποία παρέμειναν ερωτηματικά για τη στάση του, που είχε παραχωρήσει το 1966, στην οποία υποστηρίζει ότι δέχτηκε τη θέση του πρύτανη, προσπαθώντας να αντιταχθεί στην επέλαση του Εθνικοσοσιαλισμού στα πανεπιστήμια.

Ταξίδι στην Ελλάδα

Η παρουσία της Ελλάδος είναι έντονη στο σύνολο του έργου του και είναι συχνές οι αναφορές του στους Ηράκλειτο, Παρμενίδη, Σοφοκλή, Αντιγόνη και Πλάτωνα. Με αφορμή την επίσκεψη του στην Ελλάδα το 1962, ως επιβάτης του πλοίου «Γιουγκοσλαβία», έγραψε το έργο «Διαμονές:Το ταξίδι στην Ελλάδα», [1], στο οποίο περιγράφει τις εντυπώσεις του. Η περιγραφή του ταξιδιού του, ξεκινά με απόσπασμα από το ποίημα «Άρτος και Οίνος» του Χαϊλντερλίν, που είναι εμπνευσμένο από μια περιπλάνηση στον ελληνικό χώρο. Το πλοίο κατέπλευσε στην Κέρκυρα, στην Κεφαλλονιά, στην Ιθάκη και στο Κατάκωλο απ’ όπου κατευθύνθηκε οδικώς στην Ολυμπία. Ακολούθησαν η Κόρινθος, οι Μυκήνες, η Νεμέα, το Άργος, η Επίδαυρος, η Κνωσσός, η Φαιστός, η Πάτμος, η Δήλος, η Ρόδος και η Αττική, όπου επισκέφθηκε την Ακρόπολη, το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Φάληρο, το Σούνιο και το Μοναστήρι της Καισαριανής, ενώ ολοκλήρωσε το ταξίδι με τις επισκέψεις στην Αίγινα και τους Δελφούς.

Εργογραφία

Κυρίαρχο ζήτημα της φιλοσοφίας του είναι το ερώτημα γύρω από την έννοια του είναι, ερώτημα το οποίο πραγματεύθηκε αρχικά στο έργο του. 
Ασχολήθηκε με τη συγγραφή σπουδαίων φιλοσοφικών εργασιών που άσκησαν τεράστια επίδραση σε τομείς που εκτείνονται από τη φιλοσοφία μέχρι τη φυσική και τη λογοτεχνική κριτική. Ασπάστηκε τις ιδέες του Δανού φιλόσοφου Σέρεν Κίρκεγκααρντ και ανέπτυξε ένα σύστημα σκέψης που χαρακτηρίστηκε ως αθεϊστικός υπαρξισμός. Πραγματικά, θεωρούνταν ο κύριος εκπρόσωπος της γερμανικής υπαρξιστικής φιλοσοφίας μετά τον Καρλ Γιάσπερς και επηρέασε βαθιά το Ζαν Πωλ Σαρτρ, ενώ υπήρξε ο κυριότερος κριτικός των σύγχρονων κοινωνικών ρευμάτων.

Ο Γκάνταμερ κάνοντας μνεία στην συμπόρευση του Χάιντεγκερ με το Τρίτο Ράιχ αναφέρει ότι, «...υπήρξε ο μέγιστος των στοχαστών και ο ελάχιστος των ανθρώπων..».. Ο Χάιντεγκερ παραμένει ένας φιλοσοφικός ογκόλιθος, ο σημαντικότερος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, μπροστά στον οποίο στοχαστές όπως ο Σαρτρ φαντάζουν ελάχιστοι. Μικρό μόνο μέρος του έργου του έχει αποδελτιωθεί ενώ το «Είναι και Χρόνος» αποτελεί κείμενο πλατωνικών διαστάσεων. Είναι αναμφίβολα ο διασημότερος καταραμένος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, με μέγεθος σκέψεως ανάλογο των Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Ιμμάνουελ Καντ και Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ.

Βιβλιογραφία

Κυριότερα από τα έργα του,

  • «Είναι και χρόνος», [«Sein und Zeit»], το 1927,
  • «Η ουσία του θεμελίου» το 1929,
  • «Ο Καντ και το πρόβλημα της μεταφυσικής» το 1929,
  • «Τι είναι η μεταφυσική» το 1929,
  • «Η ουσία της αλήθειας» το 1943,
  • «Επιστολή για τον Ουμανισμό», [2], το 1946,
  • «Η προέλευση του έργου τέχνης» το 1950,
  • «Εισαγωγή στη Μεταφυσική» το 1953,
  • «Το ερώτημα σχετικά με την τεχνολογία» το 1953,
  • «Τι σημαίνει σκέπτομαι;» το 1954,
  • «Τι είναι φιλοσοφία» το 1956,
  • «Ο δρόμος προς τη γλώσσα» το 1959,
  • «Χρόνος και Είναι» το 1962,
  • «Το τέλος της φιλοσοφίας και η αποστολή του σκέπτεσθαι» το 1964,
  • «Νίτσε»,
  • «Ηράκλειτος»,
  • «Η πραγματεία του Σέλινγκ για την ουσία της ανθρώπινης ελευθερίας».

Κριτική προσέγγιση

Εκφράζει την πρωτοφασιστική διανόηση των Έζρα Πάουντ και Όσβαλντ Σπένγκλερ που αποζητούσαν ένα πάντρεμα Εθνικισμού, ανορθολογισμού και αντι-υλιστική χρήση της τεχνολογίας. Το πρώτο φιλοσοφικό αντικείμενο του είναι ο άνθρωπος, τον οποίο όμως δε βλέπει με διάθεση ουμανιστική, που την απορρίπτει, αλλά από τη σκοπιά ότι ο άνθρωπος, επειδή είναι το μόνο έλλογο ον, έχει την ικανότητα να ερευνά και να αναλύει την έννοια της ύπαρξης που αποτελεί την ουσία της φιλοσοφίας. Έτσι το τελικό περιεχόμενο της υπαρξιακής ανάλυσης του δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η ανθρώπινη υπόσταση σε όλες της τις εκδηλώσεις -το ον μέσα στον κόσμο, οι προοπτικές, η αστάθεια, η βεβαιότητα του θανάτου, η προσωρινότητα. Η ανακάλυψη του νοήματος που έχει κάθε εμπειρία για την παρουσία του όντος είναι η φαινομενολογία. Χρησιμοποιεί τη μέθοδο αυτή για τα προβλήματα της φιλοσοφίας του, η οποία όμως έτσι καταντά δυσπρόσιτη εξαιτίας των πολλών εμπειριών με τις οποίες εκφράζεται το είναι.

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ προσπαθεί να κατανοήσει το είναι μέσα από τις εκδηλώσεις του αυτές παρά να το επαληθεύσει. Η βασική εμπειρία που δημιουργεί άγχος για τον άνθρωπο είναι το πεπερασμένο, η ασημαντότητα, το μηδέν, η οποία τον οδηγεί στο καταφύγιο και στην ασφάλεια της τεχνικής και της επιστήμης. Η «αυθεντική» ύπαρξη επομένως, δεν είναι παρά η ικανότητα του ανθρώπου να πραγματώσει τη ζωή του χωρίς αυταπάτες, χωρίς ψέματα, αλλά να «υπάρχει για το θάνατό του», πέρα από την καθημερινότητα. Αργότερα, και ιδιαίτερα μετά τη μελέτη της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, οι απόψεις του έχασαν τους μηδενιστικούς τόνους της πρώτης περιόδου και αναζήτησαν μέσα από τη γλώσσα των ποιητών την αλήθεια, την αποκάλυψη, τη νοσταλγία για την εποχή εκείνη της αρχαίας Ελλάδας, όπου οι θεοί ζούσαν μαζί με τους ανθρώπους.

Το 1935 μιλάει σε ένα μάθημα για «την αλήθεια και το μεγαλείο» του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος και το 1936 δηλώνει χωρίς επιφυλάξεις στον Λέβιτ την πίστη του προς τον Αδόλφο Χίτλερ. Το 1944 ο Ευγένιος Φίσερ, μεγάλη επιστημονική αυθεντία του εθνικοσοσιαλισμού στον φυλετικό τομέα, έγραφε στον γκαουλάιτερ του Σάλτσμπουργκ ότι ο Χάιντεγκερ είναι ένας «στοχαστής εξαιρετικός και αναντικατάστατος για το κόμμα», προσθέτοντας: «Δεν έχουμε και τόσους μεγάλους εθνικοσοσιαλιστές φιλοσόφους».

Η προσέγγιση του έργου του είναι δεμένη με την κατανόηση αυτού που ονομάζει «Dasein», λέξη που στα γερμανικά σημαίνει ύπαρξη ή ζωή, [σύνθετη λέξη και προέρχεται από το Da=εδώ και το Sein=είναι], στο οποίο αναγνώρισε πολλούς τρόπους υπάρξεως, ανάλογα με τις σχέσεις στις οποίες συμμετέχει. Θεωρεί ότι το «Dasein» υπάρχει αυθεντικά μέσα στον χρόνο, όχι όμως στο φυσικό μετρήσιμο χρόνο, αλλά στο βιωμένο χρόνο, όπου η χρονικότητα πραγματοποιείται ως η ενότητα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, σε στενή συνάφεια. Αναφέρει το «Dasein» ως ιστορική ύπαρξη, η οποία υπάρχει προς τον θάνατο, ενώ βρίσκεται πάντα σε συνάφεια με το παρελθόν της, ως ιστορική ύπαρξη. Θεμελιώδεις έννοιες του έργου του αποτελούν, η μέριμνα, η οποία υποδηλώνει την ανάγκη της υπάρξεως να αγρυπνά για το είναι της, και της αυθεντικής ή μη υπάρξεως του «Dasein», που αποτελεί και την κριτική του στον δυτικό πολιτισμό, καθώς διαπιστώνει αγκίστρωση των σύγχρονων ανθρώπων στον κόσμο της καθημερινής τύρβης και απομάκρυνση τους από την αυθεντική βίωση του κόσμου μέσω της εγγύτητας του είναι τους. Η ανάλυση του υπήρξε πρωτοποριακή για την εποχή της, όμως απέτυχε, σύμφωνα με δική του ομολογία, να δώσει απάντηση στο ερώτημα για το νόημα του είναι, το οποίο σε μεγάλο βαθμό υπονοείται στο έργο αυτό, αλλά δεν αποσαφηνίζεται.

Μετά τη δεκαετία του 1930 άρχισε να απομακρύνεται από τη φαινομενολογία του Χούσερλ, και επαναδιαπραγματεύθηκε το ερώτημα για το «είναι», στηριγμένος στη μελέτη του μεγάλου Γερμανού ρομαντικού ποιητή Φρίντριχ Χέλντερλιν και των προσωκρατικών φιλοσόφων. Ερμήνευσε υπό ξεχωριστό πρίσμα τα έργα των προσωκρατικών και ο τρόπος αυτός χαρακτηρίστηκε από μεταγενέστερους μελετητές τους ως «ερμηνευτική βία», και υποστήριξε ότι είχαν κατορθώσει να αντιληφθούν το «είναι» ως άμεση ύπαρξη. Υποστήριξε επίσης ότι η μεταφυσική φιλοσοφία, η μεταγενέστερη των προσωκρατικών, αποτέλεσμα στροφή προς τα πίσω και οδήγησε στην πολυδιάσπαση της φιλοσοφίας μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας. Η πολυδιάσπαση, σύμφωνα με τον ίδιο, έλαβε τέλος στον αποδομητικό νιχιλισμό του Φρίντριχ Νίτσε, που ανέδειξε τα αδιέξοδά της, χωρίς όμως να βρει τον τρόπο να τα ξεπεράσει. Εξήντλησε την φιλοσοφική του προσπάθεια αναζητώντας να ξεπεράσει το νιχιλισμό, [μηδενισμός] της μεταφυσικής, που εκφράζεται μέσω της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στη φύση. Ιδιαίτερη σημασία έχει η επεξεργασία της θεωρίας του για τη γλώσσα, η οποία άσκησε επίδραση στη φιλοσοφία της αποδομήσεως του Ζακ Ντεριντά.

Αποκλήθηκε από μεταγενέστερους του ως υπαρξιστής, αυτός που επέκρινε με έντονο τρόπο τον υπαρξισμό του Ζαν Πολ Σαρτρ, όμως στην ουσία αποτελεί τον εισηγητή μιας νέας οντολογίας, που αρχικά ήταν επηρεασμένη από τη φαινομενολογία και χαρακτηρίστηκε αρχικά, ως φαινομενολογική οντολογία και τέλος, νέα οντολογία. 
Υπήρξε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, όμως η σημασία του φιλοσοφικού του έργου είναι τεράστια αξίας για τη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη, καθώς βρέθηκε στο μεταίχμιο μεταξύ παλιάς και νέας φιλοσοφίας. Θεωρείται ότι συνέβαλε στο ξεπέρασμα των αγκυλώσεων της παραδοσιακής μεταφυσικής φιλοσοφίας της συνειδήσεως και χάραξε δρόμους στους μεταγενέστερους στοχαστές, όπως ο Γκάνταμερ, ο Ρικέρ, ο Μερλό-Ποντί, ο Σαρτρ, ο Φουκό, ο Ντεριντά, οι οποίοι στηρίχθηκαν έντονα πάνω στο έργο του.

Διαβάστε τα λήμματα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [εκδόσεις «Κριτική», 1998, μετάφραση Γ.Φαράκλας, Επιμέλεια Ν.Καλταμπάνος]
  2. Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και η διαμάχη για τον ανθρωπισμό και τον ορθό λόγο Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», «Βιβλιοθήκη», Πέμπτη 29 Απριλίου 2010