Τρίτο Ράιχ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Τρίτο Ράιχ, [1], ή αλλιώς Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία αποκαλείται το Γερμανικό κράτος της περιόδου από τις 30 Ιανουαρίου του 1933 έως τις 8 Μαΐου του 1945. Το επίσημο όνομα του κράτους ήταν Γερμανικό Ράιχ [Deutsches Reich] από το 1933 ως το 1943 και Μείζον Γερμανικό Ράιχ [Grossdeutsches Reich] από το 1943 ως το 1945. Κατά την περίοδο αυτή η χώρα εκυβερνάτο από το Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανών Εργατών [NSDAP] με Καγκελάριο τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος από το 1934, ως αρχηγός του κράτους ονομάζονταν «Führer» [Αρχηγός].

Το έμβλημα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (1933-1945)

Κατά την περίοδο αυτή εφαρμόστηκαν στην Γερμανία εθνοκεντρικές και σοσιαλιστικές πολιτικές με όραμα ένα υγιές και δυνατό έθνος. Από οικονομικής πλευράς η νέα κυβέρνηση πέτυχε την επανεκβιομηχάνιση της χώρας, μηδενική ανεργία και το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο της ηπειρωτικής Ευρώπης για τον μέσο όρο των πολιτών. Από στρατιωτικής και εδαφικής απόψεως, η Γερμανία κατέστη ένα κυρίαρχο έθνος-κράτος στην Ευρώπη ακολουθώντας εξωτερική πολιτική επιθετικής διπλωματίας. Με την ένωσή της με την Αυστρία το 1938, η Γερμανία έγινε για πρώτη φορά μετά την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ενιαίο γερμανικό κράτος με την Αυστρία στους κόλπους του. Η πτώση του Τρίτου Ράιχ επήλθε με την στρατιωτική ήττα και παράδοση της Γερμανίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Η Ιουδαία κηρύσσει τον πόλεμο στην Γερμανία» [2].

Ιστορική αναδρομή

Πρώτο Ράιχ

Ως πρώτο Ράιχ [λατινικά: Sacrum Romanum Imperium Nationis Germanicae, γερμανικά: Heiliges Römisches Reich Deutscher Nation] αναφέρεται η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους ή Αυτοκρατορία της Δύσεως, δηλαδή η Γερμανία από τον 10ο αιώνα έως τα μέσα του 17ου αιώνα. Οι αυτοκράτορες αυτής της περιόδου ήθελαν να εμφανίζονται συνεχιστές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και θεωρούσαν ότι η ουράνια βασιλεία σύμφωνα με την χριστιανική πίστη πρέπει να εφαρμόζεται και στη Γη, υπό την εποπτεία τους. Πρώτος ο αυτοκράτορας των Φράγκων Καρλομάγνος [Κάρολος ο Μέγας] το 800 μ.Χ. πήρε από τον Πάπα τον τίτλο Αυτοκράτορας των Ρωμαίων (σε προσπάθεια του Πάπα να ακυρώσει την Ανατολική Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως), αλλά ο τίτλος ατόνησε στη διάρκεια των εμφυλίων διενέξεων των διαδόχων του Καρλομάγνου. Ως χρονολογία ανακήρυξης του Α' Ράιχ πρέπει να θεωρείται όχι το 800 μ.Χ. αλλά το 962 μ.Χ. Πρώτος αυτοκράτορας [Kaiser] του Α' Ράιχ, ήταν ο Όθων ο Μέγας που στέφθηκε το 962 μ.Χ. Στο απόγειό της η αυτοκρατορία ενσωμάτωνε περιοχές από Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Λιχτενστάιν, Λουξεμβούργο, Τσεχία, Σλοβενία, Βέλγιο, Ολλανδία, Πολωνία, Γαλλία και Ιταλία. Παρά το όνομά της, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της υπάρξεως της η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν περιλάμβανε τη Ρώμη εντός των γεωγραφικών της ορίων. Σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα υπήρχε έντονος ανταγωνισμός μεταξύ του Αυτοκράτορα, ως φορέα κοσμικής εξουσίας, και του Πάπα, ως φορέα θρησκευτικής εξουσίας που επιχειρούσε να κατέχει και την κοσμική. Επί Αυτοκράτορα Καρόλου Ε' συντελέστηκαν στα εδάφη της Γερμανίας τα γεγονότα της Λουθηρανικής θρησκευτικής Μεταρρύθμισης και ο Αγροτικός Πόλεμος του 1525, κοινωνικά και θρησκευτικά ζητήματα που παρέμειναν άλυτα και οδήγησαν ένα αιώνα μετά στον Τριακονταετή Πόλεμο [1618-1648].

Το καίριο πλήγμα πάντως το δέχτηκε το 1648, όταν με τη συνθήκη της Βεστφαλίας, η αυτοκρατορία ακρωτηριάσθηκε. Με την ανάδειξη μάλιστα της Πρωσίας σε βασίλειο, το Γερμανικό Α' Ράιχ υπέστη θανάσιμο πλήγμα, καθώς έχασε μια τεράστια και σημαντική περιοχή. Το υπό τη Δυναστεία των Αψβούργων κράτος διατήρησε το όνομα Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως το 1806, αλλά στην πραγματικότητα είχε υπό την κατοχή του μόνο την Αυστρία, την Ουγγαρία, τη Βοημία και μέρη της μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας στη λεγόμενη Στρατιωτική μεθόριο. Παρ' όλα αυτά, και σε αυτή την εποχή η Αυτοκρατορία μπόρεσε να αμυνθεί επιτυχώς κατά της απειλής των Οθωμανών Τούρκων (αν και αναγκαζόταν να προσφεύγει σε συμφωνίες με γειτονικά βασίλεια για να διασώζεται, όπως για παράδειγμα το 1683 που η Πολωνία υπό τον Ιωάννη Γ' Σοβιέσκι [Jan III Sobieski] έσωσε τη Βιέννη από την τουρκική πολιορκία. Σημαντικοί στρατιωτικοί διοικητές αυτής της περιόδου για λογαριασμό της Αυτοκρατορίας υπήρξαν οι Ιταλογενείς Ραϊμόντο Μοντεκούκκολι [Raimondo Montecuccoli] και Ευγένιος της Σαβοΐας, που νίκησαν επανειλημμένα τους Τούρκους. Η δύναμη, όμως, του κράτους των Αψβούργων ολοένα και συρρικνωνόταν, και η εμπλοκή της Αυτοκρατορίας στους πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης οδήγησε σε σειρά οδυνηρών ηττών, απώλεια εδαφών και τελικά, το 1806, μετά τη συντριβή από τον Ναπολέοντα στο Αούστερλιτς, ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος B' υπέγραψε συνθήκη με τους Γάλλους, όρος της οποίας ήταν και να παραιτηθεί από τον τίτλο του Αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Η ημερομηνία αυτή θεωρείται το επίσημο τέλος του Α' Ράιχ.

Δεύτερο Ράιχ

Το Β' Ράιχ δημιουργήθηκε από τον Όττο φον Μπίσμαρκ, μετά από τον γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870. Προσπάθειες για την ενοποίηση της Γερμανίας γίνονταν καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, σημαντικό γεγονός προς την κατεύθυνση αυτή θεωρείται η Γερμανική Τελωνειακή Ένωση [Deutsche Zollverein] που συστήθηκε το 1834. Μετά την αποτυχημένη αστικοφιλελεύθερη επανάσταση του 1848 στα γερμανικά εδάφη, που σκοπό είχε την ενοποίηση του γερμανικού κόσμου, η μοναρχία της Πρωσίας έγινε ο κυρίαρχος εκφραστής των ενοποιητικών τάσεων (αν και τον προηγούμενο αιώνα, επί Μεγάλου Φρειδερίκου, είχε αντιταχτεί σε αυτές). Το σημαντικότερο ρόλο στην τελική επίτευξη της ενοποίησης έπαιξε ο Όττο φον Μπίσμαρκ, ο Γερμανός Πρίγκηπας επί τιμή που διετέλεσε υπουργός και πρόεδρος της Πρωσίας από το 1862, κι ήταν αυτός που ενοποίησε τη Γερμανία. Ο Μπίσμαρκ διατέλεσε πρώτος καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας [Reichskanzler, με την ίδρυση της το 1871 κι είχε καθοριστικό ρόλο στην ένωση τους σε ένα κράτος, καθώς διαπραγματεύτηκε με αντιπροσώπους των κρατών της Νότιας Γερμανίας, προσφέροντας τους ειδικές παραχωρήσεις για να συμφωνήσουν. Οι διαπραγματεύσεις πέτυχαν και ο Γουλιέλμος Α' ανακηρύχθηκε «Γερμανός Αυτοκράτορας» στις 18 Ιανουαρίου 1871 στην Αίθουσα των Καθρεπτών των Βερσαλλιών στο Παρίσι, όταν ο γερμανικός στρατός νίκησε τη Γαλλία και εισέβαλε στη γαλλική πρωτεύουσα.

Το Β' Ράιχ ήταν συνταγματική μοναρχία, και όσο ζούσε ο Μπίσμαρκ ο ρόλος του Καγκελαρίου ήταν σημαντικότατος, μετά όμως την απομάκρυνσή του το 1890 από τον Γουλιέλμο Β', οι καγκελάριοι αποτέλεσαν ουσιαστικά μαριονέτες του Κάιζερ. Το Β' Ράιχ επί Μπίσμαρκ ακολουθούσε τη διπλωματία της ισορροπίας στην εξωτερική του πολιτική, πετυχαίνοντας καλές σχέσεις με τη Ρωσία και μη ανταγωνιστικές με την Αγγλία, ενώ στα εσωτερικά επιτεύχθηκε ραγδαία βιομηχανική ανάπτυξη και δυνάμωμα του κοινωνικού κράτους πρόνοιας (ο Μπίσμαρκ αρχικά είχε θέσει εκτός νόμου τους Σοσιαλδημοκράτες το 1878, αλλά αυτό δεν είχε το αποτέλεσμα που επιθυμούσε, δηλαδή την κατάπνιξη του εργατικού κινήματος, καθώς αυτό όλο και δυνάμωνε, οπότε ο Μπίσμαρκ αναγκάστηκε να πάρει διάφορα φιλεργατικά μέτρα, τα οποία αποτέλεσαν τον πυλώνα του γερμανικού κοινωνικού κράτους για τον επόμενο αιώνα). Μετά την πτώση του Μπίσμαρκ το 1890, ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β' ακολούθησε επιθετική εξωτερική διπλωματία, συνέπηξε συμμαχίες με Αυστρία και Οθωμανική Αυτοκρατορία, ανέπτυξε πολεμικό στόλο για να ανατρέψει τη θαλασσοκρατορία της Αγγλίας, και εισήλθε στον αποικιακό στίβο, με αποικιακή επέκταση σε Αφρική και Ασία (Γερμανική Ανατολική Αφρική, Καμερούν, Ναμίμπια, επέμβαση με στρατό στην Κινέζικη εξέγερση των Μπόξερ, Νέα Γουινέα κλπ). Το Β' Ράιχ είχε μικρή διάρκεια ζωής, μόλις 47 χρόνια, καθώς διαλύθηκε στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1918, μετά από την ήττα της Γερμανίας και την πτώση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’.

Τρίτο Ράιχ

Επίσημα, η Γερμανία συνέχισε να ονομάζεται Γερμανικό Ράιχ [Deutsches Reich] και μετά το 1918, κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης [1918-1933]. Το 1925, o Γερμανός εθνικιστής διανοούμενος Άρθουρ Μέλερ βαν ντεν Μπρουκ [Arthur Moeller van den Bruck] γράφει το βιβλίο Das Dritte Reich [Το Τρίτο Ράιχ], το οποίο επηρέασε τους Γερμανούς εθνικιστές της εποχής του, όπως και το Das Neue Reich [Το Νέο Ράιχ] του Στέφαν Γκεόργκε [Stefan George] το 1928. Η άνοδος των Γερμανών εθνικιστών στην εξουσία σήμανε το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που εγκαθιδρύθηκε στη Γερμανία μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, μετά τον διορισμό του Αδόλφου Χίτλερ, στις 30 Ιανουαρίου 1933, στη θέση του Καγκελάριου. Λίγες μέρες αργότερα, συγκεκριμένα στις 28 Φεβρουαρίου 1933, και μετά τον εμπρησμό του Γερμανικού κοινοβουλίου [Ράιχσταγκ] η Γερμανική κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ανέστειλε τα συνταγματικά πολιτικά δικαιώματα και κήρυξε την Γερμανία σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, στη διάρκεια της οποίας μπορούσαν να θεσπιστούν επίσημα διατάγματα δίχως την έγκριση του κοινοβουλίου. Στους πρώτους μήνες της θητείας του Χίτλερ το Γερμανικό εθνικιστικό κόμμα έθεσε σε εφαρμογή την πολιτική του «συντονισμού», δηλαδή την ευθυγράμμιση ατόμων και θεσμών με τους στόχους που έθεσαν οι εθνικιστές, στην κουλτούρα, την οικονομία, την εκπαίδευση και την δικαιοσύνη, ενώ κέρδισε την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη της πλειοψηφίας καθολικών και προτεσταντών κληρικών.

Τον Αύγουστο του 1934 πέθανε ο Γερμανός πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και ο Χίτλερ ανέλαβε την προεδρία. Ο στρατός έδωσε όρκο αφοσιώσεως στο πρόσωπό του. Η εξουσία του Χίτλερ στηρίχθηκε στο αξίωμα του ως Προέδρου του Ράιχ, με το οποίο ήταν επικεφαλής του κράτους, Καγκελαρίου του Ράιχ, ως επικεφαλής της κυβερνήσεως και του Φύρερ, δηλαδή του επικεφαλής του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Σύμφωνα με την αρχή του Ηγέτου, γνωστή ως «Führerprinzip», ο Χίτλερ βρισκόταν υπεράνω του νόμου και αυτός αποφάσιζε για θέματα πολιτικής. Έτσι είχε το τελευταίο λόγο στην εθνική νομοθεσία αλλά και στην εξωτερική πολιτική της Γερμανίας. Η εξωτερική πολιτική του Ράιχ καθοδηγήθηκε από την πεποίθηση ότι το φυλετικό πεπρωμένο της Γερμανίας ήταν να επεκταθεί προς τα ανατολικά με τη δύναμη των όπλων και ότι ένας διευρυμένος, φυλετικά ανώτερος γερμανικός πληθυσμός έπρεπε να εδραιώσει τη μόνιμη κυριαρχία του στην ανατολική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση. Σ' αυτή την κατεύθυνση οι Γερμανίδες γυναίκες διαδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο καθώς η πολιτική του Τρίτου Ράιχ σε σχέση με τον πληθυσμό ενθάρρυνε τις «φυλετικά αγνές» Γερμανίδες να γεννήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα «Άρια» παιδιά. Σκοπός της εξωτερικής πολιτικής της εθνικιστικής Γερμανίας ήταν η κήρυξη πολέμου εναντίον της Σοβιετικής Ενώσεως και τα χρόνια ειρήνης αποτέλεσαν περίοδο προετοιμασίας του γερμανικού λαού για πόλεμο. Κυριότερος «φυλετικός» εχθρός της Γερμανίας του Τρίτου Ράιχ ήταν οι Εβραίοι. Η κυβέρνηση του Χίτλερ υπήρξε γενικά δημοφιλής στους περισσότερους Γερμανούς, αν και υπήρξαν μεμονωμένα, σε μαζικότητα και συμμετοχή, παραδείγματα αντιδράσεως από καθημερινές πράξεις αντικομφορμισμού μέχρι την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944. Το τρίτο Ράιχ κατέρρευσε στις 8 Μαΐου του 1945, όταν κατελήφθη το Βερολίνο και οι Σύμμαχοι εξανάγκασαν την Γερμανία σε οδυνηρή συνθηκολόγηση, που την ακολούθησε η ντε φάκτο δημιουργία δύο κρατών, της Δυτικής Γερμανίας, υπό την επιρροή των κρατών της Δύσεως και ειδικά των Αμερικανών και της ανατολικής Γερμανίας [1949-1990] υπό την επιρροή των Ρώσων.

Συνοπτικά το 1933

Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Φραντς φον Πάπεν, ηγέτης του Γερμανικού Εθνικολαϊκού Κόμματος [DNVP], πείθει τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να διορίσει τον ηγέτη των εθνικοσοσιαλιστών Αδόλφο Χίτλερ καγκελάριο της Γερμανίας, σε κυβέρνηση συνεργασίας NSDAP-DNVP, με δύο κομβικά υπουργεία να αναλαμβάνονται από εθνικοσοσιαλιστές (Υπουργός Εσωτερικών ο Βίλχελμ Φρικ και Υπουργός Eσωτερικών της Πρωσίας, δηλαδή υπεύθυνος της Αστυνομίας του Βερολίνου, ο Χέρμαν Γκαίρινγκ). Τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου 1933 ακολουθούν μαζικές συλλήψεις μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας [KPD] και υπό αυτό το κλίμα πραγματοποιούνται οι εκλογές της 5ης Μαρτίου, στις οποίες το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα έρχεται πρώτο με 44%, αλλά χωρίς απόλυτη αυτοδυναμία, συνεργάζεται κυβερνητικά πάλι με το DNVP, αλλά αυτή τη φορά με πολύ ενισχυμένη την παρουσία εθνικοσοσιαλιστών στην κυβέρνηση. Στις 21 Μαρτίου έλαβε χώρα στην πόλη Πότσδαμ τελετή, κατά την οποία ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ έσφιξε το χέρι του Χίτλερ, παρουσία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Γερμανίας. Η τελετή ήταν συμβολικού χαρακτήρα, από το Πότσδαμ στη γερμανική ιστορία ήταν πάντα το σύμβολο του πρωσικού μιλιταρισμού, η πόλη όπου στέφονταν οι βασιλείς και αναθρέφονταν οι στρατηγοί, ο αντίποδας της διαφωτιστικής και δημοκρατικής Βαϊμάρης των Γκαίτε και Σίλλερ, ενώ η ημερομηνία, 21 Μαρτίου, ήταν η μέρα που το 1871 ανακηρύχτηκε το Β' Ράιχ. Ο συμβολισμός, λοιπόν, ήταν πολλαπλός: η παλιά Πρωσία (Χίντενμπουργκ) δίνει τη σκυτάλη στη νέα Γερμανία (Χίτλερ) ενώ ταυτόχρονα το Πότσδαμ θάβει τη Βαϊμάρη. Τρεις μέρες αργότερα, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης θάφτηκε και επίσημα, με τον Χίντενμπουργκ να υπογράφει τον Εξουσιοδοτικό Νόμο, που μετέτρεπε τη Γερμανία σε μονοκομματικό κράτος.

Την Πρωτομαγιά του 1933, που είχε οριστεί από τους εθνικοσοσιαλιστές ως Ημέρα Εθνικής Εργασίας, απαγορεύτηκε η ανεξαρτησία των συνδικάτων και όσα υπήρχαν συγχωνεύτηκαν στο Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας [Deutsche Arbeitsfront]. Το μήνα εκείνο άρχισε τη λειτουργία του το στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων Νταχάου [Dachau] στη Βαυαρία. Στις 10 Μαΐου 1933 έλαβε χώρα τελετή στο Βερολίνο, κατά την οποία ο Υπουργός Λαϊκής Διαφώτισης και Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκαίμπελς έβγαλε λόγο, τον οποίο ακολούθησε η καύση χιλιάδων βιβλίων, τα οποία είχε συλλέξει η (εθνικοσοσιαλιστική) Γερμανική Ένωση Φοιτητών. Αυτά περιλάμβαναν έργα Άγγλων, Γάλλων, Ρώσων, Τσέχων, Πολωνών και Αμερικανών συγγραφέων, αλλά και έργα Γερμανών και Γερμανοεβραίων που είχαν περιεχόμενο που οι εθνικοσοσιαλιστές χαρακτήρισαν αντικοινωνικό (δημοκράτες, φιλελεύθεροι, μαρξιστές, πασιφιστές, μοντερνιστές, εξπρεσιονιστές) ή πορνογραφικό. Το ίδιο έτος πάρθηκαν τα πρώτα μέτρα για την ανόρθωση της γερμανικής οικονομίας και τον περιορισμό της ανεργίας, που τα χρόνια 1929-1933 ήταν αχαλίνωτη. Η κυβέρνηση του Χίτλερ, με κεντρικό τραπεζίτη και μετέπειτα υπουργό οικονομικών τον Χιάλμαρ Σαχτ [Hjalmar Schacht] έκανε εσωτερική υποτίμηση του μάρκου, για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, και αυτό έφερε μια εξαετία ανάπτυξης, περιορισμού της ανεργίας και επαναβιομηχανοποίησης της χώρας. Από το Σεπτέμβριο ως το Δεκέμβριο του 1933, επίσης, γινόταν η Δίκη της Λειψίας για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, η οποία τελικά απέτυχε να στοιχειοθετήσει ανάμειξη της Κομμουνιστικής Διεθνούς ή του Βούλγαρου κομμουνιστή ηγέτη Γκεόργκι Δημητρώφ στον εμπρησμό. Το 1933 ήταν επίσης η χρονιά που πάνω από 1.000 διακεκριμένοι Γερμανοί επιστήμονες, μεταξύ αυτών ο Νομπελίστας Μαξ Πλανκ, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο Καρλ Σμιτ κλπ., υπέγραψαν κοινή δήλωση με την οποία έδιναν όρκο πίστεως στον Αδόλφο Χίτλερ.

Συνοπτικά το 1934

Τα δύο σημαντικότερα γεγονότα του 1934 είναι η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών [30 Ιουνίου 1934] και το δημοψήφισμα του Αυγούστου για την ανάδειξη του Χίτλερ σε Φύρερ. Το πρώτο γεγονός αποτελεί την εξόντωση της ηγεσίας των S.A. [Sturmabteilung] όπως των Ερνστ Ρεμ και Γκρέγκορ Στράσσερ, αλλά και μέρους της προηγούμενης πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας της Γερμανίας (Κουρτ φον Σλάιχερ). Το γεγονός αυτό, που προκάλεσε και την αποχώρηση του Πάπεν από την κυβέρνηση, έχει εξηγηθεί ποικιλοτρόπως: κατά την επίσημη άποψη της εθνικοσοσιαλιστικής κυβέρνησης, ήταν προληπτική πράξη που απέτρεψε πραξικόπημα των S.A., κατ' άλλους υπήρξε κίνηση που έδειχνε τη στροφή του Χίτλερ σε σταθερότερη συμμαχία με τους Γερμανούς βιομηχάνους, καθώς αυτοί είχαν επανειλημμένα ενοχληθεί από τη σοσιαλιστική ρητορεία την ηγετών των S.A., κυρίως των Ρεμ και Στράσσερ. Το δεύτερο γεγονός, το δημοψήφισμα, προκηρύχθηκε μετά το θάνατο του προέδρου Χίντεμπουργκ από βαθύ γήρας τον Αύγουστο του 1934, και είχε ως ζήτημα την ενοποίηση του θεσμού του προέδρου με αυτόν του καγκελαρίου. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν 89% υπέρ του Ναι, και οι δύο θεσμοί ενώθηκαν με τον Χίτλερ να ονομάζεται Φύρερ, και ο στρατός να δίνει όρκο σε αυτόν.

Συνοπτικά το 1935

Το 1935 ψηφίστηκαν οι Νόμοι της Νυρεμβέργης, οι οποίοι όριζαν ως Γερμανό πολίτη όποιον είχε Γερμανό (μη-Εβραίο) πατέρα και μητέρα, σταματούσαν να θεωρούνται Γερμανοί πολίτες οι Εβραίοι, οι Ρομά και οι έγχρωμοι, και απαγορευόταν ο γάμος ή η σεξουαλική συνύπαρξη Γερμανού/Γερμανίδας με μη-Γερμανό/μη-Γερμανίδα. Την ίδια χρονιά έγινε και δημοψήφισμα στην περιοχή του Σάαρ, με το οποίο ψηφίστηκε η επανένωσή της με τη Γερμανία. Επίσης άρχισαν οι εντατικές προετοιμασίες για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, που θα γίνονταν στο Βερολίνο την επόμενη χρονιά.

Συνοπτικά το 1936

Το Μάρτιο του 1936 έγινε η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στη Ρηνανία, που σήμαινε την επανα-στρατιωτικοποίηση της περιοχής (που ήταν αποστρατιωτικοποιημένη από το 1919 σύμφωνα με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών). Το ίδιο έτος συνάφθηκε μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας το σύμφωνο Αντικομιντέρν, για κοινή δράση απέναντι στην Κομμουνιστική Διεθνή [Κομιντέρν]. Τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1936 το Βερολίνο φιλοξένησε τους δέκατους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, η επιτυχημένη διεξαγωγή των οποίων ενίσχυσε το διεθνές κύρος της Γερμανίας.

Συνοπτικά το 1937

Σημαντικό γεγονός για το 1937 είναι η εμπλοκή της Γερμανίας στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο στο πλευρό των εθνικιστών του Φρανθίσκο Φράνκο, με αποστολή της λεγεώνας Κόνδωρ με τα βομβαρδιστικά Junkers Ju-52 και τα μαχητικά Heinkel He-111, που συμμετείχαν στο βομβαρδισμό της βασκικής πόλης Γκουέρνικα [26 Απριλίου 1937].

Συνοπτικά το 1938

Μετά από δημοψήφισμα στην Αυστρία που τασσόταν υπέρ της ενώσεως με τη Γερμανία, ο γερμανικός στρατός εφάρμοσε το Anschluss, στις 12 Μαρτίου 1938, και η Γερμανία ενώθηκε με την Αυστρία, κάτι που δεν είχε συμβεί κατά τη διάρκεια του Β' Ράιχ. Στις 29 Σεπτεμβρίου επιτυγχάνεται η Συμφωνία του Μονάχου μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας, Αγγλίας και Γαλλίας, με την οποία η Σουδητία (γερμανικής πλειοψηφίας περιοχή της Τσεχοσλοβακίας) ενώνεται με τη Γερμανία. Στις 7 Νοεμβρίου, ο υπάλληλος της γερμανικής πρεσβείας στο Παρίσι Ερνστ φον Ρατ [Ernst von Rath] δολοφονείται από τον Πολωνοεβραίο Χέρσελ Γκρίνσπαν [Herschel Grynszpan] και στις επόμενες δυο μέρες στη Γερμανία οργανώνονται ταραχές εναντίον των Εβραίων, γνωστές ως Νύχτα των Κρυστάλλων.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος (1939)

Στις 15 Μαρτίου και κατά παράβαση της Συμφωνίας του Μονάχου η Γερμανία καταλαμβάνει και την υπόλοιπη Τσεχοσλοβακία. Στις 31 Μαρτίου η Βρετανία ανακοινώνει την προστασία της Πολωνίας, δηλαδή ότι σε περίπτωση παραβιάσεως της ουδετερότητας της Πολωνίας από τη Γερμανία, θα της κηρύξει τον πόλεμο. Στις 23 Αυγούστου, ο Υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ [Joachim von Ribbentrop] μεταβαίνει στη Μόσχα και υπογράφει μαζί με τον Υπουργό Εξωτερικών της Ε.Σ.Σ.Δ., Βιάτσεσλαβ Μολότοφ, σύμφωνο μη επιθέσεως μεταξύ των δύο χωρών. Την 1η Σεπτεμβρίου η Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία και δυο μέρες μετά, Βρετανία και Γαλλία κηρύσσουν στη Γερμανία τον πόλεμο, που είναι γνωστός ως Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Με την τακτική του κεραυνοβόλου πολέμου [Blitzkrieg] (συντονισμένη επίθεση μηχανοκίνητων αρμάτων, πυροβολικού και αεροπορίας) ο γερμανικός στρατός καταλαμβάνει την Πολωνία σε ένα μήνα.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος (1940)

Στις 9 Απριλίου γίνεται η κατάληψη Νορβηγίας και Δανίας, ενώ στις 10 Μαΐου αρχίζει η εισβολή σε Ολλανδία, Βέλγιο και Γαλλία, που καταλήγει με την κατάληψη των τριών από τη Γερμανία και τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας στις 18 Ιουνίου, ενώ 4 μέρες πριν ο γερμανικός στρατός είχε εισέλθει (για δεύτερη φορά σε 70 χρόνια) στο Παρίσι. Στις 10 Ιουνίου η Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι μπαίνει στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας. Τον Ιούλιο ξεκινά η Μάχη της Αγγλίας, κατά την οποία οι Γερμανοί αποτυγχάνουν να θέσουν εκτός μάχης την αγγλική Βασιλική Αεροπορία [Royal Air Force]. Τον ίδιο μήνα ο Χίτλερ εξουσιοδοτεί το Γενικό Επιτελείο Στρατού να σχεδιάσει εκστρατεία κατά της Σοβιετικής Ενώσεως, με την αρχική κωδική ονομασία Επιχείρηση Όθων, που το Δεκέμβριο του 1940 αλλάζει σε Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος (1941)

Στις 6 Απριλίου ξεκινά η γερμανική επίθεση κατά Γιουγκοσλαβίας και Ελλάδας, απότοκο της ανάγκης του Χίτλερ να κλείσει το βαλκανικό μέτωπο που είχε αναζωπυρωθεί με τις νίκες του Ελληνικού Στρατού κατά της Ιταλίας του Μπενίτο Μουσολίνι. Η επιχείρηση αυτή έρχεται σε πέρας τελικά με την κατάληψη της Κρήτης στα τέλη Μαΐου του 1941. Το Μάιο, ο Ρούντολφ Ες, υπαρχηγός του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, μεταβαίνει μυστικά με αεροπλάνο στη Βρετανία, πιθανώς για να συνάψει μυστική αντισοβιετική συνθήκη ειρήνης Βρετανίας-Γερμανίας. Με την προσγείωση συλλαμβάνεται στη Σκωτία και φυλακίζεται με εντολή του Πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου Ουίνστον Τσώρτσιλ στον Πύργο του Λονδίνου. Τον ίδιο μήνα ο στρατάρχης Ρόμελ [Erwin Rommel] ανοίγει το μέτωπο της Αφρικής με επιχειρήσεις στη Λιβύη κατά των Βρετανών.

Στις 22 Ιουνίου, κατά παράβαση του Συμφώνου μη επιθέσεως του 1939, η Γερμανία επιτίθεται στη Σοβιετική Ένωση [Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα], κάτι που αποτελούσε το βασικό στόχο του Χίτλερ εκπεφρασμένο στο έργο του Ο Αγών μου [Mein Kampf]. Στην αρχή, οι ομάδες Στρατιών Βορρά και Νότου προελαύνουν με νίκες σε Λευκορωσία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία και Ουκρανία, ενώ η ομάδα Στρατιών Κέντρου ανακόπτεται για δύο μήνες στο Σμολένσκ από τη σθεναρή άμυνα του Κεντρικού Μετώπου του Κόκκινου Στρατού, υπό τη διοίκηση του στρατάρχη Τιμοσένκο, που είχε υπό τις διαταγές του τον Ζούκωφ, νικητή του θύλακα της Γιέλνια. Το Σεπτέμβριο καταλαμβάνεται το Κίεβο και περικυκλώνεται το Λένινγκραντ. Το Νοέμβριο ξεκινά η Μάχη της Μόσχας, κατά την οποία οι Γερμανοί αποτυγχάνουν να καταλάβουν τη σοβιετική πρωτεύουσα, και απωθούνται το Δεκέμβριο σε βάθος 200 χιλιομέτρων. Στις 7 Δεκεμβρίου η Ιαπωνία, σύμμαχος της Γερμανίας και μέλος του γερμανο-ιταλο-ιαπωνικού Άξονα, καταστρέφει τον αμερικανικό στόλο στο Περλ Χάρμπορ [Pearl Harbor] της Χαβάης, κάτι που σηματοδοτεί την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στον πόλεμο κατά του Άξονα.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος (1942)

Στις 20 Ιανουαρίου λαμβάνει χώρα σύσκεψη στο Βάνζεε [Wannsee] του Βερολίνου, χωρίς την παρουσία του Χίτλερ, με αντικείμενο τη λύση του εβραϊκού ζητήματος. Οι γνώμες των ιστορικών διίστανται ως προς το τι αποφασίστηκε, άλλοι θεωρούν ότι αποφασίστηκε η μαζική εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης, άλλοι, όπως ο Ντέιβιντ Ίρβινγκ ή ο Ρομπέρ Φωρισόν, αρνούνται ότι πάρθηκε ποτέ τέτοια απόφαση. Το καλοκαίρι του 1942 εξαπολύεται μεγάλη γερμανική επίθεση με στόχο την κατάληψη των ζωτικής σημασίας αποθεμάτων πετρελαίου του Καυκάσου. Η 6η γερμανική στρατιά του Φρίντριχ φον Πάουλους [Friedrich von Paulus] συναντά τη σθεναρή αντίσταση της 62ης σοβιετικής στρατιάς του Βασίλι Τσουϊκόφ στην πόλη Στάλινγκραντ στις όχθες του ποταμού Βόλγα. Η μάχη εξελίσσεται σε λουτρό αίματος επί μήνες, και στις 19 Νοεμβρίου λαμβάνει χώρα μεγάλης έκτασης κυκλωτική αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού υπό τους Ζούκοφ και Βασιλέφσκι, που καταλήγει σε εγκλωβισμό της 6ης γερμανικής στρατιάς μέσα στα ερείπια του Στάλινγκραντ εν μέσω βαθύ χειμώνα. Την ίδια εποχή, ο Ρόμελ ηττάται από τους Βρετανούς στο Ελ Αλαμέιν και υποχωρεί.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος (1943)

Στις 3 Φεβρουαρίου, η εγκλωβισμένη 6η στρατιά παραδίδεται, μαζί και ο στρατάρχης φον Πάουλους, που γίνεται ο πρώτος στρατάρχης στην ιστορία της Γερμανίας που αιχμαλωτίζεται. Το Μάρτιο αρχίζουν οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί του γερμανικού εδάφους, κάτι που ο αρχηγός της γερμανικής αεροπορίας Χέρμαν Γκαίρινγκ είχε δηλώσει ότι δε θα συνέβαινε ποτέ. Η τελευταία μεγάλη επίθεση των Γερμανών στο ανατολικό μέτωπο, στις 5 Ιουλίου, καταλήγει σε συντριπτική ήττα στο Κουρσκ και μεγάλης έκτασης σοβιετική αντεπίθεση, που αναγκάζει τους Γερμανούς να εκκενώσουν την Ουκρανία ανατολικά του Δνείπερου ως το τέλος του 1943. Στο δεύτερο μισό του 1943 οι δυτικοί σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Σικελία, ενώ στις 25 Ιουλίου ο Μουσολίνι ανατρέπεται και στις 8 Σεπτεμβρίου η Ιταλία συντάσσεται στο πλευρό των Συμμάχων.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος (1944)

Στις 6 Ιουνίου η απόβαση των δυτικών συμμάχων στη Νορμανδία πιάνει στον ύπνο το γερμανικό Γενικό Επιτελείο Στρατού, που ανέμενε απόβαση στα Βαλκάνια. Οι σύμμαχοι προχωρούν στα ενδότερα της Γαλλίας. Στις 22 Ιουνίου στο ανατολικό μέτωπο ξεκινά κολοσσιαίας κλίμακας σοβιετική επίθεση, γνωστή ως Επιχείρηση Μπαγκρατιόν, που διώχνει τους Γερμανούς από τις Βαλτικές χώρες και τη Λευκορωσία προς την Πολωνία. Στις 20 Ιουλίου γίνεται απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ, ο οποίος τελικά επιβιώνει. Τον Αύγουστο οι δυτικοί σύμμαχοι καταλαμβάνουν το Παρίσι και οι Σοβιετικοί τη Βαρσοβία. Το Σεπτέμβριο γίνεται η τελευταία μεγάλη γερμανική αντεπίθεση στο δυτικό μέτωπο, με στόχο τη διάσπαση των αγγλοαμερικανικών δυνάμεων και την επανακατάληψη της Γαλλίας μέσω των βελγικών Αρδεννών. Αρχικά η επιχείρηση εξελίσσεται λαμπρά για τους Γερμανούς, αλλά η έλλειψη καυσίμων τους αναγκάζει να σταματήσουν την επίθεση. Την πρωτοβουλία αναλαμβάνουν ξανά οι σύμμαχοι, που καταλαμβάνουν το Βέλγιο και την Ολλανδία.

Συνθηκολόγηση (1945)

Στις 13 Φεβρουαρίου βομβαρδίζεται ανηλεώς από τους Συμμάχους η Δρέσδη, που δεν ήταν στρατιωτικός στόχος, και στην οποία είχαν συρρεύσει εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι από τα ανατολικά. Ο αριθμός των νεκρών από τον καταστρεπτικό βομβαρδισμό υπολογίζονται από 25.000 ως 200.000. Το Μάρτιο και τον Απρίλιο πέφτουν η μία μετά την άλλη οι μεγάλες πόλεις της πάλαι ποτέ Γερμανικής Αυτοκρατορίας, η Βιέννη, το Μόναχο, η Πράγα. Το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου το Βερολίνο πολιορκείται από τους Σοβιετικούς, και στις 30 Απριλίου ο Χίτλερ αυτοκτονεί μαζί με τη σύζυγό του Εύα Μπράουν [Eva Braun]. Στις 2 Μαΐου καταλαμβάνεται το Βερολίνο, και στις 8 Μαΐου η Γερμανία υπογράφει την άνευ όρων παράδοσή της στους νικητές. Το Νοέμβριο αρχίζουν οι Δίκες της Νυρεμβέργης κατά των Γερμανών εθνικοσοσιαλιστών.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Διαβάστε τα λήμματα

Παραπομπές

  1. [Ράιχ (Reich) είναι γερμανική λέξη που περιγράφει το έθνος-αυτοκρατορία]
  2. [Πρωτοσέλιδο εφημερίδος «Daily Expres», 24 Μαρτίου 1933.]