Παύλος Καρολίδης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Παύλος Καρολίδης Έλληνας εθνικιστής ιστορικός και ακτιβιστής, πανεπιστημιακός καθηγητής της Ιστορίας, συνεχιστής του έργου του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της διανοήσεως των ελληνορθόδοξων της Μικράς Ασίας και πολιτικός που διατέλεσε βουλευτής της Τουρκικής βουλής, φλογερός πατριώτης που τον διέκρινε έντονος «αντισλαβισμός» και θεωρούσε πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το έθνος και τη Μεγάλη Ιδέα ήταν ο Πανσλαβισμός, γεννήθηκε το 1849 στο Ανδρονίκιο [1], [βαρβαριστί: Εντιουρλιούκ], της Καππαδοκίας, ένα από τα πλουσιότερα τουρκόφωνα ελληνορθόδοξα χωριά της περιοχής 11 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Καισάρειας και πέθανε στις 26 Ιουλίου 1930 [2] στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε την επομένη ημέρα στην Αθήνα, παρουσία λίγων φίλων και συνεργατών του και τον επικήδειο, εκ μέρους της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκφώνησε ο Σωκράτης Κουγέας.

Παύλος Καρολίδης
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1849
Τόπος: Ανδρονίκι Καππαδοκίας (Μικρά Ασία)
Θάνατος: 26 Ιουλίου 1930
Τόπος: Αθήνα (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Τουρκική, Ελληνική
Ασχολία: Ιστορικός, Πολιτικός
Πανεπιστημιακός.

Βιογραφία

Ο Παύλος Καρολίδης κατάγονταν από πλούσια αγροτική οικογένεια της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία. Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Κάρλογλου ή Καρολίδης, εύπορος γαιοκτήμονας και δημογέροντας του Ανδρονικίου, που ασχολούνταν με το σιτεμπόριο και το 1835 ήταν ένας από τους τρεις πλούσιους εμπόρους που βοήθησαν χρηματικά την ανέγερση του ναού της Αγίας Τριάδας Ανδρονικίου. Σύμφωνα με δική του μαρτυρία ο Παύλος, είχε ως μητρική του γλώσσα την τουρκική. Μεγαλύτερος από τα οκτώ αδέλφια του ήταν ο Ιάρδανος ή Ιορδάνης Καρολίδης, γνωστός λόγιος των χρόνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ένας από τους σημαντικούς ελληνιστές και ασιανολόγους της Μικράς Ασίας, που διετέλεσε μέλος του Οθωμανικού Συμβουλίου του Κράτους.

Σπουδές

Ο Παύλος σπούδασε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως και στη συνέχεια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την αποφοίτησή του παρακολούθησε μεταπτυχιακά πανεπιστημιακά μαθήματα, με υποτροφία του Σίμωνος Σίνα, στο Μόναχο, στο Στρασβούργο και στο Τύμπινγκεν, όπου το 1872 αναγορεύθηκε διδάκτορας. Μεταξύ των καθηγητών του ήταν ο διάσημος θεολόγος Άνταλμπερτ Μερξ, ενώ σύμφωνα με τον Σωκράτη Κουγέα, που ήταν μαθητής του, παρακολούθησε μαθήματα του φιλολόγου Γκέοργκ Κούρτιους [3]. Επέστρεψε στην Τουρκία και δίδαξε στο Γυμνάσιο της Χαλκηδόνας και στο Ελληνικό Λύκειο του Πέραν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ την περίοδο 1876-1886 δίδαξε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και έγραψε τα πρώτα βιβλία του. Υπέβαλε διατριβή επί υφηγεσία με τίτλο «Σημειώσεις τινές επί της Μικρασιανής Αρίας Ομοφυλίας».

Εγκατάσταση στην Ελλάδα

Το 1886 με την παρακίνηση του Χαρίλαου Τρικούπη και του Κωνσταντίνου Κόντου, ο Παύλος Καρολίδης ήρθε στην Ελλάδα και δίδαξε για δύο μήνες στο Πρακτικό Λύκειο στην Αθήνα, ενώ το χειμερινό εξάμηνο της περιόδου 1887-1888 ξεκίνησε μαθήματα ως υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, διδάσκοντας Ιστορία των μέσων και νεωτάτων αιώνων. Στον εισιτήριο Λόγο του στο Πανεπιστήμιο, στο μάθημα της «Γενικής Ιστορίας» αναφέρεται στον «προορισμό» του ελληνικού Πανεπιστημίου και του μαθήματος της ελληνικής εθνικής ιστορίας. Παρουσιάζει το Πανεπιστήμιο συνολικά ως τον «ναό της αληθείας» και προορισμός του είναι η οικοδόμηση του «ναού της αληθείας». Αυτό θεωρεί ότι ισχύει πολύ περισσότερο για τον «προορισμό» του ελληνικού Πανεπιστημίου, αφού η ελληνική εθνική ιστορία είναι ο «ακρογωνιαίος λίθος» της παγκόσμιας ιστορίας. Στο λόγο του διατυπώνει την άποψη πως ένα έθνος όμως όπως είναι το ελληνικό, του οποίου το ιστορικό παρελθόν είναι «...ὁ ἀεὶ διαλάμπων ἥλιος τῆς ἱστορίας, ἀνάγκη νὰ ὑψωθῇ εἰς τὸ ὕψος τοῦ παρελθόντος ἐκείνου καὶ διὰ τῶν ἐντεῦθεν ἐμπνεομένων ἰδεῶν νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἱστορίαν τοῦ μέλλοντος».

Ο Καρολίδης το 1891 ήταν μεταξύ των ιδρυτών του συλλόγου «Ανατολή», συνέχεια του εν Σμύρνη ομώνυμου συλλόγου, που επανιδρύθηκε στην Αθήνα από ομάδα Μικρασιατών κυρίως φοιτητών και διανοούμενων, ανάμεσα στους οποίους ο Μαργαρίτης Ευαγγελίδης εκ Κυζίκου (1850-1932), υφηγητής Πανεπιστημίου με πρωταρχικό σκοπό την κάλυψη των εκπαιδευτικών και εκκλησιαστικών αναγκών του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και των γειτονικών προς αυτή υπόδουλων τότε νησιών, Χίου, Σάμου, Μυτιλήνης και Δωδεκανήσων. Το αρχείο του συλλόγου που βρίσκεται στην Εστίας Νέας Σμύρνης εμπεριέχει δεκάδες επιστολές ανθρώπων που πίστευαν στην ιδέα της κοινής φυλετικής καταγωγής, όπως και στην ενιαία και αδιαίρετη κοιτίδα του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία [4]. Στις 17 Απριλίου 1892 ο Καρολίδης υπέβαλε υποψηφιότητα και το 1893 εκλέχθηκε καθηγητής στην έδρα της Γενικής Ιστορίας του ελληνικού έθνους, την οποία διατηρούσε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ύστερα από μακρά διαμάχη με το Σπυρίδωνα Λάμπρο για το ζήτημα της κατανομής των εδρών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνυποψήφιοι του Καρολίδη ήταν Γεώργιος Κρέμος και Γεώργιος Σωτηριάδης, όμως τελικά διορίστηκε ο Καρολίδης παρά την αντίθετη εισήγηση της επιτροπής, λόγω των στενών του σχέσεων με το Χαρίλαο Τρικούπη. Ο Καρολίδης πίστευε πως ο Λάμπρος τον αδικούσε και τον πολεμούσε υποστηρίζοντας τον Γ. Σωτηριάδη και τον Δ. Πατσόπουλο, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Καρολίδη, είχαν πολύ λιγότερα ακαδημαϊκά προσόντα από τον ίδιο. Η αντιδικία του με τον Λάμπρο συνεχίστηκε και μετά την εκλογή του στη θέση του Καθηγητή και εκδηλώθηκε και εκτός του Πανεπιστημίου στον ευρύτερο δημόσιο χώρο. Την περίοδο 1900-01 ο Καρολίδης διατέλεσε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής σχολής [5] του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Επανήλθε στην καθηγητική του έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στις αρχές του χειμερινού εξαμήνου του ακαδημαϊκού έτους 1915-1916 και παρέμεινε ως τις 24 Ιανουαρίου 1918 που απολύθηκε, μαζί με δεκαέξι ακόμη καθηγητές, με νόμο του υπουργείου Παιδείας, στο πλαίσιο της απομακρύνσεως των φιλοβασιλικών από τον κρατικό μηχανισμό, καθώς στο μεταξύ είχε αρθεί η ισοβιότητα των δημοσίων υπαλλήλων από τη Βουλή των Λαζάρων. Μετά τις εκλογές της 14ης Νοεμβρίου 1920, με τη νίκη των φιλοβασιλικών και το σχηματισμό της κυβερνήσεως του Δημητρίου Ράλλη και την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, η απόλυση του ακυρώθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1920, μετά την ακύρωση όλων των πράξεων απολύσεως της κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου, ενώ στην ίδια συνεδρίαση της Συγκλήτου, ανακοινώθηκε η απόλυση του Σωκράτη Κουγέα, όπως και όλων όσοι είχαν διοριστεί μετά το 1917. Ο Καρολίδης δίδαξε στη Φιλοσοφική Σχολή πέρα από το μάθημα «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» και τα εξής μαθήματα: «Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας», «Ιστορία του ρωμαϊκού και του βυζαντινού ελληνισμού», «Ιστορία των μετά Αλεξάνδρου χρόνων και του βυζαντινού ελληνισμού», «Ιστορία των μετά την Άλωσιν Κωνσταντινουπόλεως χρόνων και της μεγάλης ελληνικής επαναστάσεως», «Ιστορία της μεγάλης ελληνικής επαναστάσεως του 1821». Δίδαξε τέλος το μάθημα «Ελληνική ιστορία κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας». Ήταν μάλιστα ο μοναδικός ιστορικός που δίδαξε τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας ως αυτόνομα αντικείμενα μελέτης. Παρέμεινε στη θέση του έως το 1923 που συνταξιοδοτήθηκε.

Η πανεπιστημιακή του θητεία χαρακτηρίστηκε από την έντονη διαμάχη του με τον Σπυρίδωνα Λάμπρο, επίσης καθηγητή της Αρχαίας γενικής Ιστορίας, τον οποίο ο Καρολίδης όταν ήταν υφηγητής, είχε κατηγορήσει ότι επιχείρησε δύο φορές να παρεμποδίσει την πανεπιστημιακή του ανέλιξη υποστηρίζοντας τον Δ. Πατσόπουλο και τον Γ. Σωτηριάδη και για το λόγο αυτό έκανε δημοσιεύσεις στον τύπο. Προς το τέλος της ζωής του άσκησε δριμύτατη κριτική στο θεσμό της βασιλείας στην Ελλάδα και ήρθε σε απόλυτη αντίθεση με τις έως τότε φιλοβασιλικές απόψεις του, ενώ χαρακτήρισε τη βασιλεία του Κωνσταντίνου –τον οποίο υποστήριζε έως τότε– ως φενάκη για το ελληνικό κράτος.

Εταιρεία «Ο Ελληνισμός»

Ο Καρολίδης ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας «Ο Ελληνισμός», η οποία ιδρύθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1892 και παράλληλα συνεργάτης του ομώνυμου περιοδικού. Σκοπός σύμφωνα με το καταστατικό της, ήταν η εξερεύνησις και η θεραπεία των δικαίων του ελληνισμού, ενώ για την επίτευξη του σκοπού της εξάγγειλε την έκδοση δημοσίων αναγνωσμάτων. Η Εταιρεία, που εργάστηκε για την ενίσχυση του εθνικού φρονήματος και την προετοιμασία, ηθικά και υλικά, του απόδημου ελληνισμού αλλά και της ελεύθερης Ελλάδας, προς όφελος των αλύτρωτων επαρχιών και απευθύνθηκε στις μικροαστικές τάξεις της πρωτεύουσας και του Πειραιά, στόχευε στην οργάνωση της εργατικής τάξεως στην Ελλάδα ενώ αποτέλεσε μία έκφραση ανορθολογικών τάσεων του πρώιμου ελληνικού Εθνικοσοσιαλισμού.

Ο εθνικιστής πανεπιστημιακός Νεοκλής Καζάζης εκλέχθηκε πρόεδρος της στις 10 Οκτωβρίου 1894, θέση στην οποία διαδέχθηκε τον εθνικιστή καθηγητή Γεώργιο Κρέμο, και τη διατήρησε ως το θάνατό του, προωθώντας τις αλυτρωτικές επιδιώξεις της και δρώντας υπέρ των σκλάβων πατρίδων του Ελληνισμού. Την 1η Ιανουαρίου του 1898 άρχισε να εκδίδεται το επίσημο όργανο της εταιρείας, η μηνιαία Εθνική Επιθεώρηση «Ελληνισμός». Το δίκτυο της εταιρείας εξαπλώθηκε και στο εξωτερικό, στο Βουκουρέστι, τη Σεβαστούπολη και άλλες πόλεις, όπου διοργάνωνε διαλέξεις, ενώ το 1905, ιδρύθηκε το φοιτητικό τμήμα της και μεταξύ των μελών της περιλαμβάνονταν ο εθνικιστής γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζιδάκις και ο εθνικιστής πανεπιστημιακός καθηγητής Κωνσταντίνος Λογοθέτης.

Συμμετοχή στο Τουρκικό κοινοβούλιο

Μετά το Νεοτουρκικό κίνημα ο Καρολίδης πολιτεύτηκε στην Τουρκία και με την υποστήριξη του εκεί υπόδουλου ελληνισμού εκλέχτηκε βουλευτής Αϊδινίου στην τουρκική βουλή, από το 1908 μέχρι το 1912, διάστημα στο οποίο διέκοψε την πανεπιστημιακή διδασκαλία στην Αθήνα. Μετά τις εκλογές της 15ης Ιανουαρίου 1912 έκανε αίτηση στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών με την οποία ζητούσε άδεια για να επιστρέψει στα πανεπιστημιακά του καθήκοντά, όμως του έγινε σύσταση να επιστρέψει τον Απρίλιο του 1912, για τη σύγκληση του διεθνούς Ασιανολογικού Συνεδρίου στην Αθήνα. Την ίδια εποχή ταξίδεψε εκτός Τουρκίας λόγω της πολιτικής καταστάσεως, ενώ στα μέσα του Μαρτίου επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί αποδέχτηκε την πρόσκληση των Ελλήνων ενωτικών της Σμύρνης και της ηγεσίας του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» να είναι υποψήφιος στις εκλογές. Η προσχώρηση του στο κόμμα αυτό θεωρήθηκε εθνική προδοσία καθώς η ελληνική εξωτερική πολιτική κινούνταν προς την κατεύθυνση μιας συμμαχίας εναντίον της Τουρκίας, που έγινε πραγματικότητα στις 16/29 Μαΐου 1912, όταν υπογράφηκε η Ελληνοβουλγαρική συμφωνία αμοιβαίας υποστηρίξεως. Με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων εγκατέλειψε την Τουρκία και έως το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, εγκαταστάθηκε στη Γερμανία.

Πολιτικές απόψεις

Ο Καρολίδης εξέφραζε την άποψη ότι η Μεγάλη Ιδέα ως περιεχόμενο «...είχε την καθολικώτατην άμα δε και απλουστάτην έννοιαν: ανόρθωσις του πεπτωκότος και πτώσις του καθεστηκότος, ή την έννοιαν της απελευθερώσεως σύμπαντος του Ελληνισμού, ανακτήσεως του Βυζαντίου και της Αγίας Σοφίας και αναστηλώσεως του θρόνου των Παλαιολόγων». Οι πολιτικές του αντιλήψεις για την παρουσία και το ρόλο των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις, γιατί υποστήριξε ότι οι Έλληνες της Τουρκίας μπορούσαν να γίνουν σπουδαίος παράγοντας μέσα στο τουρκικό έθνος. Η αντίληψη του ήταν τελείως αντίθετη με τις εθνικές επιδιώξεις και τα όνειρα των σκλαβωμένων Ελλήνων. Υπήρξε κάθετα αντίθετος με καθετί σλαβικό και απέρριπτε κατηγορηματικά την συμμαχική προσέγγιση με τα σλαβικά κράτη τη Σερβία, τη Βουλγαρία και περισσότερο με τη Ρωσία. Κύρια πολιτική του ιδεολογία ήταν η ελληνοτουρκική προσέγγιση γιατί αυτή θα εξυπηρετούσε, σύμφωνα με την άποψη του, την Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού. Σταδιακά ήλθε σε σύγκρουση με το ελληνικό κράτος και την πολιτική που αυτό πρόβαλε και προωθούσε μέσω της ελληνικής πρεσβείας της Κωνσταντινούπολης και της «Οργανώσεως της Κωνσταντινουπόλεως» των Ίωνα Δραγούμη και Αθανασίου Σουλιώτη.

Παράλληλα τοποθέτησε στο επίκεντρο των πολιτικών του δραστηριοτήτων το Μακεδονικό ζήτημα, και την αντιμετώπιση των σλαβικών επεκτατικών σχεδίων. Έθεσε ως προτεραιότητα τη διατήρηση της ελληνικής συνειδήσεως των κατοίκων, λόγος για τον οποίο ήταν αρνητικός στην ελληνοβουλγαρική ή ελληνοσερβική προσέγγιση και υποστήριξε τη σύναψη ελληνοτουρκικών σχέσεων με στόχο τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού και τη συγκυριαρχία Ελλήνων και Τούρκων, ως τρόπο για την επικράτηση της Μεγάλης Ιδέας, ενώ το 1902, ταυτίστηκε με τις γερμανικές προτάσεις και πρότεινε τη σύναψη τριμερούς συμφώνου ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και την Αυστροουγγαρία. Ως βουλευτής του οθωμανικού κοινοβουλίου, συχνά αγνοούσε την πολιτική γραμμή και την τακτική της ελληνικής πρεσβείας και της Οργανώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, ασκώντας προσωπική πολιτική. Σταδιακά μεταστράφηκε και απομακρύνθηκε από τη θέση του για τον προοδευτικό εξελληνισμό του οθωμανικού κράτους και την επιβολή του ελληνικού στοιχείου στις υπόλοιπες εθνότητες της αυτοκρατορίας και υποστήριζε ότι το οθωμανικό κράτος είναι τουρκικό στο «σώμα» και ισλαμικό στο «πνεύμα». Στην ψηφοφορία της 17/30 Δεκεμβρίου 1911 αρνήθηκε να συμμετάσχει στην αποχή των Ελλήνων βουλευτών από την ψηφοφορία, ενώ αποκλείστηκε από τα ψηφοδέλτια των ενωτικών, οι οποίοι επιδίωκαν να αποφύγουν τη σύγκρουση με τους Έλληνες πολιτικούς του οθωμανικού κράτους, αλλά και των ανθενωτικών, στις εκλογές της 15ης Ιανουαρίου 1912. Τότε ο Καρολίδης, προσχώρησε στις τάξεις του νεοτουρκικού κόμματος «Ένωση και Πρόοδος» και εκλέχθηκε βουλευτής.

Εργογραφία

Η ανάληψη της έδρας της Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είχε ως αποτέλεσμα τη στροφή του Καρολίδη στο ερευνητικό και συγγραφικό του ενδιαφέρον. Αρχικά η έρευνα του στράφηκε στον χώρο της Μικράς Ασίας, την ασιανολογία και ιδιαίτερα προς την πατρίδα της καταγωγής του την Καππαδοκία. Η ερευνητική του πορεία άλλαξε μετά την ανάληψη της έδρας της Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και σταδιακά άρχισε να ασχολείται με την εθνική ιστορία και γενικότερα με την ιστορία της Ευρώπης αλλά και την παγκόσμια καθώς και με μεταφράσεις έργων ανάλογου περιεχομένου. Από το 1893 μέχρι το 1908 ασχολείται και με δημοσιεύσεις άρθρων ποικίλου περιεχομένου, ιδιαίτερα με την ιστορία της Μακεδονίας.

Ο Καρολίδης υπήρξε πολυγραφότατος ιστορικός συγγραφέας και δημοσίευσε πολλές μονογραφίες και άρθρα στον Τύπο της εποχής. Μετά τη συνταξιοδότηση του από το Πανεπιστήμιο ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη ιστορική συγγραφή. Έγραψε τα έργα

  • «Καππαδοκίας και Πόντου Αρχαιολογία», το 1872, ενώ βρισκόταν στην Τυβίγγη.

Το έργο του είναι μικρή, ανέκδοτη πραγματεία, στην οποία υποστηρίζει ότι οι κάτοικοι της Καππαδοκίας είναι αυτόχθονες που ήρθαν σε επιμειξίες με τους Ασσύριους επιδρομείς, ενώ η περιοχή ονομάστηκε «Καππαδοκία» μετά τις επιδρομές.

  • «Καππαδοκία» [6], το 1874,
  • «τα Κόμανα και τα ερείπια αυτών»,το 1882, μονογραφία αρχαιολογική και τοπογραφική,
  • «Η εν Καππαδοκία λαλουμένη Ελληνική διάλεκτος», το 1885.

Γλωσσολογική μελέτη της αρχαίας καππαδοκικής γλώσσας μετά τον 4ο π.Χ. αιώνα και των διαλέκτων της, η οποία βραβεύθηκε από τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο της Κωνσταντινουπόλεως.

  • «Ιστορία του ΙΘ΄ αιώνος, (1814-92 1892)», 3 τόμοι,
  • «Η ενεστώσα κατάστασις εν τω Αγίω Όρει», το 1896,
  • «Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας», το 1906,
  • «Ιστορία» του Μιχαήλ Κριτόβουλου, το 1910, μετάφραση στα τουρκικά.

Το έργο περιλαμβάνει το διάστημα από το 1451 ως το 1467, δηλαδή τα δύο τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και το δημοσίευσε ως ένθετο στο περιοδικό «Tarih-i Osmani Encumeni», με το οποίο συνεργαζόταν.

  • «Ιστορία της Ελλάδος από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς, μέχρι της βασιλείας του Γεωργίου του Α΄»,
  • «Σύγχρονη Ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής από το 1891 μέχρι το 1921»,
  • «Παγκόσμια Ιστορία με εισαγωγή στις ιστορικές μελέτες»,
  • «Παγκόσμιος Ιστορία» (4 τόμοι), το 1926.

Παράλληλα επιμελήθηκε την τέταρτη και πέμπτη έκδοση του έργου

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Ανδρονίκιο Καππαδοκίας
  2. Παύλος Καρολίδης Σωκράτη Κουγέα, Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 89, σελ. 935-937
  3. Ένας διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, σελ. 207
  4. [Σταθμοί στην Ιστορία Εστία Νέας Σμύρνης.]
  5. Ο κατάλογος των Κοσμητόρων της Φιλοσοφικής Σχολής
  6. [Καπpαδοκικά Ολόκληρο το έργο σε pdf format.]