Παύλος Καρολίδης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Παύλος Καρολίδης Έλληνας εθνικιστής ιστορικός, πανεπιστημιακός καθηγητής της Ιστορίας και πολιτικός που διατέλεσε βουλευτής της τουρκικής βουλής, γεννήθηκε το 1849 στο Ανδρονίκιο [1], σημερινό Εντιρλούκ, της Καππαδοκίας και πέθανε στις 26 Ιουλίου 1930 [2] στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε την επομένη ημέρα στην Αθήνα, παρουσία λίγων φίλων και συνεργατών του και τον επικήδειο, εκ μέρους της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκφώνησε ο Σωκράτης Κουγέας.

Παύλος Καρολίδης

Βιογραφία

Κατάγονταν από πλούσια αγροτική οικογένεια της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία και πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Κάρλογλου ή Καρολίδης, εύπορος γαιοκτήμονας και δημογέροντας του Ανδρονικίου, που ασχολούνταν με το σιτεμπόριο και το 1835 βοήθησε χρηματικά την ανέγερση του ναού της Αγίας Τριάδας Ανδρονικίου, ενώ σύμφωνα με δική του μαρτυρία, είχε ως μητρική του γλώσσα την τουρκική. Μεγαλύτερος από τα οκτώ αδέλφια του ήταν ο Ιορδάνης Καρολίδης, γνωστός λόγιος των χρόνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ένας από τους σημαντικούς ελληνιστές και ασιανολόγους της Μικράς Ασίας, που διετέλεσε μέλος του Οθωμανικού Συμβουλίου του Κράτους.

Σπουδές

Σπούδασε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως και στη συνέχεια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την αποφοίτησή του, με υποτροφία του Σίμωνος Σίνα, παρακολούθησε μεταπτυχιακά πανεπιστημιακά μαθήματα στο Μόναχο, στο Στρασβούργο και στο Τύμπινγκεν, όπου το 1872 αναγορεύθηκε διδάκτορας. Μεταξύ των καθηγητών του ήταν ο διάσημος θεολόγος Άνταλμπερτ Μερξ, ενώ σύμφωνα με τον Σωκράτη Κουγέα, που ήταν μαθητής του, παρακολούθησε μαθήματα του φιλολόγου Γκέοργκ Κούρτιους [3]. Επέστρεψε στην Τουρκία και δίδαξε στο Γυμνάσιο της Χαλκηδόνας και στο Ελληνικό Λύκειο του Πέραν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ την περίοδο 1876-1886 δίδαξε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και έγραψε τα πρώτα βιβλία του. Υπέβαλε διατριβή επί υφηγεσία με τίτλο «Σημειώσεις τινές επί της Μικρασιανής Αρίας Ομοφυλίας».

Εγκατάσταση στην Ελλάδα

Το 1886 με την παρακίνηση του Χαρίλαου Τρικούπη και του Κωνσταντίνου Κόντου, ήρθε στην Ελλάδα και δίδαξε για δύο μήνες στο Πρακτικό Λύκειο στην Αθήνα, ενώ το χειμερινό εξάμηνο της περιόδου 1887-1888 ξεκίνησε μαθήματα ως υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, διδάσκοντας Ιστορία των μέσων και νεωτάτων αιώνων, ενώ παράλληλα στις 17 Απριλίου 1892 υπέβαλε υποψηφιότητα και εκλέχθηκε το 1893 καθηγητής στην έδρα της Γενικής Ιστορίας του ελληνικού έθνους, την οποία διατηρούσε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Συνυποψήφιοι του ήταν Γεώργιος Κρέμος και Γεώργιος Σωτηριάδης, όμως τελικά διορίστηκε ο Καρολίδης παρά την αντίθετη εισήγηση της επιτροπής, λόγω των στενών του σχέσεων με το Χαρίλαο Τρικούπη. Την περίοδο 1900-01 διατέλεσε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής σχολής [4] του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Επανήλθε στην καθηγητική του έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στις αρχές του χειμερινού εξαμήνου του ακαδημαϊκού έτους 1915-1916 και παρέμεινε ως τις 24 Ιανουαρίου 1918 που απολύθηκε, μαζί με δεκαέξι ακόμη καθηγητές, με νόμο του υπουργείου Παιδείας, στο πλαίσιο της απομακρύνσεως των φιλοβασιλικών από τον κρατικό μηχανισμό, καθώς στο μεταξύ είχε αρθεί η ισοβιότητα των δημοσίων υπαλλήλων από τη Βουλή των Λαζάρων. Μετά τις εκλογές της 14ης Νοεμβρίου 1920, με τη νίκη των φιλοβασιλικών και το σχηματισμό της κυβερνήσεως του Δημητρίου Ράλλη και την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, η απόλυση του ακυρώθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1920, μετά την ακύρωση όλων των πράξεων απολύσεως της κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου, ενώ στην ίδια συνεδρίαση της Συγκλήτου, ανακοινώθηκε η απόλυση του Σωκράτη Κουγέα, όπως και όλων όσοι είχαν διοριστεί μετά το 1917. Παρέμεινε στη θέση του έως το 1923 που συνταξιοδοτήθηκε.

Η πανεπιστημιακή του θητεία χαρακτηρίστηκε από την έντονη διαμάχη του με τον Σπυρίδωνα Λάμπρο, επίσης καθηγητή της Αρχαίας γενικής Ιστορίας, τον οποίο ο Καρολίδης όταν ήταν υφηγητής, είχε κατηγορήσει ότι επιχείρησε δύο φορές να παρεμποδίσει την πανεπιστημιακή του ανέλιξη υποστηρίζοντας τον Δ. Πατσόπουλο και τον Γ. Σωτηριάδη και για το λόγο αυτό έκανε δημοσιεύσεις στον τύπο. Προς το τέλος της ζωής του άσκησε δριμύτατη κριτική στο θεσμό της βασιλείας στην Ελλάδα και ήρθε σε απόλυτη αντίθεση με τις έως τότε φιλοβασιλικές απόψεις του, ενώ χαρακτήρισε τη βασιλεία του Κωνσταντίνου –τον οποίο υποστήριζε έως τότε– ως φενάκη για το ελληνικό κράτος.

Εταιρεία «Ο Ελληνισμός»

Ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας «Ο Ελληνισμός», η οποία ιδρύθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1892 και παράλληλα συνεργάτης του ομώνυμου περιοδικού. Σκοπός σύμφωνα με το καταστατικό της, ήταν η εξερεύνησις και η θεραπεία των δικαίων του ελληνισμού, ενώ για την επίτευξη του σκοπού της εξάγγειλε την έκδοση δημοσίων αναγνωσμάτων. Η Εταιρεία εργάζεται για την ενίσχυση του εθνικού φρονήματος και την προετοιμασία, ηθικά και υλικά, του απόδημου ελληνισμού αλλά και της ελεύθερης Ελλάδας, προς όφελος των αλύτρωτων επαρχιών. Η εταιρεία που απευθύνθηκε στις μικροαστικές τάξεις της πρωτεύουσας και του Πειραιά, στόχευε στην οργάνωση της εργατικής τάξεως στην Ελλάδα κι αποτέλεσε μία έκφραση ανορθολογικών τάσεων του πρώιμου ελληνικού Εθνικοσοσιαλισμού.

Ο εθνικιστής πανεπιστημιακός Νεοκλής Καζάζης εκλέχθηκε πρόεδρος της στις 10 Οκτωβρίου 1894, θέση στην οποία διαδέχθηκε τον εθνικιστή καθηγητή Γεώργιο Κρέμο, και τη διατήρησε ως το θάνατό του, προωθώντας τις αλυτρωτικές επιδιώξεις της και δρώντας υπέρ των σκλάβων πατρίδων του Ελληνισμού. Την 1η Ιανουαρίου του 1898 άρχισε να εκδίδεται το επίσημο όργανο της εταιρείας, η μηνιαία Εθνική Επιθεώρηση «Ελληνισμός». Το δίκτυο της εταιρείας εξαπλώθηκε και στο εξωτερικό, στο Βουκουρέστι, τη Σεβαστούπολη και άλλες πόλεις, όπου διοργάνωνε διαλέξεις, ενώ το ο 1905, ιδρύθηκε το φοιτητικό τμήμα της και μεταξύ των μελών της περιλαμβάνονταν ο εθνικιστής γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζιδάκις και ο εθνικιστής πανεπιστημιακός καθηγητής Κωνσταντίνος Λογοθέτης.

Συμμετοχή στο Τουρκικό κοινοβούλιο

Μετά το Νεοτουρκικό κίνημα πολιτεύτηκε στην Τουρκία και με την υποστήριξη του εκεί υπόδουλου ελληνισμού εκλέχτηκε βουλευτής Αϊδινίου στην τουρκική βουλή, από το 1908 μέχρι το 1912, διάστημα στο οποίο διέκοψε την πανεπιστημιακή διδασκαλία. Μετά τις εκλογές της 15ης Ιανουαρίου 1912 έκανε αίτηση στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών με την οποία ζητούσε άδεια για να επιστρέψει στα πανεπιστημιακά του καθήκοντά, όμως του έγινε σύσταση να επιστρέψει τον Απρίλιο του 1912, για τη σύγκληση του διεθνούς Ασιανολογικού Συνεδρίου στην Αθήνα. Την ίδια εποχή ταξίδεψε εκτός Τουρκίας λόγω της πολιτικής καταστάσεως, ενώ στα μέσα του Μαρτίου επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί αποδέχτηκε την πρόσκληση των Ελλήνων ενωτικών της Σμύρνης και της ηγεσίας του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» να είναι υποψήφιος στις εκλογές. Η προσχώρηση του στο κόμμα αυτό θεωρήθηκε εθνική προδοσία καθώς η ελληνική εξωτερική πολιτική κινούνταν προς την κατεύθυνση μιας συμμαχίας εναντίον της Τουρκίας, που έγινε πραγματικότητα στις 16/29 Μαΐου 1912, όταν υπογράφηκε η Ελληνοβουλγαρική συμφωνία αμοιβαίας υποστηρίξεως. Με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων εγκατέλειψε την Τουρκία και έως το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, εγκαταστάθηκε στη Γερμανία.

Πολιτικές απόψεις

Όριζε ότι η Μεγάλη Ιδέα ως περιεχόμενο «…είχε την καθολικώτατην άμα δε και απλουστάτην έννοιαν: ανόρθωσις του πεπτωκότος και πτώσις του καθεστηκότος, ή την έννοιαν της απελευθερώσεως σύμπαντος του Ελληνισμού, ανακτήσεως του Βυζαντίου και της Αγίας Σοφίας και αναστηλώσεως του θρόνου των Παλαιολόγων». Οι πολιτικές του αντιλήψεις για την παρουσία και το ρόλο των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις, γιατί υποστήριξε ότι οι Έλληνες της Τουρκίας μπορούσαν να γίνουν σπουδαίος παράγοντας μέσα στο τουρκικό έθνος. Η αντίληψη του ήταν τελείως αντίθετη με τις εθνικές επιδιώξεις και τα όνειρα των σκλαβωμένων Ελλήνων.

Τοποθέτησε στο επίκεντρο των πολιτικών του δραστηριοτήτων το Μακεδονικό ζήτημα, και την αντιμετώπιση των σλαβικών επεκτατικών σχεδίων. Έθεσε ως προτεραιότητα τη διατήρηση της ελληνικής συνειδήσεως των κατοίκων, ενώ παράλληλα ήταν αρνητικός σε στην ελληνοβουλγαρική ή ελληνοσερβική προσέγγιση και υποστήριξε τη σύναψη ελληνοτουρκικών σχέσεων με στόχο τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού και τη συγκυριαρχία Ελλήνων και Τούρκων, ως τρόπο για την επικράτηση της Μεγάλης Ιδέας, ενώ το 1902, ταυτίστηκε με τις γερμανικές προτάσεις και πρότεινε τη σύναψη τριμερούς συμφώνου ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και την Αυστροουγγαρία.

Ως βουλευτής του οθωμανικού κοινοβουλίου, συχνά αγνοούσε την πολιτική γραμμή και την τακτική της ελληνικής πρεσβείας και της Οργανώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, ασκώντας προσωπική πολιτική. Σταδιακά μεταστράφηκε και απομακρύνθηκε από τη θέση του για τον προοδευτικό εξελληνισμό του οθωμανικού κράτους και την επιβολή του ελληνικού στοιχείου στις υπόλοιπες εθνότητες της αυτοκρατορίας και υποστήριζε ότι το οθωμανικό κράτος είναι τουρκικό στο «σώμα» και ισλαμικό στο «πνεύμα». Στην ψηφοφορία της 17/30 Δεκεμβρίου 1911 αρνήθηκε να συμμετάσχει στην αποχή των Ελλήνων βουλευτών από την ψηφοφορία, ενώ αποκλείστηκε από τα ψηφοδέλτια των ενωτικών, οι οποίοι επιδίωκαν να αποφύγουν τη σύγκρουση με τους Έλληνες πολιτικούς του οθωμανικού κράτους, αλλά και των ανθενωτικών, στις εκλογές της 15ης Ιανουαρίου 1912.

Εργογραφία

Ήταν πολυγραφότατος ιστορικός συγγραφέας και δημοσίευσε πολλές μονογραφίες και άρθρα στον Τύπο της εποχής. Μετά τη συνταξιοδότηση του από το Πανεπιστήμιο ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη ιστορική συγγραφή.

Έγραψε τα έργα

  • «Καππαδοκίας και Πόντου Αρχαιολογία», το 1872, ενώ βρισκόταν στην Τυβίγγη.

Το έργο του είναι μικρή, ανέκδοτη πραγματεία, στην οποία υποστηρίζει ότι οι κάτοικοι της Καππαδοκίας είναι αυτόχθονες που ήρθαν σε επιμειξίες με τους Ασσύριους επιδρομείς, ενώ η περιοχή ονομάστηκε «Καππαδοκία» μετά τις επιδρομές.

  • «Καππαδοκία», το 1874,
  • «τα Κόμανα και τα ερείπια αυτών»,το 1882, μονογραφία αρχαιολογική και τοπογραφική,
  • «Η εν Καππαδοκία λαλουμένη Ελληνική διάλεκτος», το 1885.

Γλωσσολογική μελέτη της αρχαίας καππαδοκικής γλώσσας μετά τον 4ο π.Χ. αιώνα και των διαλέκτων της, η οποία βραβεύθηκε από τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο της Κωνσταντινουπόλεως.

  • «Ιστορία του ΙΘ΄ αιώνος, (1814-92 1892)», 3 τόμοι,
  • «Η ενεστώσα κατάστασις εν τω Αγίω Όρει», το 1896,
  • «Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας», το 1906,
  • «Ιστορία» του Μιχαήλ Κριτόβουλου, το 1910, μετάφραση στα τουρκικά.

Το έργο περιλαμβάνει το διάστημα από το 1451 ως το 1467, δηλαδή τα δύο τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και το δημοσίευσε ως ένθετο στο περιοδικό «Tarih-i Osmani Encumeni», με το οποίο συνεργαζόταν.

  • «Ιστορία της Ελλάδος από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς, μέχρι της βασιλείας του Γεωργίου του Α΄»,
  • «Σύγχρονη Ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής από το 1891 μέχρι το 1921»,
  • «Παγκόσμια Ιστορία με εισαγωγή στις ιστορικές μελέτες»,
  • «Παγκόσμιος Ιστορία» (4 τόμοι), το 1926.

Παράλληλα επιμελήθηκε την τέταρτη και πέμπτη έκδοση του έργου

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Ανδρονίκιο Καππαδοκίας
  2. Παύλος Καρολίδης Σωκράτη Κουγέα, Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 89, σελ. 935-937
  3. Ένας διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, σελ. 207
  4. Ο κατάλογος των Κοσμητόρων της Φιλοσοφικής Σχολής