Σωκράτης Κουγέας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Σωκράτης Κουγέας, Έλληνας φιλόλογος και μετέπειτα πανεπιστημιακός καθηγητής, μεσαιωνολόγος και παλαιογράφος, συγγραφέας και ακαδημαϊκός, γεννήθηκε το 1877 στο χωριό στο χωριό Δολοί της έξω Μεσσηνιακής Μάνης, που σήμερα ανήκει στο Δήμο Αβίας, και πέθανε στις 27 Σεπτεμβρίου [1] 1966 στην Αθήνα.

Ήταν παντρεμένος με την Σοφία Ανέζη και από το γάμο τους απέκτησαν δύο κόρες και ένα γιο, το γεωπόνο Βενετσάνο, [Βενέτη], Κουγέα, μετέπειτα πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών [2].

Βιογραφία

Πρόγονοί του Σωκράτη ήταν ο Νικολός Κουγέας ή Κουγιάκης, που είχε τρεις γιούς, τον Φιλικό παπα-Ιγνάτιο, τον Χριστόδουλο και τον Στασινό. Γιός του Στασινού ήταν ο δάσκαλος Βενετσάνος Κουγέας, πατέρας του Σωκράτη Κουγέα, ενώ μητέρα του ήταν η Eιρήνη Κουγέα.

Σπουδές

Ο Σωκράτης παρακολούθησε μαθήματα του Δημοτικού Σχολείου στη γενέτειρά του, στο σχολείο που βρίσκεται κοντά στην οικία του Περραιβού, που ήταν απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας στην Μάνη και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Καλαμάτα. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1894 μέχρι το 1899 και το όνομα του, ως τεταρτοετούς φοιτητή, περιλαμβάνεται με αύξοντα αριθμό 1, σ’ αυτά του καταλόγου των μαθητών του Νικολάου Πολίτη [3], για το ακαδημαϊκό έτος 1896-97 καθώς ο Πολίτης, είχε αναλάβει την προστασία και την καθοδήγηση του συμπατριώτη του Σωκράτη Κουγέα, στα πρώτα χρόνια της εγκαταστάσεως του στην Αθήνα, ενώ υπήρξε μαθητής του Παύλου Καρολίδη. Αναγορεύτηκε διδάκτορας υποβάλλοντας την διατριβή «De novo Xiphilineo codice Iberitico 812» και παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, με υποτροφία του Ελληνικού Κράτους, από το 1904 έως το 1909, στη Γερμανία, [Halle, Μόναχο, Βερολίνο] και στο Παρίσι της Γαλλίας.

Μεταπτυχιακές σπουδές

Από την περίοδο των σπουδών του στο πανεπιστήμιο Αθηνών, συνδέθηκε με το πρότυπο παλαιογραφικό φροντιστήριο του Σπυρίδωνα Λάμπρου, το οποίο υπήρξε φυτώριο δοκίμων ερευνητών, όπως οι Φαίδων Κουκουλές, Αδαμάντιος Αδαμαντίου, Κωνσταντίνος Δυοβουνιώτης και Δημήτριος Μπαλάνος, και τον συνόδευσε στις επιστημονικές του αποστολές την Πάτμο και το 1895 στο Άγιο Όρος, καθώς και σε χώρες του εξωτερικού. Εργάστηκε επίσης, αναζητώντας και μελετώντας χειρόγραφα σε ελληνικές βιβλιοθήκες, στην κριτική έκδοση της Καινής Διαθήκης από τον βαρόνο Χέρμανν Φράιχερρ φον Ζόντεν. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο το 1901 και στη συνέχεια υπηρέτησε ως δάσκαλος και σχολάρχης, ενώ από το 1904 έως το 1909 σπούδασε με υποτροφία του Ελληνικού κράτους, αρχικά στο Πανεπιστήμιο του Χάλλε, όπου είχε καθηγητές τον επιγραφολόγο Βίλχελμ Ντιττενμπέργκερ, τον φιλόλογο Καρλ Ρόμπερτ, τον ιστορικό Φρήντριχ Βίλκεν και τον λατινιστή φιλόλογο Γκέοργκ Βισσόβα. Στη συνέχεια παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου μαθήματα του Καρλ Κρουμπάχερ, του φιλολόγου Όττο Κρούζιους και του αρχαιολόγου Άντολφ Φουρτβένγκλερ. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Βερολίνο παρακολουθώντας μαθήματα του διάσημου φιλολόγου Ούρλιχ φον Βιλαμόβιτς Μαίλλεντορφ, του ιστορικού της αρχαιότητας Έντουαρντ Μάγερ, του κλασικού φιλολόγου Έντουαρντ Νόρντεν και του θεολόγου Άντολφ φον Χάρνακ. Στη συνέχεια μετακόμισε στο Παρίσι και εργάστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη αναζητώντας και μελετώντας ελληνικά χειρόγραφα και παπυρολογικά κείμενα, ενώ παρακολούθησε μαθήματα του βυζαντινολόγου Σαρλ Ντιλ.

Πανεπιστημιακή καριέρα

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, έγινε γραμματέας το 1910, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, όπου διατέλεσε επίσης, Πρόεδρος και μέλος της Εφορείας, ενώ από το 1923 μέχρι το θανάτου του υπηρέτησε ως άμισθος διευθυντής του τμήματος χειρογράφων της Eθνικής Bιβλιοθήκης, ενώ δίδαξε ελληνικά και γεωγραφία στο Πολυτεχνείο. Ήδη από το 1908 με απόφαση της Ελληνικής κυβερνήσεως είχε συγκροτηθεί το κέντρο «Ιστορικόν Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης» και με το Προεδρικό Διάταγμα της 14ης Μαρτίου 1927 που εκτελούσε τη συντακτική απόφαση της Εθνοσυνέλευσης της 18ης Μαρτίου 1926 το κέντρο υπήχθη στη δικαιοδοσία της Ακαδημίας Αθηνών, όπου ανήκει έκτοτε. Ο Σωκράτης Κουγέας συμμετείχε μαζί με τους Γεώργιο Ν. Χατζιδάκι, Δημήτριο Καμπούρογλου, Κωνσταντίνο Δυοβουνιώτη και Αντώνιο Κεραμόπουλο, στην πρώτη εφορευτική επιτροπή του Κέντρου, που από το 2003 έχει μετονομασθεί σε «Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων-Ι.Λ.Ν.Ε» [4].

Υπηρέτησε ως καθηγητής σε σχολεία της Μέσης εκπαιδεύσεως μέχρι το 1918, όταν διορίστηκε καθηγητής Γενικής Iστορίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών και ήταν ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας που εκλέχθηκε μετά τη μεταρρύθμιση του 1911 στη Φιλοσοφική Σχολή. Στις συνεδριάσεις της 20ης και 25ης Μαΐου 1915 έγινε συζήτηση για έκτακτη καθηγητική έδρα στη Φιλοσοφική Σχολή και ο Κουγέας με την υποστήριξη του Σπυρίδωνα Λάμπρου, συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους, όμως η έδρα καταργήθηκε χωρίς να διδάξει ποτέ. Τον Ιανουάριο του 1917 προτάθηκε ως αντικαταστάτης του Σπυρίδωνα Λάμπρου, ο οποίος παραιτήθηκε και έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδος και συνυποψήφιοι του ήταν ο Παντελής Κοντογιάννης και ο Κωνσταντίνος Ράδος. Η επιτροπή, που την αποτελούσαν ο Αδ. Αδαμαντίου, ο Παύλος Καρολίδης και ο Γ. Σωτηριάδης, απέρριψε όλους τους υποψήφιους, όμως πρότεινε ομόφωνα για τη θέση τον Κουγέα, για την περίπτωση που δεν επανέρχονταν στη θέση ο Λάμπρου. Η υπόθεση συζητήθηκε ξανά τον Ιανουάριο του 1918 με υποψήφιους τους Μιχαήλ Βολονάκη, Σωκράτη Κουγέα, Π. Κοντογιάννη και Κ. Ράδο και ομόφωνα προκρίθηκε η υποψηφιότητα του Κουγέα, που εκλέχθηκε με οκτώ ψήφους, τον οποίο ψήφισαν οι Σπ. Σακελλαρόπουλος, Ν. Πολίτης, Γρ. Βερναρδάκης, Παναγής Καββαδίας, Χρίστος Τσούντας, Α. Σκιάς, Α. Αδαμαντίου, Γ. Σωτηριάδης, έναντι τεσσάρων υπέρ του Κοντογιάννη, τον οποίο ψήφισαν οι Γεώργιος Χατζιδάκις, Σ. Μενάρδος, Θεόφιλος Βορέας, Θεοφάνης Κακριδής [5].

Στις εκλογές της 14ης Νοεμβρίου 1920 επικράτησαν οι φιλοβασιλικοί και μετά το σχηματισμό της κυβερνήσεως του Δημητρίου Ράλλη, ανακοινώθηκε η απόλυσή του, όπως και όλων όσοι είχαν διοριστεί μετά το 1917, ενώ με την ίδια απόφαση επέστρεψαν στο Πανεπιστήμιο δεκαέξι καθηγητές μεταξύ τους ο Παύλος Καρολίδης, που είχαν απολυθεί στις 24 Ιανουαρίου 1918 με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας. Το 1928 από κοινού με τον Κωνσταντίνο Άμαντο ήταν συνεκδότης του ιστορικού και φιλολογικού περιοδικού «Ελληνικά», έως το 1939, που η έκδοσή του διακόπηκε. Το 1929 εκλέχθηκε μέλος [6] και το 1953 διατέλεσε πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, [7]. Διατήρησε τη θέση του στο Πανεπιστήμιο έως το 1947, ενώ δίδαξε επίσης, στην Ανώτατη Σχολή Kαλών Tεχνών από το 1931 έως το 1947 και από το 1943 μέχρι το 1950, στην Πάντειο Σχολή. Ήταν αντίθετος με τον καθηγητή Ιωάννη Κακριδή και με την κατάργηση ή ακόμη και την απλοποίηση των τόνων λέγοντας ότι «…ἡ …{…}… ἐφαρμοζομένη κατάργησις ἢ ἁπλοποίησις τῶν τόνων εἶχε προταθῆ καὶ συστηθῆ παλαιότερα ὄχι μόνο ἀπὸ ξένους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἰδικούς μας ἐπιφανεῖς ἐπιστήμονας καὶ ἀκαδημαϊκοὺς διδασκάλους, ὡς οἱ ἀείμνηστοι Γ. Χατζιδάκις, … οἵτινες κάθε ἄλλο παρὰ ἀντεθνικὰ πράγματα ἐδίδαξαν καὶ ἐκήρυξαν».

Κοινωνικές σχέσεις

Ήταν στενός φίλος με το φιλόλογο Χρήστο Ν. Λαμπράκη, ο οποίος όταν αυτοκτόνησε στις 22 Αυγούστου του 1925, του δώρισε, όπως και στον κοινό τους φίλο Νίκο Μπέρτο, το αρχείο και τα βιβλία του, ενώ τους όρισε εκτελεστές της διαθήκης του με την οποία κληροδότησε την περιουσία της συζύγου του Léonie και τη δική του στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης προκειμένου να ιδρυθεί έδρα Nεοελληνικής Φιλολογίας και Γλώσσας «Xρίστου & Λεωνής Λαμπράκη», η οποία υπάρχει έως σήμερα. Το 1942 υπερασπίστηκε με θέρμη τον Πέτρο Κόκκαλη, γιατρό και καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, που παύθηκε από τη θέση του λόγω της συμμετοχής του ως μέλος της Π.Ε.Ε.Α. αλλά και της «κυβέρνησης του βουνού».

Δεν τάχθηκε ποτέ του υπέρ της δημοτικής γλώσσας και δεν ήταν υποστηρικτής του κινήματος του δημοτικισμού, ενώ δεν έγινε μέλος στον «Εκπαιδευτικό Όμιλο», όμως χρησιμοποιούσε στοιχεία της δημοτικής γλώσσας στο γραπτό και τον προφορικό του λόγο. Από τα φοιτητικά του χρόνια ανήκε στην παράταξη των υποστηρικτών του Ελευθερίου Βενιζέλου και συχνά υπερασπίστηκε δημοτικιστές και αριστερούς συναδέλφους του. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις και αλληλογραφούσε με το Μανόλη Τριανταφυλλίδη, τον Αλέξανδρο Δελμούζο, τον Ιωάννη Κακριδή τον οποίο υπερασπίστηκε στη δίκη των τόνων, τον Πέτρο Κόκκαλη και τον Γιάννη Κορδάτο, ενώ διατηρούσε θερμή φιλία και έτρεφε βαθιά εκτίμηση για τον Κωστή Παλαμά.

Σύμφωνα με αφήγηση του Πέτρου Χάρη, συγγραφέα, Ακαδημαϊκού και διευθυντή του περιοδικού «Νέα Εστία», ο Κουγέας, ήταν συντηρητικός στις ιδέες του και πολύ αυστηρών ηθικών αρχών. Σύμφωνα με την αφήγηση που περιγράφει ο Δημήτρης Νικορέτζος, «- Μια μέρα με πήρε ο Κουγέας στο τηλέφωνο και με φωνή οργισμένη μου είπε: «Να διακόψετε, παρακαλώ, την αποστολή της Νέας Εστίας. Δεν ξαναβάζω στο σπίτι μου αυτό το περιοδικό». «Για ποιο λόγο; τον ρώτησα. Συνέβη κάτι;» «Συνέβη, και μάλιστα πολύ σοβαρό. Τι είναι αυτά που γράφετε στη Νέα Εστία; Το θεωρώ απαράδεκτο για το κύρος και τη σοβαρότητα του περιοδικού να δημοσιεύετε τέτοια πορνογραφήματα! Πώς το επιτρέπετε; Δεν σέβεσθε το αναγνωστικό σας κοινό; Να παύσετε πάραυτα να μου στέλνετε το περιοδικό. Δεν μπορούμε να διαβάζουμε αυτές τις ασχημονίες, γιατί έχουμε και κορίτσια». Η διαμαρτυρία του Κουγέα αναφέρονταν στη δημοσίευση του υπό έκδοση έργου «Γιούγκερμαν» του Μίτια Καραγάτση [8] [9].

Το 1946 μαζί με τον καθηγητή της Νομικής Σχολής Αλέξανδρο Τσιριντάνη και 220 ακόμη επιστήμονες υπέγραψαν τη «Διακήρυξη της Χριστιανικής Ένωσης Επιστημόνων», ένα βιβλίο που αποτελούνταν από 207 σελίδες και πραγματοποίησε πωλήσεις 150.000 αντιτύπων. Η βάση του ήταν κείμενα από βιβλία του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Παναγιώτη Τρεμπέλα.

Εργογραφία

Τα επιστημονικό του έργο αναφέρεται κυρίως στην επιγραφική, στην παλαιογραφία, στην ιστορία της Μάνης και στη νεοελληνική ιστορία και φιλολογία.

Δημοσίευσε, μεταξύ άλλων, τα έργα,

  • «Νικλιάνοι & Φαμέγιοι» [10], το 1909,
  • «Ο Καισαρείας Αρέθας και το έργον αυτού: συμβολή εις την ιστορίαν της πρώτης αναγεννήσεως των ελληνικών γραμμάτων εν Βυζαντίω», το 1913, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον Ελευθερουδάκη» και Μπαρτ.

Το έργο είναι αφιερωμένο στον Σπυρίδωνα Λάμπρο, «...όστις πρώτος μου έδωκεν εν χερσί παλαιόν χειρόγραφον και εις ου το φροντιστήριον ανέγνωσα τα πρώτα πανομοιότυπα εκ των χειρογράφων του Αρέθα...», και αποτελεί ως τις μέρες μας, βασικό βοήθημα για τη μελέτη της αναγέννησης των κλασικών σπουδών στο Βυζάντιο κατά τον 9ο και 10ο αιώνα.

  • «Η γυναίκα κυρία στη Μεσσηνιακή Μάνη»,
  • «Η ιδέα της κοινωνίας των Εθνών παρά τοις Έλλησι», το 1928 πραγματεία που βραβεύτηκε στο πρώτο «Κανδηλώρειον διαγώνισμα»,
  • «Περί των Μελιγκών του Ταϋγέτου εξ αφορμής βυζαντινής επιγραφής εν Λακωνία», το 1950,
  • «Ιστορία του Γυθείου»,
  • «Η διαθήκη του Γ. Μαυρομιχάλη», το 1955,
  • «Ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος Μονεμβασίας και Καλαμάτας», το 1957,
  • «Ο Ιατρός του Μυστρά Ηλίας Δόξας», το 1960,
  • «Ιστορικαί πηγαί δια την ηγεμονίαν στη Μάνη», το 1961,
  • «Τρεις κτητορικαί επιγραφαί Ζαρνάτας», το 1965.

Παραπομπές