Γεώργιος Χατζιδάκις

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γιώργος Χατζιδάκις, Έλληνας εθνικιστής διάσημος γλωσσολόγος και ιδρυτής της νεοελληνικής γλωσσολογίας, γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1848 στο Μύρθιο της επαρχίας Αγίου Βασιλείου στο Ρέθυμνο της Κρήτης και πέθανε [1] στις 25 Ιουνίου 1941 στην Αθήνα.

Γεώργιος Χατζιδάκις

Βιογραφία

Το επίθετο της οικογένειας ήταν «Χατζή Χαρκιάς» και από την ιδιορρυθμία κάποιου σχολάρχη τού Ρεθύμνου μετατράπηκε σε «Χατζιδάκις» και γενικεύτηκε για όλη την οικογένεια. Άρχισε επίσημα την εκπαίδευση το 1869, όταν πήγε αρχικά στο ιδιωτικό σχολείο Μανούσου και μετά στο Β’ Γυμνάσιο Αθηνών, το οποίο ολοκλήρωσε σε ηλικία 25 ετών, ενώ ως τότε είχε μόνο εκκλησιαστική μόρφωση. Εγγονός του ήταν ο φιλόλογος και Πανεπιστημιακός καθηγητής Ιωάννης Κακριδής.

Σπουδές

Σπούδασε φιλολογία από το 1873 στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια με υποτροφία, γλωσσολογία στη Λειψία με καθηγητή τον γλωσσολόγο Κάρολο Brugmann, στην Ιένα με τον καθηγητή της συγκριτικής γλωσσολογίας και ιδρυτή της συγκριτικής συντάξεως B. Delbrueck, και από το 1877 ως το 1880 στο Βερολίνο. Το 1881 στην Αθήνα αναγορεύτηκε διδάκτορας της φιλοσοφίας με τη διατριβή του: «Συμβολή εις την ιστορίαν της ελληνικής γλώσσης», και την άνοιξη του ιδίου χρόνου, δίδαξε ως καθηγητής στο Δ’ Γυμνάσιο Αθηνών. Το 1885 εκλέχτηκε έκτακτος καθηγητής στην έδρα της γλωσσολογίας που ιδρύθηκε τον ίδιο χρόνο και το 1890 εκλέχθηκε ως τακτικός καθηγητής της γλωσσολογίας και της ινδικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 1923. Διατέλεσε την ακαδημαϊκή περίοδο 1905-06, πρύτανης του πανεπιστημίου της Αθήνας, το 1926 ήταν από τους ιδρυτές και πρώτος αντιπρόεδρος και το 1927 πρόεδρος της Ακαδημίας [2] της Αθήνας, καθώς και πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας της Αθήνας. Ήταν ο οργανωτής και την περίοδο 1926-27 διατέλεσε πρώτος πρύτανης του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επίσης ιδρυτής της Γλωσσολογικής Εταιρείας της Αθήνας. Εκλέχτηκε διδάκτορας του πανεπιστημίου της Λειψίας, αντεπιστέλλον μέλος των Ακαδημιών Βερολίνου, Βιέννης, Μονάχου, Βουδαπέστης, καθώς και των Επιστημονικών Εταιρειών Γκέτιγκεν και Λονδίνου.

Κοινωνική δράση

Μαζί με τον Κωνσταντίνο Κόντο ίδρυσε το περιοδικό «Αθηνά», όπου δημοσίευσε τις περισσότερες εργασίες του. Εισήγαγε στην Ελλάδα την επιστημονική ιστορικοσυγκριτική μελέτη των γλωσσών και υπήρξε ο πρώτος καθηγητής γλωσσολογίας σε ελληνικό πανεπιστήμιο και από κοινού με τους Κωνσταντίνο Κοντό, Σπύρο Βάση και τον Πέτρο Παπαγεωργίου ίδρυσαν το 1888 την «Επιστημονική Εταιρεία Αθηνών», ενώ ήταν από τους ιδρυτές του συλλόγου «Αδαμάντιος Κοραής», που είχε στόχο τη συλλογή γλωσσικής ύλης. Προώθησε την ιδέα της δημιουργίας του Κέντρου Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσης, το οποίο στην πορεία του χρόνου διαμορφώθηκε ως Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων- Ι.Λ.Ν.Ε. [3] και με τους επιστημονικούς του αγώνες απέδειξε την ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων και της διαλέκτου τους [4]. Μαθητές του ήταν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, ο Γ. Αναγνωστόπουλος και ο Κ. Φάβης.

Η τοποθέτηση του, ότι ο Γιάννης Ψυχάρης αγόρασε και δημοσίευσε σαν δική του μελέτη την οποία είχε γράψει κάποιος φοιτητής του, είχε ως αποτέλεσμα να τον καλέσει ο Ψυχάρης σε μονομαχία με πιστόλια, την οποία αρνήθηκε, όπως προκύπτει από επιστολή [5] του Ψυχάρη η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις», του Βλάση Γαβριηλίδη. Ήταν σε διαρκή διαμάχη για τη γλώσσα με τους δημοτικιστές της εποχής του και ο Δημήτριος Ταγκόπουλος, εκδότης του περιοδικού Νουμάς, τον αποκαλούσε περιπαικτικά «Κασσιδάκι», παραφράζοντας το επίθετο του. Πήρε μέρος στις κρητικές επαναστάσεις του 1866 και του 1897, όταν εγκατέλειψε την έδρα του ανθρωπιστικού αντικειμένου σπουδών για να βοηθήσει, και συνέβαλε στην απελευθέρωση της μεγαλονήσου. Αναφέρεται μάλιστα ότι ο Ιταλός ναύαρχος Canevaro έκπληκτος από την παρουσία ενός Πανεπιστημιακού καθηγητή στις τάξεις των επαναστατών, ζήτησε να γίνει ανακωχή για να τον γνωρίσει και με συνοδεία οδηγήθηκε στο Ιταλικό πλοίο. Η συνάντηση βοήθησε στην υπογραφή συνθηκολογήσεως και στην άρση του ναυτικού αποκλεισμού του νησιού. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1890 εντάχθηκε ως μέλος στην «Εθνική Εταιρεία» [6].

Εταιρεία «Ο Ελληνισμός»

Ήταν μέλος της εταιρείας «Ο Ελληνισμός», η οποία ιδρύθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1892 και παράλληλα συνεργάτης του ομώνυμου περιοδικού. Σκοπός σύμφωνα με το καταστατικό της, ήταν η εξερεύνησις και η θεραπεία των δικαίων του ελληνισμού, ενώ για την επίτευξη του σκοπού της εξάγγειλε την έκδοση δημοσίων αναγνωσμάτων. Η Εταιρεία εργάζεται για την ενίσχυση του εθνικού φρονήματος και την προετοιμασία, ηθικά και υλικά, του απόδημου ελληνισμού αλλά και της ελεύθερης Ελλάδας, προς όφελος των αλύτρωτων επαρχιών. Η εταιρεία που απευθύνθηκε στις μικροαστικές τάξεις της πρωτεύουσας και του Πειραιά, στόχευε στην οργάνωση της εργατικής τάξεως στην Ελλάδα κι αποτέλεσε μία έκφραση ανορθολογικών τάσεων του πρώιμου ελληνικού Εθνικοσοσιαλισμού.

Ο εθνικιστής πανεπιστημιακός Νεοκλής Καζάζης εκλέχθηκε πρόεδρος της στις 10 Οκτωβρίου 1894, θέση στην οποία διαδέχθηκε τον εθνικιστή Γεώργιο Κρέμο, και τη διατήρησε ως το θάνατό του, προωθώντας τις αλυτρωτικές επιδιώξεις της και δρώντας υπέρ των σκλάβων πατρίων του Ελληνισμού. Την 1η Ιανουαρίου του 1898 άρχισε να εκδίδεται το επίσημο όργανο της εταιρείας, η μηνιαία Εθνική Επιθεώρηση «Ελληνισμός». Το δίκτυο της εταιρείας εξαπλώθηκε και στο εξωτερικό, στο Βουκουρέστι, τη Σεβαστούπολη και άλλες πόλεις, όπου διοργάνωνε διαλέξεις, ενώ το ο 1905, ιδρύθηκε το φοιτητικό τμήμα της και μεταξύ των μελών της περιλαμβάνονταν ο εθνικιστής ιστορικός του Ελληνισμού Παύλος Καρολίδης και ο εθνικιστής πανεπιστημιακός καθηγητής Κωνσταντίνος Λογοθέτης.

Εργογραφία

Το επιστημονικό έργο του υπήρξε μεγάλο σε όγκο και τεράστιο σε σημασία. Δημοσίευσε περί τις 650 λογοτεχνικές μελέτες, σε ξένα και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά, όπως η «Εστία», η «Εβδομάδα» και ο «Παρνασσός». Τιμήθηκε από την ελληνική πολιτεία με τον

  • Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος,
  • Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος,
  • Σταυρό των Ανώτερων Ταξιαρχιών του Τάγματος του Φοίνικα, ενώ ανακηρύχθηκε
  • «Άρχων Μέγιστος Διδάσκαλος του Γένους» από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το πρώτο του δημοσίευμα είχε τίτλο

  • «Περί των εις-ους των Συνηρημένων της Β’ Κλίσεως και των εις-ος Ουδετέρων Ονομάτων της Γ’ κλίσεως εν τη Νέα Γλώσσα».

Ακολούθησαν τα έργα

  • «Βάσανος έλεγχος ψευδαττικισμού ή μελέτη επί της Νέας Ελληνικής» το 1884,
  • «Εισαγωγή εις την Νεοελληνικήν Γραμματικήν» το 1892,

με το οποίο απέδειξε για πρώτη φορά την καταγωγή της νέας ελληνικής γλώσσας και των διαλέκτων της από την αρχαία ελληνική, αποστομώνοντας έτσι εκείνους που αμφισβητούσαν την αδιάσπαστη ενότητα στην εξέλιξη του ελληνικού βίου και πολιτισμού. Από τότε έγραψε περίπου 500 μονογραφίες, με τις οποίες ενίσχυσε τις αρχικές του απόψεις. Στον ίδιο στόχο απέβλεψε με την ίδρυση του

  • «Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής γλώσσας», [το έργο τέθηκε υπό την προστασία της Ακαδημίας Αθηνών].

Εκτός από τις μονογραφίες του δημοσίευσε και αυτοτελή έργα, τα σπουδαιότερα από τα οποία είναι:

  • «Ακαδημεϊκά αναγνώσματα [7] εις την ελληνικήν, λατινικήν και μικρόν εις την ινδικήν γραμματικήν», [τόμοι 3, πρόκειται για ιστορική γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με αναφορές στη λατινική και σανσκριτική],
  • «Σύντομος Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσης» το 1916,
  • «Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά», 1ος τόμος το 1905, 2ος τόμος το 1907, Βιβλιοθήκη Μαρασλή,
  • «Γλωσσολογικαί μελέται»,
  • «Γλωσσολογικαί Έρευναι».

Γλωσσικό ζήτημα

Tο 1887 δημοσίευσε κριτική στη «Berliner Philologische Wochenschrift», απαντώντας στη μελέτη του Γιάννη Ψυχάρη με τίτλο «Essais de grammaire historique néo-grecque» και υποστήριξε ότι αυτήν υποστηρίζει ότι δε γνωρίζει την αρχαία, τη μεσαιωνική και τη νέα ελληνική γλώσσα. Επίσης έγραψε άρθρο για το περιοδικό «Revue des Etudes Grecques», το οποίο δεν δημοσιεύθηκε λόγω της μεγάλης του εκτάσεως. Η απάντησή του στον Ψυχάρη, δημοσιοποιήθηκε στο τέλος της αντιλογίας, και τον αποκαλεί «ακαταλόγιστο», και τον κατηγορεί για «…ατελή γνώση της εξεταζόμενης γλώσσης» σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου, σημειώνει επίσης ότι πρόκειται για «..ελληνικό δημοτικό ιδίωμα» και για «..ψυχαρική αίρεση», ενώ καταλήγει ότι το επίθετο Ψυχαριστής «…κατήντησε […] ύβρις δεινή, ταυτόσιμον της αρνησιπατρίας».

Στις 11 Μαρτίου 1899, αντέκρουσε τη θεωρία του Ιταλού γλωσσολόγου Giuseppe Morosi και υποστήριξε τη συνέχεια της «γκρεκάνικης» γλώσσας στην Κάτω Ιταλία από την εποχή της Μεγάλης Ελλάδας μέχρι σήμερα. Ο Ιταλός συνάδελφός του σε δύο μελέτες του το 1870 και το 1878, υποστήριξε ότι το ιδίωμα είναι νεοελληνικό και ότι οι ελληνόφωνοι της Απουλίας προέρχονται από Βυζαντινούς εποίκους του 9ου-11ου αιώνα, ενώ της Καλαβρίας από εποίκους του 11ου-12ου αιώνα, στηριζόμενος στην παρατήρηση ότι από τον 4ο έως τον 9ο αιώνα υπάρχει ένα χάσμα της γραπτής παράδοσης στις περιοχές αυτές.

Διατύπωσε την άποψη ότι ο Ιησούς Χριστός μιλούσε Ελληνικά, γράφοντας [8] ότι «Την Κοινήν αυτήν ελληνικήν γλώσσαν εχρησιμοποίησεν ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός και οι Απόστολοι εις τας διδασκαλίας των». Στο γλωσσικό ζήτημα στάθηκε ανάμεσα στους αρχαϊστές και τους ψυχαριστές. Καταπολέμησε τόσο την επιστροφή στη γλώσσα των αρχαίων, όσο και τις θεωρίες του Ψυχάρη, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη τάση οδηγεί σε εθνική συμφορά μάλλον παρά σε εθνικό όφελος και ότι η δεύτερη είναι ανεδαφική. Ήταν σθεναρός υποστηρικτής της ιστορικής ορθογραφίας, όμως το 1929 εισηγήθηκε με ανακοίνωσή του που δεν έχει δημοσιευθεί επίσημα και υπάρχει [9] σε μορφή περιλήψεως, την κατάργηση των τόνων. Γενικώς θεωρούσε ότι η καθαρεύουσα με διαρκή ανανέωση με στοιχεία του προφορικού λόγου μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της έκφρασης του νεοελληνικού πολιτισμού.

Συμπύκνωση των όσων έγραψε πάνω στις θέσεις του αυτές αποτελεί η απάντησή του το 1905, στο

  • «Πρόβλημα της νεοτέρας γραφομένης ελληνικής» του Κ. Κρουμπάχερ.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Γεώργιος Ν. Χατζιδάκις, Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 348, σελίδα 511.]
  2. Πρόεδροι της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυση της
  3. Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων-Ι.Λ.Ν.Ε.
  4. Περί του Ελληνισμού των Αρχαίων Μακεδόνων
  5. [Γιάννης Ψυχάρης, «Ρόδα και Μήλα Β'», σελίδα 109]
  6. [Η «Εθνική Εταιρία» ήταν μια οργάνωση αξιωματικών που ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου του 1894 κι έφτασε στην ακμή της μετά το Σεπτέμβριο του 1895, όταν τροποποιήθηκε το καταστατικό της και μέλη της μπορούσαν να είναι και μη στρατιωτικοί. Σε αυτή συμμετείχαν και πολύ γνωστά ονόματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως οι καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Γεώργιος Σουρής, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Παύλος Μελάς, που θεωρείται από τους ιδρυτές της, ο Παναγιώτης Δαγκλής καθώς και ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος.]
  7. Ολόκληρο το έργο
  8. Μιλούσε ο Χριστός Ελληνικά;
  9. [Εφημερίδα «Εστία», 24 Φεβρουαρίου 1929, αριθμός φύλλου 12.369]