Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης γνωστά με το αρκτικόλεξο Τ.Ε.Α., συχνότατα αναφέρονται λανθασμένα ως Τάγματα Εθνικής Ασφαλείας, στρατιωτικό επικουρικό ένοπλο σώμα που συγκροτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1948, στη διάρκεια του συμμοριοπολέμου, με απόφαση του Γ.Ε.Σ. [Γενικό Επιτελείο Στρατού]. Σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Κανονισμό [1] αποστολή τους ήταν: «...η εσωτερική ασφάλεια της Χώρας, ήτοι η μη αναμόλυνσις της Ελλάδος από του Κομμουνιστοσυμμοριτισμού, η αντιμετώπισις εχθρικών αεραγημάτων και η εξασφάλισις της ησυχίας των κατοίκων της υπαίθρου από κακοποιά, εγκληματικά και Αναρχικά στοιχεία εν στενή συνεργασία μετά της Χωροφυλακής τόσον εν ειρήνη όσον και εν πολέμω». Λειτούργησαν και έδρασαν ως συνέχεια των Μονάδων Αυτασφαλείας Υπαίθρου [Μ.Α.Υ.] και των Μικτών Αποσπασμάτων Διώξεως [Μ.Α.Δ.], οι οποίες ιδρύθηκαν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα και συγκροτήθηκαν από άντρες εθνικιστικών αντιστασιακών οργανώσεων που δρούσαν ήδη από την εποχή της Κατοχής.

Αναδρομή στο χρόνο

Δομές οργανώσεως με χαρακτηριστικά Εθνοφυλακής εμφανίστηκαν στον Ελλαδικό Χώρο ήδη από την Αρχαιότητα. Τον 3ο αιώνα π.Χ. αιώνα δυνάμεις Γαλατών με αρχηγό τον Βρέννο Β', αφού λεηλάτησαν την Ιλλυρία και την Σερβία, όπου ίδρυσαν ένα μικρό Βασίλειο, εισέβαλαν στη Μακεδονία όπου τους αντιμετώπισε ο Στρατηγός των Μακεδόνων Σωσθένης και τους εμπόδισε να εγκατασταθούν στην περιοχή. Στη συνέχεια ο Γαλατικός στρατός κινήθηκε εναντίον των Αιτωλών και σε μάχη που στη θέση Κοκκάλια, κοντά στο Γαρδίκι Ομιλαίων, οι Γαλάτες ηττήθηκαν συντριπτικά. Οι διασωθέντες απέδωσαν την ήττα τους στους «Γκαρντίστ» [2], στους «Εθνοφύλακες», δηλαδή στο στρατιωτικό σώμα που συγκροτούσαν πολίτες, για την ασφάλεια της περιοχής τους από κάθε κίνδυνο.

Τον 19ο αιώνα η Εθνοφυλακή εμφανίστηκε αρχικά με το Σώμα της Οροφυλακής το 1838, ένα επικουρικό στρατιωτικό σώμα από κατοίκους των συνοριακών περιοχών του Ελληνικού Κράτους που είχε ως σκοπό την ασφάλεια των συνόρων, την καταδίωξη της ληστείας και του λαθρεμπορίου, όμως καθιερώθηκε ως θεσμός με νομοθετική ρύθμιση [3] το έτος 1843, μετά το Κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου, με την αναδιοργάνωση του τακτικού Ελληνικού Στρατού επί Βασιλείας του Όθωνα. Συγκροτήθηκε με σκοπό, όπως αυτός καθορίζονταν, την τήρηση της εσωτερικής τάξεως και ασφαλείας, οργανώνονταν κατά Δήμους και υπάγονταν στην αρμοδιότητα της Γραμματείας Εσωτερικών. Αποτελείτο από εθελοντές-άμισθους οπλοφόρους πολίτες 18-24 ετών με στόχο τη διασφάλιση της τάξεως από τις διάφορες τοπικές αυθαιρεσίες, που φορούσαν ειδική στολή. Ένα σώμα Εθνοφυλακής ήταν και η περίφημη Πανεπιστημιακή Φάλλαγξ, η οποία συγκροτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1862 με προτροπή του πρύτανη Κωνσταντίνου Φρεαρίτη και αποτελούνταν από 612 φοιτητές του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών που ήταν οργανωμένοι σε πέντε Λόχους. Λόγω της αθρόας προσελεύσεως συγκροτήθηκε και έκτος Λόχος με τη συνολική δύναμη της Φάλλαγγας να φτάνει στους 840 ένοπλους φοιτητές. Επικεφαλής τους ήταν ο αξιωματικός (ΠΖ) Ιωάννης Ζουμπούλης. Το 1879 η Εθνοφυλακή καταργήθηκε με την ψήφιση του Νόμου «Περί Στρατολογίας». Ομάδες Εθνοφυλάκων συνέβαλαν σημαντικά στον Μακεδονικό Αγώνα στις αρχές του 20ου αιώνα ενώ την 10ετία του 1920 ομάδες εθνοφυλάκων συνέδραμαν τις δυνάμεις της Ελληνικής Χωροφυλακής εναντίον των Βούλγαρων Κομιτατζήδων στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη.

Ίδρυση Εθνοφυλακής / Μ.Α.Υ. / Μ.Α.Δ.

Στα μέσα Οκτωβρίου του 1944 άρχισε η σταδιακή αποχώρηση των στρατευμάτων Κατοχής του Άξονα -Γερμανοί & Βούλγαροι -καθώς οι Ιταλοί είχαν ήδη παραδοθεί ένα έτος νωρίτερα- από την Ελλάδα και η άφιξη των πρώτων ελληνοβρετανικών δυνάμεων. Ο νέος Στρατιωτικός Διοικητής Αθηνών, ο Παυσανίας Κατσώτας, προχώρησε το σχέδιο για την διάλυση όλων των ανταρτικών οργανώσεων και τη συγκρότηση Ελληνικού τακτικού Στρατού. Πραγματοποίησε επισκέψεις σε περιοχές κοντινές στην Αθήνα, επισκέφθηκε την Κερατέα, το Κορωπί, το Μαρκόπουλο, το Λαύριο, την Ἐλευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο, την Μάνδρα, τα Βίλια και την Θήβα και διαπίστωσε πως η κομμουνιστική Πολιτοφυλακή σκορπούσε παντού τον τρόμο εξουσιάζοντας τα πάντα. Ο Κατσώτας εισηγήθηκε αμέσως να κληθεί η κλάση του 1936 και να αρχίσουν να σχηματίζονται τα πρώτα Τάγματα Εθνοφυλακής. Στις 9 Νοεμβρίου κατέφθασαν από την Ιταλία η ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία, οι Ριμινίτες, όμως χωρίς τον βαρύ οπλισμό τους, ενώ ως μέρα αποστρατεύσεως των ανταρτών ορίσθηκε ἡ 10η Δεκεμβρίου 1944. Μπροστά στις εξελίξεις η αντίδραση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος υπήρξε άμεση. Ζήτησε να αποστρατευθεί και η ΙΙΙ Ταξιαρχία αλλά και να μη συγκροτηθεί Εθνοφυλακή.

Τελικά, η απόφαση για την συγκρότηση «Προσωρινής Εθνοφυλακής», ελήφθη σε κυβερνητική σύσκεψη την 31η Οκτωβρίου του 1944 και σχεδόν ταυτόχρονα άρχισε και η οργάνωση των πρώτων μονάδων ενώ συγκροτήθηκε Διοίκηση Εθνοφυλακής, επιπέδου Μεραρχίας την οποία αποτελούσαν 40 Μονάδες. Στις αρχές του Νοεμβρίου 1944 με νόμο [4] αποφασίστηκε η συγκρότηση Σώματος Προσωρινής Εθνοφυλακής «δια την εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως» και η συγκρότηση της ανατέθηκε στον Υπουργό Στρατιωτικών, ο οποίος είχε την δυνατότητα να εξουσιοδοτήσει τις κατά τόπους αστυνομικές και δημοτικές αρχές να προβαίνουν στην πρόσκληση των Εθνοφυλάκων. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1944, η δύναμη της Εθνοφυλακής ανερχόταν σε 27 Τάγματα, ενώ μέχρι τέλους των εχθροπραξιών ανέρχονταν σε 36 Τάγματα, με δύναμη 19.000 άνδρες και ως το τέλος Φεβρουαρίου 1945, είχαν συγκροτηθεί συνολικά 62 τάγματα υπό τη Διοίκηση του αντισυνταγματάρχη Πεζικού, Π. Βλάσση, και του Αρχηγού της Εθνοφυλακής Στρατηγού Σπυρίδωνος Γεωργούλη. Τα τμήματα Εθνοφυλακής ανέλαβαν να αποκαταστήσουν και να εμπεδώσουν το νόμο και την τάξη. Οι Μονάδες της εγκαταστάθηκαν στα κύρια αστικά κέντρα κάθε περιοχής, και διέσπειραν τμήματα σε γύρω οικισμούς και χωριά. Στις αστυνομικές τους αρμοδιότητες ήταν η καταδίωξη εγκληματικών συμμοριών και ο αφοπλισμός οπλοφορούντων, η σύλληψη δραστών αυτοφώρων εγκλημάτων, η εξιχνίαση άλλων εγκληματικών ενεργειών, η αδειοδότηση καταστημάτων, αυτοκινήτων καθώς και επίβλεψη της τηρήσεως των υγειονομικών διατάξεων από τα καταστήματα. Στα καθήκοντα της Εθνοφυλακής ήταν η πρόκληση αισθήματος ασφάλειας στον πληθυσμό, η συλλογή πληροφοριών αναφορικά με πιθανές κρύπτες όπλων, η καταδίωξη συμμοριών και η περιστολή ή και εξάλειψη κάθε είδους έκνομης δραστηριότητος.

Ενδεικτική της προσφοράς της Εθνοφυλακής σε αυτά τα χαλεπά χρόνια είναι η αποτίμηση από τον στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο του έργου της: «Σπανίως Έλληνες προσέφεραν εαυτούς εις την πατρίδα των με τόσην ανιδιοτέλειαν, θέρμην και ορμήν. Δεν εζήτησαν ποτέ καμμίαν αμοιβήν. Και πάντως δεν έλαβαν καμμίαν {...} Δεν γνωρίζομεν αν, εις τα γενναία των στήθη, δοκιμάζουν οι εθνοφύλακες πικρίαν. Αν ναι, ας ενθυμούνται πόσον συχνά οι πληθυσμοί των επαρχιών τους έσχισαν τα αμπέχονα, εις παραλήρημα ευγνωμοσύνης και χαράς {...} Θα ημπορούν τότε να λέγουν: Υπηρέτησα εθνοφύλαξ. Και θα γνωρίζουν, ότι θα είνε τούτο τίτλος αφθάρτου τιμής» [5]. Στα τέλη Μαΐου του ίδιου έτους αποφασίστηκε η πλήρης αναδιοργάνωση του στρατού, με την αύξηση του στρατού Εκστρατείας, την ανάθεση στην Εθνοφυλακή αμιγώς στρατιωτικών καθηκόντων και τη μετάπτωσή της το ταχύτερο δυνατό σε Τακτικό Στρατό, λόγος για τον οποίο καταρτίστηκε σχέδιο με την ονομασία «Διάταξις Μάχης 1946». Μέχρι το τέλος του 1945 στον Ελληνικό Στρατό, που τον αποτελούσαν τρεις πεδινές Μεραρχίες Πεζικού (ΙΙ, ΙΧ, ΧΙ), έξι ανώτερες στρατιωτικές διοικήσεις, δεκαπέντε στρατιωτικές διοικήσεις δημιουργήθηκε και μία ανεξάρτητη ταξιαρχία Εθνοφυλακής, συνολικά 34 Τάγματα Εθνοφυλακής Εσωτερικού και 13 προκαλύψεως. Από τον Απρίλιο του 1946 συνεχίστηκε η οργάνωση του στρατού, σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο «Διάταξις Μάχης 1946» σύμφωνα με το οποίο πολλές από τις υφιστάμενες διοικήσεις Εθνοφυλακής μετέπεσαν σε αντίστοιχους σχηματισμούς Τακτικού Στρατού και άλλες διαλύθηκαν, ενώ όλα τα Τάγματα Εθνοφυλακής, εκτός από τέσσερα, μετέπεσαν σε Τάγματα Πεζικού.

Μ.Α.Υ. [Μονάδες Αυτασφαλείας Υπαίθρου]

Τον Απρίλιο του 1946 άρχισε η συγκρότηση των «Μονάδων Άμυνας Υπαίθρου» (Μ.Α.Υ.) από όλους τους μη επιστρατευμένους άνδρες, οι οποίοι μπορούσαν να φέρουν όπλο, με σκοπό την ανάληψη στατικών αποστολών. Το Φθινόπωρο του ίδιου έτους, με διάταγμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού, συγκροτήθηκαν τα πρώτα Τάγματα. Οι Μ.Α.Υ. ή Μάυδες όπως αποκαλούνταν, ήταν ένοπλοι χωρικοί που αναλάμβαναν τη φύλαξη χωριών και την προστασία των αγροτών στη διάρκεια των εργασιών τους στην ύπαιθρο. Οι μονάδες αυτές έφτασαν, ανάλογα με την εποχή, τους εξήντα έως εκατό χιλιάδες άντρες και αντιπαρατάχθηκαν στις δυνάμεις του Δ.Σ.Ε. [Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος] και έδρασαν κατά κύριο λόγο στην περιοχή της Ηπείρου και στην πλειοψηφία τους αποτελούνταν από πρώην μέλη του Ε.Δ.Ε.Σ. του Ναπολέοντος Ζέρβα. Οι άνδρες των Μ.Α.Υ. χρησιμοποιήθηκαν από τις αρχές ως πληροφοριοδότες, ανιχνευτές και τοπικές εφεδρείες. Διέθεταν πρόχειρη οργάνωση και ελαφρύ στρατιωτικό οπλισμό.

Μ.Α.Δ. [Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως]

Τον Οκτώβριο του 1946 συγκροτήθηκαν οι Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως συγκροτήθηκαν από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Τσαλδάρη. Ο ρόλος τους ήταν να συμμετάσχουν, μαζί με τη Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή και τον Ελληνικό Στρατό, στην καταδίωξη και την εξολόθρευση των κομμουνιστικών συμμοριών που δρούσαν στην επαρχία. Οι Μονάδες διέθεταν στρατιωτική δομή, τα μέλη τους προέρχονταν από τις τάξεις του Στρατού και γνώριζαν καλά τις περιοχές που δρούσαν. Στις Μονάδες Αυτασφαλείας μαζί με τις Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου, που ιδρύθηκαν την ίδια περίοδο, υπηρέτησαν συνολικά περίπου 41.000 ένοπλοι. Οι Μονάδες Μ.Α.Δ. καταργήθηκαν σταδιακά στο τέλος του 1947, μετά τη συμφωνία της κυβερνήσεως του Θεμιστοκλή Σοφούλη και της κυβερνήσεως των των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, τον Νοέμβριο του 1947, για τη δημιουργία του σώματος της Εθνοφρουράς.

Ίδρυση των Τ.Ε.Α

Τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης συγκροτήθηκαν και δρούσαν ήδη από το Νοέμβριο του 1947. Τον ίδιο μήνα διατάχθηκε η διάλυση των Μ.Α.Υ. και Μ.Α.Δ. εις την περιοχή των οποίων εγκαθίσταντο Τάγματα και η συγχώνευση των όπου κρίνονταν σκόπιμο, όμως σε ορισμένες περιοχές όπου δεν υπήρχε επαρκής ασφάλεια και μετά την συγκρότηση των Ταγμάτων διατηρούνταν οι προϋπάρχουσες μονάδες. Τον Ιούλιο 1948 τα Σώματα Στρατού διατάχθηκαν να διαλύσουν τα εναπομείναντα τμήματα Μ.Α.Υ. και Μ.Α.Δ. και αντ’ αυτών, να συγκροτήσουν τις Δ.Μ.Ε.Α. [Δημοσυντήρηται Μονάδαι Εθνοφυλακής Αμύνης] στις οποίες διατάχθηκαν να συγχωνευθούν και οι οπλίτες των Μ.Α.Υ./Μ.Α.Δ. κατόπιν νεότερης επιλογής των. Το επόμενο έτος αναβίωσε επισήμως ο θεσμός της Εθνοφυλακής και οργανώθηκαν τα Τάγματα Εθνοφυλακής Άμυνας [Τ.Ε.Α.], κατά το πρότυπο του Τακτικού Στρατού. Η συμβολή των Τ.Ε.Α. στον συμμοριοπόλεμο υπήρξε καθοριστική, καθώς εγκαταστάθηκαν στις παρυφές των πόλεων και κατά μήκος του βασικού οδικού δικτύου της χώρας δίνοντας τη δυνατότητα στα τμήματα του Ελληνικού Στρατού να αποδεσμευτούν από τη φύλαξη των πόλεων και των οδικών αρτηριών ενώ τα Τ.Ε.Α. στις πόλεις ήλεγχαν και κάλυπταν τα μετόπισθεν από τη τρομοκρατική δράση του αποκαλούμενου Δ.Σ.Ε. [Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας]. Παράλληλα, μαζί με τη Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή και εθνικιστικές οργανώσεις, κατέστειλαν τη δράση του πολιτικού μηχανισμού της αριστεράς. Συνολικά, με την ολοκλήρωση της συγκροτήσεως τους τα Τάγματα έφθασαν τα 96, με συνολική δύναμη τις 49.000 άνδρες, όπως ήταν και η αρχική επιδίωξη του πρωθυπουργού Θεμιστοκλή Σοφούλη, ο οποίος εξ αρχής αναφέρθηκε στη ανάγκη για τη συγκρότηση 100 Ταγμάτων.

Τα Τάγματα, που πλαισιώθηκαν από μόνιμα και στρατεύσιμα στελέχη του Ελληνικού Στρατού, συγκροτήθηκαν πλήρως τον Αύγουστο του 1950 και έκτοτε αποτελούσαν Μονάδες του και παρακολουθούνταν από το Γ.Ε.Σ. [Γενικό επιτελείο Στρατού] καθώς τον ίδιο χρόνο συγκροτήθηκε επισήμως η Διεύθυνση Εθνοφυλακής και ικανοποιήθηκε σχετικό πάγιο αίτημα της ηγεσίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η επισημοποίηση και μονιμοποίηση των Ταγμάτων Εθνοφυλακής συντελέστηκε τον Μάρτιο του 1951 [6], καθώς η κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου με νόμο επισημοποίησε την ένταξή τους στον Ελληνικό στρατό αποδεχόμενος ένα χρόνιο αίτημα του Ι.Δ.Ε.Α. [Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών]. Το 1952 συγκροτήθηκαν νέες στατικές μονάδες στην Ελληνική επαρχία, με αποστολή την τοπική άμυνα χώρων της υπαίθρου, την ασφάλεια των συγκοινωνιών και την κατασκευή στρατιωτικών έργων.

21η Απριλίου 1967

Μετά την επικράτηση του Επαναστατικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου του 1967 υπό τον Συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο, το Γ.Ε.Σ. με διαταγή του τα μετονόμασε σε Τ.Ε. [Τάγματα Εθνοφυλακής] με την προσθήκη, ως επιπρόσθετου διακριτικού, της περιοχής ή του τοπωνυμίου όπου βρισκόταν η έδρα του Τάγματος. Το 1970 [7], καταργήθηκε ο νόμος 1707/1951 και καθορίστηκε το νέο πλαίσιο λειτουργίας των Ταγμάτων Εθνοφυλακής τα οποία θεωρούνταν συνέχεια των Τ.Ε.Α. και χαρακτηρίζονταν πλέον ως «οργανική ένοπλος δύναμις του Στρατού» και «ειδικαί Στρατιωτικαί Μονάδαι». Ως νέα αποστολή τους οριζόταν ως: «...η συμβολή εις την διατήρησιν και εξασφάλισιν της εσωτερικής ασφαλείας της Χώρας και η εξασφάλισις της περιοχής των εκ πάσης Κομμουνιστικής ή Αναρχικής ενεργείας ως και πάσης φύσεως και μορφής εχθρικής ενεργείας».

Διάλυση Τ.Ε.Α. / Ίδρυση Εθνοφυλακής

Τα Τ.Ε.Α. παρέμειναν ενεργά σε όλη την Ελληνική επικράτεια με ιδιαίτερα έντονη παρουσία την Βόρειο Ελλάδα -με εξαίρεση τα μεγάλα αστικά κέντρα- σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πόλεμου, εφαρμόζοντας την πολιτική του Ελληνικού Κράτους και διαδραματίζοντας συνεχή ρόλο στις στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις όλων αυτών των χρόνων. Η πρωτοβουλία και παράλληλα η απόφαση για την διάλυση των Τ.Ε.Α. ανήκει στην κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, η οποία υλοποιήθηκε [8] το 1982 όταν τα Τάγματα αντικαταστάθηκαν από την Εθνοφυλακή που συγκροτείται εν καιρώ ειρήνης ως Οργανική Ένοπλη Δύναμη του Στρατού Ξηράς. Το προσωπικό και το απαραίτητο υλικό για την επάνδρωση και τον εξοπλισμό των Μονάδων Εθνοφυλακής καθορίζεται στους Πίνακες Οργανώσεως και Υλικού (Π.Ο.Υ.). Το 1988 με απόφαση του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου [Α.Σ.Σ.], διαλύθηκε η Διεύθυνση Εθνοφυλακής για περιόδους ειρήνης και ο χειρισμός των θεμάτων Εθνοφυλακής ανατέθηκε στη Διεύθυνση Πεζικού του Γ.Ε.Σ. [Γενικό Επιτελείο Στρατού]. Το έμβλημα της Εθνοφυλακής περιλαμβάνει ένα στάχυ, σύμβολο της υπαίθρου, πάνω σε μία αρχαία ασπίδα, η οποία βρίσκεται στο κέντρο ενός λευκού σταυρού σε μπλε φόντο, σύμβολο της Ελληνικής σημαίας. Στην κορυφή του θυρεού υπάρχει η επιγραφή ΕΘΝΟΦΥΛΑΚΗ.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Στρατιωτικός Κανονισμός, άρθρο 522ο/1956.]
  2. [Το όνομα «Γκαρντίστ» εξελληνισμένα Γαρδίκι, σύμφωνα με το μεγάλο Γερμανικό λεξικό DUDEN, προέρχεται από τις αρχαίες Γερμανικές λέξεις: «Γκάρντ»=Φρουρός-Εθνοφρουρός και «Γκάρντα»=Εθνοφρουρά–Εθνοφυλακή, Τιμητική Φρουρά. Συνεπώς Γαρδίκι Ομιλαίων σημαίνει Εθνοφρουρά της πόλης Όμιλαι (ή του ομίλου των οικισμών).]
  3. [Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως 36ο, 16 Οκτωβρίου 1843.]
  4. [Νόμος 17 της 10ης Νοεμβρίου 1944 «Περί ενισχύσεως της Εθνοφυλακής δια προσκλήσεως εφέδρων της κλάσεως 1936», Φ.Ε.Κ. 14, τεύχος Α', 10 Νοεμβρίου 1944.]
  5. [Κουσουλίνης Παναγιώτης: «Η χωροφυλακή, η Εθνοφυλακή και η Εθνοφρουράστην μετακατοχική Ελλάδα, 1944-1949», διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2016, σελίδα 255η.]
  6. [Νόμος 1707, «Περί ειδικής στρατιωτικής υπηρεσίας», Φ.Ε.Κ. 87, τεύχος Α' της 30ης Μαρτίου 1951.]
  7. [Νομοθετικό Διάταγμα 485/1970, Φ.Ε.Κ. 72, τεύχος Α', 27 Μαρτίου 1970.]
  8. [Νόμος 1295, Φ.Ε.Κ. 126, τεύχος Α', 7 Οκτωβρίου 1982.]