Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών (γνωστός με το ακρωνύμιο Ι.Δ.Ε.Α.), μυστική οργάνωση στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, η σημαντικότερη, μεταπολεμικώς, οργάνωση κυρίως κατώτερων αξιωματικών, εθνικιστών, συντηρητικών και υποστηρικτών του Βασιλικού θεσμού, δημιουργήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1944, σχεδόν ταυτόχρονα με την απελευθέρωση της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονος και λιγότερες από σαράντα ημέρες πριν τη Δεκεμβριανή κομμουνιστική ανταρσία στην Αθήνα που αποτέλεσε το προοίμιο του συμμοριοπολέμου. Σκοπός των αξιωματικών ήταν να επηρεάσουν και πιθανόν να ελέγξουν την δρομολόγηση της ανασυγκροτήσεως του Ελληνικού στρατού σε εθνικιστική κατεύθυνση ενώ παράλληλα κύριος άμεσος στόχος, μέλημα και επιδίωξη των ιδρυτών-αξιωματικών αποτελούσε η διάλυση των κομμουνιστικών θυλάκων στο στράτευμα και η καταξίωση του Ελληνικού στρατού σε έναν ισχυρό πόλο εξουσίας.

Σφραγίδα του ΙΔΕΑ

Ιστορική αναδρομή

Στις 29 Ιανουαρίου 1941, τη μέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατος του Ιωάννη Μεταξά, ηγέτη του Εθνικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, αποτελούσε κοινή πεποίθηση ότι οι Ελληνικές και οι ελάχιστες συμμαχικές δυνάμεις ήταν αδύνατες να αντιμετωπίσουν την Γερμανική εισβολή. Με τις απεγνωσμένες και εξαιρετικά επίμονες προσπάθειες του βασιλιά Γεωργίου Β' και μιας ομάδος παραγόντων της 4ης Αυγούστου επιλέχθηκε για τη θέση του πρωθυπουργού ο Αλέξανδρος Κορυζής, διοικητής της Εθνικής Τραπέζης και υπουργός. η αυτοκτονία ή η δολοφονία του Κορυζή, στις 18 Απριλίου του ίδιου χρόνου, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη της εκ νέου αναζητήσεως πρωθυπουργού. Επιφανείς Έλληνες αλλά και στελέχη των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών στην Ελλάδα, προέκριναν για τη θέση του πρωθυπουργού τον απόστρατο Βενιζελικό στρατηγό Αλέξανδρο Μαζαράκη-Αινιάνα και απευθύνθηκαν στον Θεόδωρο Πάγκαλο διερευνώντας τις προθέσεις του για την συμμετοχή του στην κυβέρνηση.

Συνθηκολόγηση της Ελλάδος

Την ίδια ώρα στο μέτωπο ο εθνικιστής στρατηγός και μετέπειτα πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός Γεώργιος Τσολάκογλου -παρά την αντίθετη άποψη της πολιτικής ηγεσίας και των κορυφαίων της στρατιωτικής ιεραρχίας, υπέγραψε την παράδοση των Ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο εξανδραποδισμού και ολικής απώλειας του ανθρώπινου δυναμικού. Αιφνιδιασμένος από τις εξελίξεις ο βασιλιάς Γεώργιος Β' ανέλαβε ο ίδιος τη θέση του πρωθυπουργού με αναπληρωτή-αντιπρόεδρο τον τότε αρχηγό Γ.Ε.Ν. [Γενικό επιτελείο Ναυτικού], υποναύαρχο Αλέξανδρο Σακελλαρίου. Στη συνέχεια πρωθυπουργός ανέλαβε ο Εμμανουήλ Τσουδερός που φρόντισε -εν όψει της διαφυγής του βασιλιά και της κυβερνήσεως στην Κρήτη, να επανεντάξει στον Ελληνικό στρατό Κρήτες αξιωματικούς απότακτους του βενιζελικού κινήματος του 1935. Η κυβέρνηση αναχώρησε στις 22 Απριλίου για την Κρήτη, ενώ ο βασιλιάς Γεώργιος Β' με τον Εμμανουήλ Τσουδερό και τον Βρετανό πρεσβευτή Πάλαρετ αναχώρησαν την επόμενη ημέρα.

Εξόριστη Ελληνική κυβέρνηση

Τον Μάιο του 1941, ο βασιλιάς Γεώργιος Β' και ο Τσουδερός εγκατέλειψαν την Κρήτη και κατέφυγαν αρχικά στην Αίγυπτο και κατόπιν στο Λονδίνο, όπου εγκαταστάθηκαν, αν και η Ελληνική πολιτική και στρατιωτική δραστηριότητα παρέμειναν στην Αίγυπτο. Ο αποκαλούμενος Βασιλικός Ελληνικός Στρατός Μέσης Ανατολής [Β.Ε.Σ.Μ.Α.] αποτελούνταν από λίγες μονάδες που αποχώρησαν με τάξη, μεμονωμένους φυγάδες και Αιγυπτιώτες Έλληνες. Ο Τσουδερός, στις 2 Ιουνίου 1941, με Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύθηκε πάνω στο θωρηκτό «Αβέρωφ» απομάκρυνε από την κυβέρνηση του, τον Θεολόγο Νικολούδη και τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη ενώ στις 10 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, από το Λονδίνο, πλέον, κήρυξε την κατάργηση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Στις 20 Οκτωβρίου με συντακτική πράξη έγινε η άρση του Στρατιωτικού Νόμου που είχε επιβληθεί στις 4 Αυγούστου 1936 και επανήλθε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1911. Η έδρα της εξόριστης κυβερνήσεως ήταν το Λονδίνο όμως στην Αίγυπτο παρέμεναν οι υφυπουργοί των τριών όπλων, υπό την εποπτεία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, από τον Μάρτιο του 1942, όταν διορίστηκε αντιπρόεδρος κυβερνήσεως και υπουργός Εθνικής Αμύνης. Έτσι, από το 1941 και έως τον Οκτώβριο του 1944, η Ελλάδα διέθετε δύο κυβερνήσεις, την κυβέρνηση των Αθηνών, την οποία αναγνώριζαν η Γερμανία και οι σύμμαχοι της και ασκούσε την εξουσία στο όνομα του Ελληνικού λαού, και την εξόριστη κυβέρνηση που αντλούσε την νομιμότητα της από τον βασιλιά Γεώργιο Β' και από την αναγνώρισή της από τις συμμαχικές δυνάμεις, την οποία αναγνώριζαν οι χώρες που πολεμούσαν εναντίον του Άξονα.

Συσχετισμοί στη Μέση Ανατολή

Η κυβέρνηση Τσουδερού προχώρησε σε αναδιοργάνωση των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και στα μέσα Ιουνίου 1941, ιδρύθηκε το Αρχηγείο Βασιλικού Ελληνικού Στρατού Μέσης Ανατολής με επικεφαλής τον υποστράτηγο Εμμανουήλ Τζανακάκη, Βενιζελικό αξιωματικό, απότακτο του κινήματος του 1935, καταδικασμένο σε θάνατο. Η τοποθέτηση του Τζανακάκη προκάλεσε την αντίδραση του Συνταγματάρχη Βαγενά [1], που ήταν Βασιλικός Επίτροπος στη δίκη των κινηματιών του 1935, ο οποίος ζήτησε την ομαδική παραίτηση συντηρητικών, μοναρχικών και εθνικιστών αξιωματικών, σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

Κομμουνιστικές οργανώσεις

Τον Οκτώβριο του 1941 ιδρύθηκε η Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση [Α.Σ.Ο.], με πρωτοβουλία και καθοδήγηση ηγετικών στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, και τα στελέχη της ζητούσαν την αντιφασιστική διαπαιδαγώγηση και δημοκρατικοποίηση του στρατού, την άμεση αποστολή στο μέτωπο και την αντίσταση στις προσπάθειες του μοναρχοφασισμού να χρησιμοποιήσει τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις μεταπολεμικά στην Ελλάδα, μέσα από τις σελίδες του παράνομου περιοδικού «Αντιφασίστας». Παράλληλα, στο εσωτερικό των μονάδων παρουσιάστηκαν οργανωμένα φαινόμενα δημιουργία και λειτουργίας κομμουνιστικών πυρήνων και οργανώσεων στη συνέχεια. Η συγκρότηση των κομμουνιστικών πυρήνων, η εξάπλωσή της στους στρατιώτες, υπαξιωματικούς και κατώτερους αξιωματικούς και η ίδρυση ομοειδών οργανώσεων στο Ναυτικό και στην Αεροπορία δημιούργησε κλίμα αναταραχής και σταδιακά επιχείρησε να αλλάξει τα δεδομένα στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Τον Φεβρουάριο του 1942, όταν έγιναν γνωστές οι προγραμματικές θέσεις του κομμουνιστικού Ε.Α.Μ., την καθοδήγηση ανέλαβαν στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, όπως ο Γιάννης Σαλάς, οι οποίοι διέθεταν εμπειρία συγκροτήσεως οργανώσεων και εμπειρία εγκλεισμού σε χώρους, όπως η Ακροναυπλία.

Ενδεικτική της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί στην Μέση Ανατολή, με την ανοχή και πιθανότατα τη συμμετοχή και μελών της Ελληνικής κυβερνήσεως είναι η δήλωση του Θεολόγου Νικολούδη, Υπουργού προπαγάνδας της 4ης Αυγούστου και στη συνέχεια πρεσβευτή της Ελλάδος στην Πραιτόρια της Νότιας Αφρικής, ο οποίος κατηγορούσε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο ότι υπήρξε «αδιάλλακτος απέναντι σε κάθε εθνικό, μοναρχικό και συντηρητικό στοιχείο» και ότι «δηλητηρίαζε την εθνική ελληνική ψυχή με αριστερίστικες διακηρύξεις και διεθνιστικούς προσανατολισμούς». Την ίδια ώρα η Εθνική Νέμεσις του Συνταγματάρχη Βαγενά, μέσα από τις σελίδες του παράνομου περιοδικού της «Εκδίκηση», κατηγορούσε τον Κανελλόπουλο ως «προδότη» και «όργανο του αναρχισμού», που έπρεπε να ανατραπεί «έστω και με παθητική επανάσταση». Φυσικό επακόλουθο αυτής της περιόδου αποτέλεσαν τα κομμουνιστικής εμπνεύσεως, σχεδιασμού και υλοποιήσεως κινήματα του Μαρτίου και του Ιουλίου 1943, τα οποία σε συνδυασμό με τη δήλωση του βασιλιά Γεώργιου Β' περί επανόδου του μετά από δημοψήφισμα εξήγειραν τους οπαδούς του Βασιλικού Θεσμού στις τάξεις του Στρατού στη Μέση Ανατολή. Διαμορφώθηκε έτσι ένα πεδίο αντιπαλότητας με τις κομμουνιστικές οργανώσεις, αλλά και με όποιο πρόσωπο ή ομάδες υποστήριζαν τις κομμουνιστικές απόψεις.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του ανθυπίλαρχου τότε, Πανουργιά Πανουργιά, για την πρώτη του επαφή με το Τάγμα Τεθωρακισμένων όπου τοποθετήθηκε το 1943: «...Εκεί συνάντησα δύο έφεδρους αξιωματικούς [...] με τους οποίους είχα συνυπηρετήσει το 1938 στις μονάδες Ιππικού στην Αθήνα. Συζητήσαμε και με πήγανε σε μια μεγάλη σκηνή. Εκεί με απορία μου είδα ανηρτημένες την ρωσική σημαία, φωτογραφία του Στάλιν. Τους ερώτησα έκπληκτος: τι συμβαίνει εδώ πέρα, που είναι ο βασιλιάς, που είναι η ελληνική σημαία; Μου απάντησαν: έχουμε δημοκρατία εδώ. Κατά σύμπτωσιν εκείνη την ώρα [...] χτύπησε σάλπιγγα για συσσίτιο. Και είδα μια ουρά που πήγαινε να πάρει φαγητό και τελευταίος στην σειρά ήταν ένας αξιωματικός. Ερώτησα: ποίος είναι αυτός; Μου απαντούν ο διοικητής, ο Σιώτης, εδώ έχουμε δημοκρατία, εδώ μπαίνουμε όλοι στην σειρά. Τους είπα τις απόψεις μου και την επόμενη δεν εξεδόθη διαταγή να πάω στο Τάγμα Τεθωρακισμένων και εξεδόθη διαταγή και μετατέθην στο Γενικό Κέντρο Εκπαιδεύσεως και Σχολών».

Εθνικιστικές οργανώσεις

Η πρώτη προσπάθεια για τη δημιουργία μιας οργανωμένης εθνικιστικής κινήσεως στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σημειώθηκε στις αρχές Αυγούστου 1943 στο στρατόπεδο Σάμιτ, όπου βρίσκονταν υπό κράτηση εξόριστοι εθνικιστές αξιωματικοί και οπλίτες, οι οποίοι πρωτοστάτησαν και απαίτησαν την σκληρή πάταξη των κομμουνιστών που συμμετείχαν στα κινήματα εκείνου του έτους. Η Ένωση Εθνικοφρόνων Αξιωματικών [Ε.Ε.Α.] περιλάμβανε μόνο κατώτερα στελέχη του Στρατού, μέχρι το βαθμό του Λοχαγού, αν και στο στρατόπεδο Σάμιτ εκείνη την εποχή κρατούνταν και ανώτεροι αξιωματικοί, όπως ο Συνταγματάρχης Βαγενάς.

Η ισχυρότερη οργάνωση εθνικιστών αξιωματικών στον στρατό της Μέσης Ανατολής ήταν η Ένωση Νέων Αξιωματικών [Ε.Ν.Α.] που ιδρύθηκε στις 20 Αυγούστου 1943 στο στρατόπεδο της Διοίκησης Σχολών του Γ.Κ.Ε.Σ. στην Παλαιστίνη. Ιδρυτές της υπήρξαν μια ολιγομελής ομάδα κατώτερων στελεχών του Ελληνικού στρατού [2] μεταξύ τους οι λοχαγοί Γεώργιος Καραγιάννης [3], Στυλιανός Τζουβάρας, Σκιαδόπουλος, Παρλαβάντζας και Καραβίτης, ο έφεδρος υπολοχαγός Κ. Δημόπουλος, ο ανθυπίλαρχος Π. Λατσός και δύο ακόμα υπολοχαγοί, κυρίως αξιωματικοί και οπλίτες, που η εξόριστη κυβέρνηση είχε απομακρύνει από το στρατό, με τον χαρακτηρισμό «άκρως συντηρητικοί». Στο καταστατικό της ορίζονται οι βασικές ιδεολογικές αρχές, οι σκοποί και ο τρόπος λειτουργίας της, που είναι ο εθνικισμός, ο αντικομμουνισμός, η πίστη στον βασιλιά Γεώργιο Β' και γενικότερα στον θεσμό της Βασιλείας. Υπολογίζεται ότι στην οργάνωση είχαν προσχωρήσει αρχικά περίπου 250 αξιωματικοί. Τα μέλη της ζητούσαν να παραχωρηθεί αμνηστία στους εθνικιστές αξιωματικούς που βρίσκονταν φυλακισμένοι στο στρατόπεδο του Σουδάν, για να επανδρώσουν τις μονάδες του Ελληνικού στρατού, προκειμένου να αποκτήσει ιδεολογική συνοχή και πειθαρχία. Οι αξιωματικοί που συμμετείχαν στην οργάνωση πίστευαν πως η έλλειψη ενότητας και συνοχής των εθνικιστών, συνετέλεσε στον κατακερματισμό των «εθνικών δυνάμεων» σε αδύναμες μικρότερες τις οποίες ο «ηνωμένος κομμουνισμός έπληξε και διέλυσε ευχερώς» [4].

Την ίδια εποχή -φέρεται πως- ιδρύθηκαν και μερικές ακόμη εθνικιστικές ή απλώς ευρύτερα αντικομμουνιστικές οργανώσεις αξιωματικών όπως ο «Σ.Α.Ν.» [«Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων»] [5] και ορισμένες άλλες μικρότερες με βάση το έτος αποφοιτήσεως από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, οι οποίες σύντομα είχαν άδοξο τέλος καθώς οι πρωταγωνιστές επέδειξαν ανεπίτρεπτη απείθεια και απαιτούσαν την αλλαγή κυβερνήσεως, έτσι κάποιοι συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο, όμως στη συνέχεια αμνηστεύθηκαν.

Ίδρυση του ΙΔΕΑ

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, στις 25 Οκτωβρίου του 1944, στην Αθήνα, ιδρύθηκε ο Ι.Δ.Ε.Α. από έξι αντιπροσώπους της μυστικής εθνικιστικής αντιστασιακής οργανώσεως -σαμποτάζ και πληροφοριών- «Τρίαινα» [6] που ανεπισήμως αποκαλούνταν και «Οργάνωσις Λοχαγών» και έναν εκπρόσωπο της «Ε.Ν.Α.» [«Ένωσις Νέων Αξιωματικών»]. Στην οργάνωση προσχώρησαν βαθμοφόροι που υπήρξαν στελέχη του Ε.Δ.Ε.Σ. και της Ρ.Α.Ν. [Ρωμυλία, Αυλώνα, Νήσοι].

Στο πρακτικό που υπέγραψαν διακήρυσσαν ότι: «Η πείρα του παρελθόντος και ίδια της περιόδου της κατοχής, απέδειξεν ότι η μοναδική τελική επιδίωξις του κομμουνισμού είναι η υποταγή εις την Μόσχαν. Παραλλήλως η διεθνής κατάστασις παραμένει ασταθής, ενώ η εσωτερική πολιτική κατάστασις δεν είνε παρήγορος. Κατόπιν τούτων, θεωρούν καθήκον των όπως συστήσουν "Ιερόν Δεσμόν Ελλήνων Αξιωματικών", εις τον οποίον θα επιδιωχθή η ένταξις όλων των Ελλήνων αξιωματικών, προς τον σκοπόν της δημιουργίας οργάνου ικανού να αντιμετωπίση την υπονομευτικήν δράσιν του κομμουνισμού εις το Στράτευμα και εν γένει τον απειλούντα την Πατρίδα κίνδυνον» [7].

Ο Εμμανουήλ Ζαχαράκης, ένας από τους πρωταγωνιστές της ιδρύσεως, περιγράφει τις αιτίες που οδήγησαν στη σύμπηξη του Δεσμού: «Και στην κατεχόμενη Ελλάδα λοιπόν και στον ελληνικό στρατό της Μέσης Ανατολής, κατεκερματίσθησαν οι υπηρεσιακοί δεσμοί των αξιωματικών σε τόσο μεγάλη έκτασι, ώστε να μπορέσουν οι κομμουνιστές να επικρατήσουν στην κατεχόμενη Ελλάδα [...] και να διαλύσουν τον ελληνικό στρατό στην Μέση Ανατολήν κατά τρόπον επαίσχυντο, τη στιγμή που επεβιβάζετο στα πλοία με αποστολή να πολεμήση διά την απελευθέρωσιν της σκλαβωμένης πατρίδος μας.[...] Η εθνική ανάγκη που επέβαλλε την ίδρυσιν του Ι.Δ.Ε.Α., ήταν ακριβώς η ανάγκη της αναπληρώσεως των υπηρεσιακών δεσμών των αξιωματικών που δεν υπήρχαν, με τον ιερό δεσμό που εξέφραζε το πιστεύω μας εκείνη την εποχή» [8]

Πρακτικό ιδρύσεως

Το θεωρούμενο ως πρακτικό της ιδρύσεως του Ι.Δ.Ε.Α. αναφέρει:
«Οι υπογεγραμμένοι μόνιμοι εν ενεργεία αξιωματικοί του Στρατού ξηράς, υπηρετήσαντες κατά την διάρκειαν του πολέμου κατά του Άξονος, είτε εις Ομάδας Αντιστάσεως, είτε εις τον Στρατόν Μέσης Ανατολής, συσκεφθέντες επί της καταστάσεως, εις ήν ευρίσκεται η Πατρίς μας, ευθύς μετά την απελευθέρωσιν της από τον Άξονα, διαπιστούμεν τα κατώθι:
Μετά την απομάκρυνσιν των κατακτητών εκ της χώρας και επικείμενης της συντριβής αυτών, νέος κίνδυνος, ούχι μικροτέρας σημασίας απειλεί την Πατρίδα. Ο κομμουνισμός, ευρών ευνοϊκάς δι’ αυτόν συνθήκας, κατά την Κατοχήν, κατόρθωσε να επεκτείνη την επιρροήν του επί μεγάλου τμήματος της χώρας, έχων κατ’ ουσίαν υπό τον έλεγχο του ολόκληρον την Ελλάδα δια των οργανώσεων του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, κλπ.
Εις τον, υπό ανασυγκρότησιν, νέον Ελληνικόν Στρατόν, κομμουνισταί αξιωματικοί παντός βαθμού θα καταλάβουν καιρίας θέσεις, θεωρούμενοι ως νόμιμα στελέχη αυτού, οι δε κομμουνισταί οπλίται θα είναι εκτός παντός ελέγχου και παρακολουθήσεως υπό του Κράτους. Η πείρα του παρελθόντος και ιδία της περιόδου της Κατοχής απέδειξεν, ότι η μοναδική τελική επιδίωξις του κουμμουνισμού εις την Ελλάδα είνε η κυριαρχία επί της χώρας και η υποδούλωσίς της εις την Μόσχαν.
Παραλλήλως, η διεθνής κατάστασις παραμένει ασταθής ενώ η εσωτερική πολιτική κατάστασις δεν είνε παρήγορος. Κατόπιν τούτων, θεωρούν καθήκον των, όπως συστήσουν «Ιερόν Δεσμόν Ελλήνων Αξιωματικών» (ΙΔΕΑ), εις τον οποίον θα επιδιωχθή η ένταξις όλων των Ελλήνων αξιωματικών, προς τον σκοπόν της δημιουργίας οργάνου ικανού να αντιμετωπίση την υπονομευτικήν δράσιν του κομμουνισμού εις το Στράτευμα και εν γένει τον απειλούντα την Πατρίδα κίνδυνον».

Μέλη & Δομή

Επτάλογος του ΙΔΕΑ

‎Μέλη της οργανώσεως είχαν το δικαίωμα να γίνουν μόνο όσοι αξιωματικοί προέρχονταν από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και από αυτούς αποκλείονταν, όσοι είχαν αποφοιτήσει από τη σχολή πριν από το 1929. Στην οργάνωση δεν γίνονταν δεκτοί αξιωματικοί με βαθμό ανώτερο του ταγματάρχου και σε καμία περίπτωση πάνω απ' αυτόν του αντισυνταγματάρχου. Η οργάνωση επιθυμούσε και επιδίωκε την αποπομπή από το στράτευμα όσων εξέφραζαν «διεθνιστικάς ιδέας» ή είχαν «αμφίβολα εθνικά φρονήματα» και τη στελέχωση του με αξιωματικούς που θα διακρίνονταν για τον εθνικό τους φανατισμό και το στρατιωτικό τους ήθος. Η ηγετική ομάδα της οργανώσεως ονομάστηκε Διοικούσα επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν έξι αξιωματικοί, πέντε από την οργάνωση «Τρίαινα» και ένας από την «Ε.Ν.Α.» και σκοπός της ήταν η πλήρης αποσάθρωση και τελικά η διάλυση του κομμουνιστικού κινήματος.

Ο Ι.Δ.Ε.Α. οργανώθηκε με βάση το τριαδικό σύστημα που περιλάμβανε:

  • τη μύηση,
  • το Ιδρυτικό μέρος,
  • το δογματικό μέρος.

Επτάλογος του ΙΔΕΑ

Τα απλά μέλη της οργανώσεως γνώριζαν μόνο τον αξιωματικό που τους μύησε και τους αξιωματικούς που οι ίδιοι είχαν εντάξει σ' αυτήν και μόνο τα μέλη της Διοικούσας Δέσμης γνώριζαν το σύνολο των αξιωματικών που ήταν μυημένοι στην οργάνωση. Η διαδικασία της μυήσεως δεν περιλάμβανε κάποιο ιδιαίτερο τελετουργικό, απλώς ο μυούμενος έδινε την υπόσχεση ότι δεν θα προδώσει τα μυστικά της οργανώσεως, ότι θα αγωνιστεί για την επικράτηση των αρχών της και στη συνέχεια υπέγραφε το «Τρίπτυχον», το οποίο περιλάμβανε το «Αποδεικτικόν Μυήσεως», το «Ιδρυτικόν» και τον «Επτάλογο» που ανέφερε:

  • «1. Πιστεύω εις την Εθνικήν ιδέαν της Ελλάδος και θα αντιμετωπίσω ώς εχθρούς της Πατρίδος μου όλους όσοι εργάζονται δια να μειώσουν το Εθνικόν φρόνημα του Ελληνικού λαού.
  • 2. Θεωρώ απαραίτητον και δικαίαν την εδαφικήν επέκτασιν της χώρας προς δημιουργίαν μιας Μεγάλης Ελλάδος.
  • 3. Πιστεύω ότι το Κ.Κ.Ε. είνε όργανον εχθρών δια την έσωθεν εξάρθρωσιν των Εθνικών μας δυνάμεων και την προπαρασκευήν της υποδουλώσεώς μας εις ξένας φυλάς.
  • 4. Θεωρώ την κοινωνικήν δικαιοσύνην ώς ανάγκην της νέας Ελληνικής κοινωνίας.
  • 5. Πιστεύω ότι αι ένοπλαι Δυνάμεις πρέπει να μείνουν όργανα του Έθνους και όχι των πολιτικών κομμάτων.
  • 6. Πιστεύω οτι εις τα στελέχη των ενόπλων Δυνάμεων πρέπει να γίνη ευρεία εκκαθάρισις δια να απομακρυνθούν οριστικώς Αξιωματικοί:
    α) Έχοντες διεθνιστικάς ιδέας ή αμφίβολα Εθνικά φρονήματα.
    β) Φατριάσαντες ή βυσσοδομήσαντες υπέρ κομμάτων και εις βάρος του Έθνους εις οιανδήποτε εποχήν.
    γ) Στερούμενοι βασικών ηθικών προσόντων του Αξιωματικού.
    δ) Αδρανήσαντες κατά την περίοδον των Εθνικών Αγώνων.
    ε) Μη προσαρμόσιμοι, δι’ οιονδήποτε λόγον, προς το πνέυμα και τας ανάγκας ενός συγχρόνου Στρατού.
    στ) Μη θέτοντες την τιμήν των υπεράνω των επωμίδων των και της ζωής των.
  • 7) Πιστεύω εις την Εθνικήν αποστολήν του ΙΕΡΟΥ ΔΕΣΜΟΥ και θα εργασθώ με όλας μου τας δυνάμεις δια την ολοκλήρωσίν της» [9].

Ιεραρχία

Τα όργανα λειτουργίας του Ι.Δ.Ε.Α. ονομάζονταν «δέσμες», η οργάνωση δεν είχε αρχηγό και την διοίκηση ασκούσε μια επταμελής Δέσμη. Την πρώτη Διοικούσα Δέσμη αποτέλεσαν οι Κωνσταντίνος Ζαχαράκης (Λοχαγός ΠB), Μιχαήλ Κιουρτσόγλου (Λοχαγός ΜX), Αργύριος Μάρδας (Λοχαγός ΠB), Δημήτριος Αλευράς (Υπολοχαγός ΠZ) και Γεώργιος Μαραβελέας (Υπολοχαγός Οικονομικού). Κάποια μεταγενέστερη χρονική περίοδο η διοίκηση πέρασε ολοκληρωτικά στα χέρια του Σόλωνα Γκίκα, όμως σύντομα επανήλθε στη λογική της Δέσμης. Μετά την ένταξη του στην οργάνωση κάθε αξιωματικός μπορούσε να προτείνει στην Δέσμη Μονάδας, κάποιον αξιωματικό αν τον έκρινε ο ίδιος ικανό και μετά από έγκριση αναλάμβανε την μύηση του. Οι μυημένοι δρούσαν σε πεντάδες οι οποίες «απετέλουν το κύτταρον της όλης οργανώσεως του Ι.Δ.Ε.Α.» [10]. Η εξάπλωση του Ι.Δ.Ε.Α. υπήρξε ταχύτατη σε επιτελικούς στρατιωτικούς σχηματισμούς όπως την Ταξιαρχία Ρίμινι και τις Δυνάμεις Καταδρομών. Το καλοκαίρι του 1945 υπολογίζεται πως στην οργάνωση είχαν προσχωρήσει περισσότεροι από 1.000 αξιωματικοί, ενώ το χειμώνα του ίδιου έτους οι ίδιοι υπολογισμοί έφεραν πως στους κόλπους της ανήκε το 75% των μόνιμων κατώτερων αξιωματικών και ταγματαρχών εν ενεργεία, ενώ «Δέσμες» συγκροτήθηκαν και λειτουργούσαν σχεδόν σε όλες τις στρατιωτικές μονάδες της Αθήνας και στα υπόλοιπα αστικά κέντρα.

Ιδεολογία

Η οργάνωση του Ι.Δ.Ε.Α. τάχθηκε ξεκάθαρα υπέρ του θεσμού της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας και της παλινορθώσεως του βασιλέως Γεώργιου Β' υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι πράξεις του στόχευαν στην εκπλήρωση των «εθνικών πόθων», λόγος για τον οποίο τα μέλη του δεν δίστασαν να έρθουν σε σύγκρουση με τον βασιλιά όταν έκριναν ότι οι πράξεις τους δεν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντά του Έθνους. Το 1947 η οργάνωση έφτασε να έχει μέλη της περί τους 1.700 αξιωματικούς ενώ το 1948 στην περίοδο της πλήρους αναπτύξεως και της ακμής της εικάζεται πως τα μέλη της ανέρχονταν στους περίπου 2.500 αξιωματικούς. Ο Ι.Δ.Ε.Α. θεωρούσε την Ελληνική Αριστερά ως το μακρύ χέρι της επεκτατικής πολιτικής και απειλής της κομμουνιστικής Σοβιετικής Ενώσεως και της Βουλγαρίας. Θεωρούσε πως το κομμουνιστικό Ε.Α.Μ., και γενικότερα η Ελληνική Αριστερά, αποτελούσε δύναμη αντεθνική και οι οπαδοί της αναφέρονται ως «προδόται», «ληστοσυμμορίται» και «κομμουνιστοσυμμορίται». Η οργάνωση και τα μέλη της πίστευαν πως ο «κομμουνισμός είναι ο εχθρός όχι μόνον της Ελληνικής Πατρίδος, αλλά και αυτής ταύτης της Ελληνικής Φυλής, την οποία επιδιώκει να εξαφανίσει εκ του προσώπου της Γής, εν πλήρη συνεργασία μετά των Βουλγάρων και της υπό τους Ρώσσους ιμπεριαλιστικής Πανσλαβιστικής κινήσεως» ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος «είνε όργανον εχθρών δια την έσωθεν εξάρθρωσιν των Εθνικών μας δυνάμεων και την προπαρασκευήν της υποδουλώσεώς μας εις ξένας φυλάς».

Για τον Ι.Δ.Ε.Α. η αναμέτρηση μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και των δυνάμεων των κομμουνιστών ανταρτών του αποκαλούμενου Δ.Σ.Ε. [Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος], ο συμμοριοπόλεμος, ήταν πόλεμος εθνικός με εξωτερική αιτία και αλλόφυλη υποστήριξη. Ο κομμουνισμός χαρακτηρίζονταν ως «ο μεγαλύτερος κίνδυνος της τρισχιλιετούς ιστορίας της Ελλάδος». Οι κομμουνιστές αντάρτες ταυτίζονται με τους Σλάβους και ο κομμουνισμός με τον σλαβισμό. Οι «σλαβοκομμουνισταί», οι «εαμοβούλγαροι» είχαν στόχο την εθνική και φυλετική διάλυση της Ελλάδος. Όπως γράφει ο τότε ταγματάρχης Καραγιάννης, «αντιμαχόμενοι, κατά κοινήν αναγνώρισιν είναι, από το εν μέρος οι πιστεύοντες εις την ιδέα της Ελλάδος και την Ελευθερίαν του λαού της και από το άλλο οι κομμουνισταί, οι πιστεύοντες εις την Παγκόσμιον Σλαβοκομμουνιστικήν κυριαρχίαν» [11]. Στόχο του Ι.Δ.Ε.Α. αποτελούσε επίσης, η υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας των πολιτών καθώς όπως γράφει ο Καραγιάννης: «..Κοινωνικώς ο Ι.Δ.Ε.Α. επίστευεν εις την ελευθέραν ανάπτυξιν εκ μέρους των ανθρώπων, των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων των, εντός των υπό των Νόμων της Πολιτείας καθοριζόμενων πλαισίων. [12].

Oι αξιωματικοί που ανήκαν ως μέλη στον Ι.Δ.Ε.Α.:

  • εκτιμούσαν βαθιά και αξιολογούσαν ως πολύ σημαντικό και καίριο το ρόλο που διαδραμάτισαν τα Τάγματα Ασφαλείας για τα οποία θεωρούσαν πως υπήρξαν «αι μόναι Εθνικαί δυνάμεις αι οποίαι ηγωνίσθησαν κατά του προδοτικού μηχανισμού αποτελεσματικά» και ότι «ως δυνάμεις προστασίας των Ελλήνων πολιτών εκ της κομμουνιστικής μανίας, συνετέλεσαν εις την εξασφάλισιν της Ελληνικής φυλής» [13].
  • ανάλογη εκτίμηση έτρεφαν για την Οργάνωση «Χ» του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα για την οποία πίστευαν ότι «τοσούτον συνεκίνησεν το Πανελλήνιον η ανδρεία και η αποφασιστικότης του Αρχηγού της οργανώσεως Χ και των ανδρών της, ώστε μετά την εις Αθήνας συντριβήν των κομμουνιστών, αυτή αυτομάτως εξηπλώθει εις ολόκληρον την χώραν και υπό το όνομα Χ οργανώθη ο αντικομμουνιστικός αγών...» [14].
  • επιδίωξαν συστηματικά την αποδόμηση της κυβερνήσεως «Εθνικής Ενότητος», διότι θεωρούσαν πως παρουσία μελών του κομμουνιστικού Ε.Α.Μ. στην κυβέρνηση ενίσχυε τις δυνατότητες της αριστεράς, ενώ η ανάθεση της αρχιστρατηγίας του υπό ανασυγκρότηση Ελληνικού στρατού στον Βενιζελικών καταβολών στρατηγό Αλέξανδρο Οθωναίο με υπαρχηγό του τον ανώτερο διοικητή του κομμουνιστικού Ε.Λ.Α.Σ. Στέφανο Σαράφη, αποτελούσε αιτία συγκρούσεως.
  • πίστευαν πως η Συμφωνία της Βάρκιζας, αν και προέβλεπε τον αφοπλισμό και τη διάλυση των κομμουνιστικών συμμοριών του ΕΛΑΣ και απολύτως ορθά δεν αναγνώριζε τους βαθμούς που είχαν απονεμηθεί στους έφεδρους αξιωματικούς που υπηρέτησαν στις τάξεις των συμμοριτών, ήταν «συνοδοιποριακόν κατασκεύασμα» και υπερβολικά υποχωρητική έναντι του Κ.Κ.Ε.

Γράφει [15] σχετικά ο τότε ταγματάρχης και μετέπειτα αντιστράτηγος ε.α. Γεώργιος Καραγιάννης:
«...η παρασχεθείσα διά της συμφωνίας της Βάρκιζας, ευχέρεια εις τους κομμουνιστάς όπως επαναρχίσωσι την δράσιν των, μεγάλως δυσηρέστησεν τους Αξ/κούς και οπλίτας όχι μόνον της ΙΙΙ Ε.Ο.Τ., αλλά και ολοκλήρου του Ελληνικού Στρατού. (...) Το πνεύμα εις τε τον Στρατόν και την Εθνικόφρονα κοινωνίαν της Ελλάδος ήτο κοινόν και η πίστις ενιαία. Είχε γίνει εις πάντας συνείδησις ότι ουδεμία παραχώρησις επετρέπετο προς τους κομμουνιστάς και ότι η συνέχισις της προσπαθείας μέχρι πλήρους εξουδετερώσεώς των, ήτο επιβεβλημένη. Μέσα από την γενικήν αυτήν πίστιν και από την κοινήν όλων των Ελλήνων συνείδησιν περί του ανενδότου αγώνος κατά των κομμουνιστών, διά την σωτηρίαν της Πατρίδος, ανεπήδησεν και εγιγαντώθη ο Ι.Δ.Ε.Α..».

Δράση

Το 1946 μετά από παρέμβαση της Διοικούσας Δέσμης του Ι.Δ.Ε.Α. επικεφαλής του τμήματος ασφαλείας του Γ.Ε.Σ. [Γενικό Επιτελείο Στρατού] ανέλαβε ο Ευστάθιος Λιώσης, φερόμενος ως ηγετικό στέλεχος της οργανώσεως, ενώ οι ταγματάρχες Γεώργιος Καραγιάννης και Ιωάννης Καραμπότσιος, μέλη της Διοικούσας Δέσμης, ανέλαβαν τη διεύθυνση του γραφείου του υπουργού Αμύνης της Κυβερνήσεως, Πέτρου Μαυρομιχάλη. Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου ο Καραγιάννης ανέλαβε να καταρτίσει μία λίστα, από την οποία θα προέκυπτε η ανώτατη ηγεσία του στρατεύματος. Ο Ι.Δ.Ε.Α. δια του Καραγιάννη ζητούσε να συμπεριληφθούν στους υποψήφιους για την στελέχωση των επιτελείων, οι υποστράτηγοι Λάβδας, Βραχνός και Ζυγούρης, ο αντιστράτηγος Σπανόπουλος και οι συνταγματάρχες Βενετσάνος Κετσέας, Αλέξανδρος Τσιγγούνης, Περιβολιώτης, και Θεμιστοκλής Κετσέας, για τους οποίους εγγυόταν για τον πατριωτισμό τους. Το 1947 η οργάνωση τάχθηκε υπέρ της συνεργασίας του Λαϊκού και του Κόμματος των Φιλελευθέρων και αποδέχθηκε την λύση σχηματισμού Κυβερνήσεως συνεργασίας υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη.

Τον Ιούνιο του 1947 η Διοικούσα Δέσμη της οργανώσεως εκτιμούσε [16]: «...είνε ανάγκη να προβώμεν εις ορισμένας παραστάσεις προς την πολιτικήν ηγεσίαν του τόπου και προς τον εξωτερικό παράγοντα. Εις την πολιτικήν ηγεσία του Έθνους, θα υποδείξωμεν τας πράξεις και τας παραλείψεις της, αι οποίαι καθυστερούν την συντριβήν του δρώντος έσωθεν εχθρού της Ελλάδος. Εις τον εξωτερικό παράγοντα, όστις χάρις εις την μεγαλοφυά διορατικότητα του Προέδρου των Ηνωμ. Πολιτειών κ. Τρούμαν, εξεδηλωθη προσφάτως κατά τρόπον ενισχύοντα την πίστην μας, ότι εις τον αγώνα μας διά την ελευθερίαν, δεν θα είμεθα μόνοι, θα παράσχωμεν πληροφορίας και θα προβώμεν εις εισηγήσεις προερχομένας από ανυστεροβούλους αγωνιστάς του κοινού ιδεώδους». Την ίδια περίοδο η οργάνωση πραγματοποίησε σειρά επαφών με προσωπικότητες της πολιτικής ζωής της Ελλάδος. Από το αρχείο της προκύπτει ότι εκπρόσωποι της συναντήθηκαν με τους Σπύρο Μαρκεζίνη Αρχηγό του Νέου Κόμματος, Γεώργιο Βαρβούτη του Κόμματος Φιλελευθέρων, Γεώργιο Παπανδρέου Αρχηγό του Δημοκρατικού Κόμματος, Θεμιστοκλή Σοφούλη Αρχηγό του Κόμματος Φιλελευθέρων, Δημήτρη Γιατζή τότε Αρχηγό του Γ.Ε.Σ. μετά από επιλογή και πρόταση της οργανώσεως, καθώς και με τον ταγματάρχη Άντρεποντ Βοηθό του Στρατιωτικού Ακόλουθου της Αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα. Επίσης, αξιωματικοί-μέλη της οργανώσεως συναντήθηκαν με τους Σοφοκλή Ελευθ. Βενιζέλο, Παναγιώτη Κανελλοπουλο, Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, Θεόδωρο Τουρκοβασίλη, Κάντζια, Στυλιανό Γονατά, Ναπολέοντα Ζέρβα, και το ναύαρχο Αλέξανδρο Σακελλαρίου.

Το κίνημα του 1951 [17]

Η λήξη του συμμοριοπολέμου και ο αποδεκατισμός των συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, ανέδειξε την προσωπικότητα του Αλέξανδρου Παπάγου, ο οποίος ως αρχιστράτηγος του Ελληνικού στρατού εξασφάλισε γόητρο που κανένας συντηρητικός πολιτικός δεν διέθετε. Η απόφαση του Στρατάρχη Παπάγου να υποβάλλει την παραίτηση του, τον Μάιο του 1951, προκάλεσε κρίση στην οποία, πέραν των πολιτικών, ενεπλάκη και η Ελληνική Βασιλική οικογένεια, η οποία τον Αύγουστο του 1950 επιδίωξε αποτυχημένα τον σχηματισμό κυβερνήσεως, με την συναίνεση και υπό τον έλεγχο της, στην οποία θα ήταν επικεφαλής ο Παπάγος, θέση στην οποία δεν συναίνεσε ο τότε Αρχιστράτηγος.

Τα γεγονότα

Ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτηση του, στις 29 Μαΐου 1951, η οποία έγινε ευχαρίστως αποδεκτή από τον Βασιλιά Παύλο Α' και τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Την επόμενη ημέρα οι αντιστράτηγοι Θεόδωρος Γρηγορόπουλος, Αλέξανδρος Τσιγγούνης και Θρασύβουλος Τσακαλώτος επισκέφτηκαν τον Παπάγο και του ζήτησαν να αναθεωρήσει την απόφαση του, πλην όμως μάταια, ενώ το ίδιο αρνητική αποτέλεσμα είχε και ανάλογη πρωτοβουλία του Σοφοκλή Βενιζέλου, που αποδέχθηκε σχετική προτροπή των παραπάνω αξιωματικών. Έτσι, το βράδυ της 30ης Μαΐου ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών μετέδωσε τα σχετικά με την παραίτηση του Παπάγου, την οποία παρουσίασε ως επιβεβλημένη για λόγους υγείας. Η παραίτηση του Παπάγου προκάλεσε κινητοποίηση στους κύκλους των αξιωματικών του Ι.Δ.Ε.Α. [18] και μέλη του συγκεντρώθηκαν στο μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού όπου αποφάσισαν να αντιδράσουν με δυναμισμό, τα ξημερώματα της 31ης Μαΐου, κινητοποιώντας στρατιωτικές μονάδες και καταλαμβάνοντας -ενόπλως- στρατηγικής σημασίας σημεία των Αθηνών. Ειδικότερα, οι μονάδες της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοικήσεως Αττικής-Νήσων [ΑΣΔΑΝ] και της 8ης Μεραρχίας, κατέλαβαν την έδρα του Γ.Ε.Σ., το στρατηγείο της Α.Σ.Δ.Α.Ν., τα στρατιωτικά αεροδρόμια στο Τατόι και την Ελευσίνα, τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών και τον Κεντρικό Ραδιοφωνικό Σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ στρατιωτικές δυνάμεις παρατάχθηκαν σε στρατηγικά σημεία. Το σχέδιο του προέβλεπε την έξοδο Τεθωρακισμένων από το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων στο Μενίδι, κάτι που δεν υλοποιήθηκε [19] [20]. Στο κίνημα συμμετείχε και ο μετέπειτα επικεφαλής της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967, τότε Ταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Εμπλεκόμενοι αξιωματικοί

Ως κέντρο Διοικήσεως του κινήματος λειτουργούσε το γραφείο του υπασπιστή του Παπάγου στο Γ.Ε.Σ. και η ομάδα που το κατηύθυνε αποτελούνταν από τους λοχαγούς, Δημήτριο Ιωαννίδη και Καραϊωσήφογλου, τους ταξίαρχους Χρηστέα και Ταβουλάρη, τους συνταγματάρχες Αναγνωστόπουλο και Κουρουκλή και τους αντισυνταγματάρχες Ιωάννη Καραμπότσο και Σκληρό, ενώ επικεφαλής όλων φέρεται ο Ταξίαρχος Χρηστέας. Στα γεγονότα της 30ης και 31ης Μαΐου 1951 έλαβαν μέρος οι αξιωματικοί:

  • Αντισυνταγματάρχες:
Νικόλαος Παρλαβάντζας, Ιωάννης Καραμπότσος, Παναγιώτης Χρηστόπουλος, Σταμάτης Σκληρός, Τηλέμαχος Ζακυνθινός, Μιχαήλ Κιουρτσόγλου, Ιωάννης Ζαχαράκης, Σόλωνας Γκίκας, Νικόλαος Ασημακόπουλος Δημοσθένης Τσαμπάτος.
  • Συνταγματάρχες:
Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος, Νικόλαος Γωγούσης, Αλέξανδρος Νάτσινας, Γεώργιος Κουρούκλης, Διονύσιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Τζουβάρας, Κωνσταντίνος Καραβίτης, Γεώργιος Καραγιάννης, Δημήτριος Καραχάλιος.
  • Ταξίαρχοι:
Αλέξανδρος Χρηστέας, Στυλιανός Ταβουλάρης, Αθανάσιος Φροντιστής, Μιχαήλ Μάντζος, Ηρακλής Κοντόπουλος.

Ο Θεόδωρος Γρηγορόπουλος, αρχηγός του Γ.Ε.Σ., επικοινώνησε με τον ταξίαρχο Χρηστέα και έλαβε την απάντηση ότι «ο στρατός ήτο εν επαναστάσει, διότι ο στρατάρχης Παπάγος εξωθήθη εις παραίτησιν». Ο Γρηγορόπουλος επιχείρησε να μεταφέρει την άποψη ότι ο Παπάγος παραιτήθηκε οικειοθελώς παρά τις παρακλήσεις του Βασιλιά και της Κυβερνήσεως. Στη συνέχεια της συνομιλίας διέταξε τον Χρηστέα να δώσει τέλος στην κινητοποίηση, όμως εκείνος απάντησε ότι «εις το Γ.Ε.Σ. είχον συγκεντρωθεί πολλοί ταξίαρχοι και συνταγματάρχαι και ένας στρατηγός μεταξύ αυτών, ότι δεν ηδύνατο να εκτελέση τας διαταγάς του και ότι, θα εξετέλει διαταγάς μόνο του Στρατάρχου». Στο Γενικό Επιτελείο μετέβησαν οι ανώτατοι αξιωματικοί Μπαλοδήμος, Δόβας και Παπαθανασιάδης, για να επιβάλουν την τάξη, όμως με εντολή του ταξίαρχου Ταβουλάρη, συνελήφθσαν και κρατήθηκαν στην αίθουσα Τιμών των Παλαιών Ανακτόρων [21]. Τα ξημερώματα της 31ης Μαΐου ο Αντιστράτηγος Θεόδωρος Γρηγορόπουλος έφτασε στο γραφείο του στο Γενικό Επιτελείο αλλά οι Αξιωματικοί του Ι.Δ.Ε.Α. αρνήθηκαν να διαλυθούν, όμως αυτό συνέβη λίγο αργότερα όταν έφτασε εκεί ο Παπάγος και τους διέταξε να επανέλθουν στα καθήκοντά τους, διαβεβαιώνοντάς τους ότι δεν θα υπάρξουν κυρώσεις.

Ο Γεώργιος Καραγιάννης γράφει: «Τα γεγονότα της 31ης Μαΐου 1951 είναι εξολοκλήρου αναληθές ότι αποτέλουν πράξιν βίας του Ι.Δ.Ε.Α. [...] Η αλήθεια ήτο μία, ότι η κίνησις της 31ης Μαΐου αποφασισθείσα ουχί υπό της Δ.Δ. του Ι.Δ.Ε.Α. αλλά παρ’ Αξ/κών πολλοί των οποίων ανήκον εις τον Ι.Δ.Ε.Α. και τινες τούτων ουδεμίαν σχέσιν είχον μετ’ αυτού, απέβλεπεν αποκλειστικώς και μόνον εις τον εξαναγκασμόν της Κυβερνήσεως, όπως διατηρήση τον Στρατάρχην Παπάγον εις την Αρχιστρατηγίαν προς περιφρούρησιν του Στρατεύματος εκ της πολιτικής» [22]. Παρόμοια είναι και η εκτίμηση του ιδρυτικού μέλους του Δεσμού, Εμμανουήλ Ζαχαράκη: «Μερικοί από αυτούς τους αξιωματικούς δεν αποκλείεται να ήσαν μέλη του Ι.Δ.Ε.Α., ενήργησαν όμως σε αυτήν την περίπτωσιν αυτοβούλως, γιατί ο Ι.Δ.Ε.Α., ουδέποτε έδωσε εντολές ή οδηγίες που αντεστρατεύοντο τις κρατικές αποφάσεις ούτε στη προκειμένη περίπτωση μήτε ποτέ άλλοτε. Αν συγκρίνη κανείς την ευκολία με την οποία κατεστάλη αυτό το κίνημα με τους 3.000 αξιωματικούς που αριθμούσε τότε ο Ι.Δ.Ε.Α. ως μέλη του, αντιλαμβάνεται αμέσως ότι αυτό το κίνημα δεν ήταν του Ι.Δ.Ε.Α.» [23].

Ανάκριση /Πόρισμα /Αμνήστευση

Με διαταγή του διοικητή της Α.Σ.Δ.Α.Ν., αντιστράτηγου Βασιλά, οι πρωτεργάτες αξιωματικοί-μέλη του Ι.Δ.Ε.Α. τιμωρήθηκαν με «κατ’ οίκον» περιορισμό και στις 3 Ιουνίου διατάχθηκε η μεταγωγή τους σε έπαυλη στο Καστρί [24]. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος στις 3 Ιουνίου ανέθεσε τη διενέργεια ανακρίσεων στον υποστράτηγο Θ. Βασιλόπουλο και την ανάκριση ανέλαβε ο ταγματάρχης Αριστομένης Ζωζωνάκης υπό την εποπτεία του αντιστράτηγου Βασιλά. Στις 8 Ιουνίου το πόρισμα παραδόθηκε στην ανώτατη ηγεσία που το ενέκρινε και σε συνεδρίαση του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, στις 15 Ιουνίου αποστρατεύτηκαν ως εμπλεκόμενοι οι συνταγματάρχες, Διονύσιος Παπαδόπουλος, Αναγνωστόπουλος, Γεώργιος Καραχάλιος, Τσαμπάτος και Γεώργιος Κουρούκλης, οι αντισυνταγματάρχες Χριστόπουλος, Ζακυνθινός, Παρλαβάντζας και οι ταξίαρχοι, Ηρακλής Κοντόπουλος, Ταβουλάρης και Χρηστέας, ενώ τιμωρήθηκε με ένα χρόνο διαθεσιμότητα και ο επιθεωρητής Χωροφυλακής Τσαταλός.

Εκτός από τους ως άνω αξιωματικούς σε ανακριτικά συμβούλια παραπέμφθηκαν και ορισμένοι από τους κατώτερους, μεταξύ αυτών ο τότε λοχαγός Δημήτριος Ιωαννίδης, ο οποίος καθώς υπηρετούσε στο Γ.Ε.Σ., διατάχθηκε από τον Χρηστέα να ηγηθεί λόχου και να ελέγχει τη βόρεια πύλη, απαγορεύοντας την έξοδο σ' όσους βρισκόταν μέσα στο κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων. Ο Ιωαννίδης κατηγορήθηκε γιατί όταν διατάχθηκε από τον Γρηγορόπουλο να απομακρυνθεί από τη θέση του, απέφυγε να συμμορφωθεί, αναμένοντας την άφιξη του Παπάγου. Ο Ιωαννίδης διέφυγε τον κίνδυνο της αργίας δι’ απολύσεως που ήταν η προτεινόμενη ποινή, με ψήφους 3 έναντι 2 και επανήλθε στα καθήκοντά του. Εικάζεται πως διέφυγε τον κίνδυνο λόγω του χαμηλού του βαθμού, που δικαιολογούσε τη συμμόρφωσή του προς τις εντολές του Χρηστέα το βράδυ της 30ης -31ης Μαΐου. Ο Τύπος που υποστήριζε τον Παπάγο και το κόμμα του, ιδιαίτερα η εφημερίδα «Ακρόπολις» υπερασπίστηκαν τον ρόλο του Ι.Δ.Ε.Α. ως φορέα αμιγώς εθνικών και αντικομμουνιστικών ιδεών, ενώ η «Ακρόπολις» δημοσίευσε έκθεση του υποστράτηγου Καυκά, πλήττοντας το κύρος του ταγματάρχη Ζωζωνάκη, τον οποίο χαρακτήριζε ως «Εθνικό εγκληματία» προβάλλοντας περιπτώσεις κατηγορούμενων πολιτών με το Γ' Ψήφισμα, τους οποίους ο Ζωζωνάκης αρνήθηκε να καταδικάσει στα έκτακτα στρατοδικεία κατά τη διάρκεια του συμμοριοπολέμου.

Λίγους μήνες αργότερα, τον ίδιο χρόνο, στο Α.Σ.Σ. [Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο], η ηγεσία του στρατεύματος, συζητώντας το θέμα του δικαιώματος ψήφου των Ενόπλων Δυνάμεων το οποίο ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος είχε ζητήσει να ανασταλεί εν όψει των εκλογών, εμφανίστηκε διχασμένη με τέσσερις αντιστρατήγους να θεωρούν ότι οι ΙΔΕΑτες αξιωματικοί θα ασκούσαν επιρροή στους στρατευμένους οπότε ο Στρατός θα έπρεπε να υποχρεωθεί να απόσχει της ψηφοφορίας και τέσσερις να θεωρούν ότι δεν ήταν δυνατόν να έχουν δικαίωμα ψήφου οι οπαδοί του Κ.Κ.Ε. και όχι οι περίπου 220.000 οπλίτες. Ο συντηρητικός Τύπος αντέδρασε έντονα στο ενδεχόμενο να μην ψηφίσουν οι Ένοπλες Δυνάμεις και το σχόλιο που ακολουθεί είναι ενδεικτικό: «[...] το στράτευμα δεν αποτελείται από δούλους ούτε από ανθρώπους των κατέργων δια να γίνεται σκέψις καταργήσεως του ιερωτάτου δικαιώματος το οποίο διαθέτει ένας ελεύθερος πολίτης [....]» [25]

Στο πόρισμα του ταγματάρχη της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Ζωζωνάκη αναφέρεται πως την περίοδο 1948-499 τη Διοικούσα Επιτροπή του Ι.Δ.Ε.Α. αποτελούσαν οι: Κωνσταντίνος Καραβίτης, Αλέξανδρος Νάτσινας, Νικόλαος Γωγούσης, Στυλιανός Τζουβάρας, Γεώργιος Μπάλας και Ιωάννης Καραμπότσος. [26]. Παράλληλα, όπως αναφέρει ο εισηγητής, οι αξιωματικοί του Ι.Δ.Ε.Α. καθώς το κίνημα τους ψυχορραγούσε, ορισμένοι εξ αυτών στράφηκαν σε απέλπιδα σχέδια, μεταξύ τους η σκέψη να ζητήσουν από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, πρώην Μητροπολίτη Ιωαννίνων, Σπυρίδωνα να μεταπείσει τον Παπάγο ή και να αναλάβει ο ίδιος πρωθυπουργός. Όπως κατέθεσε στον ανακριτή ο Ταξίαρχος Χρηστέας: «..Εις μίαν στιγμήν ο υποπτέραρχος Κελαιδής Εμμ., ευρισκόμενος εις το γραφείον του κ. Κιτριλάκη, εξήλθε δια να κατέβη κάτω και τότε ο ταξίαρχος Ταβουλάρης τον ηρώτησε εάν μπορεί να φέρη τον Δεσπότην από τα Ιωάννινα «Ντακότα», δια να επέμβη ίνα μεταπείση τον Στρατάρχην». Ο Ζωζωνάκης συμπληρώνει πως έγινε βολιδοσκόπηση και του ίδιου του Μητροπολίτη και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνα: «...Οι περί τον ΙΔΕΑ κινούμενοι απέβλεπον πάντοτε εις τον Αρχιεπίσκοπον , δι’ ο και ο μέν αντισυνταγματάρχης Καραμπότσος ωμίλει εις τα Ιωάννινα περί δυναμικωτέρας κυβερνήσεως υπό τον Αρχιεπίσκοπον, τα ίδια δε επανελάμβανε και εις την Θεσσαλονίκην [...] ο δε ταξίαρχος Χρηστέας και ένας άλλος ταξίαρχος επεσκέφθη τον Μακαριώτατον και του επρότεινε να αναλάβη την προεδρίαν της κυβερνήσεως, την οποίαν ούτοι θα εξησφάλιζον δια στρατιωτικού πραξικοπήματος».

Τελικά το πόρισμα για τα γεγονότα της 30ης & 31ης Μαΐου 1951 δημοσιεύθηκε μαζί με το βούλευμα της παραπομπής των αξιωματικών στο στρατοδικείο στις 25 Ιανουαρίου 1952. Το πόρισμα παρουσίασε το ιστορικό της ιδρύσεως του Ι.Δ.Ε.Α., τον τρόπο λειτουργίας και τους σκοπούς του, τους αξιωματικούς που αποτελούσαν την ηγεσία του ανά χρονική περίοδο, τον ρόλο του στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα και περιέγραφε διεξοδικά τα του κινήματος. Με βάση το πόρισμα ο διοικητής της Α.Σ.Δ.Α.Ν. διέταξε τη σύλληψη, την προφυλάκιση και την παραπομπή στο στρατοδικείο οκτώ συνταγματαρχών, τεσσάρων αντισυνταγματαρχών και πέντε ταξίαρχων με την κατηγορία της «ενώσεως προς στάσιν και ομαδικήν απείθειαν», το διάστημα από τον Απρίλιο του 1949 μέχρι τον Αύγουστου του 1951. Στο στρατοδικείο παραπέμφθηκαν οι: αντισυνταγματάρχες, Παρλαβάντας, Καραμπότσος, Χριστόπουλος, Σκληρός, οι συνταγματάρχες, Αναγνωστόπουλος, Τσαμπάτης, Γωγούσης, Νάτσινας, Κουρούκλης, Παπαδόπουλος Δ., Καραβίτης, Καραγιάννης, και οι ταξίαρχοι, Χρηστέας, Ταβουλάρης, Φρονιστής, Μάντζος, Κοντόπουλος [27]. Mε Βασιλικό Διάταγμα της 24ης Ιανουαρίου αμνηστεύθηκαν [28] όλα τα πολιτικά αδικήματα των αξιωματικών για την ίδια χρονική περίοδο, όμως απλώς για κοινές πειθαρχικές παραβάσεις, άσχετες μe το κίνημα, αποστρατεύτηκαν, όπως ο Υποστράτηγος Σόλων Γκίκας, ο συνταγματάρχης Νικόλαος Γωγούσης και ο αντιστράτηγος Στυλιανός Κιτριλάκης, τους οποίους επανάφερε στην ενέργεια η Κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου.

Ύστερα χρόνια

Ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών πιθανόν αυτοδιαλύθηκε μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του να επιβάλλει δια των όπλων τον Αλέξανδρο Παπάγο, αμέσως μετά την δήλωση της παραιτήσεως του από το στρατιωτικό του αξίωμα. Στις 17 Μαρτίου 1952 ο Παπάγος μιλώντας στην Ελληνική Βουλή υπερασπίστηκε τους αξιωματικούς υποστηρίζοντας πως «...η οργάνωσις του ΙΔΕΑ είναι παλαιά. Είναι μια οργάνωσις εις την οποίαν συμμετέσχον 2.000 περίπου αξιωματικοί, και οι οποίοι αξιωματικοί εκινήθησαν από τίμια και πατριωτικά ελατήρια και όχι από ιδιοτελείς σκοπούς, όπως το αχαρακτήριστον εκείνο πόρισμα του δικαστικού συμβούλου Ζωζωνάκη και το παραπεμπτικόν βούλευμα (...) επιχείρησαν να προσάψουν εις τα τίμια και γενναία στελέχη του Ελληνικού Στρατού». Παράλληλα επιτέθηκε κατηγορώντας τους αντιστράτηγους Θρασύβουλο Τσακαλώτο, Βασιλά και Θεόδωρο Γρηγορόπουλο, για την αποπομπή του στενού του συνεργάτη αντιστράτηγου Στυλιανού Κιτριλάκη, από το στράτευμα [29].

Διάφορες πηγές, κομμουνιστικές στο σύνολο τους, υποστηρίζουν πως η οργάνωση Ιερός Δεσμός εξακολουθούσε να υπάρχει και να δρα μεταξύ των αξιωματικών του Ελληνικού στρατού, δίχως όμως να προσκομίζουν καμία απόδειξη για την δράση ή έστω την απλή παρουσία της παρά μόνο αναφορές σε εικασίες και παραπομπές σε επίσης αναξιόπιστες πηγές. Είναι χαρακτηριστικό πως στη δράση της οργανώσεως αποδίδεται, ως σκευωρία, η αποκάλυψη του κομμουνιστικού δικτύου στην Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, που αποκαλύφθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1951, όταν οι δολιοφθορείς και οι συνεργάτες τους ανακαλύφθηκαν και συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν σε δίκη και καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές. Ο κεντρώος πολιτικός Σοφοκλής Ελευθ. Βενιζέλος δήλωνε στις 18 Απριλίου 1952, ότι «..εις όλας τας χώρας τα κομμουνιστικά κόμματα καταβάλλουν συστηματικάς προσπάθειας διεισδύσεως εις τον στρατόν. Τούτο συμβαίνει και εις την Ελλάδα. Η Κυβέρνησις εν τούτοις παρακολουθεί τας ενέργείας των και τας πατάσσει εν τη γενέσει των». Οι αστήρικτες κατηγορίες σε βάρος του Ι.Δ.Ε.Α. για συμμετοχή ανθρώπων του στην υπόθεση στηρίζεται στην παρουσία του Εμμανουήλ Κελαϊδή στη θέση του Αρχηγού της Αεροπορίας, για τον οποίο κομμουνιστικές πηγές υποστηρίζουν ότι ήταν φιλικά διακείμενος ή πιθανόν και μέλος του Ιερού Δεσμού, αλλά και την συμμετοχή στις ανακρίσεις του πτεράρχου Αντωνίου Σκαρμαλιωράκη.

Κυβέρνηση Παπάγου

Στο κόμμα Ελληνικός Συναγερμός που ίδρυσε ο Αλέξανδρος Παπάγος εντάχθηκαν, και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, ηγετικές φυσιογνωμίες της οργανώσεως, όπως ο Συνταγματάρχης Στυλιανός Τζουβάρας και ο Αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Καραμπότσος, αλλά και υπουργοί της 4ης Αυγούστου, μέλη της Επιτροπής Πολιτικού Αγώνα του Ι.Δ.Ε.Α., οι Ανδρέας Αποστολίδης και Σταύρος Πολυζωγόπουλος. Στις 19 Νοεμβρίου του 1952 ο Παπάγος ορκίστηκε πρωθυπουργός διατηρώντας και το χαρτοφυλάκιο του Υπουργού Εθνικής Αμύνης. Αρχηγός του Γ.Ε.ΕΘ.Α. τοποθετήθηκε ο αντιστράτηγος Κιτριλάκης, αρχηγός του ΓΕΣ τοποθετήθηκε ο αντιστράτηγος Σόλων Γκίκας, ενώ παρέμειναν στη θέση τους ο αρχηγός του ΓΕΝ, αντιναύαρχος Π. Λάππας και ο αρχηγός της Αεροπορίας, αντιπτέραρχος Κελαϊδής. Οι συνταγματάρχες Χρηστέας, Νικόλαος Γωγούσης, Αλέξανδρος Τσιγγούνης, Κύβελος καθώς και άλλοι αξιωματικοί επανήλθαν σε θέσεις-κλειδιά του στρατεύματος, ενώ αλλαγές πραγματοποιήθηκαν και στην ηγεσία της Αστυνομίας, όπου η κυβέρνηση διόρισε αρχηγό τον Άγγελο Έβερτ, τον Δ. Τσαούση διευθυντή της Αστυνομίας Αθηνών, τον Θεόδωρο Ρακιντζή επικεφαλής της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών και τον Ι. Πανόπουλο Γενικό Διευθυντή της Αστυνομίας στο υπουργείο Εσωτερικών. Το 1953 η κυβέρνηση Παπάγου ίδρυσε την Κ.Υ.Π. [Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών] και σ' αυτήν τοποθέτησε ως Διοικητή τον Αλέξανδρο Νάτσινα, τον οποίο διατήρησαν όλες οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν, έως το 1964 και την εκλογική νίκη του Γεωργίου Παπανδρέου. Σε συγκέντρωση αξιωματικών που υπήρξαν μέλη του Ι.Δ.Ε.Α., μεταξύ τους και οι Χρηστέας και Κουρούκλης, εμφανίστηκαν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος και Δημήτριος Ιωαννίδης, οι οποίοι στη συζήτησε που ακολούθησε ζήτησαν την άμεση επαναδραστηριοποίηση της οργανώσεως καθώς, κατά την γνώμη τους, η κυβέρνηση του Παπάγου ήταν πολύ ελαστική απέναντι στην Ε.Δ.Α. με αποτέλεσμα η κομμουνιστική Αριστερά να εμφανίζεται όλο και ισχυρότερη.

Διάλυση του Ι.Δ.Ε.Α.

Σύμφωνα με όσα γράφει ο εκ των ιδρυτών του Ι.Δ.Ε.Α., αντιστράτηγος Γεώργιος Καραγιάννης, το διάστημα 1950-51: «Ο Ι.Δ.Ε.Α. κατά την περίοδο ταύτην περιπίπτει εις παντελή αδράνειαν η δε ύπαρξίς του ως Εθνικής Εφεδρείας δικαιολογείται εκ της αμφιβολίας επί των πολιτικών εξελίξεων, αι οποίαι μοιραίως θα είχαν τις επιπτώσεις των επί των Ενόπλων Δυνάμεων» [30], ενώ αναφερόμενος στην περίοδο που ακολούθησε την εκλογή Παπάγου γράφει: «η δημιουργηθείσα προοπτική πολιτικής ομαλότητος και ευσταθείας και η ένταξις της Ελλάδος εις το ΝΑΤΟ, εδραιώσαντα την πεποίθησιν εις άπαντας τους Εθνικόφρονας Έλληνας ότι αυτή διανύει περίοδον Εθνικής Ασφαλείας. [...] Εντός του κλίματος αυτού της Εθνικής Ασφαλείας και των ελπίδων διά μίαν καλλιτέραν αύριον, ο ΙΔΕΑ ήσυχος ότι οι σκοποί του εξεπληρώθησαν, διελύθη ήρεμα και εις τον Στρατόν παρέμειναν τα άτομα τα οποία αγωνίσθησαν εις τας τάξεις του, ελεύθερα και αδέσμευτα να πράττωσιν το καθήκον των, όπως οι Νόμοι και οι Κανονισμοί προστάζουσιν» [31]. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη, τον μελετητή του αρχείου της οργανώσεως, μετά την εκλογή του Παπάγου τα μέλη του αντιλήφθηκαν: « ...[...] Ότι τα πράγματα ευρίσκοντο πλέον εις τον καλόν δρόμον , τον δρόμον της σωτηρίας και της νίκης . Εξ’ ίσου φυσικόν ήτο να αντιληφθούν και κάτι άλλο: Ότι με τον Παπάγον εις την Ανώτατην Διοίκησιν ο Στρατός δεν εσήκωνε μυστικούς συνδέσμους [...] Στοιχείον έγγραφον το οποίον να πιστοποιή αυτοδιάλυσιν του Ι.Δ.Ε.Α. δεν υπάρχει. Αλλά ούτε και πιστεύομεν να εγένετο ποτέ πράξις της Διοικούσας Δέσμης η οποία να «επισημοποίη» και να επικυρώνη την λήψιν τοιαύτης αποφάσεως. Απλώς ο Ιερός Δεσμός είτε από φόβον του Παπάγου είτε διότι είχαν εκλείψει εν τω μεταξύ οι λόγοι της υπάρξεως του περιήλθε βαθμηδόν εις πλήρη αδράνειαν -έπαυε να υφίσταται...» [32].

Ο θάνατος του Αλέξανδρου Παπάγου, τον Οκτώβριο του 1955, αποτέλεσε το τυπικό τέλος της οργανώσεως του Ι.Δ.Ε.Α., όμως μέσα στους κόλπους του φέρεται να συγκροτήθηκε, μεταξύ 1956 και 1958 η «Ε.Ε.Ν.Α.» [«Εθνική Ένωση Νέων Αξιωματικών»], από αξιωματικούς μεταξύ τους οι πρωταγωνιστές του Επαναστατικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Δημήτριος Πατίλης, Νικόλαος Μακαρέζος, Ιωάννης Λαδάς, και άλλοι που πίστευαν ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής «δεν ήταν αρκούντως αντικομμουνιστής». Οι εκλογές του Μαΐου του 1958 ανέδειξαν στη θέση του Πρωθυπουργού τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και, το πλέον σημαντικό ή και ανησυχητικό, την ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση με ποσοστό 24,42% και 79 έδρες. Η ανάσχεση της επιρροής της Ε.Δ.Α. αναγορεύτηκε σε κρατική και κυβερνητική προτεραιότητα. Πραγματοποιήθηκαν έτσι, για αυτό το σκοπό, σειρά συσκέψεων με συμμετοχή εκπροσώπων του στρατού και των Ελληνικών μυστικών υπηρεσιών. Οι ενέργειες σχεδιάζονταν και υλοποιούνταν από επιτροπή [33] που συγκροτήθηκε με σκοπό να παρακολουθεί την κομμουνιστική διείσδυση στην Ελληνική κοινωνία. Η επιτροπή αυτή, που βρισκόταν έξω από τον έλεγχο της Βουλής, των πολιτικών κομμάτων και της Δικαιοσύνης, απαρτιζόταν κυρίως από προσωπικότητες του στρατού και τα μέλη της προέρχονταν από τον Ι.Δ.Ε.Α. και την «Ε.Ε.Ν.Α.» [«Εθνική Ένωση Νέων Αξιωματικών»].

Αποτίμηση της δράσεως του ΙΔΕΑ

Η στρατιωτική οργάνωση Ι.Δ.Ε.Α. υπήρξε η πλέον σημαντική οργάνωση μέσα στον Στρατό στην Ιστορία της νεώτερης Ελλάδος. Από τα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια μέχρι σήμερα, έχουν τυπωθεί τόνοι μελάνης με αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις για την δράση της. Οι περισσότεροι αποδίδουν σ' αυτήν όλα τα δεινά του τόπου. Γύρω από την πορεία της αναπτύχθηκε παραφιλολογία και κομματικές σκοπιμότητες διαστρέβλωναν τα γεγονότα. Πολλοί δήθεν έγκυροι ερευνητές και δημοσιογράφοι την ταύτισαν με την 21η Απριλίου και τα στελέχη της και δημοσίευσαν αναλύσεις και αναγνώσματα που την παρουσίαζαν σαν μυστική οργάνωση που κινείτο στο σκοτάδι με στόχο την επιβολή ανωμάλων λύσεων. Γενικά, επικρατεί ακόμη κι ως τις μέρες μας, πλήρης σύγχυση. Τα γεγονότα, όμως, είναι διαφορετικά.

Ο Ι.Δ.Ε.Α. πιθανότατα υπήρξε η μαζικότερη οργάνωση που γνώρισε ποτέ το σώμα των αξιωματικών στην Ελλάδα και εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε ως απαραίτητη η ύπαρξη και λειτουργία του καθώς πρωταρχικός στόχος του υπήρξε η εκκαθάριση του σώματος των Ελλήνων αξιωματικών από στελέχη κομμουνιστικών φρονημάτων, ενώ μετά την απελευθέρωση ο Ιερός Δεσμός αποτέλεσε τον ιθύνοντα νου, την σπονδυλική στήλη και το ατσάλινο χέρι των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η οργάνωση διέθετε σημαντικά μεγάλη επιρροή στο σώμα των αξιωματικών, ειδικά την περίοδο του συμμοριοπολέμου (1946-1949) και επέδρασε καταλυτικά αλλά και απολύτως θετικά στην πολιτική ζωή της Ελλάδος. Οι αξιωματικοί-μέλη του επιθυμούσαν και επιδίωκαν τον ανηλεή διωγμό του κομμουνισμού, θεωρούσαν υπέρτατο νόμο τη σωτηρία της Πατρίδος με κάθε πρόσφορο τρόπο [34] και χαρακτήριζαν, δίχως τον παραμικρό δισταγμό «αντεθνική» κάθε κομμουνιστική προσπάθεια, λόγος για τον οποίο εναντιώθηκαν με σθεναρό τρόπο στη συμφωνία της Βάρκιζας. Ο Ιερός Δεσμός αντιτάχθηκε ενεργά στην παραμικρή πιθανότητα εισόδου ή επανόδου κομμουνιστογενών ή Ελασιτών στο στρατό, ενώ τα μέλη του διακήρυξαν την υποστήριξη τους στους άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, ζήτησαν την αμνήστευση τους και πρωταγωνίστησαν στην ένταξη ή επανένταξη τους στο Ελληνικό στράτευμα, όταν αυτό επανασυστάθηκε μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος.

Οι αξιωματικοί-μέλη του Ι.Δ.Ε.Α., που ταύτιζαν την μοίρα και την τύχη του Ελληνικού Έθνους με τον στρατό, τάχθηκαν υπέρ της παλινορθώσεως της μοναρχίας και της επανόδου στον Ελληνικό θρόνο του Βασιλιά Γεωργίου Β' κι είναι χαρακτηριστικό πως ο αντιστράτηγος ε.α. Γεώργιος Καραγιάννης, που ως ταγματάρχης υπήρξε εκ των ιδρυτών της οργανώσεως, αφιέρωσε το βιβλίο του, που εξέδωσε το 1963, στην μνήμη του Βασιλέως Γεωργίου Β'. Οι νεώτεροι αξιωματικοί-μέλη της οργανώσεως απέκτησαν -μέσα στις τάξεις της- αίσθηση θεσμικής αυτονομίας, θεωρώντας τον εαυτό τους μέλος ενός ισχυρού και ανεξάρτητου πολιτικού παράγοντα. Στις καθοριστικές επιτυχίες της οργανώσεως αναφέρεται η επιτυχής έκβαση του συμμοριοπολέμου με την ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Παπάγο, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό τις έντονες πιέσεις της ηγεσίας του Ι.Δ.Ε.Α. καθώς ο Παπάγος αν και δεν υπήρξε ποτέ μέλος του Ιερού Δεσμού, έχαιρε της απολύτου εκτιμήσεως των αξιωματικών της οργανώσεως. Αρνητική για την οργάνωση υπήρξε η θέση σχεδόν του συνόλου των αξιωματικών της οι οποίοι, θέλοντας να διατηρήσουν την υποστήριξη -διαδοχικά- της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων πολιτειών της Αμερικής, παραμέρισαν το αρχικό τους όραμα της «Μεγάλης Ελλάδος», και υποστήριξαν σχεδόν αποκλειστικά την προοπτικά ενός αντικομμουνιστικού εθνικισμού, αμυντικού και εσωστρεφούς, με αποκλειστικό σκοπό και στόχο την εξουδετέρωση του κομμουνισμού στο εσωτερικό της χώρας.

Πηγές

Η πιο σημαντική πρωτογενής πηγή για την εν λόγω οργάνωση αποτελεί μέρος του αρχείου της που δημοσιεύθηκε [35] με τίτλο «Το απόρρητον αρχείον του ΙΔΕΑ» και καλύπτει χρονικά την περίοδο από την ίδρυση της τον Οκτώβριο του 1944 μέχρι τον Ιούλιο του 1948. Ανάλογη πηγή αποτελεί και το πόρισμα [36] της ανακρίσεως του ταγματάρχη Αριστομένη Ζωζωνάκη, στον οποίο είχε ανατεθεί η διερεύνηση της υποθέσεως της απόπειρας στρατιωτικού κινήματος που επιχειρήθηκε από μέλη της τον Φεβρουάριο του 1951.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγές

  • «Η αλήθεια για τον Ι.Δ.Ε.Α. (1943-1967)», Γιώργος Α. Λεονταρίτης, εκδότης «Προσκήνιο», Μάρτιος 2010
  • «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», Γεώργιος Καραγιάννης, Δεκέμβριος 1963, Αθήνα, Ιδιωτική έκδοση
  • «Από τον ΙΔΕΑ στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου», Γιώργος Καράγιωργας, εκδότης «Ιωλκός», Αθήνα 2003

Παραπομπές

  1. [Ο τότε συνταγματάρχης Βαγενάς, ήταν ιδρυτής της μυστικής οργανώσεως «Εθνική Νέμεσις» και διοικητής του «Γενικού Κέντρου Εκπαιδεύσεως Στρατευμάτων» (Γ.Κ.Ε.Σ.), πρότεινε στους «νομιμόφρονες» αξιωματικούς να προβούν σε μαζικές παραιτήσεις, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την προώθηση των Βενιζελικών κινηματιών αντίπαλων αξιωματικών.]
  2. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδα 137η, Αθήνα, 1963.]
  3. [Ο Γεώργιος Καραγιάννης, που έφθασε ως το βαθμό του αντιστράτηγου ε.α., υπήρξε εκ των ιδρυτικών μελών του Ιερού Δεσμού και στο έργο του προσφέρει μια ολοκάθαρη εικόνα για τον τρόπο συγκροτήσεως της οργανώσεως, τη δομή και την επιρροή της.]
  4. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδα 204η, Αθήνα, 1963.]
  5. [Ο Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων [«Σ.Α.Ν.»] ιδρύθηκε στην Μέση Ανατολή από τον τότε αντισυνταγματάρχη (ΤΘ) Σόλωνα Γκίκα, μετέπειτα πολιτικό, βουλευτή και υπουργό κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή.]
  6. [Η αντιστασιακή οργάνωση -σαμποτάζ και πληροφοριών- «Τρίαινα» ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1942 και υπολογίζεται ότι είχε ως μέλη 250 περίπου μόνιμους αξιωματικούς και ελάχιστους πολίτες. Λειτούργησε στη διάρκεια της Κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα. Μέλη της ήταν χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού, γαλουχημένοι με τις ιδές του Εθνικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, με επικεφαλής τους λοχαγούς Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, Μιχαήλ Κιουρτσόγλου, Αργύριο Μάρδα, τον υπολοχαγό Δημήτριο Αλευρά και άλλους.]
  7. [«Το απόρρητον αρχείον του ΙΔΕΑ», Αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις», 9 Ιουλίου 1952.]
  8. [Εμμανουήλ Ζαχαράκης, «Γεγονότα και Φωναχτές σκέψεις. Αδημοσίευτες αναμνήσεις», σελίδα 216η, το έργο βρίσκεται στην κατοχή της οικογένειας του στρατηγού Αλ. Ζαρκάδα, στο Δημήτριος Α. Παπαδιαμάντης, «Στρατός και Εξουσία στην μετεμφυλιακή Ελλάδα», σελίδα 18η.]
  9. [«Το απόρρητον αρχείον του Ι.Δ.Ε.Α. Επεξεργασία των πρωτότυπων εγγράφων υπό Κώστα Τριανταφυλλίδη», Αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις», αριθμός φύλλου 7730ο, 10ης Ιουλίου 1952, σελίδα 3η.]
  10. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδες 217η & 218η, Αθήνα, 1963.]
  11. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδα 251η, Αθήνα, 1963.]
  12. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδα 214η, Αθήνα, 1963.]
  13. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδες 58η & 59η, Αθήνα, 1963.]
  14. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδα 51η, Αθήνα, 1963.]
  15. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδες 202η & 203η, Αθήνα, 1963.]
  16. [«Το απόρρητον αρχείον του Ι.Δ.Ε.Α. Επεξεργασία των πρωτότυπων εγγράφων υπό Κώστα Τριανταφυλλίδη», Αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις», αριθμός φύλλου 7740ο, 18 Ιουλίου 1952, σελίδα 4η.]
  17. [«Τα γεγονότα της 30ης Μαΐου», Αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις», φύλλο 25ης Ιανουαρίου 1952, σελίδα 4η.]
  18. [Θεόδωρος Γρηγορόπουλος, «Από την κορυφή του λόφου. Αναμνήσεις και στοχασμοί 1914-1952 & 1959-1962», σελίδα 449η.]
  19. [Το κίνημα της 30ής Μαΐου Εφημερίδα «Η Καθημερινή», Δημήτρης Παπαδιαμαντής, 17 Φεβρουαρίου 2013, 08:00]
  20. [Πώς κατεστάλη το κίνημα του ΙΔΕΑ το 1951 απ’ τον Παπάγο Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης, iapopsi.gr]
  21. [«Τα γεγονότα της 30ης Μαΐου», Αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις», φύλλο 25ης Ιανουαρίου 1952, σελίδα 4η.]
  22. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδα 273η, Αθήνα, 1963.]
  23. [Εμμανουήλ Ζαχαράκης, «Γεγονότα και Φωναχτές σκέψεις. Αδημοσίευτες αναμνήσεις», σελίδα 219η, το έργο βρίσκεται στην κατοχή της οικογένειας του στρατηγού Αλ. Ζαρκάδα, στο Δημήτριος Α. Παπαδιαμάντης, «Στρατός και Εξουσία στην μετεμφυλιακή Ελλάδα», σελίδα 76η.]
  24. [Θεόδωρος Γρηγορόπουλος, «Από την κορυφή του λόφου. Αναμνήσεις και στοχασμοί 1914-1952 & 1959-1962», σελίδα 459η.]
  25. [Εφημερίδα «Η Καθημερινή», φύλλο 21ης Αυγούστου 1951.]
  26. [Εφημερίδα «Ελευθερία», 25 Ιανουαρίου 1951.]
  27. [«Το Βούλευμα του Α.Σ.Δ.Α.Ν.», εφημερίδα Ακρόπολις, φύλλο 25ης Ιανουαρίου 1952, σελίδα 3η.]
  28. [Oλόκληρο «Το κείμενον του Διατάγματος» δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» στο φύλλο της 25ης Ιανουαρίου 1952 και στη σελίδα 6.]
  29. [«Αποσπάσματα από τα επίσημα πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής. Περίοδος Β'-Σύνοδος Α'- Συνεδρίασις ΝΘ'», Θρασύβουλος Ι. Τσακαλώτος, «40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος», τόμος 1ος, σελίδα 423η.]
  30. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδα 265η, Αθήνα, 1963.]
  31. [Γεώργιος Καραγιάννης, «1940-1952, Το δράμα της Ελλάδας, Έπη και αθλιότητες», σελίδα 271η, Αθήνα, 1963.]
  32. [«Το απόρρητον αρχείον του ΙΔΕΑ», Αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις», 30 Αυγούστου 1952.]
  33. [Μέλη της επιτροπής αποτελούσαν οι: Αθανάσιος Φροντιστής (Αντιστράτηγος, αρχηγός του ΓΕΕΘΑ), Βασίλειος Καρδαμάκης (Αντιστράτηγος αρχηγός του ΓΕΣ), Ηρακλής Κοντόπουλος. (Αντιστράτηγος, διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Εθνικής Ασφαλείας), Γεώργιος Βαρδουλάκης (Αντιστράτηγος, αρχηγός της Χωροφυλακής), Θ. Ρακιντζής ( αρχηγός Αστυνομίας Πόλεων), Νικόλαος Γωγούσης (Ταξίαρχος, διοικητής της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας), Αλέξανδρος Νάτσινας, (Ταξίαρχος, διοικητής της ΚΥΠ), Γεώργιος Μπάλλας (Ταξίαρχος, αρχηγός της Μικτής Επιτελικής Ομάδας), Γεώργιος Παπαδόπουλος (Αντισυνταγματάρχης, στέλεχος της ΚΥΠ). Δημήτρης Παραλίκας, «Συνωμοσίες. ΙΔΕΑ και ΑΣΠΙΔΑ 1944-1974», εκδότης: «Γιάννης Β. Βασδέκης», Αθήνα 1982, σελίδες 90η & 91η.]
  34. [Σε υπόμνημα του συνταγματάρχου Νικολάου Γωγούση, που είχε συνταχθεί στη διάρκεια του συμμοριοπολέμου, προβλέπονταν: «Ίδρυσις δυναμικού τμήματος το οποίον θα αναλαμβάνη τη δολοφονίαν κάθε επιζημίου προσώπου που ζημιώνει τον αγώνα και προδίδει το Έθνος.» Αν και αρχικά υποστηρίχτηκε ότι το ντοκουμέντο ήταν πλαστό αρκετά χρόνια αργότερα ο ίδιος ο τότε συνταγματάρχης Γωγούσης γράφει: «[...] Δια τούτου εξέφραζον ως ελεύθερος άνθρωπος και στρατιωτικός προσωπικάς μου γνώμας, σχετικάς με την πάταξιν της ανταρσίας [...] Πάσα σκέψις, πάσα ενέργεια, τότε εναντίον των προδοτών εκείνων οι οποίοι εξυπηρέτουν τα συμφέροντα των Σλάβων ήτο δικαιολογημένη. Υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος [...]» Περιοδικό «Εικόνες», τεύχος 575ο, 28 Οκτωβρίου 1966, σελίδα 25η, επιστολή Νικολάου Γωγούση.]
  35. [«Το απόρρητον αρχείον του ΙΔΕΑ», Αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις», Ιούλιος 1952.]
  36. [Το πόρισμα του Ταγματάρχη Αριστομένη Ζωζωνάκη δημοσιεύθηκε στην Αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις», φύλλο 25ης Ιανουαρίου 1952.]