Ιωάννης Γεωργάκης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιωάννης Γεωργάκης, Έλληνας νομικός, καθηγητής Πανεπιστημίου, Ακαδημαϊκός και πρέσβης εκ προσωπικοτήτων, γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1915 στη Λευκάδα ή σύμφωνα με άλλη πηγή, στον Πειραιά [1], και πέθανε την 1η Νοεμβρίου 1993 στην Αθήνα. Ήταν κάτοικος Αθηνών και κατοικούσε, μόνιμα, στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, όπου διατηρούσε παράλληλα και το γραφείο του.

Ιωάννης Γεωργάκης

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Απόστολος Γεωργάκης. Η οικογένεια κατοικούσε στην οδό Δημοκρίτου 1 στο Ψυχικό Αθηνών. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε το 1935 και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου το 1936 ανακηρύχθηκε διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και το 1939 υφηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Επαγγελματική δραστηριότητα

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, άσκησε δικηγορία στην Αθήνα. Το 1941 εκλέχθηκε έκτακτος καθηγητής Ποινικού Δικαίου στην τότε Πάντειο σχολή και το 1943 έγινε Τακτικός, ενώ τις ακαδημαϊκές περιόδους 1963-64 και 1974-75 εκλέχθηκε Πρύτανης της σχολής Διατέλεσε Νομικός Σύμβουλος του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και το 1944, όταν ο Δαμασκηνός έγινε Αντιβασιλιάς, τον διόρισε επικεφαλής γραμματέα του πολιτικού του γραφείου και πήρε μέρος ως τοποτηρητής του στη συμφωνία της Βάρκιζας. Σύμφωνα με την άποψη του ιστορικού ερευνητή Δημοσθένη Κούκουνα, όπως τη δημοσίευσε το βιβλίο του για τους οικονομικούς δοσιλόγους της περιόδου 1941-44, διαδραμάτισε ύποπτο ρόλο στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα και διατηρούσε, λόγω της Γερμανικής του παιδείας, στενές σχέσεις και φιλίες με τους εδώ Γερμανούς διπλωμάτες και στρατηγούς. Με τις σχέσεις του αυτές, σύμφωνα με το Δημοσθένη Κούκουνα, καθώς και στα τεράστια χρηματικά ποσά που διέθεσε, διέσωσε τη ζωή του γνωστού βιομηχάνου επίπλων Ελευθέριου Σαρίδη, μετά από ταξίδι που πραγματοποίησε στο Βερολίνο.

To 1945 διορίστηκε υφυπουργός και γενικός διοικητής Επτανήσου και από τις 18 Νοεμβρίου 1951 έως τις 20 Δεκεμβρίου 1951, διορίστηκε γενικός διοικητής Δωδεκανήσου. Το Νοέμβριο του 1957, έγινε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ελληνοαμερικανικής Ενώσεως, μαζί του ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Ξενοφών Ζολώτας, ο Ηλίας Βενέζης και ο Νικόλαος Λούρος, η οποία ιδρύθηκε προκειμένου να ανταποκριθεί στην ανάγκη ανάπτυξης και ενδυνάμωσης των δεσμών των δύο χωρών. Εκλέχθηκε από τη Γενική Συνέλευση των μελών και από το Μάρτιο του 1958, συμμετείχε ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενώσεως και ήταν ένας από τους πέντε Έλληνες, και τέσσερις Αμερικανούς, που εκλέχθηκαν σ' αυτό [2]. Στις αρχές του 1966 ανέλαβε Πρόεδρος και στις 3 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου προέδρευσε για πρώτη φορά στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, [Ε.Ο.Τ.]. Tον ίδιο χρόνο με το Ψήφισμα της 4ης Μαρτίου 1966 ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Ρόδου και παράλληλα του δόθηκε το μετάλλιο της πόλεως [3]. Στη διάρκεια του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Σπύρο Μαρκεζίνη, τον οποίο προειδοποίησε ότι «θα σας ανατρέψει ο Ιωαννίδης» και τον προέτρεψε να ενημερώσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Σχέσεις με Αριστοτέλη Ωνάση

Υπήρξε στενός φίλος, μυστικός σύμβουλος και διαπρεπής συνεργάτης του Αριστοτέλη Ωνάση. Διατέλεσε πρόεδρος από το 1966-70, του εκτελεστικού συμβουλίου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ενώ ήταν ο εκτελεστής της διαθήκης του Αριστοτέλη Ωνάση. Μετά το θάνατο του Ωνάση, συνέβαλε στην ίδρυση και οργάνωση του κοινωφελούς ιδρύματος «Αλέξανδρος Ωνάσης», καθώς και στην παγκόσμια αναγνώριση, απήχηση και κύρος των βραβείων του Ιδρύματος Ωνάση, στο οποίο διατέλεσε διατέλεσε ισόβιο μέλος, αντιπρόεδρος και πρόεδρος [4] του Διοικητικού Συμβουλίου, όταν, το Δεκέμβριο του 1988, διαδέχθηκε την Χριστίνα Ωνάση μετά τον θάνατό της. Υπήρξε, επίσης, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού [5] και προκειμένου ν' αναλάβει, παραιτήθηκε από το ίδρυμα Ωνάση, λόγω του ασυμβίβαστου.

Μεταπολίτευση

Επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, του απονεμήθηκε ο τίτλος του πρέσβη εκ προσωπικοτήτων, ήταν ο πρώτος που εγκαινίασε αυτόν τον θεσμό, και πρωτοστάτησε στην ανάπτυξη και δημιουργία σχέσεων της Ελλάδος με τις Αραβικές χώρες. Το 1977 διορίστηκε πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής του Επιμελητηρίου Αναπτύξεως και Οικονομικής Συνεργασίας της Ελλάδος με τις Αραβικές χώρες καθώς και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνικού Μεσογειακού Κέντρου Αραβικών και Ισλαμικών Σπουδών. Διατέλεσε από το 1978 έως το 1985, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, [Μ.Ι.Ε.Τ.] [6]. Το 1978 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας Πανεπιστημίου του Β. Μίτσιγκαν και το 1989 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα του ποινικού δικαίου [7].

Τον Μάρτιο του 1992, μαζί με τους Οδυσσέα Ελύτη, Αριστόβουλο Μάνεση, Μελίνα Μερκούρη, Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ και Δημήτρη Τσάτσο, συνυπέγραψαν ανοιχτή επιστολή, η οποία περιλάμβανε τη φράση «Για μας η ψυχή μας είναι το όνομά μας», προς την προεδρία της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ζητώντας να μην αναγνωριστεί σαν Μακεδονία το «κρατίδιο των Σκοπίων» [8]. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1993 διορίστηκε έως τις 13 Νοεμβρίου 1993, υπηρεσιακός υπουργός εσωτερικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Τιμήθηκε με πολλά μετάλλια, μεταξύ τους το 1987, με το χρυσό μετάλλιο του Παντείου Πανεπιστημίου.

Παραπομπές