Ιωάννης Τσιγάντες

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γιάννης Σβορώνος-Τσιγάντες Έλληνας ανώτερος αξιωματικός του στρατού Ξηράς με το βαθμό του Ταγματάρχου, απότακτος για το αποτυχημένο Βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, αρχηγός της αντιστασιακής οργανώσεως «Μίδας 614», γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1897 στην παραδουνάβια πόλη Τούλτσα [σημερινή Τουλτσέα, κοντά στην Βράιλα] της Ρουμανίας και σκοτώθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1943 από τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής στο κρησφύγετο του επί της οδού Πατησίων 86 στην Αθήνα. Τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών με φροντίδα της Αστυνομίας και προσωπικά του Άγγελου Έβερτ, τότε αστυνομικού διευθυντή Αθηνών.

Ήταν παντρεμένος με τη Χρύσα αδελφή της Νίκης Ψαρρού, συζύγου του συνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρρού, με την οποία είχαν αποκτήσει μία κόρη.

Ιωάννης Τσιγάντες
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1η Δεκεμβρίου 1897
Τόπος: Τούλτσα, Βράιλα (Ρουμανία)
Θάνατος: 14 Ιανουαρίου 1943
Τόπος: Αθήνα (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Ταγματάρχης ΠΖ (ε.α.),
Εθνικός αγωνιστής.

Βιογραφικό

Ο Ιωάννης ήταν δευτερότοκος γιος του Γεράσιμου Σβορώνου–Τσιγάντε από το χωριό Σβορωνάτα Κάτω Λειβαθούς του Νομού Κεφαλλονιάς και της Ευγενίας Αντύπα-Τσιγάντε, ενώ ήταν αδελφός του Χριστοδούλου Τσιγάντε κι είχαν ένα μικρότερο αδελφό το Γεώργιο Τσιγάντε. Ο πατέρας τους είχε εγκατασταθεί στην παραδουνάβια Ρουμανία, κοντά στο εμπορικό κέντρο της γνωστής πόλης Βραϊλα, και η κύρια ασχολία του ήταν οι ποτάμιες μεταφορές με ιδιόκτητο πλωτό μέσο. Στο τέλος της δεκαετίας του 1900, σοβαρή ασθένεια του Γεράσιμου Σβορώνου-Τσιγάντε τον ανάγκασε να εγκαταλείψει, μαζί με την οικογένεια του, τη Ρουμανία και να επιστρέψει στην Κεφαλλονιά, όπου λίγο αργότερα πέθανε. Ο Γεώργιος Τσιγάντες, επέστρεψε στη Ρουμανία και ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Στρατιωτική δράση

Ο Ιωάννης τέλειωσε το γυμνάσιο στην Κεφαλλονιά και το 1914 ή το 1915, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως φοιτητής της Χημείας, όμως το 1917 διέκοψε τη φοίτηση του και αμέσως μετά εισήλθε στο Στρατιωτικό Σχολείο Ευελπίδων μετά απ΄το πετυχημένες εξετάσεις. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου εντάχθηκε στον Προπαρασκευαστικό Λόχο Ευελπίδων και τον επόμενο χρόνο στο Σχολείο, απ' όπου αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1920, πρώτος μεταξύ 55 συμμαθητών του ως Ανθυπολοχαγός Πεζικού. Συμμετείχε στην Μικρασιατική Εκστρατεία, στην οποία πήρε μέρος ο αδελφός και η μητέρα του ως εθελόντρια αδελφή-νοσοκόμος. Τοποθετήθηκε στο 4ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους, το οποίο από την 24η Δεκεμβρίου 1920 μετονομάστηκε σε 22ο Σύνταγμα Πεζικού της VIIης Μεραρχίας (πρώην Μεραρχία Αρχιπελάγους), κι έλαβε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού μέχρι τον Αύγουστο του 1922 και την κατάρρευση του Μετώπου.

Το Μάρτιο του 1921 και κατά την προέλαση του συντάγματος του τραυματίστηκε με επτά τραύματα) στην αιματηρή μάχη της Κοβαλίτσας, ενώ ενάμιση μήνα πριν τη σύμπτυξη της Ελληνικής Στρατιάς από την περιοχή του Σαγγάριου ποταμού, αποσπάσθηκε στην μαχόμενη VIIη Μεραρχία. Την 1η Σεπτεμβρίου 1922, έφτασε στη Χίο, μετά την κατάρρευση του Μετώπου και την οπισθοχώρηση των Ελληνικών δυνάμεων. Στις αρχές του 1932 όταν στην εξουσία ήταν κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της «Ελληνικής Στρατιωτικής Οργανώσεως» [«Ε.Σ.Ο.»], η οποία ιδρύθηκε από νέους αξιωματικούς κυρίως των Τάξεων 1920, 1921 και 1922, η οποία «...φιλοδοξούσε να αναμορφώσει το στρατό, μεταβάλλοντας τον σε αυτόνομη οργάνωση επίλεκτων, ανεξαρτητοποιημένη από την πολιτική....».

Μετά την επιστροφή του από τη Μικρά Ασία και ως τις αρχές Μαρτίου του 1935 υπηρέτησε σε Μονάδες και Επιτελεία, στο 50ο Σύνταγμα Πεζικού, στο Υπουργείο Στρατιωτικών ως Υπασπιστής Υπουργού, στο Γ' Σώμα Στρατού, στην Προεδρία της Δημοκρατίας, στην Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών, στο 22ο Σύνταγμα Πεζικού, από το 1929 έως το 1932 στο Γενικό Επιτελείο Στρατού ως Επιτελής του 2ου Γραφείου και από το 1933 έως το Κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935 στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων ως Διοικητής Λόχου Μαθητών. Φοίτησε στη Σχολή Εφαρμογής Πεζικού από τον Οκτώβριο του 1932 έως τον Απρίλιο του 1933, από την οποία εξήλθε πρώτος και το 1934 πέτυχε, ως Λοχαγός, στις εξετάσεις της Ανωτέρας Σχολής Πολέμου, χωρίς τελικά να φοιτήσει.

Απόταξη-Φυλάκιση-Καθαίρεση

Συμμετείχε στο αποτυχημένο Βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 και τη νύχτα της 2ας προς 3ης Μαρτίου του 1935, διέφυγε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και κινήθηκε προς το Πέραμα Πειραιά, όπου συνελήφθη από τον διοικητή του σταθμού χωροφυλακής Πυριτιδοποιείου Κουτσοχέρα και προφυλακίστηκε. Στις 31 Μαρτίου 1935, μαζί με τον αντισυνταγματάρχη αδελφό του και τους, συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη και αντισυνταγματάρχη Στεφανάκο, δικάστηκε και καταδικάστηκε από Έκτακτο Στρατοδικείο σε «..ισόβια δεσμά» για εσχάτη προδοσία. Στις 2 Απριλίου του 1935, καθαιρέθηκε, δημόσια, με αφαίρεση των επωμίδων και των εθνοσήμων, στο χώρο των στρατώνων Πεζικού, στο Γουδί, στο σημερινό Πάρκο της Ελευθερίας. Κρατήθηκε εννέα μήνες στις φυλακές της Αίγινας και αφού αποφυλακίστηκε, στη συνέχεια, εξορίστηκε στα Κύθηρα. Μετά την παλινόρθωση της Βασιλευομένης δημοκρατίας του χορηγήθηκε αμνηστία, όμως όταν άρχισε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940, επιστρατεύτηκε με το βαθμό του οπλίτου όπως και ο αδερφός του. Τον Απρίλιο του 1941, έζησε την κατάληψη των Αθηνών από τους Γερμανούς παρακολουθώντας από το δώμα του τετραώροφου σπιτιού του, στην οδό Ζαλοκώστα.

Στη διάρκεια της Κατοχής διέφυγε στην Τουρκία, όπου κρατήθηκε για τέσσερις μήνες σε στρατόπεδο στη Νίγδη. Στα τέλη του 1941, έπειτα από βρετανικές πιέσεις, απελευθερώθηκε, για να φτάσει στη Χάιφα της Παλαιστίνης στις 26 Φεβρουαρίου και τελικά στο Κάιρο στην Αίγυπτο. Στις 17 Ιουνίου 1942 η κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού που είχε μετακινηθεί στην Κρήτη κι έπειτα από πρόταση του διαδόχου Παύλου τον ανακάλεσε, μαζί με τον αδελφό του Χριστόδουλο, στην ενεργό υπηρεσία και ταυτόχρονα προβιβάστηκε αναδρομικά στο βαθμό του Ταγματάρχη, ενώ εντάχθηκε στους συνεργάτες των Αγγλικών μυστικών υπηρεσιών [«ΜΟ4»], με σκοπό την οργάνωση αντιστάσεως.

Χρονικό αποστολής

Στις 5 Ιουνίου 1942 το Βρετανικό Στρατηγείο στη Μέση Ανατολή και προσωπικά ο ναύαρχος Χένρι Χάργουντ, αρχηγός του βρετανικού στόλου της Μεσογείου, με επιστολή του στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, υπουργό Στρατιωτικών της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου, να φροντίσει για την αποστολή μιας ομάδας Ελλήνων σαμποτέρ από την Αίγυπτο στην κατεχόμενη Ελλάδα. Ο Κανελλόπουλος, ο οποίος είχε φύγει από την Ελλάδα μετά τη κατάκτηση της από τους Γερμανούς, ήταν σε επαφή με τον Επαμεινώνδα Τσέλλο, επικεφαλής της αντιστασιακής οργανώσεως «Προμηθεύς ΙΙ», τον οποίο διέταξε να προβεί σε γενικευμένες δολιοφθορές, με στόχο την καθυστέρηση ανεφοδιασμού των δυνάμεων του Άξονα στη Βόρεια Αφρική, όπου οι Σύμμαχοι αντιμετώπιζαν τι δυνάμεις του Ρόμελ, καθώς και τον αποκλεισμό της διώρυγας της Κορίνθου, δράση που δεν επετεύχθη. Μετά την αποτυχία της επιχειρήσεως αποφασίστηκε η οργάνωση δωδεκαμελούς αποστολής [1] με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Τσιγάντε, στην οποία συμμετείχαν οι Μιλτιάδης ή Αριστείδης Γιαννακόπουλος, ο Λοχαγός Πεζικού Παναγιώτης Ρογκάκος, ο ανθυπίλαρχος Βασίλειος ή Μίκης Ζακυνθινός, ο ανθυπολοχαγός Φώτης Μανωλόπουλος, ο ανθυπασπιστής Δημήτριος Γυφτόπουλος, ο ανθυπασπιστής Σπύρος Κώτσης, ο σμηνίτης ασυρματιστής Κωνσταντίνος Ρούσος και ο σμηνίτης ασυρματιστής Ιωάννης Μωραϊτης, ο ασυρματιστής Θεόδωρος Λιάκος και οι Ματθαίος Ανδρόνικος και Αφεντάριος ή Μαράκης Μαρασλής. Η αποστολή θα επιδίωκε τον αποκλεισμό της διώρυγας, τη συλλογή και τη διαβίβαση πληροφοριών, καθώς και την ίδρυση συμβουλίου που θα συντόνιζε αλλά και θα φρόντιζε για τη συγκρότηση ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα, ενώ ο Τσιγάντες θα αναλάμβανε ρόλο εκπροσώπου της εξόριστης κυβερνήσεως.

Προκειμένου να δικαιολογηθεί η απουσία του από τη Μέση Ανατολή, ο Κανελλόπουλος εξέδωσε μια διαταγή με την οποία τον μετέθετε ως στρατιωτικό ακόλουθο στην Τεχεράνη. Η αποστολή αναχώρησε για την Βηρυτό και στη συνέχεια με το αγγλικό υποβρύχιο «Πρωτεύς» και υλικό βάρους 2 περίπου τόνων, εκρηκτικά, ασυρμάτους, και όπλα καθώς και 12.000 χρυσές λίρες Αγγλίας, τη νύχτα της 1ης Αυγούστου 1942, αποβιβάστηκαν στην ακτή Κότρωνα της Μάνης στην Πελοπόννησο. Αρχικά έκρυψαν τα εφόδια τους και παρέμειναν στην περιοχή για δέκα περίπου ημέρες, ενώ στη συνέχεια με βενζινοκίνητο σκάφος και ένα ιστιοφόρο αναχώρησαν στις 11 Αυγούστου 1942, για τον Πειραιά. Ο Τσιγάντες έφτασε στην Αθήνα στις 15 Αυγούστου και αρχικά φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Δημήτριου Ψαρρού, αξιωματικού και ιδρυτή της ΕΚΚΑ, του οποίου ήταν σύγαμπρος και στα τέλη Αυγούστου εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι στην οδό Μεταξά στα Εξάρχεια κι έδωσε προτεραιότητα στην ανάπτυξη της οργανώσεως «Μίδας 614» και για το λόγο αυτό άρχισε επαφές με πολιτικούς χώρους και αντιστασιακές οργανώσεις. Επεδίωξε τη δημιουργία ενόπλων ανταρτικών ομάδων, ως αντίβαρο στις κομμουνιστικές οργανώσεις του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ το οποίο, εκείνη την εποχή, μονοπωλούσε ετσιθελικά την εθνική αντίσταση, στην περιοχή Θεσσαλίας και Δυτικής Μακεδονίας, υπό τον Στέφανο Σαράφη, στον Ταΰγετο υπό τον Συνταγματάρχη Γιαννακόπουλο, στον Παρνασσό υπό τον Δημήτριο Ψαρρό, στην Ήπειρο υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα, στη Χαλκιδική υπό τους Χρυσοχόου και Σφέτσο, στην Κρήτη και τέλος στη Μακεδονία και στη Θράκη.

Μετά την άφιξη και εγκατάσταση του στην Αθήνα ο τότε αστυνομικός διευθυντής Άγγελος Έβερτ τον εφοδίασε με πλαστή ταυτότητα υπαστυνόμου με το όνομα Αντωνιάδης, ενώ ο Τσιγάντες έστειλε στο Κάιρο έκθεση-ύμνο για τη δράση του Έβερτ την οποία συμπεριέλαβε σε βιβλίο του ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ο Τσιγάντες είχε συγκροτήσει ένα Συντονιστικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, η πρώτη συνεδρίαση του οποίου είχε προγραμματισθεί για την 15η Ιανουαρίου, την επόμενη ημέρα από το θάνατό του. Σύμφωνα με όσα γράφει ο Χρήστος Ζαλοκώστας σε έργο του για την περίοδο της κατοχής ο Τσιγάντες είχε κινήσει υποψίες σε αντιστασιακούς κύκλους της Ελλάδος διότι μιλούσε περί ουδέτερου κινήματος, μη χρωματισμένου εναντίον του Βασιλέως Γεωργίου. Ταυτόχρονα δεν λάμβανε μέτρα προστασίας και θεωρούσαν ότι η αποστολή του αποτελούσε κίνδυνο να αποκαλυφθούν οι αντιστασιακές δράσεις, ενώ ήταν προκλητικός ο τρόπος που οι συνεργάτες του διαχειρίζονταν τα χρηματικά ποσά που είχε φέρει μαζί του. Συχνά διέμενε στο σπίτι της οικογένειας Αβαταγγέλουστην οδό Καλλιδρομίου, στην οδό Φερρών 7 στο σπίτι της Ουρανίας Κυριακίδου, στο σπίτι του Χρήστου Αγγελινού, της Καίτης Κουσουράκη στην οδό Μάχης Κοδράτου 17, στο σπίτι του Πάνου Προεστόπουλου στην οδό Αχαρνών 268, αλλά και στην οδό Ψαρρών 7 και Πατησίων 86.

Το τέλος του

Επιτοίχια στήλη Τσιγάντε

Στην Αθήνα διατηρούσε ερωτική σχέση με την Μαλού ή Αναμπέλ, μία Ελβετίδα υπήκοο στο σπίτι της οποίας στην οδό Αλωπεκής 2 στο Κολωνάκι, διανυκτέρευε συχνά. Το πρωί της 14ης Ιανουαρίου 1943, στο τηλεφωνικό κέντρο του φρουραρχείου, έγινε ένα τηλεφώνημα από μια γυναίκα, η οποία ανέφερε πως, σε υπόγειο της οδού Πατησίων 86, πλησίον της ΑΣΟΕΕ, στο κέντρο των Αθηνών, βρισκόταν κρυμμένος ένας Βρετανός ταγματάρχης. Στο ανώνυμο τηλεφώνημα απάντησε ο Έλληνας ιταλομαθής χωροφύλακας Γαλάτης και το επιβεβαίωσε ο Ιταλός λοχαγός της αντικατασκοπίας Πιτσίτολα, δικηγόρος και δημοσιογράφος ως πολίτης, ο οποίος διαβίβασε την πληροφορία στο τμήμα καραμπινιέρων της οδού 3ης Σεπτεμβρίου. Οι Ιταλοί αφού περικύκλωσαν την πολυκατοικία, έστειλαν μια ομάδα πέντε ανδρών στο υπόγειο της οδού Πατησίων 86, όπου βρήκαν τον Τσιγάντε και τους ανθυπίλαρχο Ζακυνθινό και συνταγματάρχη Μαλασπίνα.

Ο Τσιγάντες, έδιωξε τους δύο συνεργάτες του οι οποίοι, αφού ελέγχθηκαν από τους Ιταλούς αφέθηκαν ελεύθεροι και ο ίδιος άρχισε να καίει τα έγγραφα του αρχείου του. Στη συνέχεια βγήκε στο διάδρομο κι αφού επέδειξε την ταυτότητα του υπαστυνόμου της Αστυνομίας Πόλεων, πέρασε χωρίς πρόβλημα τον έλεγχο των Ιταλών, καθώς η ταυτότητά του δεν κίνησε υποψίες, όμως είχε αφήσει ανοικτή την πόρτα ανοικτή και ο καπνός έγινε αντιληπτός από τους καραμπινιέρους. Στη συμπλοκή που ακολούθησε κατόρθωσε να σκοτώσει δύο και να τραυματίσει τρεις καραμπινιέρους, πριν βρει το θάνατο στις 13.30’, καθώς δέχθηκε δύο σφαίρες στην κοιλιά και μία στο κεφάλι. Μεταφέρθηκε στο Α' Βοηθειών όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του κι έγινε η τυπική αναγνώρισε της σορού του, ενώ η αστυνομία παρέλαβε το νεκρό για να φροντίσει την ταφή του. Ενάμισι μήνα αργότερα εξαρθρώθηκε ολόκληρη η ομάδα ασυρματιστών του, ενώ από το σύνολο των χρημάτων βρέθηκαν μόνο 800 λίρες, που παραδόθηκαν για φύλαξη από τον ανθυπασπιστή Δημήτριο Γυφτόπουλο, που είχε έρθει με τον Τσιγάντε από τη Μέση Ανατολή και ήταν ένας από τους στενότερους συνεργάτες του, στον Ευάγγελο Μανδρούλια, γνωστό ως «Αλεξανδρινό». Ένα μήνα αργότερα και με το αιτιολογικό «...Έπεσεν μαχόμενος εις συμπλοκήν μετά Ιταλικής δυνάμεως...» προβιβάστηκε επ' Ανδραγαθία στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη από την Ελληνική Κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής.

Το μυστήριο της καταδόσεως του

Η ταυτότητα της γυναίκας που τον κατέδωσε παραμένει άλυτο μυστήριο. Το θάνατο του επιδίωξαν τα στελέχη του Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και είναι χαρακτηριστικό δημοσίευμα της εποχής για τον Τσιγάντε, «....Το Γενάρη σκοτώθη στην Αθήνα ο αξιωματικός Τσιγάντες. Αυτός δουλεύοντας για λογαριασμό της κυβέρνησης του Λονδίνου ήρθε δύο φορές στην Αθήνα φέρνοντας λεφτά τα οποία διέθεσε για το ΕΑΜ. Την τρίτη φορά που ήρθε συνδέθηκε με σακαράκες και τους έδωσε άφθονο χρήμα να οργανώσουν ομάδες αντάρτικες με διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο από εκείνο που έχει το ΕΑΜ. Οι αγωνιστές μας που πιστεύουν απόλυτα στην αρχή του αθανάτου μας Λένιν “όλα τα μέσα για το σκοπό” δεν δίστασαν να τον πληρώσουν όπως έπρεπε. Τη στιγμή όμως που εκτελεστικό απόσπασμα από αγωνιστές πήγαινε να τιμωρήσει τον εθνικό αυτό προδότη βρήκε καραμπινιέρους στο σπίτι του που τον είχαν σκοτώσει σε συμπλοκή....».

Το 1953, σε συνεδρίαση του εκτάκτου στρατοδικείου Αθηνών που δίκαζε μια ομάδα στελεχών του ΚΚΕ για κατασκοπεία, μεταξύ τους ο μετέπειτα γραμματέας του κόμματος, Χαρίλαος Φλωράκης, ο Κώστας Λουλές, ο Λεωνίδας Τζεφρώνης και ο συγγραφέας Περικλής Ροδάκης, ο τελευταίος απευθύνθηκε στον μάρτυρα κατηγορίας αξιωματικό της αστυνομίας ο οποίος κατέθετε και τον κατηγόρησε λέγοντας του, «...Έχεις το θράσος να μας αποκαλείς προδότες; Εσύ δεν πρόδωσες τον Τσιγάντε για τις λίρες και η γυναίκα που τηλεφώνησε στους Ιταλούς δεν είναι τώρα η σύζυγός σου;...»

Τιμητικές διακρίσεις

Τιμήθηκε με τα Πολεμικά Μετάλλια με τα

  • Πολεμικός Σταυρός Γ' Τάξεως, με δύο διαμνημονεύσεις,
  • Πολεμικός Σταυρός Β' Τάξεως,
  • Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Δ' Τάξεως.

Το 1984 τοποθετήθηκε αναμνηστική πλάκα στην είσοδο του κτιρίου όπου ήταν το κρησφύγετο του. Μαρμάρινη προτομή του έχει τοποθετηθεί στη διασταύρωση των οδών Αλεξάνδρας και Πατησίων στην Πλατεία Αιγύπτου στην Αθήνα [2], ενώ το όνομα του έχει δοθεί σε πέντε δρόμους, στην Αθήνα, στο Δήμο Παπάγου, στην Καλλιθέα, στο Βόλο καθώς και στο Αργοστόλι.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Βιβλιογραφία

  • «Ο αινιγματικός θάνατος του Γιάννη Τσιγάντε», Περιοδικό «Εικονογραφημένη Ιστορία», τεύχος 533ο, Νοέμβριος 2014
  • «Αρχεία Εθνικής Αντίστασης (1941-1944), Αντιστασιακές Οργανώσεις Εσωτερικού, Τόμος 7/6 Έγγραφα 51-59», Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού

Παραπομπές

  1. «Μίδας 614», Φ.Ε.Κ. 40 Τεύχος Αον της 27ης Φεβρουαρίου 1953]
  2. Ιωάννης Τσιγάντες Γλυπτά της Αθήνας