Στέφανος Σαράφης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Στέφανος Σαράφης [1], Έλληνας μαρξιστής και αντιμοναρχικός απότακτος αξιωματικός, γνωστός ως ο «Αχυρένιος Συνταγματάρχης», που σύμφωνα με τον Γεώργιο Καρτάλη ανακηρύχθηκε «δι’ εμπτυσμού» «αρχιστράτηγος» του αυτοαποκαλούμενου «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος» στον οποίο διαδραμάτισε διακοσμητικό ρόλο και λειτούργησε ως υποχείριο και μαριονέττα της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., που συναίνεσε στον ακρωτηριασμό της Ελλάδος και στην παραχώρηση της Μακεδονίας στους Σλάβους, πολιτικός που διατέλεσε βουλευτής και γραμματέας του κόμματος «Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά», γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1890 στο χωριό Μαλακάσι του νομού Τρικάλων στη Θεσσαλία και φονεύθηκε την Παρασκευή 31 Μαΐου 1957 λίγο μετά το μεσημέρι, συνεπεία θανάσιμου τραυματισμού του που προκλήθηκε από τροχαίο δυστύχημα στην παραλιακή λεωφόρο στο ύψος του Αλίμου Αττικής. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στις 11:30 το πρωί της Κυριακής 2 Ιουνίου από τον Μητροπολιτικό ναό Αθηνών, χοροστατούντος του Αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου (Θέμελη), αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η ταφή του Σαράφη έγινε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών και στη σορό του δεν αποδόθηκαν στρατιωτικές τιμές.

Ήταν παντρεμένος με την Μάριον Σαράφη-Πάσκοου, Αγγλικής καταγωγής αρχαιολόγο [2], με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Lee Sarafis.

Στέφανος Σαράφης

Βιογραφία

Ο παππούς του Στέφανου ήταν αργυραμοιβός (σαράφης) και ο πατέρας του, ο Γεώργιος Σαράφης, ήταν έμπορος στην πόλη των Τρικάλων, ενώ είχε δύο μικρότερα αδέλφια, τον Ευριπίδη και τον Αθανάσιο Σαράφη. Εξάδελφος του ήταν ο Ταγματάρχης (ΠΒ) Στέφανος Ζούκας που καταδικάστηκε για το κίνημα σε βάρος του Στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου. Το 1907 ο Στέφανος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Τρικάλων και το Φθινόπωρο του ίδιου χρόνου εισήλθε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Το 1910, τριτοετής φοιτητής, εγκατέλειψε τις σπουδές του, επέστρεψε στα Τρίκαλα, όπου εργάστηκε για λίγο διάστημα ως βοηθός ενός συμβολαιογράφου της πόλεως και αργότερα κατατάχθηκε, εθελοντικά και για βιοποριστικούς λόγους, στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων, με το βαθμό του Λοχία τριετούς θητείας. Λοχαγός του, τότε, ήταν ο Αλέξανδρος Οθωναίος με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλική σχέση. Ο Σαράφης, με το βαθμό του Λοχία, συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους και με το βαθμό του Ανθυπασπιστού πήρε μέρος στην κατάληψη της Θεσσαλονίκης, επιχείρηση για την οποία γράφει στο βιβλίο του «Ιστορικές αναμνήσεις»: «...Στις 24 (σ.σ. Οκτωβρίου) το βράδυ περάσαμε τον Αξιό με σχεδίες, που είχε κάνει το Μηχανικό λίγο βορειότερα, από τη σιδηροδρομική γέφυρα, όπου περνούσε άλλο τμήμα. Με τις σχεδίες αργήσαμε πολύ να περάσουμε το ποτάμι. Κάθε τμήμα που περνούσε προχωρούσε να καταλάβει θέσεις γιατί το πρωί επρόκειτο ν’ αρχίσει η μάχη της Θεσσαλονίκης...», ενώ πολέμησε και στη Μάχη του Σαρανταπόρου. Μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων φοίτησε στη Σχολή Υπαξιωματικών από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπασπιστού και λίγο αργότερα προήχθη σε ανθυπολοχαγό.

Περίοδος 1915-34

Όταν εκδηλώθηκε στη Θεσσαλονίκη το κίνημα της «Δημοκρατικής Άμυνας» του Βενιζέλου, οι κινηματίες ανακοίνωσαν την υποχρεωτική επιστράτευση Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων της Μακεδονίας, ενώ άρχισαν να ενισχύονται από αξιωματικούς και στρατιώτες, που υπηρετούσαν στη Θεσσαλία. Στις 2 Οκτωβρίου του 1916 ο Σαράφης και άλλοι πέντε αξιωματικοί του 5ου Συντάγματος Πεζικού που είχε έδρα τα Τρίκαλα Θεσσαλίας προσχώρησαν στο κίνημα. Παράλληλα με επιστολή τους δημοσιοποίησαν [3] την απόφαση τους και εξήγησαν τους κατά τη γνώμη τους λόγους που τους οδήγησαν στην λήψη της. Εναντίον του Σαράφη και των υπολοίπων αξιωματικών που τον ακολούθησαν, εκτοξεύθηκαν κατηγορίες για δωροληψία και παράλληλα κινήθηκε εναντίον τους κι ένα απόσπασμα 50 ανδρών [4] του Συντάγματος με επικεφαλής τον Υπολοχαγό Κοτίνη. Το απόσπασμα εισήλθε στην περιοχή που ήλεγχαν τα Γαλλικά στρατεύματα και συνέλαβε τον Σαράφη κοντά στο χωριό Κάλιανη, έξω από την Κοζάνη. Οι Αμυνίτες πολιτοφύλακες της Κοζάνης, που έσπευσαν να τους απελευθερώσουν, έδωσαν μάχη χωρίς αποτέλεσμα στο Χρώμιο και οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν και φυλακίστηκαν αρχικά στα Γρεβενά και στη συνέχεια στο Καστράκι, απ’ όπου απελευθερώθηκαν μετά από πενήντα ημέρες κι αφού προηγουμένως υπέβαλλαν τις παραιτήσεις τους.

Ο Σαράφης μετά την απελευθέρωση του μετέβη στη Θεσσαλονίκη, όπου τέθηκε στην υπηρεσία των κινηματιών με το βαθμό του Υπολοχαγού, ενώ το 1917 ονομάστηκε κατ’ εκλογή Λοχαγός, και το 1918, μετά την επικράτηση του Κινήματος, τοποθετήθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Το 1919, με το βαθμό του Λοχαγού, συμμετείχε στη Μικρασιατική εκστρατεία. Σε βιβλίο του [5] περιγράφει πως όταν κόπηκαν οι τηλεφωνικές γραμμές της μονάδας του, συνέλαβε και ξυλοφόρτωσε παραδειγματικά «κάμποσους Τούρκους χωριάτες» που «ήταν ξαπλωμένοι και λιάζονταν σε μια πλαγιά» εκεί κοντά, διευκρινίζει δε πως, όχι μόνο δεν ξανάγινε σαμποτάζ, αλλά οι κάτοικοι του γειτονικού χωριού «ώρισαν και φύλακες της γραμμής». Με το βαθμό του Ταγματάρχη συμμετείχε στο επιτελείο της Μεραρχίας Κυδωνιών [Αϊβαλί], με μέραρχο τον Αλέξανδρο Οθωναίο και τον Νοέμβριο του 1920, αμέσως μετά την εκλογική ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου, απομακρύνθηκε από το μέτωπο της Μικράς Ασίας και τοποθετήθηκε, αρχικώς, στην Καλαμάτα και στη συνέχεια στο Γύθειο.

Ο Σαράφης επανήλθε στο στράτευμα μετά το Στρατιωτικό Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 υπό τους Νικόλαο Πλαστήρα, Στυλιανό Γονατά και Δημήτριο Φωκά. Ο Σαράφης μετείχε, ως ηγετικό στέλεχος, της παρανόμου συνωμοτικής οργανώσεως «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» [6]. Το 1923, με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, συνέβαλε στην καταστολή του Στρατιωτικού κινήματος των Γεωργίου Λεοναρδόπουλου-Παναγιώτη Γαργαλίδη και Γεωργίου Ζήρα. Ο Σαράφης πληροφορήθηκε για το κίνημα εκ παραδρομής, μέσω κάποιου Αξιωματικού που εκμυστηρεύτηκε τα της επικείμενης εκρήξεως λίγες ώρες πριν από την έκρηξη του στο Σαράφη, ο οποίος ειδοποίησε όλους τους συναδέλφους του «Συνδέσμου των Αδιαλλάκτων», προσκαλώντας και τον απόστρατο Στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη. Το 1924, ο Σαράφης στάλθηκε στη Σχολή Πολέμου στη Γαλλία για μετεκπαίδευση, απ’ όπου επέστρεψε και θήτευσε ως Υποδιοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, όπου οι Ευέλπιδες τον είχαν βαφτίσει «Καλαμαριά» γιατί τους ρωτούσε μονίμως αν είναι καθαρή και γεμάτη μελάνι η «καλαμαριά» τους.

Την περίοδο 1925-26 ο Σαράφης φοίτησε στην Ελληνική Σχολή Πολέμου. Το 1930 προήχθη σε Συνταγματάρχη και αποδεχόμενος την πρόταση του Υπουργού Αεροπορίας, Αλέξανδρου Ζάννα, ανέλαβε καθήκοντα Αρχηγού της νεοσύστατης Πολεμικής Αεροπορίας, μετά την άρνηση των Ευριπίδη Μπακιρτζή και Κωνσταντίνου Βεντήρη. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως Στρατιωτικός ακόλουθος στην Ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι, όμως το 1933, ανακλήθηκε από την κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, καθώς διαπιστώθηκε ότι διατηρούσε επαφές με τους Ελευθέριο Βενιζέλο, Νικόλαο Πλαστήρα και άλλους Βενιζελικούς πολιτικούς και παράγοντες. Ο Σαράφης μετείχε ως ηγετικό στέλεχος στην «Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση», στην οποία αργότερα ανέλαβε και αρχηγός [7].

Περίοδος 1935-40

Το 1935, ο Σαράφης συμμετείχε στο Βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 κι ήταν μέλος της τριμελούς διευθυντικής επιτροπής του, μαζί με τους Αλέξανδρο Ζάννα, πρώην υπουργό της Αεροπορίας, και τον πλοίαρχο Ανδρέα Κολιαλέξη. Ο Σαράφης μαζί με τους αντισυνταγματάρχες Χριστόδουλο Τσιγάντε και Ι. Στεφανάκο, και τους Λοχαγούς Οδυσσέα Παπαμαντέλο και Οικονόμου κ.ά., κατέλαβε το Πρότυπο Σύνταγμα Ευζώνων στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη. Μετά την αποτυχία του κινήματος συνελήφθη και κρατήθηκε πρώτα στις φυλακές Αβέρωφ και μετά σ' αυτές της Αίγινας. Στις 18 Μαρτίου 1935 άρχισε ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών [8], που συνήλθε στη Σχολή της Χωροφυλακής, η δίκη του Σαράφη και των υπόλοιπων 27 αξιωματικών που κατηγορούνταν για τα γεγονότα του Προτύπου και της Σχολής Ευελπίδων. Η δίκη διήρκησε 13 ημέρες και στις 31 Μαρτίου ο Σαράφης καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και στρατιωτική καθαίρεση, μαζί με τους αντισυνταγματάρχες Χριστόδουλο Τσιγάντε και Ι. Στεφανάκο. Η Στρατιωτική καθαίρεση του [9] εκτελέστηκε στις 2 Απριλίου 1935 στο χώρο των τότε Στρατώνων Πεζικού στα Ιλίσια, σημερινή περιοχή Πάρκου Ελευθερίας και Μεγάρου Μουσικής. Ο Σαράφης αμνηστεύτηκε μετά το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου και την παλινόρθωση της Βασιλείας στην Ελλάδα με τη γενική αμνηστία που έδωσε ο Βασιλιάς Γεώργιος Β' το Δεκέμβριο του 1935, οπότε ο Σαράφης επανήλθε στο στράτευμα με το βαθμό του Συνταγματάρχη, τον οποίο κατείχε πριν την καθαίρεση του. Τον Σεπτέμβριο του 1937 συνελήφθη για τη συμμετοχή του στην απόπειρα κινήματος εκείνου του χρόνου και εκτοπίστηκε στο χωριό Αδάμαντας της νήσου Μήλου, ενώ με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου η κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά απέρριψε αίτηση του να συμμετάσχει στον πόλεμο.

Περίοδος Κατοχής

Τον Ιούλιο του 1941 στη Νεάπολη [Εξάρχεια] Αθηνών, ο Σαράφης είχε την πρώτη του καταγεγραμμένη επαφή με το Κ.Κ.Ε., όταν συναντήθηκε με το ηγετικό κομμουνιστικό στέλεχος Λευτέρη Αποστόλου, ενώ στα μέσα του Οκτωβρίου του 1941, μαζί με τον Ευριπίδη Μπακιρτζή, συναντήθηκαν με τον συνάδελφο τους Κωνσταντίνο Βεντήρη στο σπίτι του υπέργηρου Αντιστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Μανέττα και συμφώνησαν για μελλοντική από κοινού «αντιστασιακή» δράση. Λίγες ημέρες αργότερα επίκειτο συνάντηση τους με τον Ηλία Τσιριμώκο, αλλά λόγω προβλήματος από πλευράς του Μπακιρτζή η συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε. Ωστόσο, στις αρχές Δεκεμβρίου έλαβαν χώρα συναντήσεις στο σπίτι του δικηγόρου Σεφεριάδη, πατέρα του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, στο Κολωνάκι, μεταξύ Σαράφη, Μπακιρτζή, του δικηγόρου Γιάννη Κορδάτου, του πλοίαρχου Τζαννή Βαλασσάκη, του αντιπλοίαρχου Αθανάσιου Ζάγκα, του καθηγητή Σκλαβούνου της Πολυτεχνικής Σχολής και του Δημήτριου Ψαρρού. Κατά τον Σαράφη, οι παρευρισκόμενοι συμφώνησαν για τη συγκρότηση πολιτικοστρατιωτικής οργανώσεως κομμουνιστικού χαρακτήρα, με την ονομασία «Δημοκρατική Σοσιαλιστική Οργάνωση», καθώς κατέληξαν στο συμπέρασμα πως εξαιτίας της τροπής που είχαν λάβει τα πράγματα, τα Ελληνικά συμφέροντα επέβαλαν τη δημιουργία φιλορωσικού κλίματος.

Ο Σαράφης, από κοινού με άλλους στρατιωτικούς, συγκρότησε την αντιστασιακή «Οργάνωση 3Α» («Αγών Απελευθερώσεως, Αναγεννήσεως») [10]. Κύριος στόχος της ήταν η αποτροπή της επανόδου στην Ελλάδα του Βασιλιά Γεωργίου Β', ενώ η αντίσταση κατά των Γερμανών ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Ο επικεφαλής της ο κομμουνιστής αξιωματικός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης [11], που αργότερα έγινε μέλος της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ. Ο Σαράφης τον Ιανουάριο του 1942 συνελήφθη από τους Ιταλούς, όπως και τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου όταν τον συνέλαβαν προληπτικά και κρατήθηκε για δύο μήνες στις φυλακές «Αβέρωφ», ως ύποπτος συγκροτήσεως αντιστασιακών ομάδων, όμως αφέθηκε ελεύθερος, καθώς δεν προέκυψαν ενοχοποιητικά στοιχεία σε βάρος του. Σε συνάντηση του, περί το τέλος Ιουνίου 1942, στο χωριό Πιαλεία Τρικάλων µε τον απότακτο Ταγματάρχη Πεζικού Γεώργιο Κωστόπουλο, ο Σαράφης «εκάκιζε κατά κόρον την εμφάνισιν ενόπλων ως πρόωρον» και μάλιστα, αν ο Κωστόπουλος τον είχε ειδοποιήσει «προηγουμένως περί τούτου», ο Σαράφης τον συμβούλεψε να μη βγάλει ακόμη αντάρτικο [12]. Στις 13 Αυγούστου 1942 αφίχθηκε στην Ελλάδα από τη Μέση ανατολή ο αξιωματικός Ιωάννης Τσιγάντες, ο οποίος κατά μαρτυρία του Σαράφη [13], μετακινούνταν με το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο του Άγγελου Έβερτ, τότε Αστυνομικού Διευθυντή των Αθηνών. Ο Τσιγάντες επεδίωξε την δημιουργία ενόπλων ανταρτικών ομάδων, εις την περιοχή Θεσσαλίας και Δυτικής Μακεδονίας, υπό τον Σαράφη. Ο Αστυνόμος Α' Σπύρος Κώτσης περιγράφει τα της συναντήσεως του Τσιγάντε μετά του Σαράφη: «...Ο Τσιγάντες επί δίμηνο περίπου από της αφίξεώς του εκ. Μ. Α. επεδίωκε συνάντηση μετά του Συνταγματάρχου Στεφάνου Σαράφη, την οποίαν ούτος απέφευγε, παρά τους δεσμούς και την φιλία που τους συνέδεε. ..{...}. Ο Σαράφης, ο οποίος εκινείτο προς δημιουργία πάνδημης κρατικής πολιτικοστρατιωτικής οργανώσεως, χωρίς ν’ αποκλείει την συνεργασία με το Ε.Α.Μ-, δικαιολογούσε την άρνηση του, επειδή χαρακτήριζε τον Τσιγάντε ως πουλημένο εις τους Άγγλους και την Ελεύθερον Ελληνική Κυβέρνηση... {...}... Τελικά ο Τσιγάντες ενήμερος των κινήσεων και επιδιώξεων του Σαράφη, οι οποίες δυσχέραιναν το έργον του, απογοητευθείς εκ της επιμόνου αρνήσεως του προς συνάντηση, κατάστρωσε σχέδιο, με αποτέλεσμα να πραγματοποίηση συνάντηση μετ' αυτού, βοηθούμενος υπό του συγγάμβρου του Δημ. Ψαρρού. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 1942, ο Τσιγάντες αφού τελείωσε τις συναντήσεις μετά των συνεργατών του, εις την επί της οδού Μεταξά 16 (Εξάρχεια) κατοικία του ζεύγους Ρέππα, παρεκάλεσε τον Ζακυνθινό (Βασ, Ζακυνθινός, έφεδρος Ανθυπίλαρχος) και εμένα όπως τον συνοδεύσουμε μέχρι του κήπου του Μουσείου, όπου είχε -όπως μας είπε- μιαν σπουδαία συνάντηση, χωρίς να μας κατονομάσει με ποιόν…. {…}… Ο Ψαρρός είχε προετοιμάσει εν αγνοία του Σαράφη την συνάντηση, την οποίαν παρουσίασε ως τυχαία. Έκτοτε ο Σαράφης επεσκέφθη κατ' επανάληψιν τον Τσιγάντε και προσπαθούσαν να βρουν τρόπον συνεργασίας. ...{...}. Εις επιμονή του Τσιγάντε και παροτρύνσεις των Δ. Ψαρρού και Γ. Αγγελίδη (σ.σ. Γεώργιος Αγγελίδης, Συνταγματάρχης Χωροφυλακής), όπως μεταβεί εις Θεσσαλία προς προετοιμασία του αγώνος, ο Σαράφης επιφυλάχθηκε να απάντηση, ζήτησε δε πίστωση χρόνου, ίνα επικοινωνήσει μετά των συνεργατών του και ζητήσει την γνώμη ορισμένων πολιτικών. Εάν ούτοι συμφωνούσαν, θα εδέχετο να μεταβεί εις Θεσσαλία, προς συγκρότηση ανταρτικού Σώματος. με την διαφορά ότι δεν θα ανεγνώριζε την Κυβέρνηση Εξωτερικού και τον Βασιλέα και θα εκτελούσε μόνον τις διαταγές του Συμ. Στρατηγείου Μ.Α.» [14]. Τον Νοέμβριο του 1942, ο Σαράφης είχε διαδοχικές συναντήσεις με τον Λευτέρη Αποστόλου εκπρόσωπο της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. στο Ε.Α.Μ., με τον οποίο διαπραγματεύτηκε την προσχώρηση του εις το Ε.Α.Μ. Αι διαπραγματεύσεις δεν είχαν θετική κατάληξη, επειδή, όπως γράφει ο Σαράφης [15] συνάντησε πολιτικούς και στρατιωτικούς μετά των οποίων συνδεότανε, πλην όμως: «βρήκε από όλους άρνηση». Για την συνάντηση Αποστόλου μετά των Ευριπίδη Μπακιρτζή και Σαράφη, ο Πέτρος Ρούσος γράφει: «...Αργά το καλοκαίρι έγινε συνάντηση αντιπροσώπου του Κ.Κ.Ε. με τον Συνταγματάρχη Μπακιρτζή και με τον Συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη, άλλον απότακτο του Βενιζελικού κινήματος του 1935. Και από την πλευρά των δύο εκείνων γνωστών και ικανών αξιωματικών δεν βγήκε τίποτα το πρακτικό...» [16].

Μετάβαση στη Θεσσαλία

Ο Γεώργιος Αγγελίδης -κατόπιν εντολής του Τσιγάντε- εφοδίασε τον Σαράφη με ιματισμό, υπόδηση και άλλα, καθώς και με ένα σεβαστό χρηματικό ποσόν, το οποίον με την αξία των ειδών ιματισμού ανήρχετο εις 500-525 χρυσές λίρες Αγγλίας, έτσι στις αρχές Ιανουαρίου του 1943 ο Σαράφης αναχώρησε από την Αθήνα για τη Θεσσαλία με αυτοκίνητο της εταιρείας κατασκευών του Μιχαήλ Αβέρωφ, αδελφού του Ευάγγελου Αβέρωφ, η οποία συνεργάζονταν με τα Γερμανικά στρατεύματα, έχοντας εξασφαλίσει ειδική άδεια, που έφερε την υπογραφή του Αναστασίου Ταβουλάρη [17], του κατοχικού υπουργού Δημοσίας τάξεως. Η μετάβαση του Σαράφη στη Θεσσαλία είχε τη σύμφωνη γνώμη των Θεόδωρου Πάγκαλου και Στυλιανού Γονατά. Η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. η οποία γνώριζε την μέθοδο της μετακινήσεως του Σαράφη, βρήκε την ευκαιρία να τον κατηγορήσει για συνεργασία με τις Αρχές κατοχής και ως πράκτορα των Ιταλών και των Γερμανών. Στη Θεσσαλία ο Σαράφης συναντήθηκε με τον Γεώργιο Κωστόπουλο [18] ο οποίος αρχικά είχε συμπλεύσει με τον Ε.Λ.Α.Σ., όμως διαφώνησε με τους εκπροσώπους του και διέλυσε το τμήμα του, δημιουργώντας τον Οκτώβριο του 1942 την αντάρτικη οργάνωση Ε.Σ.Α.Π. («Ελληνικός Στρατός Απελευθερωτικής Προσπάθειας»), στην περιοχή της Μονής Δουσίκου της κοινότητος Αγίου Βησσαρίωνος βορείως του χωριού Πύλη Τρικάλων, όπου ήταν η έδρα της ομάδος του [19].

Ο Σαράφης στις 3 Φεβρουαρίου 1943, είχε προηγηθεί ο θάνατος του Ιωάννη Τσιγάντε μετά τον οποίο ο Σαράφης διέκοψε κάθε επαφή με το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, αναχώρησε για την Δυτική Ελλάδα, πάντα με τη βοήθεια του Μιχαήλ Αβέρωφ [20] [21], συνοδευόμενος από τον κομμουνιστή εφέδρο Υπολοχαγό Ιωάννη Κατσαντώνη, συγγενή και υπασπιστή του Γεωργίου Κωστοπούλου, προκειμένου να συναντήσει τον αρχηγό του Ε.Δ.Ε.Σ. Ναπολέοντα Ζέρβα. Ο Σαράφης, μετά από πορεία τριών ημερών, έφθασε, με τον συνοδό του, στο συνοικισμό «Ξωμερή» της κοινότητος Χαλκιοπούλων Βάλτου στο νομό Αιτωλοακαρνανίας, όπου δεν συνάντησε τον Ζέρβα, όμως συναντήθηκε και συζήτησε με τον Κομνηνό Πυρομάγλου και γνώρισε τον Αρχηγό της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής, Έντυ Μάγιερς. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Ιωάννου, στενό συνεργάτη του Ζέρβα που παραβρισκόταν στη συνάντηση και ήταν υπεύθυνος της Γραμματείας του αρχηγείου του ΕΔΕΣ, «...Μίλησαν σχεδόν δυο ώρες μόνοι. Όταν βγήκε ο Σαράφης τον ρώτησα -αφού του εξήγησα πως ενεργούσαμε- εάν θέλει να γίνει και τυπικά μέλος του ΕΔΕΣ. Μου απήντησε ναι. Έτσι έγινε η τυπική ορκωμοσία και υπέγραψε το πρωτόκολλο εντάξεως ενώ του δόθηκαν τα σήματα αναγνωρίσεως του ΕΔΕΣ...». Την επόμενη ημέρα ο Σαράφης συναντήθηκε στο Αυλάκι Βάλτου με τους Ναπολέοντα Ζέρβα, Κομνηνό Πυρομάγλου και Έντυ Μάγιερς και τους ανέπτυξε σχέδιο για ένωση των ανταρτικών ομάδων σε γεωγραφικές ζώνες επιρροής. Πιο συγκεκριμένα, η περιοχή της Ηπείρου θα παρέμενε στον Ναπολέοντα Ζέρβα, ο Σαράφης θα αναλάμβανε τη Θεσσαλία, και ο Δημήτριος Ψαρρός τη Ρούμελη, ενώ σε περίπτωση αρνήσεως της κομμουνιστικής ηγεσίας του ΕΛΑΣ, θα έπρεπε αυτή ν΄ απομονωθεί και ν΄ αφομοιωθεί η πλειονότητα των ανταρτών της στις επιμέρους ομάδες. Ο Σαράφης είχε τη γνώμη, όπως την κατέγραψε ο Ζέρβας στις 5 Φεβρουαρίου 1943, πως, αν το σχέδιο τους ευοδωνόταν, «τότε το ΕΑΜ θα σβήση» [22].

Σύλληψη του Σαράφη από τον ΕΛΑΣ

Ο Σαράφης επιστρέφοντας στην Θεσσαλία, μια εβδομάδα μετά την συνάντηση του με τον Ζέρβα, πληροφορήθηκε τον αφοπλισμό δύο υποομάδων του Κωστόπουλου από τον «καπετάνιο Κόζιακα», [Λοχίας Θωμάς Πάλλας], του ΕΛΑΣ. Ο Γεώργιος Λούκας, στέλεχος της ομάδος Κωστοπούλου, γράφει ότι ο Σαράφης, επιστρέφοντας κατά τις αρχές Φεβρουαρίου 1943 στη Θεσσαλία, μετά του κομμουνιστή εφέδρου Υπολοχαγού Ιωάννου Κατσαντώνη, αμέσως μετά την συνάντηση του με τον Ναπολέοντα Ζέρβα, αντικατέστησε στα χωριά Μοσχόφυτο και Μεσοχώρα Τρικάλων, που ήταν υπό την επιρροή του Κωστόπουλου, τις Επιτροπέςς Εθνικού Αγώνος με άλλες που ήταν υπό τον έλεγχο του Ε.Α.Μ. [23]. Στα τέλη του Φεβρουαρίου 1943 ο Ταγματάρχης Κωστόπουλος με 150 άνδρες του και με τη συνοδεία του Σαράφη μετέβη στο χωριό Ξυλοπάροικο Τρικάλων, κοντά στο όρος Κόζιακας ή Κερκέτι, όπου συναντήθηκε με τον «καπετάν Κόζιακα» από τον οποίο ζήτησε να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και οι αδικαιολόγητες επιθέσεις, όμως από τη συνάντηση τους δεν προέκυψε θετικό αποτέλεσμα, ενώ δυο ημέρες αργότερα ο καπετάνιος του Ε.Λ.Α.Σ. Νικηταράς (Κωνσταντίνος Β. Καφαντάρης, από το χωριό Βούνεσι) συλλαμβάνει τον Ταγματάρχη Αντωνόπουλο [24] που προσπαθούσε να στρατολογήσει μέλη για την ολιγομελή ομάδα του. Ο Κωστόπουλος εξοργισμένος, για τον αφοπλισμό των δικών υποομάδων αλλά και τη σύλληψη του προσωπικού του φίλου, Ταγματάρχη Αντωνόπουλο, έσπευσε στο χωριό Βουνέσι Καρδίτσας (Μορφοβούνι). Εκεί συναντήθηκε με τον Κόζιακα την 1η Μαρτίου 1943, και λόγω της προχωρημένης ώρας οι συνομιλίες διακόπηκαν για την επόμενη μέρα, λόγος για τον οποίο παρεκάλεσε -τους συμμορίτες του ΕΛΑΣ- να μεριμνήσουν δια την εξεύρεση καταλυμάτων προς ανάπαυση των ανδρών του, παρά τις εύλογες αντιρρήσεις του Αρχισμηνία Νικολάου Κωστορίζου και του Λοχαγού Θ. Καραμπέκου. Οι άνδρες του Κωστόπουλου διασκορπίστηκαν ενώ οι Σαράφης, Κωστόπουλος, ο Λοχαγός Θ. Καραμπέκος, ο Ανθυπασπιστής Νικόλαος Χονδρός και ο Αρχισμηνίας Νικόλαος Κωστορίζος κατέλυσαν στο σπίτι του Ταγματάρχη Θεοδοσίου Κυριαζή. Αργά το ίδιο βράδυ, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, υπό τον Μπουκουβάλα ή Δημήτριο Τάσο, εισήλθαν αιφνιδιαστικά στα καταλύματα και τους συνέλαβαν στη διάρκεια του ύπνου τους [25].

Ο Δημήτριος Γυφτόπουλος, μέλος της οργανώσεως «Μίδας 614», γράφει για τον αφοπλισμό του Σαράφη και της Ομάδος Κωστοπούλου: «...Στο Κάιρο συναντήθηκα με τον Κωστόπουλο και μου είπε τα εξής σχετικώς με τον αφοπλισμό της μονάδος του από τον Ε.Λ.Α.Σ.: "Το βράδυ φάγαμε και οι άνδρες μου αποσύρθηκαν να κοιμηθούν, αφού σχημάτισαν πυραμίδες με τα όπλα τους. Οι καπεταναίοι του Ε.Λ.Α.Σ. τη νύχτα ξύπνησαν τους δικούς τους αντάρτες, μας πήρανε τα όπλα και το πρωί μας δήλωσαν ότι είμαστε αιχμάλωτοι...» [26]. Από το Βούνεσι οι αιχμάλωτοι δεμένοι σε σειρά από το λαιμό, μετήχθησαν στο χωριό Νεράιδα του νομού Καρδίτσας και ακολούθως με επικεφαλής τον Σαράφη, τους περιέφεραν πεζούς, υπό τους προπηλακισμούς και τους εμπτυσμούς των κομμουνιστών ανταρτών και των εγκαθέτων των τοπικών κομματικών κομμουνιστικών οργανώσεων, δια μέσου των χωριών Μεσενικόλας, Καστανέα Ιτάμου, Γιαννουσαίϊκα, Καροπλαίσιον, Νεράϊδα ή Σπινιάδα, Μολόχα και Ρεντίνα, του νομού Καρδίτσας ως και των χωριών Πλατύστομο και Σπερχειάδα, όπου στις 11 Μαρτίου οι Σαράφης-Κωστόπουλος οδηγήθηκαν στο εκεί αρχηγείο του ΕΛΑΣ, ενώ ο Αρχισμηνίας Κωστορίζος (πρώην μέλος του Ε.Λ.Α.Σ.) με 3 συντρόφους του παραπέμφθηκαν σε δίκη, καταδικάστηκαν σε θάνατο, από «λαϊκό δικαστήριο», κι εκτελέστηκαν. Το Ε.Α.Μ. επιτέθηκε εναντίον των Σαράφη-Κωστόπουλου [27] με χαρακτηρισμούς όπως «προδότες του αγωνιζόμενου λαού» και «υπηρέτες των συμφερόντων των κατακτητών». Η Εφημερίδα «Φωνή του Ε.Α.Μ», όργανο της επαρχιακής επιτροπής του Ε.Α.Μ. Καρδίτσας, δημοσίευσε στις 29 Μαρτίου 1943 κείμενο με τίτλο: «Φως στην καταχθόνια δράση των προδοτών του αγωνιζόμενου λαού Σαράφη, Κωστόπουλου, Σαράντη και Σία». Η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» αναφερόμενη στη σύλληψη του Σαράφη γράφει ότι ο Ε.Λ.Α.Σ. συνέλαβε «...τους γνωστούς πράκτορες της καραμπινιερίας Σαράφη και Κωστόπουλο».

Για το Ε.Α.Μ. ο Σαράφης, που λόγω της φήμης του στο κίνημα του 1935 μπορούσε να εξελιχθεί σε επικίνδυνο αντίπαλο, αποτελεί εχθρό και χαρακτηρίζεται προδότης, μόνο για την παράταση της άδειας κυκλοφορίας την οποία είχε λάβει από τις Ιταλικές αρχές κατοχής, καθώς διατηρούσε στενή επαφή με τον Λοχαγό Πυροβολικού Θεόδωρο Σαράντη, κατοχικό νομάρχη Τρικάλων. Μετά την εκτέλεση του Κωστορίζου και των συντρόφων του, οι επιζώντες αιχμάλωτοι συνέχισαν την πορεία τους και μέσω των χωριών Άνω Καλλιθέα, Δίλοφο ή Μπούφλιανη και Κολοκυθιά Βαρδουσίων, του νομού Φωκίδος, κοντά στα όρια του με τον [[Νόμος νομό Αιτωλοακαρνανίας, έφτασαν στις αρχές Απριλίου, στο Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ Ρούμελης. Στη διάρκεια της κρατήσεως τους ο συνταγματάρχης Σαράφης, ο ταγματάρχης Γεώργιος Κωστόπουλος, ο λοχαγός Θωμάς Καραμπέκος και ο ανθυπασπιστής Νικόλαος Χονδρός, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το δίλημμα, ή να ενταχθούν στον ΕΛΑΣ ή να εκτελεστούν. Ο Άγγλος ταξίαρχος Έντυ Μάγιερς που πληροφορήθηκε τον αφοπλισμό τους μετέβη την 7η Μαρτίου στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ για να ζητήσει την απελευθέρωση των αξιωματικών και λοιπών ανταρτών, ενώ ο Σαράφης παρέμενε φυλακισμένος υπό εξευτελιστικές συνθήκες. Γράφει ο Σαράφης για την αιχμαλωσία του: «...Έτσι πήγαιναν τα πράγματα όταν κατά τις 23 Φλεβάρη ο Κωστόπουλος πήρε ένα γράμμα από τον Κόζιακα, καπετάνιο του Αρχηγείου Δυτικής Θεσσαλίας του ΕΛΑΣ... Τον αποκαλούσε «φίλε Κωστόπουλε» και ζήτησε συνάντηση για συνεννόηση και συνεργασία για το χτύπημα του κατακτητή... Την άλλη μέρα ο Κωστόπουλος πήρε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης του ... στο σύνολο 130 περίπου άνδρες και κινήσαμε» (σελίδα 79η). «Όταν φτάσαμε έτρεξε ο Κόζιακας για συνάντηση μας ... Πρώτος μίλησε - στους συγκεντρωμένους άνδρες - ο Κόζιακας και ανάπτυξε το πρόγραμμα του ΕΑΜ. Ύστερα μίλησε ο Κωστοπουλος για το σκοπό της οργάνωσης του... »(σελίδα 80η). «...Κινήσαμε για το Φανάρι. Εκεί βρήκαμε ένα τμήμα του ΕΛΑΣ... Όταν έφυγαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ κάλεσα τον Κωστόπουλο και του είπα: «Δεν μ αρέσουν αυτές οι κινήσεις γύρω μας. Που πας; Δεν βλέπεις πως αποφεύγουν την συνάντηση και στο μεταξύ συμπληρώνουν τις κινήσεις τους για να σε βάλουν στη μέση;» (σελίδα 82η). «Ο Κωστόπουλος προχώρησε μόνος του, συναντήθηκε με τον αρχηγό των Ελασιτών Νικηταρά...τον παρεκάλεσε να φροντίσει για τα καταλύματα των ανδρών και την ασφάλεια με δικούς του άνδρες γιατί οι δικοί του ήταν κουρασμένοι. Έμεινα σκεπτικός με τα λόγια του. Παραδίνονταν στη διάθεση τους»!! ... «Κατά τις 3 το πρωί χτυπούσαν την εξωτερική πόρτα... Πριν καλά - καλά σηκωθούμε βρέθηκαν στο δωμάτιο μας οπλισμένοι άνδρες με τον Νικηταρά και μας κάλεσαν να τους ακολουθήσουμε, χωρίς αντίσταση, γιατί θα χρησιμοποιούσαν όπλα...Μας έδεσαν τα χέρια και μας πήγαν στο διπλανό χωριό Μεσενικόλα...Στις 2 του Μάρτη με συνοδεία μια ομάδα του ΕΛΑΣ κινήσαμε για την Κατανιά Ιτάμου... Την άλλη μέρα πήγαμε στο Καροπλέσι (σελίδα 83η) κατόπιν στο χωριό Νεράιδα (Σπινιάσα) ο καπετάνιος τους Διάκος, πρώην ζωοκλέπτης, έκφραζε την απορία του πως εμείς ξεχνάμε το καθήκον μας προς το λαό... Την άλλη μέρα μας οδήγησαν στη Μολόχα... Το πρωί πριν ξεκινήσουμε μας έδεσαν δύο-δύο...Ύστερα από εξάωρη κουραστική και υπό τις χειρότερες συνθήκες πορεία φτάσαμε στο χωριό Ρεντίνα, όπου οι κάτοικοι μας δέχτηκαν με εχθρικές δηλώσεις και με τη λέξη «προδότες» (σελίδα 84η). «Εκεί έφτασε μια ομάδα από τα τμήματα του Άρη να μας παραλάβει που οι άνδρες της φαίνονταν περισσότερο άγρια και εχθρικά διατεθειμένοι» (σελίδα 85η) [28]. Ο Μάγιερς συνοδευόμενος από τον Θέμη Μαρίνο συνάντησε τον Κόζιακα, την νύκτα της 17ης Μαρτίου, στο χωριό Βαρυμπόπη, πλησίον της Πόρτας Τρικάλων, όπου πληροφορήθηκε ότι ο «Κώστας Καραγιώργης» είχε διατάξει την παραπομπή του Σαράφη και των άλλων αξιωματικών σε ανταρτοδικείο με την κατηγορία της συνεργασίας με τους κατακτητές. Ο Μάγιερς, πάντα με τη συνοδεία του Μαρίνου έσπευσε προς συνάντηση του Καραγιώργη, τον οποίο συνάντησε στις 24 Μαρτίου, νοτιοανατολικά και κοντά στην Καρδίτσα. Ακολούθως, στις 30 Μαρτίου, ο Μάγιερς συνάντησε στο Γαρδίκι Φθιώτιδος, τον Πολιτικό Επίτροπο (Κομισάριο) του Κ.Κ.Ε. εις τον Ε.Λ.Α.Σ. «Τάσο Λευτεριά» ή Βαγγέλη Παπαδάκη, από τον οποίο έμαθε ότι επέστρεφε ο Άρης Βελουχιώτης από την Αθήνα. Έτσι την 1η Απριλίου του 1943, ο Μάγιερς μετέβη στην Κολοκυθιά, όπου συνάντησε τον αντικαταστάτη του «Τάσου Λευτεριά», τον νέο Κομισάριο του Κ.Κ.Ε. εις τον Ε.Λ.Α.Σ., τον «Βασίλη Σαμαρινιώτη» ή Ανδρέα Τζίμα, ο οποίος τον καθησύχασε για την τύχη του Σαράφη. Στις 3 Απριλίου έφθασαν στην Κολοκυθιά, από την Αθήνα, οι Άρης Βελουχιώτης (Αθανάσιος Κλάρας), «Βασίλης Σαμαρινιώτης» (Ανδρέας Τζήμας, πρώην βουλευτής του Κ.Κ.Ε.), Ταγματάρχης Θύμιος Ζούλας (αυτός που δολοφόνησε εν ψυχρώ τον αιχμάλωτο του Ε.Λ.Α.Σ. και Αρχηγό της ανταρτικής Οργανώσεως του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων Αντισυνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό) και ο Λοχαγός Φοίβος Γρηγοριάδης, γιός του κομμουνιστή Υποστρατήγου Νεόκοσμου Γρηγοριάδη), οι οποίοι επισκέφθηκαν και συζήτησαν με τον Σαράφη.

Ο Σαράφης στο κομμουνιστικό κίνημα

Το απόγευμα της 4ης Απριλίου, ο Σαράφης, που αφηγούμενος τις συναντήσεις του ως κρατούμενος γράφει: «Η αλήθεια είναι ότι ψυχικά ήμουνα με το Ε.Α.Μ.», κι είχε ζητήσει ένα μικρό χρονικό περιθώριο για να σκεφτεί αν θα ενταχθεί στον Ε.Λ.Α.Σ., ανέφερε στον Έντυ Μάγιερς [29] την απόφαση του να προσχωρήσει στην κομμουνιστική οργάνωση, όπως του προτάθηκε από τον Ταγματάρχη (ΜΧ) Ευθύμιο Ζούλα, τον μετέπειτα φυσικό αυτουργό της δολοφονίας του Ψαρρού. Οι υπόλοιποι κρατούμενοι αξιωματικοί αποδέχθηκαν την διαμεσολάβηση του Μάγιερς και τους δόθηκε η υπόσχεση ότι θα αφεθούν συντόμως ελεύθεροι. Ο Κωνσταντίνος Κόκκινος γράφει για την απελευθέρωση τους: «...Κατόπιν αυτού, οι Κωστόπουλος, Αντωνόπουλος και λοιποί αξιωματικοί αφέθησαν ελεύθεροι, πλην του ήρωα (του αλβανικού πολέμου) αεροπόρου Κωστορίζου. όστις εξετελέσθη κατά τρόπον απάνθρωπο, χαρακτηρισθείς ως "προδότης". Και τούτο, διότι, ενώ αρχικώς είχε ενταχθεί ούτος εις τον Ε.Λ.Α.Σ. υπό τον Άρη Βελουχιώτη, υπό τις διαταγές του οποίου μάλιστα και έδρασε ηρωικά κατά την επιχείρηση Γοργοπόταμου, απεχώρησε βραδύτερα, ενταχθείς εις την ομάδα Κωστοπούλου...» [30].

Ένταξη στο Ε.Α.Μ.

Στις 7 Απριλίου 1943 οι αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ., ανακοίνωσαν στον Σαράφη ότι είναι πλέον ελεύθερος και αυτός στις 10 Απριλίου 1943, συνοδευόμενος από τον Τζίμα, ξεκίνησε από την Κολοκυθιά για την Αθήνα. Στις 21 Απριλίου έφθασε στην Ελληνική πρωτεύουσα κι άρχισε επαφές με την Κεντρική Επιτροπή του Ε.Α.Μ., με τα μέλη του Κ.Κ.Ε., Γεώργιο Σιάντο και Γιάννη Ιωαννίδη. Παράλληλα είχε επαφές και συσκέψεις με παράγοντες των παλαιών πολιτικών κομμάτων. Ο Σαράφης συναντήθηκε μετά των φιλοκομμουνιστών, που αποτελούσαν την διοικούσα επιτροπή της οργανώσεως «Τρία Α», δηλαδή μετά του Υποστρατήγου Νεόκοσμου Γρηγοριάδη και του Λοχαγού Πολεμικής Διαθεσιμότητας και πολιτευτή του κόμματος των Αριστερών Φιλελευθέρων Σταμάτη Χατζήμπεη, με τους οποίους «αποφάσισαν» την διάλυση της οργανώσεως και την προσχώρηση όλων στον Ε.Λ.Α.Σ. Την ίδια ημέρα, σε σύσκεψη της ηγεσίας του Ε.Α.Μ. [31] με τη συμμετοχή του Σαράφη, αποφασίσθηκε η συγκρότηση Γενικού Στρατηγείου του Ε.Λ.Α.Σ., με στρατιωτικό αρχηγό τον Σαράφη, καπετάνιο τον Θανάση Κλάρα ή Άρη Βελουχιώτη και πολιτικό εκπρόσωπο του Ε.Α.Μ. τον Αντρέα Τζίμα ή «Βασίλη Σαμαρηνιώτη» ή «Εύμαιο», ενώ ο απόστρατος υποστράτηγος Νεόκοσμος Γρηγοριάδης ή «Λάμπρος» ανέλαβε πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Λ.Α.Σ. Στις αρχές του Ιουλίου 1944 διορίσθηκε Επιτελάρχης της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Λ.Α.Σ. ο, επίσης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. Αντιστράτηγος Πτολεμαίος Σαρηγιάννης ή «Αίας».

Προκήρυξη Σαράφη

Ο Σαράφης, δεσμεύθηκε στα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε., να συντάξει και υπογράψει ιδιόχειρο προκήρυξη, με την οποία δήλωσε την προσχώρηση του στον Ε.Λ.Α.Σ. Ο Σαράφης συνέταξε, σε άπταιστη καθαρεύουσα, την προκήρυξη του προς τους πολιτικούς και αξιωματικούς που δεν είχαν ενταχθεί ακόμα σε αντιστασιακές οργανώσεις τους κάλεσε να πλαισιώσουν τον Ε.Λ.Α.Σ. Η προκήρυξη του, η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Ε.Α.Μ., «Ελεύθερη Ελλάδα», στις 19 Μαΐου του 1943, δηλαδή έξι ημέρες μετά την πρώτη δολοφονική επίθεση και αναίτια διάλυση υπό του Ε.Λ.Α.Σ. των Εθνικών Ομάδων Ελλήνων Ανταρτών του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων του Αντισυνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρρού, έγραφε: «Προς τον ελληνικό λαό. Είναι γνωστοί οι αγώνες μου εναντίων των δικτατορικών καθεστώτων και υπέρ της Δημοκρατίας και των λαϊκών ελευθεριών, συνέπεια των οποίων ήσαν επταετείς περίπου φυλακίσεις και εξορίαι μου. Κατά τον τελευταίον πόλεμον παρέμεινα αργός εν Αθήναις παρά την επιθυμίαν μου, ως και πολλοί άλλοι συνάδελφοί μου, καθ’ όσον ο βασιλεύς και η κυβέρνησίς του δεν είχον εμπιστοσύνην εις τα γνωστά δημοκρατικά στελέχη, ενώ είχον εμπιστοσύνη εις τα γνωστά γερμανόφιλα τοιαύτα. Επηκολούθησεν η δουλεία και προ έτους περίπου ήρχισεν αναπτυσσόμενον το αντάρτικον κίνημα. Νομίζων ότι δεν μου ήτο επιτρεπόμενον να παραμείνω άνεργος εν Αθήναις, ανεχώρησα προ τετραμήνου εις Θεσσαλίαν ίνα οργανώσω ανταρτικάς ομάδας, εχούσας αποστολήν: α) Να συμβάλλον εις την απελευθέρωσιν της χώρας από των κατακτητών εν συνεργασία μετά των συμμάχων μας και β) Να εξασφαλίσουν λαοκρατικήν λύσιν του εσωτερικού μας προβλήματος ήτοι την ελευθέραν εκδήλωσιν της γνώμης του ελληνικού λαού ως προς το πολίτευμα και τον τρόπον της διοικήσεώς του. Ο σκοπός ούτος συμπίπτει απόλυτα με τους σκοπούς της οργάνωσης του ΕΑΜ. Επί τρίμηνον περίπου περιήλθον ολόκληρον την ορεινήν περιοχήν εις ην ανεπτύχθη το ανταρτικόν κίνημα, έζησα εν μέσω του πληθυσμού και των ανταρτών, ήλθον εις προσωπικήν επαφήν μετά διαφόρων αρχηγών και εσχημάτισα την πεποίθησιν ότι μόνον η οργανωσις του ΕΑΜ πλαισιούμενη και ενισχυόμενη με τα απαραίτητα στελέχη, έχει την ικανότητα να οργανώσει τον αγώνα. Συνεπής προς τους προηγούμενους αγώνας μου και τας ως άνω πεποιθήσεις μου συμφωνώ απολύτως προς τους σκοπούς του ΕΑΜ τους οποίους εκτιμώ ως τελείως ειλικρινείς, τίθεμαι εις την διάθεσιν τούτου ίνα χρησιμοποιηθώ όπου παραστή ανάγκη δια την καλυτέραν εξυπηρέτησιν του αγώνος και κάμνω έκκλησιν προς πάντας τους Έλληνας (πολιτικούς, στρατιωτικούς, υπαλλήλους κλπ.) όπως αφήνοντες κατά μέρος τους δισταγμούς, διαφοράς, εγωισμούς και φιλοδοξίας πλαισιώσωσι τας οργανώσεις του ΕΑΜ, προσχωρούντες είτε συνεργαζόμενοι μετ’ αυτού. Δια της συγκεντρώσεως ταύτης θα δημιουργηθή το ισχυρόν εκείνο όργανον το οποίον θα συμβάλη πληρέστερον εις την απελευθέρωσιν της χώρας από των κατακτητών και την καλυτέραν εξυπηρέτησιν του ελληνικού λαού.»

Αρχηγός του ΕΛΑΣ

Την ίδια μέρα ο Σαράφης, με τη συνοδεία του Ανδρέα Τζίμα και της συζύγου του, αλλά και του Λοχαγού Κωνσταντίνου Αναργύρου, έφτασε στην Καλοσκοπή Ρούμελης, όπου τον περίμενε ο Άρης Βελουχιώτης και ανέλαβε τα καθήκοντα του. Με την προσχώρηση του στον Ε.Λ.Α.Σ. δημιουργήθηκαν Συντάγματα και Μεραρχίες. Η 13η Μεραρχία είχε έδρα το Καρπενήσι, ενώ το 36ο Σύνταγμα είχε έδρα το Γαρδίκι. Στις 6 Ιουνίου 1943, στο Λιάσκοβο (Πετρωτό) Θεσσαλίας, πραγματοποιήθηκε συνάντηση [32] των ανταρτικών οργανώσεων, του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. με τους Σαράφη και Τζίμα και του Ε.Δ.Ε.Σ. με τους Ναπολέοντα Ζέρβα και Κομνηνό Πυρομάγλου. Από τη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή συμμετείχαν ο Έντυ Μάγιερς και ο Κρις Γουντχάουζ. Μετά τη λήξη της συναντήσεως όσοι συμμετείχαν εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν, μετά από πρόταση του Μάγιερς, για να ησυχάσει ο κόσμος [33]. Το ανακοινωθέν υπέγραψαν ο Έντυ Μάγιερς, οι Ζέρβας, Πυρομάγλου, Σαράφης και Σαμαρινιώτης (Τζίμας) [34]. Η πρώτη συνεδρίαση του νεοϊδρυθέντος μικτού Γενικού Επιτελείου των Ανταρτών πραγματοποιήθηκε στο Περτούλι, στις 18 Ιουλίου, στη βίλλα, όπου διέμενε ο Μάγιερς. Ο Σαράφης και ο Άρης παραστέκονταν σαν στρατιωτικοί εκπρόσωποι του Ε.Λ.Α.Σ., ένας κομμουνιστής αντάρτης με το ψευδώνυμο «Εύμαιος», παραστέκονταν σαν πολιτικός τους σύμβουλος και αντιπρόσωπος του Ε.Α.Μ., ενώ ο συνταγματάρχης Γκικόπουλος, που αργότερα προσχώρησε στον Ε.Λ.Α.Σ., εκπροσωπούσε τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1943 στο Περτούλι, συντάχθηκε και υπογράφηκε Πρωτόκολλο για την παράδοση της Ιταλικής Μεραρχίας Πινερόλο. Το πρωτόκολλο, υπέγραψε ο Ραυτόπουλος για λογαριασμό του Ε.Δ.Ε.Σ., οι Σαράφης και Βελουχιώτης, από τον ΕΛΑΣ, ο Κρις Γουντχάουζ, από το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και από τους Ιταλούς ο στρατηγός Ινφάντε. Ο Σαράφης ξεκίνησε στις 2 Οκτωβρίου 1943 από το Περτούλι με συνοδεία 15 έφιππων ανταρτών, πέρασε από Χρυσομηλιά, διέσχισε τον Πηνειό και έφτασε στο Αγιόφυλλο. Στις 3 Οκτωβρίου το απόγευμα έφτασε στα Γρεβενά, στις 4 στο χωριό Μέγαρο, έδρα της Χ Μεραρχίας, και στις 5 στο χωριό Πεντάλοφος, έδρα της ΙΧ Μεραρχίας. Μετά από διήμερη επιθεώρηση, στις 7 έφτασε στα χωριά Αυγερινός και Λάγκα και την επομένη επέστρεψε στο Πεντάλοφο. Στις 10 άρχισε την επιστροφή του, και περνώντας πάλι από Μέγαρο, επέστρεψε το απόγευμα της 12ης Οκτωβρίου στο Περτούλι [35].

Ο Σαράφης συμμετείχε στις συναντήσεις στο Μυρόφυλλο Τρικάλων και στην Πλάκα του Άραχθου, το γεφύρι της οποίας ένωνε τα Τζουμέρκα με τον κάμπο της Άρτας και κατ’ επέκταση με την Δύση και ήταν έργο που εξυπηρετούσε τα μέγιστα τους Τζουμερκιώτες στην επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο, όπου επιδιώχθηκε το τέλος των συγκρούσεων των δυνάμεων του Ε.Δ.Ε.Σ. και του Ε.Λ.Α.Σ. Ο Ε.Λ.Α.Σ. με αντιπροσώπους του το Στέφανο Σαράφη και τον Πέτρο Ρούσο (ψευδώνυμο Νικόλας) καθώς και με τον ταγματάρχη Τόρενς της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής, που βρίσκονταν στο στρατηγείο του Ε.Λ.Α.Σ., συναντήθηκαν στο Λιάσκοβο, στις 7 Φεβρουάριου 1944, με τους εκπροσώπους του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής στην Ελλάδα, τον Γουντχάουζ και τον Ουάινς της Αμερικανικής Αποστολής. Ο Γουντχάουζ ρώτησε τον Σαράφη πώς ο Ε.Λ.Α.Σ. αντιλαμβανόταν τον ενιαίο στρατό. Ο Σαράφης πρότεινε τη διάλυση του Ε.Λ.Α.Σ., Ε.Δ.Ε.Σ. και της Ε.Κ.Κ.Α. και το σχηματισμό ενός ενιαίου αντάρτικου στρατού με επικεφαλής έναν αρχιστράτηγο. Ακόμη πρότεινε να διευρυνθεί το Γενικό Στρατηγείο του Ε.Λ.Α.Σ., που διέθετε την πλειοψηφία των ανταρτών και εξέφρασε την άποψη, ότι σε περιοχές που υπήρχαν περισσότερες από μια οργανώσεις, θα έπρεπε να συγχωνευθούν σε ενιαίες μονάδες με μικτή διοίκηση. Ο Γουντχάουζ απαίτησε από τον Σαράφη να μείνει η Ήπειρος και η Δυτική Στερεά υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Η πρόταση απορρίφθηκε από τον Ε.Λ.Α.Σ., γιατί ο Ζέρβας στη Δυτική Στερεά δεν είχε τμήματα, ενώ για την Ήπειρο η πρόταση έγινε αποδεκτή από τον Ε.Λ.Α.Σ., με την προϋπόθεση να τοποθετηθεί ως συνδιοικητής ένας συνταγματάρχης του Ε.Λ.Α.Σ. Ύστερα από πολλές περιπέτειες στο Μυρόφυλλο Τρικάλων, συναντήθηκαν οι τρεις οργανώσεις και η Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή στις 12 Φεβρουαρίου 1944. Από τον Ε.Δ.Ε.Σ. συμμετείχαν ο αντισυνταγματάρχης Πέτρος Νικολόπουλος, ο Κομνηνός Πυρομάγλου και γραμματέας ο υπολοχαγός Νικόλαος Βεργετής. Από τον Ε.Λ.Α.Σ. συμμετείχαν ο Στέφανος Σαράφης, Πέτρος Ρούσος και γραμματέας ο Χαράλαμπος (Μπάμπης) Κλάρας (αδελφός του Άρη Βελουχιώτη), μετέπειτα γνωστός δημοσιογράφος και συντηρητικών εφημερίδων. Από την Ε.Κ.Κ.Α. ήταν οι Δημήτριος Ψαρρός, Γεώργιος Καρτάλης και γραμματέας ο ταγματάρχης Στέφανος Δούκας. Τέλος, από το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής συμμετείχαν ο Ουάινς και ο Γουντχάουζ, που συμμετείχε και ως εκπρόσωπος της εξόριστης Ελληνικής Κυβερνήσεως.

Στις 2 Μαΐου 1944, ο Σαράφης ως εκπρόσωπος του Ε.Λ.Α.Σ., συμμετείχε στο Συνέδριο του Λιβάνου, στο λεγόμενο «Εθνικό Συνέδριο» στο ξενοδοχείο «Bois de Boulogne» του Λιβάνου. Στις 17 Μαΐου, την πρώτη ημέρα του συνεδρίου, ο Γεώργιος Παπανδρέου κατήγγειλε το Ε.Α.Μ. για τρομοκρατία με πρώτο θύμα τον Στέφανο Σαράφη και τελευταίο τον Δημήτριο Ψαρρό. Ο Γεώργιος Καρτάλης, πολιτικός αρχηγός της Ε.Κ.Κ.Α., σε μία αποστροφή του λόγου του, αναφερόμενος στον Σαράφη, είπε: «...όλοι προάγονται σε στρατηγούς δια διατάγματος, αλλά ο Σαράφης προήχθη δι΄ εμπτυσμού», υπονοώντας τις ταπεινωτικές συνθήκες προσχωρήσεως του. Το συνέδριο ολοκληρώθηκε στις 20 Μαΐου και το πρωί της 29ης του ίδιου μήνα ο Σαράφης επέστρεψε από τη Μέση Ανατολή στην Ελλάδα, ενώ στις 30 Μαΐου έφτασε στη Βίνιανη της Ευρυτανίας όπου ήταν η έδρα της Π.Ε.Ε.Α. κι αφού ενημέρωσε τα μέλη της για τις διαπραγματεύσεις στο Λίβανο, την επόμενη ημέρα κατέλυσε στο Κερασοχώρι Ευρυτανίας, στην έδρα του Γενικού Στρατηγείου του Ε.Λ.Α.Σ.

Τον Σεπτέμβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου σε συνεννόηση με τους Άγγλους προσκάλεσε στην Ιταλία τους Ναπολέοντα Ζέρβα και Στέφανο Σαράφη, ως διοικητές των αντάρτικων στρατών. Στις 19 Σεπτεμβρίου ο Σαράφης, επιβιβάστηκε σε αεροπλάνο που απογειώθηκε από το αεροδρόμιο της Νεραΐδας με προορισμό την Caserta, όπου στις 26 Σεπτεμβρίου συνυπέγραψε, παρά την αρχική του απροθυμία, τη Συμφωνία της Καζέρτα [36], στην ομώνυμη πόλη της Νοτίου Ιταλίας. Η σύσκεψη έγινε στο Συμμαχικό Στρατηγείο, υπό την προεδρία του αρχιστρατήγου Ουίλσον. Συμμετείχαν ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Άγγλος υπουργός Μακ Μίλαν, ο Σαράφης και ο Ζέρβας, οι οποίοι είχαν προαχθεί στο βαθμό του υποστρατήγου. Με τη συμφωνία αυτή προβλεπόταν σαν ανώτατη αρχή στην Ελλάδα ο στρατηγός Σκόμπυ. Ο Σαράφης γνώριζε ότι με τη συμφωνία η δύναμη του Ε.Λ.Α.Σ. κατανεμόταν με τρόπο ώστε να μην είναι υπό τις διαταγές ενός αρχηγού και πως δεν μπορούσε να δράσει στις Περιφέρειες Αθηνών, Πελοποννήσου και Θράκης, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης, και για το λόγο αυτό καμία μονάδα του Ε.Λ.Α.Σ. δεν παίρνει άδεια να στρατοπεδεύσει στην Αθήνα και την ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας. Την 1η Οκτωβρίου 1944 ο Βρετανός στρατηγός Σκόμπι δηλώνει στον Σαράφη ότι ο Άρης Βελουχιώτης δεν είναι ανεκτός από τη Βρετανική κυβέρνηση και τον διατάσσει να τον απομακρύνει το ταχύτερο από την Πελοπόννησο. Ο Σαράφης υπακούει και στις 5 Οκτωβρίου στέλνει τον συνταγματάρχη Παπασταματιάδη στην Πελοπόννησο για να αντικαταστήσει τον Βελουχιώτη. Στην περιοχή της Φλώρινας, ένα τάγμα από τα δύο τάγματα Σλαβομακεδόνων του Ε.Λ.Α.Σ. με αρχηγό τον Γκότσε αγανακτεί και δηλώνει πως δεν θα πειθαρχήσει. Στις διαταγές να συνετιστεί, αρνείται και δηλώνει ότι αποχωρεί από την Ελλάδα και πως θα περάσει τα γιουγκοσλαβικά σύνορα για να ενωθεί με τους αντάρτες του Τίτο. Το Κ.Κ.Ε. διατάσσει τον Σαράφη να επιτεθεί, ο οποίος τελικά επιβάλει με τα όπλα στους αντάρτες του Γκότσε τη συμφωνία της Καζέρτας, αφήνοντας υπόνοιες για συνεργασία του Τάγματος με τους Άγγλους.

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος

Στις 5 Νοεμβρίου 1944 ο Αλέξανδρος Οθωναίος ανέλαβε την ευθύνη για την ανασυγκρότηση των Ελληνικών ενόπλων Δυνάμεων και πρότεινε ως Επιτελάρχη του τον Στέφανο Σαράφη, όμως με την άποψη του διαφώνησε ο Σκόμπυ, ο οποίος υπέδειξε γι’ αυτή τη θέση τον στρατηγό Κωνσταντίνο Βεντήρη. Στις 22 Νοεμβρίου ο Σκόμπυ ζήτησε από τον Σαράφη να συναινέσει στην αποστρατεία του, όπως είχε αποδεχθεί ο Ζέρβας. Ο Σαράφης ζήτησε από τον Σκόμπυ να υπάρχει διαταγή της Ελληνικής κυβερνήσεως, η οποία να φέρει τις υπογραφές των υπουργών, μεταξύ τους και των εκπροσώπων του Κομμουνιστικού Κόμματος και της Π.Ε.Ε.Α., [Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης] [37]. Στα μέσα του Νοεμβρίου ο στρατηγός Σκόμπυ, σε μια συνάντησή του με τον Σαράφη, διατύπωσε ολοκάθαρα τις αγγλικές απόψεις: «...Στην αρχή που ήρθαμε ο λαός και οι αντάρτες μας δέχθηκαν πολύ καλά, ενώ τώρα υπάρχει μια ατμόσφαιρα όχι φιλική... Αν η κατάσταση αυτή εξακολουθήσει και προκύψουν προστριβές και συγκρούσεις, η κυβέρνηση της Αγγλίας θα λάβει όλα τα μέτρα για να επιβάλει το σεβασμό και έχετε υπόψη σας πως ένας αντάρτικος στρατός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ένα σύγχρονο στρατό, που διαθέτει βαριά όπλα, άρματα, αεροπορία και ναυτικό...». Ο Σκόμπυ στις 26 Νοεμβρίου προσπάθησε να πείσει τον Σαράφη, να υπογράψει διαταγή για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ. Παρών στο Στρατηγείο του Σκόμπυ, εκτός από τον Σαράφη και τους «αξιωματικούς» του Ε.Λ.Α.Σ. Εμμανουήλ Μάντακα, Ευριπίδη Μπακιρτζή, Παπασταματιάδη ήταν και ο αρχηγός του Ε.Δ.Ε.Σ. Ναπολέοντας Ζέρβα. Το κείμενο που τους παρουσίασε αναφερόταν στην άμεση αποστράτευση του Ε.Λ.Α.Σ. και του Ε.Δ.Ε.Σ. και στη συγκρότηση Εθνοφυλακής. Ο Σκόμπυ ζήτησε την άμεση υπογραφή της διαταγής για να την σκορπίσει με αεροπλάνα σε όλη την Ελλάδα. Ο Ζέρβας, αποδέχθηκε το κείμενο της διαταγής, όμως ο Σαράφης αρνήθηκε και υποστήριξε ότι: «...Ο ΕΛΑΣ είναι εθνικός στρατός και κατά συνέπεια η αποστράτευσή του δεν είναι δικό μου ζήτημα, αλλά ζήτημα της κυβέρνησης. Εγώ δεν μπορώ να σφετεριστώ ξένη εξουσία και ξένα δικαιώματα...».

Πριν το ξέσπασμα των Δεκεμβριανών, ο Σαράφης μαζί με τον Άρη Βελουχιώτη και τον επιτελάρχη του Ε.Λ.Α.Σ. Θεόδωρο Μακρίδη, ως ηγέτες του Γενικού Στρατηγείου του Ε.Λ.Α.Σ., βρίσκονταν στη Λαμία και ήταν όλοι υπέρμαχοι της συγκρούσεως με τους Άγγλους. Κατά τα Δεκεμβριανά, δεν τους επετράπη να λάβουν μέρος στις συγκρούσεις της Αθήνας, και στα τέλη του Δεκεμβρίου η ηγεσία του Ε.Α.Μ.-Κ.Κ.Ε. τους απέστειλε στην Ήπειρο με διαταγή να διαλύσουν τις εκεί δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ., εντολή που υλοποίησαν. Στις 18 Δεκεμβρίου περισσότεροι από 15.000 άνδρες του κομμουνιστικού Ε.Λ.Α.Σ., επιτέθηκαν εναντίον των δυνάμεων του Ναπολέοντα Ζέρβα και μετά από μάχες δέκα ημερών, ο Σαράφης, συνοδευόμενος από τον Άρη Βελουχιώτη [38], εισήλθε στις 28 Δεκεμβρίου στα Ιωάννινα, όπου μίλησαν από τον εξώστη του ξενοδοχείου «Ίλιον» και στις 30 του ίδιου μήνα επισκέφθηκαν την Πρέβεζα, όπου μίλησαν στους κομμουνιστές οπαδούς τους. Μετά την ήττα των συμμοριτών στα Δεκεμβριανά στην Αθήνα, ο Σαράφης μετείχε στην αντιπροσωπία του Ε.Α.Μ.-Κ.Κ.Ε. ως στρατιωτικός σύμβουλος στη Συμφωνία της Βάρκιζας, από την Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου έως και τη Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου του 1945. Τελικά, στις 16 του ίδιου μήνα, ο Στέφανος Σαράφης και ο Άρης Βελουχιώτης υπέγραψαν την ημερήσια διαταγή του Γενικού Στρατηγείου για την αποστράτευση των κομμουνιστικών συμμοριών.

Στέλεχος της ΕΔΑ / Βουλευτής

Λίγους μήνες αργότερα ο Σαράφης και 600 ακόμη «αξιωματικοί» του Ε.Λ.Α.Σ. τέθηκαν υπό αστυνομική επιτήρηση σε στρατόπεδο κοντά στην Αθήνα. Ο Σαράφης εκτοπίστηκε αρχικά στο χωριό Εύδηλος της Ικαρίας και στη συνέχεια σε Νάξο και Λήμνο, από τις 21 Σεπτεμβρίου 1946 έως το 1947, τη Σέριφο, στη 2η Ταξιαρχία στη Μακρόνησο από τις 31 Ιανουαρίου 1948, ενώ το 1950 μεταφέρθηκε στον Άγιο Ευστράτιο. Την εξορία του στον Άγιο Ευστράτιο διέκοψε η εκλογή του [39] ως βουλευτή στις 9 Σεπτεμβρίου 1951 με το ψηφοδέλτιο της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) στην Αθήνα, καθώς αν και ακυρώθηκε η εκλογή του από το Εκλογοδικείο, επιτεύχθηκε η απελευθέρωση του.

Τον Νοέμβριο του 1951 ανακαλύφθηκε η κρύπτη των στελεχών του Κ.Κ.Ε. στο σπίτι του Νικόλαου Βαβούδη στην Καλλιθέα, όπου βρέθηκαν ασύρματοι επικοινωνίας καθώς και σήματα με εντολές της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος από το εξωτερικό τα οποία έπρεπε να διαβιβαστούν στην ηγεσία της Ε.Δ.Α. Στο σήμα της 29ης Σεπτεμβρίου 1951 η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. αναφέρει: «..Μόλις αφεθούν βουλευτές, διεύθυνση εφημερίδας (σ.σ. πρόκειται περί της εφημερίδος «Δημοκρατική») και της Ε.Δ.Α. πρέπει να μπουν και Σαράφης, Γαβριηλίδης, Τσόχας. Οι ίδιοι θα είναι και για την κοινοβουλευτική ομάδα υπεύθυνοι», εντολή που επαναλαμβάνεται στα σήματα της 2ας, 6ης Οκτωβρίου και 11ης Νοεμβρίου 1951. Τον Νοέμβριο του 1952 η ηγεσία του παράνομου Κ.Κ.Ε. κατήγγειλε την στάση του Σαράφη, για τη στάση του στη διεξαγωγή της δίκης του Νίκου Μπελογιάννη. Συγκεκριμένα, στις 22:30' της 11ης Μαρτίου 1952 ο ραδιοσταθμός του Κ.Κ.Ε. στην ειδική εκπομπή «Φροντιστήριο των αγωνιστών», σε ομιλία υπό τον τίτλο: «Ο Λαός κινητοποιείται και παλεύει για να σώσει τον Μπελογιάννη» κατάγγειλε τον Σαράφη για «φυγομαχία» καθώς, παρά τις δηλώσεις του, δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί τον Μπελογιάννη. Ο Σαράφης έγινε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της Ε.Δ.Α. και οργανωτικός γραμματέας, ιδιότητα με την οποία συναντήθηκε, το πρωί της 5ης Μαρτίου 1953, με τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπάγο και του υπέβαλλε αίτημα να σταματήσουν οι διώξεις σε βάρος των «αγωνιστών» της κομμουνιστικής Αριστεράς. Ο Σαράφης συμμετείχε στο 1ο Γενικό Συμβούλιο της Ε.Δ.Α. το 1955 και στη νέα Διοικούσα Επιτροπή ως γραμματέας της. Τον Φεβρουάριο του 1956 εξελέγη βουλευτής του νομού Λαρίσης με το ψηφοδέλτιο της Ε.Δ.Α., ενώ στην Α' Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Ε.Δ.Α. τον ίδιο χρόνο εκλέχθηκε τακτικό μέλος του Γενικού Συμβουλίου και της γραμματείας του. Τον Οκτώβριο του 1957 ο Σαράφης, που ήταν ήδη μέλος του παράνομου Κ.Κ.Ε., ψηφίστηκε από τη 2η Ολομέλεια, αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, όμως η απόφαση δεν επικυρώθηκε.

Το τέλος του Σαράφη

Την Παρασκευή 31 Μαΐου του 1957, στις 13.40', στην παραλιακή λεωφόρο στον Άλιμο, μια πράσινη ανοιχτή «Μπουίκ Κόβερτιμπλ», με αριθμό ΞΑ 1941, παρέσυρε τον Σαράφη και τη σύζυγο του Μάριον, που λίγο νωρίτερα είχαν ξεκινήσει από το σπίτι τους στην οδό Χρυσοστόμου Σμύρνης 6, το μικρό δρομάκι που βρίσκεται απέναντι από τα Λουτρά Αλίμου, με προορισμό την κοντινή παραλία. Οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο 22χρονος Ιταλοαμερικανός ιπτάμενος υποσμηνίας Μάριο Μουζάλι, (Mario Musilli), που υπηρετούσε στην 22η Μοίρα Διαβιβάσεων της Αμερικανικής αεροπορικής βάσεως του Ελληνικού. Ο Μουζάλι κατάφερε να σταματήσει το αυτοκίνητο αρκετά μέτρα μακριά από το ατύχημα με το καπό παραμορφωμένο από τη σύγκρουση. Αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος ήταν ο τροχονόμος Μικράκης που βρισκόταν στη διασταύρωση της Λεωφόρου Ποσειδώνος με την οδό Γερουλάνου, καθώς και η Καλλιόπη Κυριακοπούλου, υπάλληλος περιπτέρου στην παραλιακή λεωφόρο. Στο αυτοκίνητο του δράστη, που ερευνήθηκε από όργανα της Τροχαίας Καλαμακίου αλλά και της Αμερικανικής στρατονομίας, βρέθηκαν δύο μπουκάλια μπύρας -το ένα ήταν γεμάτο-, γεγονός που καθιστούσε πιθανό το ενδεχόμενο να οδηγούσε μεθυσμένος.

Ο Σαράφης και η σύζυγος του μεταφέρθηκαν με ιδιωτικό αυτοκίνητο σε νοσοκομείο της Λεωφόρου Συγγρού. Στις 14.40' με 14.45' ο Σαράφης εξέπνευσε στην κλινική «Κυανούς Σταυρός», όπου είχε μεταφερθεί σε κατάσταση αφασίας, ενώ η σύζυγος του μεταφέρθηκε με ένα σπασμένο πόδι στο Γενικό Κρατικό και στη συνέχεια στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού. Στη διάρκεια της μεταφοράς της ρώτησε για την τύχη του άντρα της και οι γιατροί την ενημέρωσαν ότι είναι καλά και νοσηλεύεται σε άλλο θάλαμο. Στις τσέπες του Σαράφη βρέθηκε το σημειωματάριο συναντήσεων του, μια κοινή ατζέντα περιπτέρου, στην οποία σημείωνε τα ραντεβού και τις εκκρεμότητες του καθώς και ορισμένους τηλεφωνικούς αριθμούς, με τελευταία ιδιόχειρη καταχώρηση, την Τετάρτη 29 Μαΐου [40]. Αμέσως μετά το τροχαίο δυστύχημα ο Αμερικανός υποσμηνίας παραλήφθηκε από τον Αντισυνταγματάρχη Άλεν και τον Λοχαγό Ο’ Χάρα και παραδόθηκε στις αρχές της Αμερικανικής βάσεως. Η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών προχώρησε στην έκδοση ανακοινώσεως η οποία ανέφερε: «Αι αμερικανικαί στρατιωτικαί Αρχαί έθεσαν εν προφυλακίσει μέχρι εκδόσεως αποφάσεως έναν Αμερικανό αεροπόρο, το αυτοκίνητο του οποίου ετραυμάτισε τον στρατηγό και βουλευτή Στ. Σαράφη». Tο απόγευμα της 31ης Μαΐου, ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ συναντήθηκε με τον Αμερικανό πρεσβευτή Τζωρτζ Άλεν και ζήτησε να αναγνωριστεί η δικαιοδοσία της Ελληνικής δικαιοσύνης στην ποινική δίωξη του Μουζάλι, προκειμένου να τεθεί στη διάθεση των Ελληνικών αρχών και ο Αμερικανός πρέσβης αποδέχθηκε το αίτημα του Έλληνα υπουργού, ώστε να μην διεγείρει αισθήματα «αντιαμερικανισμού» [41]. Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση, ο αστυνομικός διευθυντής Γεωργίου και ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Ρακιντζής μετέβησαν στην Αμερικανική βάση του Ελληνικού για να μεταφέρουν τον Μουζάλι στη Γενική Ασφάλεια, όπου τέθηκε υπό κράτηση Αμερικανών στρατονόμων, καθώς στη σύμβαση μεταξύ των Ελλάδος και Η.Π.Α. προβλεπόταν πως «η φρούρησις του κατηγορουμένου θα τελήται εν Ελλάδι», αλλά «αι αρχαί των Ηνωμένων Πολιτειών θα αναλαμβάνουν την φρούρησιν του κατηγορουμένου μέχρι της περατώσεως της διαδικασίας της δίκης».

Το βράδυ της 31ης Μαΐου, ο τότε προϊστάμενος της ιατροδικαστικής υπηρεσίας, Δημήτριος Καψάσκης, μετέβη στην κλινική «Κυανούς Σταυρός» και εξέτασε το πτώμα του Σαράφη. Σύμφωνα με την έκθεση που υπέβαλε την επομένη στην εισαγγελία Πλημμελειοδικών, το θύμα έφερε «εν κάταγμα ρωγμώδες του αριστερού κροταφικού οστού με αιμορραγίαν [...] του εγκεφάλου και πολτοποίησιν της εγκεφαλικής ουσίας, δεξιά και εξ αντιτυπίας κατάγματα των πλευρών από της 5ης μέχρι της 11ης πλευράς, [...] ρήξιν του δεξιού πνεύμονος και διπλούν περιπεπλεγμένον κάταγμα της αριστεράς κνήμης κατά την μεσότητα». Λίγη ώρα μετά τον θάνατο του Σαράφη και ύστερα από πρόσκληση της Ε.Δ.Α., ο γλύπτης Κλέαρχος Λουκόπουλος πήγε στην κλινική «Κυανούς Σταυρός» με σκοπό να φιλοτεχνήσει το εκμαγείο του νεκρού. Στις 10 το πρωί της 1ης Απριλίου, Αμερικανοί αξιωματικοί επισκέφθηκαν το κτίριο της Γενικής Ασφάλειας, στην οδό Τοσίτσα, προκειμένου να λάβουν αντίγραφο της δικογραφίας και να εξετάσουν τον Μουζάλι, τον οποίο είχαν παραλάβει, λίγες ώρες μετά το δυστύχημα, ο αστυνομικός διευθυντής Γεωργίου και ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Ρακιντζής από την αμερικανική βάση του Ελληνικού και τον μετέφεραν στη Γενική Ασφάλεια, όπου όμως τέθηκε υπό κράτηση Αμερικανών στρατονόμων, όπως καθόριζε το 3ο άρθρο της συμβάσεως ΗΠΑ και Ελλάδος. Η σορός του Σαράφη το βράδυ της 1ης προς την 2α Ιουνίου μεταφέρθηκε στην οικία του αδελφού του Αθανασίου Σαράφη και το μεσημέρι της 2ας Ιουνίου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο ναΐσκο του Αγίου Ελευθερίου πλάι στη Μητρόπολη Αθηνών. Η σύζυγος του έμαθε για το θάνατο του από τη μητέρα της που είχε έρθει από την Αγγλία, όταν πια ο Σαράφης είχε ήδη κηδευτεί.

Το τροχαίο δυστύχημα θεωρήθηκε από την κομμουνιστική Αριστερά -κατά τη συνήθη τακτική της- ως στοχευμένη δολοφονία. Μετά θάνατον, ο Σύνδεσμος Φίλων των Ελλήνων Εβραίων τίμησε τους ηγέτες του Ε.Λ.Α.Σ. και του Ε.Δ.Ε.Σ., ανάμεσα τους και τον Σαράφη, για το ρόλο τους στη σωτηρία των Εβραίων της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Την Κυριακή 10 Ιουνίου 2001 ο Δήμος Αλίμου σε συνεργασία με το Παράρτημα Αλίμου της ΠΕΑΕΑ, πραγματοποίησαν την εκδήλωση των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντα του Σαράφη, απέναντι από τον αριθμό 83, στην παραλιακή Λεωφόρο Ποσειδώνος στον Άλιμο. Τον Φεβρουάριο 2011, ο Δημήτρης Λουκόπουλος, ο γιος του γλύπτη Λουκόπουλου, παρέδωσε το εκμαγείο του Σαράφη στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (Α.Σ.Κ.Ι.).

Δίκη Μουζάλι

Μετά την ολοκλήρωση της προανακριτικής διαδικασίας, ο Μουζάλι μεταφέρθηκε στις Η.Π.Α., ενώ η Μάριον Σαράφη υπέβαλε μήνυση σε βάρος του Μουζάλι με συνηγόρους της τον Ηλία Ηλιού και τον ποινικολόγο Δημοσθένη Μιράσγεζη. Στη μήνυσή της, στις 18 Ιουνίου 1957, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως ο Μουζάλι «εν Καλαμακίω Αθηνών της 31η Μαΐου 1957 περί ώραν 13.40΄μεσημβρινήν δια του αυτοκινήτου του εξετέλεσεν ανθρωποκτονίαν κατά του συζύγου μου Στεφάνου Σαράφη και συγχρόνως βαρείαν σωματικήν βλάβην κατ’ εμού..» [42]. Ο Μουζάλι επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1958, όταν δικάστηκε στο Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, «για ανθρωποκτονία» από «βαριά αμέλεια» του Στέφανου Σαράφη, βαριές και επικίνδυνες σωματικές βλάβες σε βάρος της Μάριον Πάσκοου-Σαράφη, καθώς και για παράβαση του νόμου περί ορίου ταχύτητος. Η δίκη του πραγματοποιήθηκε στις 20 και 21 Ιανουαρίου 1958. Την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησαν δύο Αμερικανοί δικηγόροι και ένας γερουσιαστής της Πολιτείας των Η.Π.Α. Βιρτζίνια, τον τόπο καταγωγής του Μουζάλι, καθώς σύμφωνα με τη σύμβαση «διαρκούσης της δίκης, ο κατηγορούμενος [...] δικαιούται να έχη παρόντα αντιπρόσωπον των Ηνωμένων Πολιτειών». Στην απολογία του o Μουζάλι υποστήριξε: «...Κατά τη γνώμη μου, ήταν αδύνατο να αποφύγω το δυστύχημα. Θα έπρεπε να ήσαν περισσότερο προσεκτικοί. Λυπούμαι πολύ δια τον θάνατον του στρατηγού Σαράφη [...]...». Ο Μουζάλι καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών και χρηματική ποινή 20.000 δραχμών για ψυχική οδύνη. Μετά την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου, ο Μουζάλι εξαγόρασε την ποινή του προς 100 μεταλλικές δραχμές την ημέρα και δεν άσκησε έφεση, ενώ ο συνοδηγός του, ο επίσης Αμερικανός στρατιωτικός Γκάλαχαν, αθωώθηκε. Καθώς θεωρήθηκε ότι ο Μουζάλι είχε εκτίσει την ποινή του πριν από τη δίκη, αφού από τις Αμερικανικές αρχές χαρακτηριζόταν ως προφυλακισμένος, ο Μουζάλι αφέθηκε ελεύθερος για να επιστρέψει αμέσως μετά στην πατρίδα του. Το ποσό της ψυχικής οδύνης που επιδικάστηκε στην οικογένεια του νεκρού, το οποίο με τις προσαυξήσεις του έφτασε στις 22.100 δραχμές, καταβλήθηκε τελικά το καλοκαίρι του 1958, μετά από αγωγή που υπέβαλλε η Μάριον Σαράφη, που το πρόσφερε στο Γηροκομείο Τρικάλων.

Μνήμη Στέφανου Σαράφη

Ο Σαράφης είχε ανέκαθεν αρχηγικές βλέψεις και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Ήταν αλαζόνας, επηρμένος και ματαιόδοξος. Μετά την αποφυλάκιση του στα τέλη Νοεμβρίου 1935, εξακολούθησε να αναμιγνύεται σε συνωμοτικές ενέργειες. Σχετικά με την μύηση του Σαράφη στον κομμουνισμό αποκαλύπτει ο διατελέσας Γενικός Γραμματεύς του Κ.Κ.Ε. Ελευθέριος Σταυρίδης [43]. Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος εκμεταλλεύθηκε την φήμη του Σαράφη ως ικανού πραξικοπηματία και λόγω της ιδιότητος του ως αξιωματικού, χρησιμοποίησε τον Σαράφη για την προσέγγιση και την προσέλκυση αποτάκτων κινηματιών αξιωματικών. Ο Σαράφης από δειλία και μωροφιλοδοξία αποδέχθηκε να υπάγεται διοικητικά και να τον κρίνουν, ο ψυχασθενής και γνωστός δια τις πάσης φύσεως γενετήσιες διαστροφές και ανωμαλίες του, ο γεωργοτεχνίτης Θανάσης Κλάρας ή «Μιζέριας» ή «Άρης Βελουχιώτης» και ο Ανδρέας Τζίμας ή «Βασίλης Σαμαρινιώτης» ή «Εύμαιος», αυτός που απαρνήθηκε την Ελληνική ιθαγένεια και δήλωσε Βούλγαρος, προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος από την Ακροναυπλία.

O Ναπολέων Ζέρβας όταν πληροφορήθηκε την προσχώρηση του Σαράφη εις τον Ε.Λ.Α.Σ. σε επιστολή του απευθυνόμενη προς τον στενό φίλο του και συνεργάτη του δημοσιογράφο Ηρακλή Πετιμεζά, γράφει: «...Ο Σαράφης έγινε καταγέλαστος μ' αυτό που έκανε για να σώσει το κεφάλι του...» [44]. O δημοσιογράφος Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου γράφει για τον Σαράφη: «...Θλιβερό παράδειγμα τοιαύτης συνθηκολογήσεως είναι ο "στρατηγός" Σαράφης. Ο αξιωματικός αυτός εξήλθε εις το βουνό κατά τις αρχές του 1943 δια να δημιουργήσει αυτοτελή και ακραιφνή εθνικόφρονα σώματα, προοριζόμενα ν' αποτελέσουν αντιστάθμισμα του κομμουνιστοκρατουμένου Ε.Λ.Α.Σ. Συλληφθείς δια δόλου υπό του Άρη Βελουχιώτη, περιφέρετο επί ένα μήνα εις τις ελασοκρατουμένες περιοχές ως προδότης και υπέστη παντοίους εξευτελισμούς. Και αντί να αισθανθεί καταισχύνη δια το πάθημά του και πρόσθετο μίσος δια τους δολίους παγιδευτές του, εδέχθη κατόπιν όλων αυτών ν ανακηρυχθεί τυπικά "Στρατιωτικός αρχηγός" του Ε.Λ.Α.Σ., να καλύπτει τα ειδεχθή εγκλήματα του Άρη Βελουχιώτη και να παίζει τον ρόλο ενός αχυρένιου "αρχιστρατήγου". Από το περιστατικό αυτό ημπορούν να εξαχθούν πολλά συμπεράσματα περί της ηθικής στάθμης τόσον της κομμουνιστικής ηγεσίας, η οποία μίαν ημέρα προ της συνθηκολογήσεως του κ. Σαράφη τον έφτυνε ως προδότη, όσον και περί του κ. Σαράφη, ο οποίος εδέχθη να γίνει "αρχιστράτηγος" των εξευτελισμών του, ενώ είχε ξεκινήσει με σκοπό να τους καταπολέμηση. Φαίνεται ότι τα φλέγματα (πτύελα) του Βελουχιώτη τον έπεισαν περί του πατριωτισμού των κομμουνιστών...» [45].

Ο Κρις Γουντχάουζ γράφει για τον Σαράφη και την πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος: «...κατηγορούσαν στην αρχή κάποιον για συνεργασία με τους Γερμανούς. Ύστερα τον έπιαναν και τον κρατούσαν σε επιτήρηση, με την απειλή του θανάτου πάνω από το κεφάλι του. Του παρουσίαζαν πλαστές μαρτυρίες που επιβεβαίωναν την κατηγορία. Τελικά, αφού περνούσε από ένα καθαρτήριο, έβγαινε απ' αυτό μέλος του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ.» [46]. Η Μάριον Στεφάνου Σαράφη-Πάσκοου, στον πρόλογο της εκδόσεως του βιβλίου «Ο Ε.Λ.Α.Σ.» εις την αγγλική γλώσσα, γράφει: «...Είναι τώρα πια γνωστό στην Ελλάδα, πως κατά την υπηρεσία του στον Ε.Λ.Α.Σ., στα βουνά, ο Σαράφης έγινε μέλος του Κ.Κ.Ε., για να μείνει ως το τέλος της ζωής του σ' αυτό. Και στα κατοπινά χρόνια σαν πολιτικός ηγέτης, κατείχε σημαντική θέση στην παράνομη συμμαχική οργάνωση μέσα στην Ελλάδα...». Ο κομμουνιστής ιστορικός συγγραφέας Σόλων Γρηγοριάδης γράφει: «...Πώς έγινε εκείνη η μεταστροφή του Σαράφη; Ο ίδιος άφησε να υπονοηθεί ότι η διαδρομή που ήταν δεμένος, προπηλακισμένος, ανάμεσα στα χιονισμένα χωριά της Ρούμελης κατά την αιχμαλωσία του, υπήρξε γι αυτόν ένα είδος αποκαλύψεως. Δρόμος της Δαμασκού! Αντιλήφθηκε το ειλικρινές αγωνιστικό πάθος του Ε.Α.Μ. και πίστεψε, ότι μόνο στις γραμμές του μπορεί κανείς πραγματικά να παλέψει...» [47]. Συνεχίζει ο Γρηγοριάδης: «...Κάθε χωριό έχει τον ΕΑΜικό μηχανισμό του και την ένοπλη μαχητική ομάδα του. Δεν μπορεί να σταθεί τίποτα άλλο πια. Όποιος τολμήσει να εμφανιστεί με δικό του αντάρτικο, αμέσως εξουδετερώνεται, αφοπλίζεται, συλλαμβάνεται, Αν εξαιρέσουμε την περιοχή του Ζέρβα, ούτε όλη η υποστήριξη των Άγγλων δεν μπορεί να σε εξασφάλιση. Γι αυτό -φέρεται λέγων ο ίδιος ο Στέφανος Σαράφης, προς τον πατέρα του συγγραφέως, τον κομμουνιστή Υποστράτηγο Νεόκοσμο Γρηγοριάδη- αντιμετωπίζουμε το δίλημμα: "Η να τα παρατήσουμε όλα και να μείνουμε μέχρι τέλους αδρανείς ή αν θέλουμε να αγωνισθούμε δεν έχουμε άλλη λύση παρά να προσχωρήσουμε στον Ε.Λ.Α.Σ. Εγώ αυτό θα κάνω"...».

Ο Νίκολας Χάμμοντ, Βρετανός Πανεπιστημιακός και αξιωματικός σύνδεσμος του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής με τον Ε.Λ.Α.Σ., ο οποίος γνώρισε τον Στέφανο Σαράφη ως Στρατιωτικό Αρχηγό του Ε.Λ.Α.Σ., γράφει: «...Ο Σαράφης, μόνιμος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού με πολύ καλή φήμη πριν απ' τον πόλεμο, είχε έναν συνδυασμό καυστικότητας και έπαρσης που συναντάει κανείς συχνότερα στους Γάλλους παρά στους Έλληνες μόνιμους αξιωματικούς. {...}... Φερόταν σα να ήταν ο Ε.Λ.Α.Σ. ένας κανονικός στρατός και ο ίδιος ένας κανονικός αρχιστράτηγος, ανάλογος με τον Αλεξάντερ, το Μοντγκόμερι ή τον Ντε Γκωλ. Καθώς δεν κάναμε ιδιαίτερη προσπάθεια για να του ενισχύσουμε την ιδέα που είχε για τον εαυτό του, μας φερόταν ψυχρά και αφ' υψηλού. Στην πραγματικότητα, ήταν βέβαια μια μαριονέτα (ανδρείκελο) χωρίς καμιά εξουσία. .. Ήταν αξιολύπητος, αλλά καθόλου συμπαθής'» [48]. Ο Βρετανός Ταξίαρχος Έντυ Μάγιερς, αρχηγός της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής εις την Ελλάδα, κρίνοντας τον Σαράφη, γράφει: «...Ο Σαράφης είχε υπάρξει κάποτε Στρατιωτικός Ακόλουθος στο Παρίσι. Ήταν μορφωμένος άνθρωπος και, παρόλο που μπορεί να μην ήταν προικισμένος με πολλές από τις ιδιότητες ενός αρχηγού, πιστεύω ότι, κατά τη γνώμη του, νόμιζε πως αυτό που έκανε, κάτω από τις συνθήκες εκείνης της εποχής (σ.σ. προσχώρηση του εις τον Ε.Λ.Α.Σ.-Κ.Κ.Ε.), ήταν το καλύτερο πράγμα για τη χώρα του...» [49]. Ανάλογη είναι και η άποψη που διατυπώνει για τον Σαράφη ο κομμουνιστής συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος, ο οποίος σε συνέντευξη του [50] λέει για τον Σαράφη: «...Ο Σαράφης ήταν μεσαίας μόρφωσης στρατιωτικός... Μια μέτρια κατάσταση. Δεν ήταν γεννημένος για πρώτος...».

Ο Άγγλος Ταγματάρχης Danid J. Wallece [51] χαρακτηρίζει τον Σαράφη «...ματαιόδοξο, φιλόδοξο, χαζό, πεισματάρη, αντιπαθή και κακότροπο άνθρωπο, ενδεχομένως καλό επιτελικό αξιωματικό, αλλά ουσιαστικά στερημένο από μυαλό και από χαρακτήρα...», αλλά και «ανδρείκελο» και «μηδενικό» [52]. Ο Αντώνιος Κοραντής γράφει: «...Καθ ημάς τα κίνητρα του (σ.σ. του Σαράφη) υπήρξαν κυρίως εγωιστικά, διότι ήθελε να αναστήσει την κατεστραμμένη στρατιωτική του σταδιοδρομία, καθιστάμενος αρχιστράτηγος ενός τακτικού στρατού, ως ήθελε να οργάνωση τον Ε.Λ.Α.Σ. ...» [53]. Ο Γεώργιος Λούκας υποστηρίζει ότι: «...Ο Σαράφης απεστάλη υπό της Κεντρικής ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. δια να συμβάλει εις την διάλυση των Εθνικών Ομάδων...» και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: «...Ο Σαράφης δεν ήταν θύμα των κομμουνιστών, ήταν ο θύτης εις βάρος των εθνικών ομάδων. Το τίμημα της προδοσίας του εκπληρώθηκε από το Κ.Κ.Ε. με την προσφορά του, την αρχηγία του Ε.Λ.Α.Σ. ...» [54]. Η «αγιοποίηση» του Σαράφη από το Κ.Κ.Ε. ξεκίνησε μετά την απελευθέρωση, καθώς δεν αποσκίρτησε, δεν έκανε αποκαλύψεις κι έγραψε μια σειρά βιβλίων ελεγχόμενων από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Το όνομα του Σαράφη αναφέρεται μεταξύ των ιδρυτικών μελών της Τεκτονικής Στοάς «Ασκληπιός», που ιδρύθηκε στα Τρίκαλα από Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούσαν στη Λάρισα, της οποίας το σύνολο των μελών ήταν ιατροί και αξιωματικοί του στρατού, ενώ ο Σαράφης αναφέρεται και ως μέλος της Στοάς «Μέγας Αλέξανδρος» [55] [56].

Συγγραφικό έργο

Ο Σαράφης έγραψε και δημοσίευσε τα βιβλία:

  • «Ο ΕΛΑΣ» [57], Αθήνα 1946, εκδόσεις «Τα νέα βιβλία», προπαγανδιστική μαρτυρία του Σαράφη στην οποία είναι εμφανής η προσπάθεια να ωραιοποιήσει τα έως τότε πεπραγμένα της δράσεως των συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος.
  • «Ιστορικές αναμνήσεις (απ’ τα παιδικά χρόνια ως τη Κατοχή)», Αθήνα 1964, σελίδες 455, εκδόσεις «Σύγχρονο Βιβλίο»
  • «Άρθρα-λόγοι-δηλώσεις, 1952-1967» Αθήνα 1980.
  • «Μετά τη Βάρκιζα» Αθήνα 1984, εκδόσεις «Επικαιρότητα».

Πηγές

  • «Στέφανος Σαράφης, Ο αχυρένιος Συνταγματάρχης», Αριστομένης Αντωνακέας, Περιοδικό «Ιστοριογνωσία», 1999

Παραπομπές

  1. [Ο Σαράφης, ο αργυραμοιβός, ο ανταλλάκτης νομισμάτων. Ως επώνυμο η λέξη «Σαράφης» είναι δηλωτική επαγγελματικής ενασχολήσεως. Η λέξη προέρχεται από το αραβικό ρήμα «σάραφα» που στα Ελληνικά σημαίνει σημαίνει ανταλλαγή ειδών.]
  2. [Η αρχαιολόγος Μάριον Πάσκοου, μοναχοπαίδι του χρηματιστή Willis και της Annie Pascoe με Αγγλοαυστριακή καταγωγή, γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1913. Η οικογένεια έζησε στο «Bracken Hill», ένα μεγάλο βικτοριανό σπίτι, στο Heathside Crescent του Woking. Σε αυτό το σπίτι εκπαιδεύτηκε από τη μητέρα της, την Άννα Χάρντι Κλιμανέκ Πάσκοου, έως ότου αποσταλεί το 1925 στο μοναστήρι της Ιερής Καρδιάς στο Tunbridge Wells του Κεντ. Υπήρξε απόφοιτος της σχολής Κλασσικών σπουδών της Οξφόρδης, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές αρχαιολογίας στο Κέιμπριτζ και στη συνέχεια το φθινόπωρο του 1936 ήρθε στην Αθήνα όπου έγινε μέλος της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής. Σύμφωνα με τις εκθέσεις της Σχολής η Μάριον συνεργάστηκε με την B.S.A. για τα επόμενα δύο χρόνια. Το 1937 εργάστηκε στην Κορώνη, στις προϊστορικές τοποθεσίες κοντά στο Σμόκοβο και τη λίμνη Ξυνιά και στην Αθήνα για την προϊστορική κεραμική, ενώ ως το 1939 δούλεψε σε ανασκαφές στο Λασίθι της Κρήτης. Δύο αγάλματα γυναικείων θεοτήτων που εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου ανακαλύφτηκαν από τη Μάριον Σαράφη, η οποία εργάστηκε ακόμη στην Ιθάκη και στη Μήλο. Η Μάριον γνώρισε τον Στέφανο Σαράφη στη διάρκεια της εξορίας του στη Μήλο, το 1938, όταν αυτός ήταν εκτοπισμένος από το εθνικό καθεστώς της «4ης Αυγούστου» του Ιωάννη Μεταξά και η ίδια πραγματοποιούσε αρχαιολογικές έρευνες στο νησί. Το 1939 η Μάριον Πάσκοου απομακρύνθηκε από την Αγγλική πρεσβεία στην Αθήνα λόγω της στενής της σχέσεως με τον Σαράφη, ενώ μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ιδρυτικό μέλος της οργανώσεως «League for Democracy in Greece», που την περίοδο του συμμοριτοπολέμου αγωνιζόταν για την απελευθέρωση των κομμουνιστών ανταρτών που είχαν φυλακισθεί ή ήσαν εξόριστοι. Από το 1946 η Μάριον ξεκίνησε την αλληλογραφία με τον Σαράφη. Ο Κώστας Γαβριηλίδης και ο Μενέλαος Λουντέμης, συνεξόριστοι και συγκάτοικοι του Σαράφη στον Άγιο Ευστράτιο, βλέποντας ότι ο φίλος τους δεν αποφάσιζε να εκδηλώσει τα αισθήματά του προς τη Μάριον, της έγραψαν προτρέποντάς την να αναλάβει εκείνη πρωτοβουλία. Εκείνη το έπραξε και έτσι αποφάσισαν να παντρευτούν και το 1952, μετά το γάμο τους, εγκαταστάθηκαν στον Άλιμο. Αρκετό καιρό μετά τον θάνατο του Σαράφη, η Μάριον επέστρεψε στο σπίτι της, το «Bracken Hill», στο Woking της Αγγλίας. Το 1990 εξέδωσε στα Ελληνικά το βιβλίο: «Ο στρατηγός Σαράφης, όπως τον γνώρισα», στο οποίο εξηγεί τους λόγους, που ήταν πεισμένη ότι ο θάνατος του συζύγου της δεν ήταν ατύχημα, αλλά πολιτική δολοφονία. Η Μάριον επισκέφθηκε πολλές φορές την Ελλάδα, ειδικά μετά το 1974, επιμελούμενη τις εκδόσεις των βιβλίων του Σαράφη. Δώρισε τα αρχεία της League στο τμήμα Νεοελληνικής ιστορίας του King's College του πανεπιστημίου του Λονδίνου και εργάστηκε εθελοντικά στην Βρετανική επιτροπή, για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνος. Η Μάριον Πάσκοου πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου 1999 στο σπίτι της στην Αγγλία.]
  3. [Εφημερίδα «Θάρρος», φύλλο 3ης Οκτωβρίου 1916.]
  4. [Μετά από πρόταση του Συνταγματάρχη Μιχ. Μιχαλόπουλου όλοι οι στρατιώτες που συμμετείχαν στην σύλληψη του Σαράφη και των συνεργατών του προήχθησαν στον βαθμό του Δεκανέα «δια τας υψίστας υπηρεσίας τα οποίας προσέφεραν εις την πατρίδαν δια την σύλληψιν των ληστών»]
  5. [Στέφανος Σαράφης, «Ιστορικές αναμνήσεις», Αθήνα 1980, εκδόσεις «Επικαιρότητα», σελίδα 182η.]
  6. [Ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» ιδρύθηκε κατά τα μέσα του 1923, επί δικτατορίας του Συνταγματάρχου Νικολάου Πλαστήρα και είχε καθαρώς κομμουνιστική διάρθρωση και αριστερούς πολιτικούς προσανατολισμούς. Την αρχηγία του, η οποία εξέθρεψε πολυάριθμα στρατιωτικά κινήματα κατά την χρονική περίοδο 1923 έως 1935, είχε ο φιλοαριστερός Αντιστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος, με επιτελάρχη του τον Σαράφη, βασικό σχεδιαστή του στρατιωτικού κινήματος του 1935. Η ισχύς του Συνδέσμου κατέστη ανεξέλεγκτη και εξανάγκασαν σε παραίτηση δύο πρωθυπουργούς του Κόμματος των Φιλελευθέρων, Ελευθέριος Βενιζέλος, 6 Φεβρουαρίου 1924 και Γεώργιος Καφαντάρης. 12 Μαρτίου 1924.]
  7. [Η «Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση» ιδρύθηκε το 1933 και την αρχηγία της είχε, αρχικώς, ο Συνταγματάρχης Σπυρίδων Γεωργούλης, αργότερα δε ανέλαβαν, διαδοχικώς, ο Σαράφης, ο Πλοίαρχος Ανδρέας Κολλιαλέξης και ο Υποστράτηγος Κωνσταντίνος Βλάχος ή Πράσσος, πριν τεθεί επικεφαλής της ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας. Σκοπός της, όπως και της οργανώσεως «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» ήταν ο πλήρης έλεγχος του στρατεύματος και η αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών των, ώστε να εξελίσσονται ως τις ανώτατες βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας. Οι συνωμοτικές οργανώσεις τελούσαν πάντοτε υπό την έγκριση, την προστασία και δρούσαν για λογαριασμό του «Κόμματος των Φιλελευθέρων».]
  8. [Την σύνθεση του Στρατοδικείου αποτελούσαν οι: Πρόεδρος ο υποστράτηγος Μπακόπουλος, τότε Φρούραρχος Αθηνών, κυβερνητικός επίτροπος ο αντισυνταγματάρχης του πυροβολικού Βαγενάς, αναπληρωματικός ο επιστρατευθής εισαγγελεύς Πειραιώς Κωνσταντίνου. Τακτικά μέλη οι Συνταγματάρχες Πυροβολικού Σωκράτης Δημάρατος και Τότσιος, μηχανικού Δουγκάκης και σμήναρχος Αποστολόπουλος. Στις 28 Μαρτίου 1935 ο κυβερνητικός επίτροπος Βαγενάς ζήτησε τη θανατική καταδίκη 13 κατηγορουμένων, ενώ ο εισαγγελέας Κωνσταντίνου συνέστησε επιείκεια. Η απόφαση εκδόθηκε στις 1.45' το ξημέρωμα της 31ης Μαρτίου 1935. Μετά τη δίκη οι στρατοδίκες μετατέθηκαν από την Αθήνα, ο πρόεδρος του στρατοδικείου, Μπακόπουλος, αντικαταστήθηκε από τον Γεώργιο Τσολάκογλου και μετατέθηκε στην Κρήτη ενώ ο σμήναρχος Αποστολόπουλος τέθηκε σε εξάμηνη διαθεσιμότητα.]
  9. [Όπως περιγράφουν οι εφημερίδες της εποχής: «...Ο Σαράφης γίνεται πλέον "κάτασπρος", στριφογυρίζει τα μάτια του , ρίπτει μίαν στιγμήν βλέμματα άγρια. Αμέσως κατόπιν σπεύδει προς το μέρος του ο επιλοχίας Κόταρης με τον εύζωνον Παπαγεωργίου. Ο "σιωπηλός συνταγματάρχης " κατεβάζει τώρα το κεφάλι προς τα κάτω και το γκριτσιάνισμα της ξυριστικής λεπίδος που κόβει επωμίδας, κουμπιά, διάσημα, αρχίζει. Όλοι οι γύρω αξιωματικοί ριγούν. Το πλήθος κάτω κραυγάζει: -Ανάξιος! Ανάξιος! Ο Κόταρης έκοψε πρώτον το εθνόσημον - το στέμμα όπως ελέγετο άλλοτε- του πηληκίου του Σαράφη. Κατόπιν τα σειρήτια του πηληκίου, ύστερα τας επωμίδας, τέλος τα κουμπιά από το σακκάκι και τα μανίκια. Ύστερα του έλυσαν τους τελαμώνας και τον ζωστήρα. Έτσι εντός ολίγων λεπτών άλλος Σαράφης ενεφανίσθη ενώπιόν μας. Δεν ήτο πλέον ο σοβαρός συνταγματάρχης. Ένας απλούς φαντάρος, κάτι κάτω αυτού, με τον χιτώνα ξεκούμπωτο, με το πρόσωπον ολόασπρο. Αλλ' έως εδώ με την ευγένειαν που του εφέρθησαν οι εντεταλμένοι διά την καθαίρεσιν αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, τα πράγματα είναι κάπως υποφερτά. Από του σημείου αυτού όμως και πέρα, αρχίζει κάτι απερίγραπτον, τραγικόν. Το πρώτον επταμελές απόσπασμα παραλαμβάνει τον καθαιρεθέντα, τον τοποθετεί εις το δεξιόν του επί κεφαλής δεκανέως και αρχίζει να τον περιφέρη εις το τετράγωνον.Η διαδρομή αρχίζει από της αριστεράς πλευράς του τετραγώνου, διασχίζει την πλαγίαν γραμμήν και κατόπιν δια της δεξιάς πλευράς φθάνει εις το σημείον, όπου εξεκίνησε. Τι έγινε κατά την περιφορά του Σαράφη, όσον και των άλλων, είναι αδύνατον να περιγραφή. Όλαι αι ύβρεις ηκούσθησαν. Όλαι αι χειρονομίαι έγιναν... {...}. Προ αυτής της θεομηνίας των εκδηλώσεων, ο Σαράφης εκλονίσθη. Ενώ εβάδιζεν αρχικώς ευθυτενής, παρά το μέσον της διαδρομής, έκλινε προς τα δεξιά. Έχασε το στρωτόν βήμα του, "εμπατάρησε", κατά το κοινώς λεγόμενον. Εις την κάτω γωνίαν του τετραγώνου, έστρεψε τα βλέμματα του προς το πλήθος, περισσότερον κλονιζόμενος. Στιγμή, περισσότερον όλων φρικιαστική. Ενόμισαν πολλοί, ότι θα κατέπιπτε. Αλλά το πλήθος εξέσπασε με περισσότερον ορμήν εις νέας κραυγάς και βροχήν φτυσημάτων. Καλύτερα ο τουφεκισμός , ο θάνατος, παρά τέτοια διαπόμπευσις, ψιθυρίζει δίπλα μας ένας ταγματάρχης, γνωστός αντιβενιζελικός. Απ' αυτής της στιγμής, ήρχισε γενική η συγκίνησις όλων των αξιωματικών, που ευρίσκοντο εις την κεφαλήν του τετραγώνου. Τρικλίζων τέλος, εισήχθη πάλιν εις το καμιόνι ο Σαράφης τοποθετηθείς εις το βάθος αυτού. Τότε, λέγουν οι χωροφύλακες, που ήσαν μαζί του, εξέσπασε σε κλάμα...».] Εφημερίδα «Ακρόπολις» 3 Απριλίου 1935, σελίδα 3η.
  10. [Η οργάνωση «3Α» ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1941 και ο τίτλος της σημαίνει «Αγώνας, Ανόρθωση, Αναγέννηση» ή «Ανώτατο Αρχηγείον Αγώνος». Ιδρυτής της φέρεται να ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, επικεφαλής της ο απόστρατος αντιστράτηγος Νεόκοσμος Γρηγοριάδης και βασικά της στελέχη ο στρατηγός Μανέτας και ο συνταγματάρχης Σαράφης, όλοι τους σημαντικά στελέχη της βενιζελικής παρατάξεως. Την οργάνωση αυτή ο «καπετάν Ορέστης» (Ανδρέας Μούντριχας) όσον και ο δημοσιογράφος Κώστας Τριανταφυλλίδης, εις την «Απογευματινή» της 22ας Ιουνίου 1960, χαρακτηρίζουν «...ως Οργάνωση με πέντε αρχηγούς και κανέναν οπαδό». Στην οργάνωση προσχώρησε και ο κομμουνιστής Συνταγματάρχης Ευριπίδης Μπακιρτζής, γνωστός ως «Κόκκινος Συνταγματάρχης», ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραφε τα άρθρα του στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης», δημοσιογραφικό όργανον του Κ.Κ.Ε.]
  11. [Ο Βρετανός Ταξίαρχος Κρίς Γουντχάουζ χαρακτηρίζει τον Γρηγοριάδη «ως ανόητο και γελοίο τύπον».] Κρίς Γουντχάουζ, «Το μήλο της έριδος», σελίδα 279η.
  12. [Γεώργιος Κωστόπουλος, «Ο αφοπλισμός του τμήματος Κωστόπουλου. Η πρώτη πράξη του κατοχικού εμφύλιου πολέμου».]
  13. [Στέφανος Σαράφης, «Ο ΕΛΑΣ», σελίδα 46-47η.]
  14. [Στέφανος Σαράφης, «Ο ΕΛΑΣ»]
  15. [Στέφανος Σαράφης, «Ο ΕΛΑΣ», σελίδα 73η.]
  16. [Πέτρος Ρούσσος, «Η Μεγάλη Πενταετία», σελίδα 178η.]
  17. [Ο απόστρατος Συνταγματάρχης Αναστάσιος Ταβουλάρης το 1925, είχε διατελέσει υπουργός Συγκοινωνίας επί κυβερνήσεως του Αντιστράτηγου Θεοδώρου Πάγκαλου, ενώ ο ο Ιωάννης Τσιγάντες, που είχε διατελέσει υπασπιστής του Πάγκαλου είχε συναντηθεί κατ' επανάληψη με τον Πάγκαλο από την άφιξη του στην Ελλάδα μέχρι τον θάνατο του από τα Ιταλικά στρατεύμαστα.]
  18. [Ο βενιζελικός αξιωματικός Γεώργιος Δ. Κωστόπουλος -συγγραφέας του βιβλίου «Χρονικό 1942-1945: Το τμήμα Κωστόπουλου-Σαράφη και η αντίσταση στη Δυτική Θεσσαλία», επιμέλεια Γεώργιος Δ. Σιούλας, εκδόσεις «Αλφειός»- υπήρξε ίσως το πρώτο θύμα των συγκρούσεων που κατέληξαν στις συγκρούσεις της περιόδου 1943-1944, όταν η Ελλάδα βρίσκονταν ακόμη υπό κατοχή. Ο Κωστόπουλος βγήκε στο βουνό, ήρθε σε επαφή με το Ε.Α.Μ., όμως σύντομα διαχώρισε την θέση του και διεκδίκησε αυτόνομη δράση. Το τμήμα του, ο «Ελληνικός Στρατός Απελευθερωτικής Προσπάθειας», (ΕΣΑΠ), αφοπλίστηκε από τον Ε.Λ.Α.Σ, ο ίδιος συνελήφθη από τον «Καπετάν» Κόζακα του ΕΛΑΣ, μαζί με τον Στέφανο Σαράφη, κρατήθηκε και διαπομπεύθηκε στα χωριά της Δυτικής Θεσσαλίας για «επίδειξη», ενώ αρκετοί συνεργάτες και συμπολεμιστές του εκτελέστηκαν. Στη συνέχεια ο Σαράφης δέχθηκε άνευ όρων να προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ, ο δε Κωστόπουλος επέλεξε να μεταβεί στη Μέση Ανατολή, απ’ όπου επέστρεψε και πολέμησε στα Δεκεμβριανά εναντίον του ΕΛΑΣ αλλά και στον συμμοριτοπόλεμο με τον Ελληνικό Στρατό.]
  19. [Στέφανος Σαράφης «Ο Ε.Λ.Α.Σ.», σελίδες 62-73η.]
  20. [Ευάγγελος Αβέρωφ, «Φωτιά & Τσεκούρι», έκδοση 4η, σελίδα 73η.]
  21. [ «....ο ταγματάρχης Τσιγάντες λίγο πριν από τον θάνατό του είχε κατορθώσει να πείσει ένα γνωστό όνομα των αντιμοναρχικών αξιωματικών, τον απότακτο Θεσσαλό συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη, να ηγηθεί αντάρτικου στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Του διέθεσε 500 χρυσές λίρες και του υποσχέθηκε την αμέριστη υποστήριξη της Αγγλοελληνικής Επιτροπής με άνδρες, λίρες, όπλα και εφόδια....»] Διονύσης Χαριτόπουλος, «Άρης ο αρχηγός των ατάκτων», εκδόσεις «Τόπος», σελίδα 205η.
  22. [«Ηµερολόγιο στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα, 1942-1945», εκδόσεις «Ωκεανίδα», Αθήνα 2013, σελίδες 194-195.]
  23. [Γεώργιος Λούκας, «Η προδοτική συμπαιγνία Σαράφη-Κ.Κ.Ε., η απαρχή εθνικών συμφορών».]
  24. [ Ο Ταγματάρχης Αντωνόπουλος συνελήφθη στην περιοχή Νευροπόλεως Καρδίτσας, μετά την διάλυση υπό του Ε.ΛΑ.Σ της ανταρτικής ομάδος του και υπήρχαν πληροφορίες ότι εκρατείτο εις Μορφοβούνι.]
  25. [«...Κατά τις 3 και 10' το πρωί χτυπούσαν την εξωτερική πόρτα. Αμέσως υποπτεύθηκα και φώναξα τον Κωστορίζο που είχε το Τόμσον να σηκωθεί, καθώς και τον Κωστόπουλο. Πριν καλά καλά σηκωθούμε βρέθηκαν στο δωμάτιο μας οπλισμένοι άνδρες με το Νικηταρά και μας κάλεσαν να τους ακολουθήσουμε χωρίς αντίσταση γιατί θα χρησιμοποιήσουν όπλα , προσθέτοντας πως ήταν μάταιη η αντίσταση γιατί όλο το τμήμα αφοπλίστηκε. Μας οδήγησαν στο προαύλιο του σχολείου, όπου σιγά σιγά φέρνανε και τους άλλους αφοπλισμένους. Χώρισαν τους αξιωματικούς εκτός από δύο (έφεδρους υπολοχαγούς Κορδαλή και Σακελλάρη), μερικούς υπαξιωματικούς καμιά δεκαπενταριά, μας έδεσαν τα χέρια πρόχειρα και μας πήγαν στο διπλανό χωριό Μεσενικόλα....] Περιγραφή του Στέφανου Σαράφη για τη σύλληψη τους από τον ΕΛΑΣ.
  26. [«Μυστικές αποστολές στην εχθροκρατούμενη Ελλάδα», σελίδα 112η.]
  27. [ Πανθεσσαλική Επιτροπή του ΕΑΜ, «Ανακοίνωσις: Φως στην καταχθόνια δράση των προδοτών του αγωνιζόµενου Λαού Σαράφη-Κωστόπουλου-Σαράντη και Σία», ΓΕΣ/∆ΙΣ, ΑΕΑ, τόμος 3ος, σελίδα 68η.]
  28. [Στέφανος Σαράφης, «Ο ΕΛΑΣ», σελίδες 79η-85η.]
  29. [«...Τι αποκάλυψη για τον χαρακτήρα του Σαράφη! Θα έμπαινε σ' ένα Κίνημα Αντίστασης που πριν από λίγες ώρες τον απειλούσε με θάνατο και μερικές μέρες πρωτύτερα τον είχε προσβάλει. Δεν ήταν αυτός μήπως που είχε οδηγηθεί από τη βόρεια Πίνδο στη Ρούμελη, όχι μονάχα φρουρούμενος από τον ΕΛΑΣ, αλλά και με τα χέρια στις χειροπέδες, ζωντανό σύμβολο ενός ανθρώπου χωρίς κύρος πλέον και αντικείμενο ειρωνείας όλων εκείνων που συναντούσε στο δρόμο του; Και τώρα θα έμπαινε στις γραμμές του ΕΛΑΣ! Τα είχα χαμένα ...{...}... Μερικές φορές μάλιστα αναρωτήθηκα αν δεν είχε, αρχικά, σταλεί στο Βουνό από την Αθήνα για να παγιδέψει τον Ζέρβα και τα άλλα "αντίθετα" κινήματα στην Πίνδο, την μόνη περιοχή που μέχρι τότε υπήρχαν ανταγωνιστικά κινήματα με κάποια σημασία... Έμεινα κατάπληκτος όταν τον άκουσα να μου λέει... πως καθήκον του ήταν να ενώσει τις δυνάμεις του με τον Ε.Λ.Α.Σ. {...}».] E.C.W. Myers, «Η ελληνική περιπλοκή-The Greek Entanglement», εκδόσεις «Εξάντας, Αθήνα 1975, σελίδα 86η.
  30. [Κωνσταντίνος Κόκκινος, «1942-1945 Τα χρόνια της κρίσης», σελίδα 95η.]
  31. [Στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ.-Κ.Κ.Ε., παρέστησαν οι Γεώργιος Σιάντος, Γιάννης Ιωννίδης, Ηλίας Τσιριμώκος, Θανάσης Χατζής, Πολύδωρος Δανιηλίδης, Συνταγματάρχης Νίκος Παπασταματιάδης, Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Στάθης Δεληβοριάς και α Λοχαγός Θεόδωρος Μακρίδης, όλοι τους, πλην του Ηλία Τσιριμώκου, μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε.]
  32. [Κομνηνός Πυρομάγλου, «Η Εθνική Αντίστασις» σελίδα 320η.]
  33. [Στέφανος Σαράφης, «Ο ΕΛΑΣ», σελίδα 129η.]
  34. [Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως, τεύχος 4°, έτος 1958, σελίδα 5η.]
  35. [Στέφανος Σαράφης, «Ο ΕΛΑΣ» Αθήνα 1999, εκδόσεις «Επικαιρότητα», σελίδες 171η-175η.]
  36. [Η συμφωνία της Καζέρτα υπεγράφη στις 26 Σεπτεμβρίου 1944, παρουσία του Άγγλου υπουργού Μακμίλαν, του πρέσβη Αΐπερ, του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι και των υπουργών Σβώλου, Ζέβγου, Τσάτσου και Σγουρίτσα. Εκεί οι Σαράφης και Ζέρβας υπέγραψαν ότι: «1. Όλαι αι ανταρτικαί δυνάμεις αι δρώσαι εν Ελλάδι τίθενται υπό τας διαταγάς της ελληνικής κυβερνήσεως εθνικής ενότητος. »2. Η ελληνική κυβέρνησις θέτει τας δυνάμεις ταύτας υπό τας διαταγάς του στρατηγού Σκόμπι, όστις ωνομάσθη υπό του Ανωτάτου Συμμάχου Αρχιστρατήγου ως στρατηγός διοικών τας δυνάμεις εν Ελλάδι».]
  37. [Ευάγγελος Αβέρωφ, «Φωτιά & Τσεκούρι», έκδοση 4η, σελίδα 91η κ.ε.]
  38. [Ο Σαράφης εκτιμούσε ότι ο Βελουχιώτης ήταν «…γενναίος και ικανός αγωνιστής, με καλή τακτική αντίληψη και πολλά του οφείλει ο ανταρτικός στρατός του ΕΛΑΣ».] Στέφανου Σαράφη, «Μετά τη Βάρκιζα», σελίδα 17η.
  39. [Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1951 η ΕΔΑ εξέλεξε επτά εξόριστους και τρεις φυλακισμένους. Οι επτά εξόριστοι, που ορκίστηκαν στις 12 Νοεμβρίου 1951, ήταν οι: Κώστας Γαβριηλίδης, αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος, συνεργαζόμενου με το ΚΚΕ από την εποχή του Μεσοπολέμου, Στέφανος Σαράφης, στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ, Μιχάλης Χατζημιχάλης, στρατηγός, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ, Μανώλης Πρωιμάκης, δικηγόρος, μέλος του Πολιτικού Συνασπισμού του ΕΑΜ, Ηλίας Ηλιού, δικηγόρος, μέλος του ΕΑΜ και μετέπειτα πρόεδρος της ΕΔΑ, Γιάννης Ιμβριώτης, πρώην καθηγητής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νίκος Τσόχας, συνδικαλιστής Βόλου. Οι φυλακισμένοι που εκλέχθηκαν βουλευτές ήταν οι: Αντώνης Αμπατιέλος, Μανώλης Γλέζος και Μάνθος Τσιμπουκίδης, στους οποίους δεν επετράπη να ορκιστούν. Στις 8 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, το εκλογοδικείο ακύρωσε την εκλογή και των δέκα.]
  40. [Το σημειωματάριο του Σαράφη βρίσκεται στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, αρχείο Στέφανου Σαράφη, κουτί 1, Φάκελος 43.]
  41. [Το Αμερικανικό περιοδικό «Time», σε σύντομο ρεπορτάζ του για το θάνατο του Σαράφη στο φύλλο της 10ης Ιουνίου 1957, γράφει ότι «...χάρη στις άμεσες ενέργειες του πρεσβευτή Άλεν, δεν υπήρξαν αντιαμερικανικές εκδηλώσεις ή διαδηλώσεις..»]
  42. [ΑΣΚΙ, αρχείο ΕΔΑ, κουτί 22, φάκελος 3α]
  43. [«Τα παρασκήνια του Κ.Κ.Ε.», σελίδα 196η.]
  44. [Ηρακλής Πετιμεζάς, «Εθνική Αντίσταση και Κοινωνική Επανάσταση-Ζέρβας και Ε.Α.Μ.», επιστολή Ναπολέοντος Ζέρβα της 16ης Μαΐου 1943, σελίδα 228η.]
  45. [Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, «Η ανατομία της επαναστάσεως», σελίδες 156-157η.]
  46. [Κρις Γουντχάουζ, «Το μήλο της έριδος», σελίδα 124η.]
  47. [Σόλωνας Γρηγοριάδης, «Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος, 1941-1967», σελίδα 268η.]
  48. [Νίκολας Χάμμοντ, «Με τους αντάρτες 1943-1944», σελίδα 136η.
  49. [Έντυ Μάγιερς, «Η Ελληνική περιπλοκή», σελίδα 147η.]
  50. [Διονύσης Χαριτόπουλος, συνέντευξη, Περιοδικό «Άρδην» Δεκέμβριος 1997.]
  51. [«Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα. Η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη David J. Wallace», μετάφραση Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος, Αθήνα 2009, εκδόσεις «Ωκεανίδα», σελίδα 88η.]
  52. [«Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα. Η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη David J. Wallace», μετάφραση Πέτρος Στ. Μακρής Στάικος, Αθήνα 2009, εκδόσεις «Ωκεανίδα», σελίδα 91η.]
  53. [ Αντώνιος Κοραντής, «Πολιτική και διπλωματική ιστορία της Ελλάδος», τόμος 1ος, σελίδα 46η.]
  54. [Γεώργιος Λούκας, «Η προδοτική συμπαιγνία Σαράφη-Κ.Κ.Ε., η απαρχή εθνικών συμφορών».]
  55. [Τεκτονικό Δελτίο «Πυθαγόρας», τεύχος 101ο/2011, σελίδες 254-255η.]
  56. Μεγάλη Στοά της Ελλάδος.
  57. [Συμφωνα με τον Γιάννη Ιωαννίδη, στο βιβλίο αυτό, αν και η συγγραφή του αποδίδεται αποκλειστικά στον Στέφανο Σαράφη, έχουν συνεισφέρει και οι Γιώργος Σιάντος, Θεόδωρος Μακρίδης και Νίκος Παπασταματιάδης.] Γιάννης Ιωαννίδης, «Αναμνήσεις», εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1979, σελίδες 283η-284η.