Νίκος Μπελογιάννης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νίκος Μπελογιάννης, Έλληνας μαρξιστής που κατά καιρούς χρησιμοποίησε τα μικρά ονόματα Ιωάννης ή Κώστας, ηγετικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, στέλεχος του αποκαλούμενου «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος», ένας από τους υπεύθυνους -ως φυσικός και ηθικός αυτουργός- χιλιάδων μαζικών δολοφονιών και σφαγών εθνικιστών πολιτών στη διάρκεια του συμμοριτοπολέμου, γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου του 1915 στην κωμόπολη της Αμαλιάδος στο νομό Ηλείας και εκτελέστηκε στις 04:12 το πρωί της Κυριακής 30 Μαρτίου του 1952 στην περιοχή Γουδή στο νομό Αττικής, μετά την καταδίκη του σε θάνατο για κατασκοπεία σε βάρος της Ελλάδος και υπέρ των χωρών που βρίσκονταν υπό την επιρροή της τότε Σοβιετικής Ενώσεως. Το πτώμα του Νίκου Μπελογιάννη παρέμεινε υπό φρούρηση μέχρι τις 06:45 της ημέρας της εκτελέσεως του οπότε το παρέλαβε αυτοκίνητο του Δήμου Αθηναίων, το οποίο το μετέφερε στο Γ' Νεκροταφείο Αθηνών όπου τάφηκε.

Ο Μπελογιάννης παντρεύτηκε με θρησκευτικό γάμο την κομμουνίστρια Όρσα, ενώ μετά την ήττα των κομμουνιστοσυμμοριτών παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο στη Ρουμανία όπου κατέφυγε, την Μαρία, δίχως να πάρει διαζύγιο από την πρώτη και νόμιμη σύζυγο του. Μετά την παράνομη επάνοδο του στην Ελλάδα γνώρισε την παντρεμένη [1] Έλλη Παππά με την οποία συνήψε εκτός γάμου [2] ερωτική σχέση, ενώ ο ίδιος δεν είχε διαλύσει κανέναν από τους γάμους του, από την οποία στις 23 Αυγούστου 1951 απέκτησε έναν γιο, τον Χημικό Μηχανικό Νίκο Μπελογιάννη Τζούνιορ, που φέρει το όνομα του πατέρα του.

Νίκος Μπελογιάννης [3]

Βιογραφία

Η οικογένεια Μπελογιάννη καταγόταν από το χωριό Τσίπιανα της ορεινής Ηλείας, όπου έξω από το χωριό βρίσκονται ακόμη τα ερείπια του σπιτιού του προπάππου του Παναγή Μπελογιάννη. Πατέρας του Νίκου Μπελογιάννη ήταν ο Γεώργιος Μπελογιάννης, αγρότης που είχε μετακομίσει και εγκαταστάθηκε στην Αμαλιάδα, μετέπειτα εύπορος αστός που κατόρθωσε να εξοικονομήσει χρήματα ως μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής με τα οποία έκτισε το ξενοδοχείο «Ολυμπία» στο κέντρο της Αμαλιάδας, επιχείρηση που αποτελούσε την κύρια και βασική πηγή εισοδήματος της οικογένειας. Μητέρα του Νίκου ήταν η Βασιλική Μπελογιάννη. Ο Μπελογιάννης είχε δύο αδελφές, την Αργεντίνα, η οποία πέθανε από φυματίωση στην διάρκεια της Κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα και την Ελένη η οποία πέθανε το 1948. Ο Μπελογιάννης ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες και μέσες σπουδές του στη γενέτειρα του και στη συνέχεια μετά από επιτυχείς εξετάσεις εισήχθη στη Νομική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ένταξη στο Κομμουνιστικό Κόμμα

Ο Μπελογιάννης ήδη από το Γυμνάσιο είχε έρθει σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες στις οποίες μυήθηκε από τον Γυμνασιάρχη Ανδρέα Παπαθεοδώρου και εντάχθηκε στην Ο.Κ.Ν.Ε., [Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαίων Ελλάδος]. Στα εφηβικά του χρόνια ο Μπελογιάννης ασχολήθηκε με τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων, τα οποία δημοσίευε στο φιλολογικό περιοδικό «Χαραυγή», το οποίο κυκλοφόρησε το 1932 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Αμαλιάδα. Το 1934 ο Μπελογιάννης έγινε και μέλος του παρανόμου Κομμουνιστικού Κόμματος και επέστρεψε στη γενέτειρα του όπου κατέλαβε τη θέση του Γραμματέα της Τοπικής Οργανώσεως του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τον ίδιο χρόνο συνελήφθη για πρώτη φορά ενώ το Μάιο του 1936 καταδικάστηκε υπό του Εφετείου Πατρών ερήμην σε δύο χρόνια φυλάκιση και χρηματική ποινή 5.000 δραχμών για παράβαση του Νόμου 4229 «περί μέτρων ασφαλείας, του Κοινωνικού Καθεστώτος» για τη συμμετοχή στις αγροτικές κινητοποιήσεις. Ο Μπελογιάννης δεν αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών, καθώς αποβλήθηκε από τα Πανεπιστημιακά έδρανα με απόφαση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου. Συμμετείχε στο «αντιφασιστικό μέτωπο» του Θεμιστοκλή Σοφούλη και λίγους μήνες αργότερα συνελήφθη και εκτοπίστηκε στην Ίο. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, με απόφαση της Επιτροπής Εθνικής Ασφαλείας η ποινή της εξορίας του μειώθηκε στους τέσσερις μήνες. Τελικά, οι συγγενείς του υποβάλλοντας αίτηση στο Συμβούλιο Χαρίτων πέτυχαν την ακύρωση της φυλακίσεως με αποτέλεσμα ο Μπελογιάννης στα τέλη Μαΐου να επιστρέψει στην Αμαλιάδα και στη συνέχεια στρατεύτηκε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, υπηρέτησε ως Λοχίας στο 12ο Σύνταγμα Πεζικού, όπου ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση και συνελήφθη το Δεκέμβριο του 1936 από το Τμήμα Γενικής Ασφάλειας της Πάτρας και στη συνέχεια καταδικάστηκε σε τρεις μήνες φυλάκιση και έξι μήνες εξορία με την κατηγορία της κομμουνιστικής δραστηριότητας.

Τον Ιούνιο του 1937 επέστρεψε στην Αμαλιάδα και ανέλαβε γραμματέας της οργανώσεως Ηλείας του ΚΚΕ. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς μαζί με τους Γιώργο Σουλελέ και το Γιώργο Πόθο ανέλαβε την ευθύνη των κομματικών πυρήνων των Πατρών. Εκείνη την περίοδο ήταν ο βασικός συντάκτης της κομμουνιστικής εφημερίδος «Λαϊκή Γνώμη», που κυκλοφορούσε στην Πάτρα και στις γύρω περιοχές. Το Φεβρουάριο του 1938, την περίοδο του Εθνικού καθεστώτος της «4ης Αυγούστου» υπό τον Ιωάννη Μεταξά, ο Μπελογιάννης ανέπτυξε δραστηριότητα στον Πύργο της Ηλείας, όπου δημιούργησε κομμουνιστική κομματική οργάνωση και προχώρησε στην έκδοση εφημερίδος, όμως τον Μάρτιο συνελήφθη εκ νέου για παράνομη κομμουνιστική δράση και καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε χρόνων και δύο χρόνια εξορία. Η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου στις 28 Οκτωβρίου του 1940 τον βρήκε κρατούμενο στις φυλακές της Αίγινας όπου παρέμεινε έως την άνοιξη του 1942 όταν μεταφέρθηκε στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Το Δεκέμβριο του 1942 οι Ιταλικές αρχές κατοχής τον μετέφεραν στα στρατόπεδα Κατούνας και Βόνιτσας Ξηρομέρου στο νομό Αιτωλοακαρνανίας καθώς και της Κέρκυρας. Τον Αύγουστο του 1943, μαζί με άλλους έξι συγκρατούμενους του, μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο νοσοκομείο νοσημάτων θώρακος η «Σωτηρία». Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, ο Μπελογιάννης αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Πελοπόννησο όπου ορίστηκε Γραμματέας της Κομματικής Οργανώσεως Πατρών.

Συμμοριτοπόλεμος

Μετά την απελευθέρωση του ο Μπελογιάννης εντάχθηκε [4] στον Ε.Λ.Α.Σ., [Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός], Πελοποννήσου ως πολιτικός επίτροπος, αντιπρόσωπος της Π.Ε.Α. και διαφωτιστής, αρχικά στο νομό Αχαΐας και στη συνέχεια σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Παράλληλα υπήρξε καπετάνιος μεραρχίας του Ε.Λ.Α.Σ. στην Πελοπόννησο και μέλος του Γραφείου Περιοχής του Κομμουνιστικού Κόμματος. Την άνοιξη του 1944, ο Μπελογιάννης γνώρισε τον Άρη Βελουχιώτη και οι δύο άντρες συνδέθηκαν με στενή φιλία. Στις 6 Σεπτεμβρίου, οι κομμουνιστές έζωσαν την πόλη της Καλαμάτας, με επικεφαλής τον Νίκο Μπελογιάννη, που απαίτησε σαν εκπρόσωπος της Εθνικής Κυβερνήσεως, την παράδοση της πόλεως και ο Μπελογιάννης μαζί με τον Βελουχιώτη μετείχαν μέσω ασυρμάτου στις διαπραγματεύσεις με το Κάιρο από την έδρα της Μεραρχίας στη Βάχλια της Γορτυνίας. Λίγες ημέρες αργότερα, όταν οι δολοφονικές ορδές του Άρη Βελουχιώτη εισέβαλαν στην Πελοπόννησο, ο Μπελογιάννης αποτέλεσε έναν από τους πλέον στενούς συνεργάτες του και διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στη σφαγή χιλιάδων εθνικιστών Ελλήνων κάθε ηλικίας, μεταξύ τους νηπίων και ανήλικων παιδιών, στην περιοχή του χωριού Μελιγαλάς στο νομό Μεσσηνίας, καθώς ο Μπελογιάννης εφάρμοσε σχετική διαταγή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος.

Στην Πελοπόννησο ο Μπελογιάννης ήταν υπεύθυνος του εντύπου «Ελεύθερος Μοριάς» και αργότερα του εντύπου «Ελεύθερη Αχαΐα» με το ψευδώνυμο «Πέτρος Φλογαΐτης». Πριν το Δεκέμβριο του 1944 ο Μπελογιάννης, με την ιδιότητα του Πολιτικού Επιτρόπου, απαγόρευσε στον Βλάση Ανδρικόπουλο, «Συνταγματάρχη» του Ε.Λ.Α.Σ., να επιτεθεί εναντίον των Βρετανικών στρατευμάτων. Το 1947 στη διάρκεια της ένοπλης εξεγέρσεως των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος ο Μπελογιάννης ήταν πολιτικός επίτροπος της 10ης Μεραρχίας του αποκαλούμενου «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος» στη Στερεά Ελλάδα και το 1948 τραυματίστηκε στο χέρι στο ύψωμα Γκόλιο στις μάχες του όρους Γράμμος. Μετά την επικράτηση του Ελληνικού Στρατού ο Μπελογιάννης διέφυγε από την Ελλάδα, τον Αύγουστο του 1949, και αρχικά φιλοξενήθηκε στο Μπουλκές στη Σερβία και στη Ρουμανία ενώ στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Πολωνία.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Στις αρχές του Ιουνίου 1950, ο Μπελογιάννης τότε αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος, επέστρεψε παράνομα στην Ελλάδα μέσω Παρισιού και Ρώμης, με πλαστό διαβατήριο Αργεντινής σύμφωνα το οποίο έφερε το ψευδώνυμο «Ερρίκος Πανόζ», με σκοπό να ανασυγκροτήσει τις διαβρωμένες από τη Γενική Ασφάλεια της Αστυνομίας κομματικές οργανώσεις του παράνομου Κ.Κ.Ε., οι οποίες είχαν διαλυθεί από τις συλλήψεις, τις καταδίκες και τις εκτελέσεις στελεχών του. Ο Μπελογιάννης κατέλυσε για μικρό διάστημα στο ξενοδοχείο «Μέγα» στην οδό Σταδίου και αντικατέστησε το διαβατήριο του με μια πλαστή Ελληνική ταυτότητα.

Σύλληψη & 1η Δίκη

Νίκος Μπελογιάννης

Στις 20 Δεκεμβρίου 1950 ο Μπελογιάννης συνελήφθη σε κομματική γιάφκα [5] στο σπίτι του κομμουνιστή Τάκη Καλοφωλιά, στον οποίο κάποιοι απέδωσαν την ευθύνη για τις συλλήψεις, στην οδό Πλαπούτα 30 στους Αμπελόκηπους. Ο Μπελογιάννης δεν εμφανίστηκε στο προσυμφωνημένο ραντεβού που είχε στις 21 Δεκεμβρίου με την φερόμενη [6] ως σύζυγο του, την Έλλη Παππά. Η ίδια την επόμενη ημέρα, μετέβη σε ραντεβού που είχε με τον Στάθη Δρομάζο στην οδό Πλαπούτα 30, όπου δεν βρήκε παρά μόνο αστυνομικούς της Ασφάλειας που τη συνέλαβαν. Στις 29 Δεκεμβρίου η Ασφάλεια ανακοίνωσε την σύλληψη 30 ηγετικών στελεχών, δίχως αναφορά σε ονόματα, του Κομμουνιστικού Κόμματος και άφησε να εννοηθεί ότι ορισμένοι στάλθηκαν από το εξωτερικό στην Ελλάδα για κατασκοπεία. Η Ασφάλεια έδωσε στη δημοσιότητα το γεγονός στις 4 Ιανουαρίου του 1951 και σύμφωνα με το ρεπορτάζ ανάμεσα στα στελέχη που ήταν υπό κράτηση βρίσκονταν και ο Νίκος Μπελογιάννης μέλος της Κ.Ε. του Κομμουνιστικού Κόμματος αλλά και ο σύνδεσμος του η Έλλη Ιωαννίδου-Παππά, μέλος της Κομματικής Οργανώσεως Αθηνών. Στη διάρκεια της κρατήσεως του δόθηκε άδεια στη Βασιλική, τη μητέρα του Μπελογιάννη να τον επισκεφθεί στις φυλακές. Η ασφάλεια συνέλαβε σε όλη την Αθήνα 94 κομμουνιστές που παραπέμφθηκαν σε δίκη στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών.

Ο Μπελογιάννης δικάστηκε με τον Αναγκαστικό Νόμο 509/1947, που θεωρούσε το Κομμουνιστικό Κόμμα παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο, που δρούσε εναντίον της εδαφικής ακεραιότητος της Ελλάδος, δηλαδή για «παράνομη κομμουνιστική δράση και προπαγάνδα» και «...περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του Πολιτεύματος, του Κοινωνικού Καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών..», το οποίο έθετε εκτός νόμου το Κ.Κ.Ε., το Ε.Α.Μ. και την «Εθνική Αλληλεγγύη» [7]. Η δίκη του άρχισε την Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 1951 στις 8 το πρωί στην αίθουσα του Έκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών, σχεδόν έντεκα μήνες ύστερα από τη σύλληψή του, στο χώρο του «Αρσάκειου» Δικαστικού Μεγάρου, στην οδό Σανταρόζα. Στη σύνθεση [8] του Δικαστηρίου -με την ιδιότητα του έκτακτου Στρατοδίκη- περιλαμβάνονταν και ο τότε Ταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο μετέπειτα επικεφαλής του Εθνικού καθεστώτος της «21ης Απριλίου 1967».

Στις 2 Νοεμβρίου 1951 ο υπουργός Εθνικής Αμύνης Αλέξανδρος Σακελλαρίου κάλεσε τον πρόεδρο του Στρατοδικείου Αντισυνταγματάρχη Ανδρέα Σταυρόπουλο και τους δικαστικούς συμβούλους Ι. Σίμο, Κ. Αθανασούλη, Β. Πετρούλια, Απ. Καρκαζή και Ι. Κριτσέλη, και τους εξέφρασε την επιθυμία της κυβερνήσεως του Νικολάου Πλαστήρα να βρεθεί τρόπος διακοπής της δίκης, όμως ο Σταυρόπουλος αρνήθηκε. Την επομένη ημέρα οι εφημερίδες «Ακρόπολις» και «Εθνικός Κήρυξ» δημοσίευσαν σε άρθρα τους το παρασκηνιακό αίτημα της κυβερνήσεως. Η διαρροή είχε προέλθει από τον Σταυρόπουλο, ο οποίος τιμωρήθηκε με εξάμηνη αργία για «παράβαση υπηρεσιακής εχεμυθείας». Το Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο εξέτασε και όλους τους άλλους στρατοδίκες και στις 15 Δεκεμβρίου του 1951 εξέδωσε παμψηφεί επίσημη γνωμοδότηση ότι για τη διαρροή δεν ευθυνόταν ουδείς άλλος εκ των στρατοδικών. Η δίκη του Μπελογιάννη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου και στις 3 το ξημέρωμα, το δικαστήριο ανακοίνωσε την επιβολή δώδεκα θανατικών καταδικών [9], μεταξύ τους και του Νίκου Μπελογιάννη, στην επιβολή της οποίας μειοψήφισε ο Παπαδόπουλος.

Η απόφαση προκάλεσε τις αντιδράσεις των χωρών που βρίσκονταν υπό την επιρροή της τότε Σοβιετικής Ενώσεως καθώς των «Κινημάτων Ειρήνης» στις Δυτικές χώρες και την επομένη ημέρα η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Νικολάου Πλαστήρα ανακοίνωσε ότι δεν πρόκειται να εφαρμοστεί [10], ενώ ο Μπελογιάννης μεταφέρθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας. Με πρωτοβουλία της Σοβιετικής Ενώσεως το ζήτημα της θανατικής καταδίκης του Μπελογιάννη συζητήθηκε στην 6η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. [Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών], όμως αντιμετώπισε την ψήφο αρνησικυρίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

2η δίκη

Τη νύχτα της 13ης προς την 14η Νοεμβρίου του 1951, αστυνομικοί της Ασφάλειας Αθηνών, πολυάριθμη δύναμη χωροφυλάκων και του Μηχανικού του στρατού με τον συνταγματάρχη Παυλίδη, με επικεφαλής τον υπουργό Εσωτερικών, Κωνσταντίνο Ρέντη, ανακάλυψε παράνομους ασυρμάτους που μετέδιδαν πληροφορίες και ελάμβαναν οδηγίες από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, που ήταν στις ανατολικές χώρες, στις περιοχές της Γλυφάδος, στη Βίλα «Αύρα» του Ηλία Αργυριάδη στην οδό Αρτέμιδος στον αριθμό 43 στην Άνω Γλυφάδα, και της Καλλιθέας [11], όπου υπεύθυνος για τον ασύρματο ήταν ο μαρξιστής-μέλος του Κ.Κ.Ε. Νίκος Βαβούδης [12], ο οποίος αυτοκτόνησε στο κρησφύγετο του -στο σπίτι του Νίκου Καλούμενου στην οδό Λυκούργου 39, στον σημερινό αριθμό 41, στην Καλλιθέα- προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη του από την Ασφάλεια. Λίγες ημέρες αργότερα αυτοκτόνησε και η γυναίκα του Αργυριάδη, η Κατερίνα Δάλλα. Στις έρευνες για την ανακάλυψη των σημείων εκπομπής των ασυρμάτων συμμετείχε ελικόπτερο του αμερικανικού στόλου εφοδιασμένο με ραδιογωνιόμετρα. Στα τέλη του Ιανουαρίου του 1952, ο Μπελογιάννης μεταφέρθηκε στην Γενική Ασφάλεια Αθηνών, διευθυντής της ήταν τότε ο Ιωάννης Πανόπουλος, καθώς η ανακάλυψη των ασυρμάτων οδήγησε στην μετατροπή της κατηγορίας εναντίον του από παράνομη κομμουνιστική δραστηριότητα σε κατασκοπεία εις βάρος της Ελλάδος.

Ο Μπελογιάννης και οι άλλοι 28 κομμουνιστές, μεταξύ τους και η μετέπειτα γνωστή ηθοποιός Μαρία Φωκά-Καλλέργη [13] [14] σύζυγος του επίσης γνωστού κομμουνιστή ηθοποιού Λυκούργου Καλλέργη, προσήχθησαν σε δίκη η οποία άρχισε στις 15 Φεβρουαρίου 1952, με βάση τον νόμο 375/1936 περί κατασκοπείας, ενώπιον του Α' Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών που συνεδρίασε στην αίθουσα του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου στο Αρσάκειο Μέγαρο. Οι κατηγορούμενοι δικάστηκαν «κατ’ αντιμωλίαν», δηλαδή, ήταν παρόντες, ενώ δικάστηκε «ερήμην» και η ηγεσία του Κ.Κ.Ε., που ήταν εκτός Ελλάδας. Από τους είκοσι εννέα (29) κατηγορουμένους οι έξι (Νικόλαος Μπελλογιάννης, Δημήτριος Καλοφωλιάς, Αθανάσιος Κανελλόπουλος, Στέργιος Γραμμένος, Έλλη Παππά-Ιωαννίδου και Θεοδώρα Γεωργιάδου) είχαν ήδη καταδικαστεί με θανατική ποινή, που μετατράπηκε σε ισόβια από την προηγούμενη δίκη. Ο Μπελογιάννης, που αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, στη διάρκεια της δίκης του κρατούσε ένα κόκκινο γαρύφαλλο, γεγονός που ενέπνευσε ένα σκίτσο του στον Πάμπλο Πικάσο.

Ο αστυνομικός Ρακιντζής, μάρτυρας στη δίκη του Μπελογιάννη και των συντρόφων του, κατέθεσε: «...Υπάρχουν προσέτι εκτός συνόρων της Ελλάδος περί τους 30.000 κομμουνιστάς, οι οποίοι εκπαιδεύονται στρατιωτικώς και κατασκοπευτικώς, άλλοι ως σαμποτέρ, με μόνιμον σκοπόν, όταν δοθή η ευκαιρία να δράσουν στρατιωτικώς κατά της Πατρίδος των, διά μιας νέας εισβολής...». Ο τότε γενικός διευθυντής της Αστυνομίας Πόλεων Ιωάννης Πανόπουλος κατέθεσε: «....Είχαμε διασταυρωμένες πληροφορίες ότι από το “σιδηρούν παραπέτασμα” μπαινόβγαιναν ειδικά εκπαιδευμένοι κομμουνιστές με διπλό ρόλο: Ο ένας, να μεταφέρουν οδηγίες ανασυγκροτήσεως του μηχανισμού του ΚΚΕ... και ο άλλος να συλλέγουν πληροφορίες για νατοϊκή δραστηριότητα στη χώρα μας... και άλλες απόρρητες στρατιωτικές πληροφορίες… Εντύπωση μας έκαναν τα σήματα που κατασχέσαμε και οι κώδικες συνεννοήσεως. Εκοπιάσαμε να βρούμε τις κλείδες αποκρυπτογραφήσεως....» και χαρακτήρισε τον Μπελογιάννη ως επικεφαλής. Σύμφωνα με το ραδιοφωνικό σταθμό «Φωνή της Αμερικής»: «...Η δίκη αυτή είναι ένα από τα σπουδαιότερα παγκόσμια γεγονότα τα οποία εσημειώθησαν τον Φεβρουάριον του ’52. Αποτελεί δίδαγμα διά τον ελεύθερον κόσμον. Αποδεικνύει ότι τα απανταχού κομμουνιστικά κόμματα δεν εμπνέονται από πολιτικούς σκοπούς αλλά αποτελούν οργανώσεις κατασκοπίας».

Θανατική καταδίκη

Την 1η Μαρτίου του 1952 στη μία το μεσημέρι, μετά από τρεισήμισι ώρες διάσκεψη, το Διαρκές Στρατοδικείο καταδίκασε τον Μπελογιάννη και τους Νίκο Καλούμενο, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη, Τάκη Λαζαρίδη και Έλλη Παππά, ομόφωνα «εις θάνατον» [15] ως πράκτορες που μετέδιδαν «στρατιωτικά ή άλλα μυστικά επί σκοπώ κατασκοπίας». Από τους είκοσι εννέα (29) κατηγορούμενους: οκτώ (8) καταδικάστηκαν σε θάνατο, τέσσερις (4) σε ισόβια, δύο (2) σε κάθειρξη είκοσι ετών, τέσσερις (4) σε κάθειρξη δεκαπέντε ετών, δύο (2) σε κάθειρξη δέκα ετών, ένας (1) σε φυλάκιση ενός έτους. Δύο (2) απαλλάχθηκαν λόγω πλήρους συηγχύσεως και πέντε (5) αθωώθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη δίκη εκτός από το Δημήτριο Μπάτση και ο Ηλίας Αργυριάδης με το Νικόλαο Καλούμενο, αν και αποκήρυξαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Οι κατηγορούμενοι που κρατούνταν στις φυλακές Καλλιθέας πληροφορήθηκαν την απόφαση από την γραμματεία του στρατοδικείου. Μετά την ανακοίνωση της αποφάσεως ο Μπελογιάννης και η Παππά δεν κατέθεσαν αίτηση αναιρέσεως και δεν άσκησαν έφεση.

Λίγες ημέρες αργότερα δημοσιεύθηκε γράμμα του Νίκου Πλουμπίδη, ηγετικού στελέχους του Κ.Κ.Ε. που έπασχε από φυματίωση και του απέμειναν λίγοι μήνες ζωής ακόμα, με το οποίο φέρεται να αναλάμβανε την συνολική ευθύνη για την καθοδήγηση του παράνομου μηχανισμού του Κομμουνιστικού Κόμματος. Παράλληλα ο Πλουμπίδης φέρεται ότι υποσχέθηκε να παρουσιαστεί στις αρχές με τον όρο να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης. Ακολούθησε διάψευση του Νίκου Ζαχαριάδη μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «Ελεύθερη Ελλάδα» από το Βουκουρέστι της Ρουμανίας αλλά και από το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε., που χαρακτήρισαν την επιστολή «μύθευμα της Ασφάλειας», ενώ αντίθετα το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοίνωσε ότι ο γραφικός χαρακτήρας της επιστολής και η υπογραφή είναι γνήσια, όμως ο Ιωάννης Πανόπουλος, πρώην αστυνομικός διευθυντής, ο οποίος παρέλαβε την επιστολή από τους συνηγόρους του Μπελογιάννη ως διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, απέρριψε οποιαδήποτε πιθανότητα συνδιαλλαγής με τον Πλουμπίδη. Έτσι η επιστολή δεν είχε κανένα αποτέλεσμα καθώς η κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν θα συνδιαλλαγεί με τον καταζητούμενο για εγκληματική κομμουνιστική δράση Πλουμπίδη.

Εκτέλεση Μπελογιάννη

Παρά τις παρεμβάσεις, μεταξύ τους κι αυτή του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνος [16] ο οποίος ανταποκρίθηκε στο σχετικό τηλεγράφημα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορου που ζήτησε την παρέμβαση του, η θανατική καταδίκη δεν άλλαξε, ούτε δόθηκε χάρη από τον βασιλιά Παύλο [17]. Στις 28 Μαρτίου το Συμβούλιο Χαρίτων εξέδωσε απόφαση με την οποία γίνονται δεκτές μόνο οι αιτήσεις χάριτος του Τάκη Λαζαρίδη, του Μιλτιάδη Μπισμπιάνου, του Χαράλαμπου Τουλιάτου και της Έλλης Ιωαννίδου-Παππά ενώ απέρριψε αυτές των Νίκου Μπελογιάννη, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη και Νίκου Καλούμενου.

Τις πρώτες ώρες της Κυριακής 30 Μαρτίου 1952 ο βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης Αθανασούλας ανακοίνωσε στους καταδικασμένους σε θάνατο ότι η αίτηση χάριτος που υπέβαλαν απορρίφθηκε. Υπέρ της εφαρμογής των ποινών και της εκτελέσεως των ποινών τάχθηκε το σύνολο των πολιτικών αρχηγών, μεταξύ τους και οι Σοφοκλής Βενιζέλος και Γεώργιος Παπανδρέου, που εκπροσωπούσαν τα κόμματα του Κέντρου. Ο Μπελογιάννης την ώρα που τον έπαιρναν για την εκτέλεση είπε στην Έλλη Παππά-Ιωαννίδου: «Πρέπει να ζήσεις. Για το παιδί, για την εκδίκηση». Η Παππά εξαιρέθηκε από την εκτέλεση λόγω της εγκυμοσύνης του παιδιού της [18] αργότερα κρατούμενη και ο Τάκης Λαζαρίδης λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Στις 03:48' ο Μπελογιάννης και μαζί του οι Νίκος Καλούμενος, Δημήτρης Μπάτσης και Ηλίας Αργυριάδης μεταφέρθηκαν με στρατιωτικό όχημα που το συνόδευε φάλαγγα αυτοκινήτων, από τις φυλακές της Καλλιθέας όπου κρατούνταν στου Γουδή, πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία», το σημερινό Πάρκο της πρώην Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής στην περιοχή στου Γουδή. Εκεί εκτελέστηκαν στις 04:12, πριν το χάραμα της 30ης Μαρτίου, δια τυφεκισμού, από απόσπασμα 24 στρατιωτών.

Συγγραφικό έργο

Ο Μπελογιάννης στην τελευταία του επιστολή ανέφερε την ύπαρξη δύο βιβλίων του, με θέματα την οικονομική ιστορία της Ελλάδας και την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Το πρώτο με τον τίτλο

  • «Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα» εκδόθηκε το 1998 στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 80 χρόνια του Κ.Κ.Ε., από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Στο βιβλίο εκτίθεται η νεότερη ιστορία της Ελλάδος μέσω των συμβάσεων του εξωτερικού δανεισμού της χώρας από το 1824 μέχρι την εποχή της συγγραφής του βιβλίου.

Το άλλο έργο του Μπελογιάννη υπό τον τίτλο

  • «Σχέδιο για μια ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρώτες μακρινές ρίζες-Προσχέδια-Σημειώσεις» έμεινε ανολοκλήρωτο.

O Μπελογιάννης έγραψε το -επιστημονικά ανεπαρκές- βιβλίο περίπου σε μια διετία, στα κρατητήρια της Ασφάλειας και τις φυλακές της Κέρκυρας «....για να δουν πως είμαστε και γραμματισμένοι άνθρωποι», ενώ όπως αναφέρει το έγραψε καθώς «...διεπίστωσε ότι έλειπε μια μαρξιστική ιστορία για τους όρους διαμόρφωσης του νεοελληνικού έθνους». Tα χειρόγραφα έβγαζε κρυφά από τη φυλακή ο θεατρικός κριτικός Στάθης Δρομάζος. Το έργο έχει ξεκάθαρο και σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό καθώς ακολουθεί τη μαρξιστική μεθοδολογία για να προσεγγίσει τα λογοτεχνικά έργα. H πρώτη έκδοση του έγινε με το ψευδώνυμο «M. Kουλουριώτης», το 1952, με έξοδα της μητέρας του Νίκου Μπελογιάννη και η δεύτερη έγινε ένα χρόνο αργότερα, στη Ρουμανία, με πρόλογο του Νίκου Ζαχαριάδη, ενώ η τρίτη έκδοση του το 1976 τυπώθηκε από τον οίκο «Πορεία».

Μνήμη Νίκου Μπελογιάννη

Νίκος Μπελογιάννης

Μετά την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, η Σοβιετική Ένωση, τα Κομμουνιστικά Κόμματα των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος ξεκίνησαν μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια ηρωοποιήσεως και αγιοποιήσεως του Μπελογιάννη. Λίγες μέρες μετά την εκτέλεση το όνομα «Μπελογιάννης» δόθηκε σε πλατείες και δρόμους σε χώρες που βρίσκονταν υπό την επιρροή της Σοβιετικής Ενώσεως καθώς και σε ένα χωριό στην Ουγγαρία, όπου κατοικούσαν οικογένειες κομμουνιστών φυγάδων αλλά και ανήλικα παιδιά που άρπαξαν στη διάρκεια του παιδομαζώματος στην Ελλάδα. Το χωριό «Μπελογιάννης» υπάρχει μέχρι σήμερα. Το 1980 γυρίστηκε και τον ίδιο χρόνο προβλήθηκε στους κινηματογράφους η προπαγανδιστική ταινία «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», σε σκηνοθεσία Νίκου Τζήμα, σενάριο Νίκου Τζήμα-Πότη Παρασκευόπουλου και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Μουσείο Νίκου Μπελογιάννη

Την Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017 πραγματοποιήθηκαν στην Αμαλιάδα τα εγκαίνια του Μουσείου «Νίκος Μπελογιάννης» το οποίο στεγάζεται στο πατρικό σπίτι του Μπελογιάννη. Το σπίτι παραχωρήθηκε στον δήμο Ήλιδας (Αμαλιάδας), από τον γιο του Μπελογιάννη, ενώ λίγο αργότερα χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η εκδήλωση των εγκαινίων πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πρόεδρο της Νίκο Βούτση, με την παρουσία του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Στα εγκαίνια του Μουσείου παραβρέθηκε ο Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Δημήτρης Κουτσούμπας, που προσκόμισε και το όπλο του Νίκου Μπελογιάννη από τον συμμοριτοπόλεμο.

Στα εγκαίνια δεν παραβρέθηκε ο γιος του Μπελογιάννη καθώς όπως εξήγησε «…δεν πήγα στα εγκαίνια, διότι ξέρω καλά ότι η καπηλεία είναι αυτοσκοπός για αυτούς. Εγώ το αντιμετωπίζω το Κ.Κ.Ε. σαν εκκλησία, που έχει θεό το Στάλιν, έχει ποίμνιο και προπαντός έχει αγίους, ..{..}... Αυτοί συνεχίζουν αυτό που άρχισε ο Ζαχαριάδης. Τον πατέρα μου φυσικά τον έφαγε, διότι ένα κόμμα σαν και αυτό μισεί τους διανοούμενους. Είναι γνωστό και ο Στάλιν που έστελνε τους διανοούμενους. ...{...}... Ο Περισσός είναι το Jurassic Ρark: το μόνο μέρος όπου επιβιώνουν οι δεινόσαυροι. Το Κ.Κ.Ε. εφαρμόζει τις μεθόδους κάθε ασφάλειας, της C.I.A., της Στάζι, της Κα Γκε Μπε...». Τόνισε επίσης ότι η παραχώρηση του όπλου στα εγκαίνια της εκθέσεως «...ήταν εκ του πονηρού, διότι το Κ.Κ.Ε. ήθελε να αναδείξει τον πολέμαρχο. Ενώ εμείς μιλάγαμε για το διανοούμενο που προέβλεψε και τα μνημόνια, το ΚΚΕ ήθελε να αναδείξει το στρατηλάτη, διότι η νέα του γραμμή από πέρυσι είναι ότι ο εμφύλιος ήταν αναγκαίος -αν είναι δυνατόν να υπάρχει αναγκαίος εμφύλιος- και ότι αποτέλεσε την κορύφωση της πάλης των τάξεων στην Ελλάδα..» και ισχυρίστηκε ότι «…πήραν πίσω το όπλο γιατί ζουν με την καπηλεία...» [19].

Η άποψη της Έλλης Παππά-Ιωαννίδου

Στην «πολιτική» διαθήκη της η Έλλη Παππά κατηγορεί τον τότε ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Νίκο Ζαχαριάδη, στον οποίο αποδίδει την πολιτική ευθύνη για τη «θυσία» του Μπελογιάννη. Γράφει η Έλλη Παππά: «...“Άλμπατρος” έλεγε τον Μπελογιάννη ο Ζαχαριάδης. “.Όπως το άλμπατρος είναι το πουλί που πετάει μέσα στην καταιγίδα, έτσι κι ο Μπελογιάννης ανοίγει τα φτερά του μέσα σ’ όλες τις καταιγίδες” έλεγε ο Ζαχαριάδης. Ο Νίκος το θεωρούσε αυτό μεγάλο έπαινο και έτσι το θεώρησα κι εγώ όταν μου το είπε. Έπρεπε να περάσω από πολλούς κύκλους της κολάσεως για να δω την ωμή αλήθεια. Ένα τέτοιο πουλί της καταιγίδας χρειαζόταν ο αρχηγός, ένα πουλί που θα ριχνόταν μέσα στην καταιγίδα και θα έπεφτε κεραυνοβολημένο για τη δόξα του κόμματος, που είχε ακολουθήσει τυφλά τον αρχηγό του στα λάθη του για τη δόξα του ίδιου του αρχηγού….». Την άποψη της μητέρας του ότι ο Νίκος Μπελογιάννης «επιλέγει από το κομματικό ιερατείο του Ζαχαριάδη ως πρόβατο επί σφαγή. Ήδη κατά την παραμονή του εκτός Ελλάδας ως πολιτικός πρόσφυγας είχε έρθει σε σύγκρουση με το Ζαχαριάδη. Οπότε η εκτέλεση είχε διπλό όφελος. Τη δημιουργία ενός «αγίου» και την εξολόθρευση ενός μελλοντικού αντιπάλου.» μεταφέρει στους συνομιλητές του ο γιος τους Νίκος Μπελογιάννης Τζούνιορ.

Η αντεθνική δράση του Μπελογιάννη

Εν κατακλείδι ο Μπελογιάννης στη διάρκεια του συμμοριτοπόλεμου υπήρξε «Πολιτικός Επίτροπος» της 10ης «Μεραρχίας» του αποκαλούμενου Δ.Σ.Ε., «διαφωτιστής» και «κομισάριος» στα διαβόητα «Λαϊκά Δικαστήρια» του Κομμουνιστικού Κόμματος με τις αμέτρητες εκτελέσεις «διά βοής» [20]. Ο Μπελογιάννης ήταν αυτός που ενεπνεύσθη την αρχή της «οικογενειακής ευθύνης», η οποία οδηγούσε σε βασανιστήρια και εκτελέσεις γυναικόπαιδων. Υπήρξε αδίστακτος και φανατικός «σταλινικός» [21], με απίστευτη προσήλωση στο πρόσωπο του μεγαλύτερου δολοφόνου όλων των εποχών, του Ιωσήφ Στάλιν, του οποίου αποτελούσε ένα από τα πλέον πιστά σκυλιά.

Ο Μπελογιάννης υπήρξε κορυφαίος συνεργάτης του Βελουχιώτη, ηθικός αυτουργός για τις σφαγές του Βαλτετσίου Μαντινείας στο νομό Αρκαδίας, του Φενεού Κορινθίας, των Γαργαλιάνων Τριφυλλίας και ιδίως του Μελιγαλά Μεσσηνίας, τον Σεπτέμβριο του 1944, όπου ήταν ο βασικός υπεύθυνος ως ηθικός αυτουργός της φοβερότερης σφαγής της Ελληνικής Ιστορίας, αμάχων και γυναικόπαιδων. Για τη σφαγή του Μελιγαλά, ο κομμουνιστής Γιάννης Καραμούζης γράφει: «….Ο Άρης και οι αντιπρόσωποι του κόμματος Κουλαμπάς και Ν. Μπελογιάννης είχαν πάρει την απόφαση: Όλοι έπρεπε να εκτελεστούν...». Κατά τη δίκη του Μπελογιάννη κατέστη σαφές, σύμφωνα με το στρατηγό Δημήτριο Χονδροκούκη [22], ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε αρχίσει την προπαρασκευή του 4ου γύρου. Συνοψίζοντας και παραβλέποντας την παραμορφωτική προπαγάνδα και την παραφιλολογία της Ελληνικής και παγκόσμιας αριστεράς ο Μπελογιάννης στην πράξη αγωνίστηκε προκειμένου να επικρατήσει στην Ελλάδα ο υπαρκτός κομμουνισμός και να επιβληθεί κομμουνιστική δικτατορία, για να προκαλέσει τον εδαφικό ακρωτηριασμό της χώρας αλλά και τον εξανδραποδισμό εκατομμυρίων Ελλήνων πολιτών που διαφωνούσαν με τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις.

Ο Στυλιανός Παττακός είπε για τον Μπελογιάννη, σε συνέντευξη του στο δημοσιογράφο και ιστορικό ερευνητή Νίκο Θεοδώρου: «...Ο Μπελογιάννης ήτο ένας σκληρός κομμουνιστής ο οποίος είχε ενεργό ρόλο στη σφαγή του Μελιγαλά το 1944. Του εδώθη το φωτοστέφανο του ήρωα και του λαϊκού αγωνιστή ενώ ήτο ένας κομμουνιστής που μαζί με την οργάνωσή του ενεργούσε κατασκοπευτικώς υπέρ του Ανατολικού Μπλοκ, υπέρ της Σοβιετικής Ενώσεως. Ανεκαλύφθη και κατόπιν αυτού πέρασε δικαστήριο και κατεδικάσθη εις θάνατον δια ψήφων 4 υπέρ και 1 κατά, αν ενθυμούμαι καλώς. Η μία αθωωτική ψήφος, ήτο αυτή του Γεωργίου Παπαδοπούλου. Θέλετε την γνώμη μου; Κακώς εζήτησε την αθώωσή του ο Παπαδόπουλος. Ήξερε ότι διενεργούσε κατασκοπεία εις βάρος της Ελλάδος ο Μπελογιάννης. Ήτο προδότης, εφαρμόστηκε ο νόμος και ο στρατιωτικός κανονισμός και ορθώς εκτελέστηκε. Ο Μπελογιάννης δεν ήτο ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, αλλά ο άνθρωπος με τον ασύρματο. Όταν τον έπιασαν ασύρματο είχε μαζί του. Ο ίδιος ο Ζαχαριάδης τον εξόντωσε. Τα λένε εξάλλου και οι ίδιοι οι κομμουνιστές σήμερα....». Τον Απρίλιο του 2019 η Πολωνική κυβέρνηση αποφάσισε την αφαίρεση και καταστροφή του μνημείου του Μπελογιάννη στην πόλη Βρότσλαβ [23]. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος δεσμεύτηκε ότι θα πραγματοποιήσει σχετικό διάβημα, ενώ η ευρωκοινοβουλευτική ομάδα του Κ.Κ.Ε. κατέθεσε ερώτηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για «...τις απαράδεκτες αντικομμουνιστικές βεβηλώσεις μνημείων στην Πολωνία ....».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Η Έλλη Παππά-Ιωαννίδη ήταν σύζυγος του Ηλία Ιωαννίδη, στελέχους του Κ.Κ.Ε., ο οποίος μετά την συντριβή των κομμουνιστοσυμμοριτών διέφυγε και είχε καταφύγει σε κάποια από τις τότε αποκαλούμενες λαϊκές δημοκρατίες. Η Έλλη Ιωνανίδου φυλακίστηκε στις 29 Ιουλίου 1951 και στις 23 Αυγούστου του ίδιου έτους έφερε στον κόσμο ένα παιδί, τον Νίκο Μπελογιάννη Τζούνιορ, καρπό της εξωσυζυγικής της σχέσεως με τον δίγαμο Νίκο Μπελογιάννη. Η Παππά ήταν μικρομεσαίο στέλεχος του Κ.Κ.Ε., στον τομέα της διαφωτίσεως από τις αρχές του 1945 και επικεφαλής ενός φροντιστηρίου που δίδασκε μαρξιστικά μαθήματα σε μεσαία και κατώτερα στελέχη.]
  2. [«Μας το έκρυβαν τα ΜΜΕ επί 65 χρόνια και το αποκαλύπτει στο νέο της βιβλίο η Λένα Διβάνη. Ο Μπελογιάννης ήταν δίγαμος όταν τα έφτιαξε με την Έλλη Παππά!»] Θεόδωρος Χατζηγώγος, εφημερίδα «Στόχος», Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020, αριθμός φύλλου 952ο (1750ο), σελίδα 11η.
  3. [Φωτογραφία από το φάκελο του Νίκου Μπελογιάννη στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών.]
  4. Το ιδιόχειρο βιογραφικό σημείωμα του Νίκου Μπελογιάννη όταν κατατάχθηκε στον ΔΣΕ, Ιούνιος 1947
  5. [Η Γιάφκα είναι λέξη της Ρωσικής γλώσσας <ρωσική, явка (jávka).]
  6. [«Μας το έκρυβαν τα ΜΜΕ επί 65 χρόνια και το αποκαλύπτει στο νέο της βιβλίο η Λένα Διβάνη. Ο Μπελογιάννης ήταν δίγαμος όταν τα έφτιαξε με την Έλλη Παππά!»] Θεόδωρος Χατζηγώγος, εφημερίδα «Στόχος», Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020, αριθμός φύλλου 952ο (1750ο), σελίδα 11η.
  7. [Ο Αναγκαστικός Νόμος 509/1947 καταργήθηκε το 1974 από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.]
  8. [Την σύνθεση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αθηνών αποτελούσαν οι Αξιωματικοί Αντισυνταγματάρχης Ανδρέας Σταυρόπουλος (πρόεδρος), Ταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ταγματάρχης Ν. Κομιάνος, Ταγματάρχης Γ. Κοράκης, και ο Λοχαγός Θ. Κυριακόπουλος.]
  9. [Εις θάνατον καταδικάστηκαν οι Νίκος Μπελογιάννης, Έλλη Ιωαννίδου-Παππά, Θεοδώρα Γεωργιάδου, Αφροδίτη Μανιάτη, Καλλιόπη Παπαδοπούλου, Λίζα Κότου, Στάθης Δρομάζος, Στέργιος Γραμμένος, Δημήτριος Καλοφωλιάς, Δημήτριος Κανελλόπουλος, Αθανάσιος Κανελλόπουλος και ο Πέτρος Παπανικολάου. Άλλοι 15 κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν από ισόβια μέχρι τριετή φυλάκιση με αναστολή.]
  10. Νικόλαος Πλαστήρας δήλωσε: «Ο Μπελογιάννης και οι μετ’ αυτού καταδικασθέντες σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών δεν πρόκειται να εκτελεστούν. Απόφασις της κυβερνήσεως είναι ότι δι’ αδικήματα διαπραχθέντα προ της 1ης Νοεμβρίου 1951, οπότε η παρούσα κυβέρνησις δεν ευρίσκετο εις την Αρχήν, αι τυχόν επιβαλλόμεναι θανατικαί ποιναί διά κομμουνιστικήν δράσιν θα υπήγοντο εις την ρύθμισιν η οποία είχε συμφωνηθεί δι’ όλας τας μέχρι τούδε επιβληθείσας και μη εκτελεσθείσας θανατικάς καταδίκας». Ένα μήνα μετά τη δήλωση του Πλαστήρα ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτρης Παπασπύρου κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο για τα «μέτρα επιείκειας» , το οποίο μετέτρεπε σε ισόβια όλες τις θανατικές καταδίκες που είχαν επιβληθεί μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1951.]
  11. [Εικάζεται ότι η ανακάλυψη των ασυρμάτων έγινε με την βοήθεια και την χρήση τεχνολογικών μέσων που διέθετε το αμερικανικό αεροπλανοφόρο «Φραγκλίνος Ρούσβελτ» που εκείνες τις ημέρες είχε αγκυροβολήσει στον Πειραιά. Οι ασύρματοι χρησίμευαν στην επικοινωνία των εν Ελλάδι παράνομων πυρήνων του Κομμουνιστικού Κόμματος με την ηγεσία του που βρισκόταν στις Ανατολικές χώρες.]
  12. [Ο Νίκος Βαβούδης, γνωστός με τα ψευδώνυμα «Ράικο» και «Γεράσιμος», που αρκετά συχνά αναφερόταν ως «Κουφός» όπως και ο Πλουμπίδης ως «Μπάρμπας» στα σημειώματα του μηχανισμού του Κ.Κ.Ε. ή στις συνομιλίες των κομματικών στελεχών, μέλος και σημαίνων του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και Γραμματέας του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου στον Πειραιά, γεννήθηκε στο 1905 στην τσαρική Ρωσία. Ο πατέρας του Βαβούδη γεννήθηκε στο Μανταμάδο της Λέσβου ενώ η μητέρα του ήταν Ρωσίδα. Ο Βαβούδης ήρθε στο Μανταμάδο σε μικρή ηλικία και όταν ενηλικιώθηκε κατέβηκε στον Πειραιά όπου δούλευε ως βυρσοδέψης και εκλέχτηκε γραμματέας του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου. Πιάστηκε το 1933 από την Ασφάλεια για παράβαση του γνωστού «Ιδιώνυμου» του Ελευθερίου Βενιζέλου, καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και το 1934 ήταν φυλακισμένος στην Γ' πτέρυγα στις φυλακές της Αίγινας, ένας από τους 81 συνολικά κομμουνιστές κρατούμενους. Ο Βαβούδης δραπέτευσε στις 7 Μαΐου 1934, μαζί με τους: Δημήτριο Σακαρέλλο από το Κροκύλι Δωρίδος, ψευδώνυμο «Γιάννης», καταδικασμένο για τη δολοφονία του αρχειομαρξιστή Γεωργοπαπαδάτου, Ζαννή Φλωράκο, Κ. Σαρίκα, Αβραάμ Δερβίσογλου, Ευάγγελο Θωμάζη, Απόστολο Κλειδωνάρη και το Μόσχο Δουλγέρη. Ο Βαβούδης, όπως και οι υπόλοιποι δραπέτες, με τη βοήθεια του Κ.Κ.Ε. και της Σοβιετικής πρεσβείας στην Αθήνα, διέφυγε με πλοίο από την Ελλάδα και κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση. Εκεί φοίτησε στο Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Εργαζομένων της Ανατολής τη γνωστή ΚΟΥΤΒ. Τον ίδιο χρόνο στάλθηκε ως εθελοντής στην Ισπανία, μαζί με άλλους Έλληνες, και πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας, όπου υπηρέτησε σαν αξιωματικός-προγυμναστής στη βάση του Αλπαθέτε, στο Βαλκανικό Τάγμα αλλά και σε άλλες υπηρεσίες. Μετά την επικράτηση των εθνικιστών υπό τον στρατηγό Φρανθίσκο Φράνκο, την κατάρρευση του Ισπανικού Λαϊκού μετώπου και τη συντριβή των δυνάμεων του, ο Βαβούδης επέστρεψε στη Σοβιετική Ένωση. Στη συνέχεια βρέθηκε με αποστολή στα Βαλκάνια και συμμετείχε στην αντίσταση της Γιουγκοσλαβίας ενώ τον Ιούλιο του 1944, ως μέλος της Σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής, πέρασε στην υπό τον έλεγχο του κομμουνιστικού ΕΛΑΣ αποκαλούμενη Ελεύθερη Ελλάδα. Έκτοτε και σε όλη τη διάρκεια κι ως τη λήξη του συμμοριτοπολέμου συνέχισε να ζει σε καθεστώς παρανομίας στην Αθήνα. Χρησιμοποιήθηκε από το Κ.Κ.Ε. στον παράνομο δίκτυο ασύρματης ραδιοσυνδέσεως με τον ηγέτη των Βουλγάρων κομμουνιστών Γκεόργκι Δημητρώφ και μέσω αυτού με την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενώσεως στη Μόσχα. Στα χρόνια που ακολούθησαν τον συμμοριτοπόλεμο και μέχρι τη ανακάλυψη της κρύπτης του ασυρμάτου του το Νοέμβριο του 1951, εργάστηκε στον συντονισμό των οργανώσεων του Κ.Κ.Ε. στην Αθήνα, εξασφαλίζοντας την ραδιοεπικοινωνία τους με την έδρα της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. στο Βουκουρέστι. Ο Βαβούδης εντοπίστηκε από την Γενική Ασφάλεια σε μισθωμένη μονοκατοικία με πλυσταριό πίσω στον κήπο, δέντρα, κοτέτσι, στην οδό Λυκούργου 39, στον σημερινό αριθμό 41, στην Καλλιθέα, όπου είχε την ευθύνη του χειρισμού παράνομου ασυρμάτου για την επικοινωνία με τις κομμουνιστικές χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Στην οικία αυτή ο Βαβούδης είχε εγκαταστήσει σε κρύπτη τον ασύρματο. Αυτοκτόνησε για να αποφύγει την σύλληψη αφού πρώτα κατέστρεψε σημαντικά έγγραφα και τον ασύρματο. Ο Νίκος Ζαχαριάδης τον κατήγγειλε ως πράκτορα της Ασφάλειας και χαρακτήρισε την αυτοκτονία του εικονική και υποστήριζε ότι φυγαδεύτηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ενώ το ίδιο πίστευε και η Έλλη Παππά-Ιωαννίδου, η ερωμένη του Νίκου Μπελογιάννη. Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. (18-24 Φεβρουαρίου 1957) καθώς και αποφάσεις του Π.Γ του Κ.Κ.Ε. το 1958 αναίρεσαν τους χαρακτηρισμούς, και το 2011 αποκαταστάθηκε πλήρως από το Κ.Κ.Ε. το οποίο διοργάνωσε τιμητικές εκδηλώσεις στη μνήμη του, οι οποίες διοργανώθηκαν στην Αθήνα και στο Μανταμάδο.]
  13. [«..... Η Καλλέργη ήλθεν από το Παρίσι εκ μέρους του Δημητρακαρέα διά να δη αν έφθασαν αι αποσταλείσαι 1.600 λίρες... Τα χρήματα αυτά προωρίζοντο διά τη χρηματοδότησιν του δικτύου».] Απόσπασμα από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Κωνσταντίνου Παπαπαθανασίου, σύμφωνα με τα πρακτικά της δίκης του Β' Τμήματος του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, συνεδριάσεις από την 15η Φεβρουαρίου ως και την 1η Μαρτίου 1952.
  14. [Στο τέλος της δίκης το Β' Τμήμα του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών επέβαλε στη Mαρία Φωκά-Καλλέργη ποινή ισοβίου καθείρξεως, όμως η ποινή της μειώθηκε λίγο καιρό αργότερα σε 10 χρόνια κάθειρξη και «αποστέρησις των πολιτικών δικαιωμάτων επί 10ετίαν».]
  15. [Εις θάνατον καταδικάστηκαν οι Νίκος Μπελογιάννης, Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νίκος Καλούμενος, Τάκης Λαζαρίδης, Χαρίλαος Τουλιάτος, Μιλτιάδης Μπισμπιάνος και η Έλλη Ιωαννίδου-Παππά.]
  16. [O τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων στην παρέμβαση του υπέρ της μη εκτελέσεως του Μπελογιάννη είπε: «Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».]
  17. [Η Αθηναϊκή εφημερίδα «Το Βήμα» σημείωνε, στις 30 Μαρτίου 1952: «.....Κατεβλήθη προσπάθεια όπως η ποινή του Μπελογιάννη μετατραπεί εις ισόβια δεσμά, λόγω της αναγραφής εις την απόφασιν του Στρατοδικείου της φράσεως ότι καταδικάζεται διά το αδίκημα της κατασκοπείας διά το μέχρι του Ιουνίου 1950 χρονικόν διάστημα. Αλλά, λόγω της θέσεως την οποίαν κατέχει εις το ΚΚΕ, η άποψις αυτή δεν έγινεν δεκτή από τον Ανώτατον Άρχοντα»
  18. [Σύμφωνα με την προπαγάνδα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και των συνοδοιπόρων του ο απόφοιτος του Βαρβάκειου και Χημικός Μηχανικός του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου Νίκος Μπελογιάννης, γιος του Νίκου Μπελογιάννη, γεννήθηκε στις φυλακές όπου κρατούνταν η μητέρα του Έλλη Παππά. Η αλήθεια, όπως την κατέθεσε σε συνέντευξη του ο Μπελογιάννης, είναι ότι γεννήθηκε στο μαιευτήριο «Έλενα Βενιζέλου» στην Αθήνα και έζησε τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής του στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και στις γυναικείες φυλακές Πειραιά, ενώ στη συνέχεια τον παρέλαβε η λογοτέχνης Διδώ Σωτηρίου, η αδελφή της μητέρας του. Η μητέρα του Έλλη Παππά αποφυλακίστηκε τα Χριστούγεννα του 1963, όταν ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν ήδη 12 ετών.]
  19. Αποκήρυξε το Κ.Κ.Ε. ο γιος του Νίκου Μπελογιάννη-Γύρισε την πλάτη στην φιέστα που έστησαν.
  20. Νίκος Μπελογιάννης: Ο άνθρωπος με τον ασύρματο...
  21. [Το 1949, ο Νίκος Μπελογιάννης εκφώνησε τον εξής «πανηγυρικό» για τα 70 χρόνια του Ιωσήφ Στάλιν: «Σύντροφοι και συντρόφισσες!
    Σήμερα σ’ όλες τις γωνιές του κόσμου εκατοντάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι, μυριάδες αμέτρητες απλοί άνθρωποι, εύχονται από τα βάθη της καρδιάς τους χρόνια πολλά στο Στάλιν.
    Ποτέ κανένας άνθρωπος στον κόσμο ύστερα από τον Λένιν δε συγκέντρωσε τόσα βουνά αγάπης και αφοσίωσης, αλλά και τόσους σωρούς από λυσσασμένο μίσος. Για κάθε τίμιο άνθρωπο, για κάθε αγωνιστή του δίκιου και της λευτεριάς, για την ατελείωτη φάλαγγα των κομμουνιστών, ο Στάλιν είναι ο σοφός δάσκαλος, ο αγαπημένος φίλος, ο δοξασμένος αρχηγός. Είναι η καρδιά της καρδιάς μας. Είναι ο «μπάρμπας» όπως με μια λέξη τον ονομάζει χαϊδευτικά ο λαός μας. Και αντίθετα για όλους τους εκμεταλλευτές, για όλους τους εχθρούς της προόδου, ο Στάλιν είναι ο πιο μισητός αντίπαλος, ο πιο φοβερός εφιάλτης τους και στον ύπνο και τον ξύπνιο τους.
    Σήμερα ο Στάλιν ενσαρκώνει τους πόθους και τις επιθυμίες, τις ελπίδες και τα όνειρα εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Είναι η προσωποποίηση μιας ολόκληρης εποχής, της πιο ιστορικής εποχής, που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα, της μεγάλης σταλινικής εποχής, της εποχής του Κομμουνισμού. Γι’ αυτό είναι και μεγάλος.
    Στην ιστορία πολλούς είπανε και λένε μεγάλους. Όμως πολλοί λίγοι αξίζουν αυτόν τον τίτλο. Μεγάλος δεν μπορούσε να είναι ένας τυχοδιώκτης σαν τον Χίτλερ, που δοκίμασε να γυρίσει την ιστορία προς τα πίσω και ματοκύλισε τον κόσμο. Ούτε μπορεί να ‘ναι ποτέ μεγάλος ένας εγκληματίας σαν τον Τσόρτσιλ, τον εχθρό κάθε προοδευτικού κινήματος, τον εμπρηστή ενός νέου πόλεμου. Ο Στάλιν όμως είναι και παραείναι μεγάλος, όπως είναι κι ο Λένιν και ο Μαρξ. Ένας Ρώσος μαρξιστής, πολύ σωστά είπε ότι μεγάλος άνδρας είναι εκείνος που «βλέπει μακρύτερα από τους άλλους και θέλει δυνατότερα από τους άλλους». Το «να βλέπεις μακρύτερα από τους άλλους», σημαίνει να βλέπεις ότι η ιστορία κινιέται προς τα μπρος, προς την πρόοδο και ταυτόχρονα να συλλαμβάνεις κάθε φορά τους νόμους αυτής της κίνησης. Και το «να θέλεις δυνατότερα από τους άλλους», σημαίνει να ‘χεις όλη την αλύγιστη θέληση και δύναμη που χρειάζεται, για να μπεις επικεφαλής αυτής της ιστορικής κίνησης, να συντρίψεις κάθε παλιό και σάπιο και να οδηγήσεις την ανθρωπότητα σ’ έναν καινούργιο πιο πολιτισμένο, πιο ευτυχισμένο και πιο χαρούμενο δρόμο.
    Σήμερα κανένας δε βλέπει μακρύτερα από τον Στάλιν και κανένας δεν έχει δυνατότερη θέληση από τον Στάλιν. Και βλέπει μακρύτερα από κάθε άλλον ο Στάλιν, γιατί στάθηκε ο καλύτερος, ο πιο πιστός μαθητής και συνεχιστής του έργου του Μαρξ και του Λένιν. Γι’ αυτό είναι καταπληκτική η δύναμη της επιστημονικής του πρόβλεψης. Όταν μιλάει ο Στάλιν, μιλάει η ζωή, η αλήθεια, η πείρα ολόκληρων αιώνων. Στα λόγια του καθρεφτίζεται ολοζώντανο το παρόν και ζωγραφίζεται με ακρίβεια το μέλλον.
    Ό,τι λέει ο Στάλιν γίνεται.
    Είπε πριν την επανάσταση ότι μπορεί η Ρωσία να ανοίξει πρώτη το δρόμο προς τον Σοσιαλισμό και τον άνοιξε.
    Είπε ότι μπορεί να ανοικοδομηθεί ο Σοσιαλισμός στη Ρωσία και ανοικοδομήθηκε.
    Είπε από το 1925 ότι θα νικήσει η Κινεζική Επανάσταση και νίκησε.
    Είπε, όταν ο Χίτλερ ήταν παντοδύναμος ότι ο Χιτλερισμός θα συντριβεί και συντρίφτηκε.
    Είπε ότι θα ανοικοδομηθεί ο Κομμουνισμός στη Ρωσία και ανοικοδομείται.
    Κι όταν σήμερα ο Μαλένκοφ, ένας από τους πιο καλούς μαθητές του Στάλιν, λέει πως «αν οι ιμπεριαλιστές εξαπολύσουν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, ο πόλεμος αυτός θα ναι ο τάφος όχι μονάχα για μερικά καπιταλιστικά κράτη ξεχωριστά, μα για ολάκερο τον Καπιταλισμό, ποιος αμφιβάλλει ότι κι αυτό θα γίνει;».
    Κι έχει την πιο δυνατή θέληση ο Στάλιν, γιατί η πίστη του είναι βουνό και η επίμονη του αμέτρητη. Για τον Στάλιν, δεν υπάρχουν εμπόδια και δυσκολίες αξεπέραστες, δεν υπάρχουν φρούρια απόρθητα. Πρωταθλητής στην σκληρή πάλη για τον παγκόσμιο Κομμουνισμό, ο Στάλιν διαπαιδαγωγεί όλα τα στελέχη του με το ίδιο του το παράδειγμα στην πάλη με τις δυσκολίες, υπόδειγμα αυταπάρνησης και αυτοθυσίας.
    «Να μην αμφιβάλλετε σύντροφοι», γράφει το 1929 στις οργανώσεις και τα μέλη του κόμματος που τον ευχήθηκαν για τα 50χρονα του, «να μην αμφιβάλλετε ότι είμαι έτοιμος και τώρα και πάντοτε να δώσω στην υπόθεση της εργατικής τάξης, της προλεταριακής επανάστασης και του παγκόσμιου Κομμουνισμού, όλες μου τις ικανότητες κι αν χρειαστεί ακόμα και την τελευταία σταγόνα από το αίμα μου».
    Ποιος από τους αντίπαλους μας έχει να επιδείξει παραδείγματα αυτοθυσίας στα «ιδανικά» τους; Μήπως ο Τρούμαν και ο Άτλι; Μήπως ο Τσαλδάρης και ο Φράνκο; Ή μήπως η βασίλισσα της Ολλανδίας ή ο Τσαγκ Κάι Σεκ; Τα «ιδανικά» τους, αυτά που λένε ιδανικά, είναι ψεύτικα, κάλπικα. Γι’ αυτό και οι ίδιοι είναι κάλπικοι και η ιστορία θα τους πετάξει στα σκουπίδια της. Τους μεγάλους ήρωες τους γεννούν τα μεγάλα ιδανικά, το ιδανικό του Κομμουνισμού. Αυτό ζει ακόμα κι όταν πεθαίνουν.
    «Θα έπαιρνα τον ίδιο δρόμο, αν θα ξανάρχιζα τη ζωή μου, γιατί ο Κομμουνισμός είναι τα νιάτα του κόσμου», γράφει λίγες στιγμές πριν τουφεκιστεί από τους χιτλερικούς ο αλησμόνητος Γάλλος διανοούμενους Γκαμπριέλ Περί. Και μια Κινέζα κομμουνίστρια, που καταδικάστηκε σε θάνατο, φωνάζει στους στρατοδίκες της: «Εγώ ξέρω γιατί έζησα και γιατί πεθαίνω. Εσείς μπορείτε να μου πείτε γιατί ζείτε;».
    Ο Βούλγαρος Λιουτιμπρότσκι, την ώρα που θα του περνούσαν οι δήμιοι το σκοινί στον λαιμό, γράφει στον πατέρα του, που λύγισε και του προτείνει να αποκηρύξει το κόμμα του για να σωθεί: «Τι μας χρειάζεται, πατέρα, η ζωή μας, αν σώζοντάς την μείνουμε μονάχα ζωντανά πτώματα που βρομούν; Θα βαδίσω προς την κρεμάλα ήσυχος και χαρούμενος με καθαρή τη συνείδηση, ότι στη σύντομη, μα γεμάτη αγώνες για τη λευτεριά ζωή μου, δε ντρόπιασα ούτε το όνομα του κόμματος, ούτε το δικό σου, πατέρα. Και με το σκοινί στο λαιμό σας φωνάζω: Ψηλά το κεφάλι πατέρα, αγαπημένη μου γυναίκα, μικρό μου παιδί, που δε σε είδα ποτέ…».
    Ακόμα ο Χρήστος Φιλίδης γράφει το '43 στην αδελφή του, όταν πάνε να τον εκτελέσουν: «Δεν έχει σημασία το πόσο θα ζήσεις και ποτέ θα πεθάνεις αλλά πώς θα ζήσεις και πώς θα πεθάνεις».
    Και ακόμα με το ιδανικό του Κομμουνισμού και με το παράδειγμα του Στάλιν διαπαιδαγωγήθηκαν και πρόσφεραν σήμερα, ό,τι πολυτιμότερο είχαν χιλιάδες Έλληνες κομμουνιστές, από τον αξέχαστο Αναστασιάδη μέχρι τον νεαρό αγρότη της πιο απομακρυσμένης γωνίας της χώρας μας. Ό,τι πιο αγνό και μεγάλο, ό,τι πιο αληθινό και ανθρώπινο, ό,τι δυνατό και ηρωικό έχει να δείξει η ιστορία σήμερα, αυτό γεννιέται από τις ιδέες του Κομμουνισμού, το εμπνέει ο Στάλιν, που ενσαρκώνει την αλύγιστη θέληση και απόφαση εκατομμυρίων μαζών για το γκρέμισμα της σκλαβιάς και το χτίσιμο μιας καινούργιας φωτεινής και χαρούμενης ζωής.
    Ο Στάλιν ανάθρεψε και διαπαιδαγώγησε το μεγάλο επιτελείο του κομμουνισμού, το Μάο Τσε Τουνγκ, τον Τορέζ, τον Τολιάτι, τον Ράκοσι, τον Πόλιτ, τον Γκότβαλντ, τον Τσερβενκόφ, τον Πικ, την Πασιονάρα, τον Ντεζ, τον Πρέστες, τον Ζαχαριάδη και τόσους άλλους αγαπημένους ηγέτες των λαών της γης. Γι’ αυτό σήμερα από τη μια άκρη της γης ίσαμε την άλλη, ο Γάλλος εργαζόμενος, κι ο Ινδός δουλοπάροικος, ο Ιταλός εργάτης κι ο μαύρος της Αφρικής, ο Έλληνας αγρότης κι ο τσοπάνος της Μογγολίας, καθένας που κερδίζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του, εύχεται στο Στάλιν από τα τρίσβαθα της καρδιάς του να ζει πολλά, παρά πολλά χρόνια.
    Αλλά, σύντροφοι, η καλύτερη τιμή, το λαμπρότερο δώρο που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στον αγαπημένο μας Στάλιν θα είναι να προσπαθούμε όλοι, με μια επίμονη, αδιάκοπη προσπάθεια, να γίνουμε άξια παιδιά του. Το όνειρο κάθε αγωνιστή, πρέπει να ναι να μοιάσει όσο περισσότερο μπορεί με τον Στάλιν.Να διδαχτούμε από τη σοφία του, που με κρυσταλλένια λαμπρότητα και απλότητα βρίσκεται μέσα στα έργα του.
    Nα μαθαίνουμε, όπως ο Στάλιν, να διδασκόμαστε από το λαό, από τις μάζες. Να διδαχτούμε από τις έξοχες οργανωτικές του ικανότητες, από τη δύναμη να διαλέγει τα στελέχη και να οργανώνει τον έλεγχο της δουλείας. Να μας γίνει παράδειγμα η ιδιωτική ζωή του, η απλότητα και η σεμνότητά του, η αποστροφή του στους θορυβοποιούς, τους φλύαρους, τους κόλακες και τους δουλοπρεπείς ανθρώπους.
    Σύντροφοι και συντρόφισσες!
    Σήμερα όλοι οι ταπεινοί και κατατρεγμένοι της γης ορκίζονται στ’ όνομα του Στάλιν. Όλοι όσοι ζουν στην καταφρόνια πιστεύουν ότι θα γίνουν το παν, γιατί τον αγώνα τους τον καθοδηγεί ο Στάλιν. Κι όλοι εμείς οι Έλληνες αγωνιστές, πιστεύουμε πως έπαθλο του αγώνα μας θα ναι σύντομα η λαϊκοδημοκρατική σοσιαλιστική Ελλάδα, γιατί τον ηρωικό μας αγώνα τον παραστέκει ο Στάλιν και γιατί θα κάνουμε ο, τι μπορούμε να φανούμε αντάξιοι του μεγάλου μας δάσκαλου και αγαπημένου μας συντρόφου και φίλου.
    Στ’ όνομα του Στάλιν, για τα μεγάλα μας ιδανικά, ποτίστηκε με το αίμα των ηρώων μας και κάθε γωνία της πατρίδας μας. Κι αν αυτή τη στιγμή μπορούσε μαζί μας να φωνάξουν οι πολιτείες και τα βουνά μας, οι κάμποι και τα χώρια μας, θα φώναζαν και θα λέγαν: Ζήσε ακόμα πολύ, παρά πολύ, μεγάλε Στάλιν!»] «Νίκου Μπελογιάννη άρθρα και λόγοι», 1953.
  22. [Δημητρίου Χονδροκούκη «Ο Μπελογιάννης χωρίς γαρύφαλλο»]
  23. Οι Πολωνοί αφαίρεσαν το μνημείο του Μπελογιάννη στο Βρότσλαβ